Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Το παραμύθι - Ενα λογοτεχνικό είδος που δεν πεθαίνει ( Β' Μέρος)


(συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση
 http://lotypetrovits.blogspot.gr/2012/09/i-i-i-i_15.html)

Είτε από ανώνυμους είτε από επώνυμους λοιπόν αναπόφευκτα "τα παραμύθια βαθμιαία μεταμορφώνονται", όπως δηλώνει κι ο ρώσος λαογράφος Vladimir Prοpp[1], που υποστηρίζει ότι τα μόνα σταθερά στοιχεία είναι "οι λειτουργίες των δρώντων προσώπων" (31 συνολικά) και οι ρόλοι των δρώντων προσώπων (7 συνολικά). Και η θεωρία του, μολονότι έκλεισε κιόλας 60 χρόνια και προκάλεσε την έντονη διαμάχη του με τον διάσημο εθνολόγο Κλωντ Λεβί-Στρoς[2], δεν παύει να θεωρείται εξαιρετικά σημαντική ως τις μέρες μας.
            Οι διαμάχες των ειδικών ωστόσο και ειδικότερα των ψυχιάτρων και των ψυχολόγων δεν είναι, βέβαια, εδώ το κύριο θέμα μου. Αν ανέφερα ένα δυο απ' αυτές ήταν για να υπογραμμίσω μερικά πράγματα που, αν και γνωστά, συχνά λησμονούνται. Δηλαδή ότι:
α)  Δεν υπάρχει μία και μόνη αυθεντική, γνήσια  μορφή των παραμυθιών [3].
β) Οι παραμυθάδες ανά τους αιώνες αισθάνονταν την ανάγκη να λένε με το δικό τους τρόπο τα παραμύθια που άκουγαν από τους προγενεστέρους, προσθέτοντας ή αφαιρώντας στοιχεία κατά την κρίση και τη διάθεσή τους. 'Οπως μάλιστα έχουν παρατηρήσει οι λαογράφοι, ακόμα κι ο ίδιος παραμυθάς σπάνια διηγόταν δυο φορές ένα παραμύθι με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και τις ίδιες λεπτομέρειες. Και είναι απόλυτα φυσικό αυτό, αφού το παραμύθι, ως έργο τέχνης που απέβλεπε κατά κύριο λόγο στην ικανοποίηση του κοινού, δεν μπορούσε παρά να επηρεάζεται από την ένταση της αγαπητικής σχέσης που δημιουργόταν κάθε φορά μεταξύ παραμυθά και ακροατών.
γ) Την αυθόρμητη αυτή διάθεση των παραμυθάδων -το δικαίωμά τους μάλλον- να αναδημιουργούν τα παραμύθια που είχαν φτάσει ως αυτούς από το παρελθόν δε σκεφτόταν κανείς να τους το αμφισβητήσει.
            Οι τρείς αυτές αλήθειες αποδεικνύουν άδικη την υποτίμηση των συγχρόνων δημιουργών από τον Bettelheim. Και δίκαια του καταλογίζει ο Tucker ότι ενώ αποδέχεται ανεπιφύλακτα ως πολύτιμα για τα παιδιά όλα τα παλιά λαϊκά παραμύθια, με τη μορφή βέβαια που προτιμά, κατηγορεί συλλήβδην όλα τα σύγχρονα - "έντεχνα" τα αποκαλούμε, ίσως όχι ορθά, αφού το παραμύθι πάντα ήταν τέχνη- αλλά και γενικότερα την παιδική λογοτεχνία, και μάλιστα χωρίς αποδείξεις για τις υποτιθέμενες αδυναμίες της. Τα μόνα παραδείγματα που αναφέρει, για να στηρίξει την καταδίκη του, είναι δύο αγγλικά παιδικά βιβλία του 1946 και του 1954. Ούτε τον απασχολεί το γεγονός, ότι πολλά από τα παγκόσμια αριστουργήματα της παιδικής λογοτεχνίας, αν αναλυθούν, αποδεικνύονται απόγονοι των παλιών παραμυθιών, δομημένα πάνω στη βασική πλοκή τους, την οποία επενδύουν με πιο σύγχρονα και πιο ανθρώπινα στοιχεία. Χτυπητά παραδείγματα δύο έργα του Ντίκενς: Ο 'Ολιβερ Τουίστ είναι ένα είδος αρσενικής Σταχτοπούτας, ενώ οι Μεγάλες Προσδοκίες θυμίζουν σε πολλά το παραμύθι Η Πεντάμορφη και το Τέρας [4].
            Η γενική και χωρίς επαρκή τεκμηρίωση απόρριψη της σύγχρονης παιδικής λογοτεχνίας από τον Bettelheim δείχνει μάλλον την άγνοιά του γύρω από το τι γράφτηκε για τα παιδιά, από τον καιρό που ήταν εκείνος παιδί. Αυτός φαίνεται να είναι τελικά ο μόνος λόγος για την αρνητική του στάση έναντι μιας λογοτεχνίας που αναμφίβολα αρέσει στα παιδιά, αφού γνωρίζει άνθηση παγκόσμια [5], προφανώς γιατί καλύπτει άλλες, σύγχρονες ανάγκες τους.
            Ας μην ξεχνάμε ύστερα ότι σύμφωνα με τις απόψεις επιφανών παιδαγωγών και ειδικών, όπως η  Maria Mοntessοri, και άλλων νεοτέρων, τα παλιά λαϊκά παραμύθια με τα πολλά μαγικά και τρομαχτικά στοιχεία είναι καλύτερα να αποφεύγονται στα παιδιά κάτω των επτά χρονών, που δυσκολεύονται ακόμα να ξεχωρίσουν το πραγματικό από το φανταστικό. Iστορίες όμως και απλά παραμύθια χρειάζονται και τα μικρότερα παιδιά. 'Αλλωστε, σύμφωνα μ' έναν παλιό ευρύτερο ορισμό [6], στα παραμύθια περιλαμβάνονται όχι μόνον οι ιστορίες με μαγικά στοιχεία αλλά κι εκείνες όπου συμβαίνει απλώς κάτι εξαιρετικό ή παράδοξο -κι αυτό κάποτε μπορεί να είναι η κουταμάρα και μόνο κάποιων προσώπων.          
            Χρειάζονται λοιπόν και τ' απλά παραμύθια που να έχουν αμεσότερη σχέση με όσα ζουν και αντιμετωπίζουν τα μικρά παιδιά στον κόσμο τον σημερινό [7]. Οι ιστορίες αυτές δεν μπορεί παρά να δημιουργούνται  -ή να αναπλάθονται- από σύγχρονους παραμυθάδες.
            Δεν αμφισβητείται βέβαια ότι παραμυθάδες σαν τους παλιούς, που είχαν κληρονομημένο έναν τεράστιο  πλούτο από ιστορίες και τις διηγούνταν προφορικά με τρόπο θαυμαστό, δεν υπάρχουν πια. Οι ιστορίες που έλεγαν, όπως τις είχαν ακούσει αλλά κι όπως τις είχαν μεταπλάσει, βρίσκονται πια καταγραμμένες σε συλλογές, ταξινομημένες, φυλαγμένες ευλαβικά από εθνολόγους και λαογράφους. Ωστόσο, όπως έχει εύστοχα παρατηρήσει Ούγγρος μελετητής, η παράδοση της αφήγησης δεν μπορεί έτσι να συνεχιστεί, όπως δεν μπορούν τα βαλσαμωμένα πουλιά κάποιου μουσείου να γεννήσουν αυγά. Γι' αυτό η αφήγηση συνεχίζεται με τις ιστορίες που γράφονται. Ο γραπτός λόγος, παρόλο που παρουσιάζει μια ιστορία με σταθερή μορφή, ενεργοποιεί τη φαντασία του αναγνώστη, όπως ενεργοποιούσε κάποτε η προφορική αφήγηση τη φαντασία του ακροατή[8]. 'Αλλωστε, όπως σημειώνει Βρετανίδα καθηγήτρια: "η προφορική παράδοση εμπλουτιζόταν από πολύ παλιά, καθώς η ιστορίες περνούσαν στο γραπτό λόγο ή ξαναλέγονταν από ειδικούς αφηγητές, βάρδους ή πλανόδιους ποιητές" [9].
            Σύμφωνα με άλλον αξιόλογο μελετητή [10], η ομορφιά των παραμυθιών βρίσκεται στον ηθικό τους κώδικα και την ατράνταχτη πίστη που εμπνέουν στην τελική νίκη του καλού και της αγάπης έναντι του μίσους [11]. Βέβαια, συνεχίζει, όλα τα παραδοσιακά παραμύθια δεν είναι κατάλληλα για παιδιά, γιατί δε δημιουργήθηκαν γι' αυτά. [12]  'Ετσι, χρειάζεται μια προσεκτική επιλογή. Από την άλλη μεριά, τα παλιά παραμύθια δεν παρέχουν καμιά πληροφορία για το σύγχρονο κόσμο (...). Από μια τέτοια ανάγκη αναπτύχθηκαν τα σύγχρονα παραμύθια, που είτε εισάγουν νέα στοιχεία στα παραδοσιακά πλαίσια, είτε παρουσιάζουν χαρακτήρες παραδοσιακών παραμυθιών σε σύγχρονες, συχνά κωμικές καταστάσεις, είτε, κρατώντας το μαγικό στοιχείο, ασχολούνται με εντελώς σύγχρονα θέματα και πλάθουν σύγχρονους χαρακτήρες. Ο βασικός παραδοσιακός κώδικας ωστόσο παραμένει.
            Ας παραδεχτούμε λοιπόν ότι οι παραμυθάδες κάθε εποχής μπορεί να πεθαίνουν, το παραμύθι όμως ζει πάντα και βασιλεύει, με διαρκή ανανέωση των κυττάρων του και με τις αναπόφευκτες μεταβολές που επέρχονται σε κάθε ζωντανό οργανισμό. 'Ετσι, υπάρχει πάντα και ως διαρκής πρόκληση για έρευνα και μελέτη. Και -το κυριότερο- υπάρχει πάντα για να βοηθά τα παιδιά να βρίσκουν νόημα στη ζωή τους. Γι' αυτό το νόημα άλλωστε μιλούσε και ο Bettelheim όταν έγραφε: "Εάν ελπίζουμε ότι θα ζήσουμε όχι μόνο για το σήμερα αλλά με πραγματική συνείδηση της ύπαρξής μας, τότε η πιο μεγάλη ανάγκη και το πιο δύσκολο επίτευγμά μας είναι να βρούμε νόημα στη ζωή μας (...) Για να βρει κανείς βαθύτερο νόημα, πρέπει να γίνει ικανός να ξεπεράσει τα στενά όρια μιας εγωκεντρικής ύπαρξης και να πιστέψει ότι θα συμβάλει σημαντικά στη ζωή... Μόνο η ελπίδα για το μέλλον μπορεί να μας στηρίζει στις αντιξοότητες που αναπόφευκτα αντιμετωπίζουμε" [13].
       Αν τώρα έχει αξία και η προσωπική μαρτυρία ενός σύγχρονου λάτρη των παραμυθιών -παλιών και νέων- που συμβαίνει να είναι και συγγραφέας, δηλαδή τωρινός παραμυθάς, θα σας ενδιαφέρει ν' ακούσετε και τούτο: Στην μικρή παιδική μου ηλικία, που πέρασε μέσα στη δίνη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και των άλλων δεινών του τόπου μας, νόημα στη ζωή μου δεν έδωσε ούτε η Σταχτοπούτα ούτε η Κοκκινοσκουφίτσα ούτε η παρέα τους, που λίγο, πολύ λίγο κινούσαν το ενδιαφέρον μου.
     Στα φοβερά εκείνα χρόνια, το παραμύθι που έδωσε νόημα στη ζωή μου ήταν το Παραμύθι χωρίς όνομα της Πηνελόπης Δέλτα -ένα παραμύθι του αιώνα μας, όπου μολονότι τα μαγικά στοιχεία είναι σχεδόν ανύπαρκτα, εύκολα ανιχνεύει κανείς πολλές από τις "λειτουργίες των δρώντων προσώπων" ή τους "ρόλους" που καθόρισε ο Προπ. Ακόμα και σήμερα λοιπόν, όταν νιώθω να ξεθωριάζει το νόημα της ζωής, εκείνο ξαναδιαβάζω για παρηγοριά και ψυχική ανακούφιση. Μου ενισχύει ακριβώς την πίστη που χρειάζεται, σύμφωνα με τον Βettelheim: 'Οτι ο μόνος δρόμος για πνευματική ελευθερία και ψυχική πληρότητα είναι η έξοδος από τον εγωιστικό εαυτό και το ενδιαφέρον για τον πλησίον και τα κοινά. Δηλαδή ο δρόμος που διάλεξε ο Συνετός Β'. Τότε ξαναγυρίζει το κέφι μου για τη ζωή.
            Και τότε είναι που συλλογίζομαι το τέλος του Bettelheim. 'Εγραφε στο βιβλίο του: "Πολλοί άνθρωποι έχασαν τη διάθεση για τη ζωή και σταμάτησαν την προσπάθεια, επειδή τους ξέφυγε το νόημά της" [14] Σκέφτομαι με θλίψη ότι αυτό ακριβώς πρέπει να συνέβη και σε κείνον. Κατανοώ βαθιά την απελπισία που ήταν επόμενο να του προκαλέσει μια βαριά, επώδυνη, ανίατη ασθένεια. Κι αντιμετωπίζω με βαθύ σεβασμό το δικαίωμα ενός ανθρώπου που υποφέρει φριχτά να μη θέλει άλλο να ζήσει. Αναρωτιέμαι μονάχα αν θα γινόταν ν' αντισταθεί στον πειρασμό να θέσει τέρμα στη ζωή του, αν κάποιος βρισκόταν κοντά και του διάβαζε παραμύθια.
 Αν είχα αυτό το προνόμιο να βρίσκομαι δίπλα του σε κείνες τις δύσκολες στιγμές, θα του διάβαζα ένα μικρό παραμυθάκι αφρικάνικο, Τ' όνειρο του Γιόμο[15], που το ξανάγραψα με το δικό μου τρόπο. 'Οχι πως πιστεύω ότι θα τον απέτρεπα έτσι από την αυτοκτονία. Τούτη η ιστοριούλα όμως μπορεί να τον έκανε, έστω και για λίγο, να χαμογελάσει. Να παραδεχτεί ότι ένα παραμύθι, ακόμα και παραλλαγμένο, μπορεί πάντα ν' ανακουφίζει. Γιατί με το συμβολισμό της θα του θύμιζε ότι τα πνευματικά δημιουργήματα δεν απειλούνται από υλική φθορά, ούτε από θάνατο. Σαν τις επιστημονικές θεωρίες που ακόμα κι όταν αντικρούονται ή ξεπερνιούνται, αποτελούν πάντα μια πολυτιμότατη προσφορά -όπως η δική του, για την οποία θα του είμαστε πάντα ευγνώμονες. 'Η σαν τα παραμύθια που δεν πεθαίνουν ποτέ.


(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΔIΑΔΡΟΜΕΣ, τ.27/1992

Περιλαμβάνεται στο βιβλίο                   "'Οπως και στ' αηδόvια..." - Για τηv παιδική λoγoτεχvία χωρίς ψευδαισθήσεις. Πατάκης, 1995

         

 Σημειώσεις:


[1].  Βλ. Β.Γ. Προπ: Μορφολογία του παραμυθιού, ο.π. σ.97.
[2].  Ο.π., σελ. 207-277.
[3].  Ενδιαφέρουσες απόψεις για την προέλευση, τον τρόπο της διάδοσης και τη σημασία των παραλλαγών των παραμυθιών περιέχουν και τα βιβλία του Αμερικανού μελετητή Jack Zipes BREAKING THE MAGIC SPELL - Radical Theοries οf Fοlk and Fairy Tales, Austin, Uniνersity οf Texas Press,1979 και FAIRY TALES AND THE ART ΟF SUBVERSIΟN - The Classical Genre οf Children and the Prοcessing οf Ciνilizatiοn, Lοndοn, Methuen, 1985.
[4].  Βλ. το άρθρο του Ν. Τucker: Dr Bettelheim and Enchantment, ο.π., σελ. 40 και 41.
[5].  Βλ. Λ. Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου  Η παιδική λογοτεχνία στην εποχή μας, Καστανιώτης 1990, σελ. 13-40. Επίσης Β.Δ. Αναγνωστόπουλου  Τάσεις και Εξελίξεις της παιδικής λογοτεχνίας στη δεκαετία 1970-1980, Αθήνα, Οι Εκδόσεις των Φίλων, 1982, 8η 1990. Του ίδιου: Η Ελληνική παιδική λογοτεχνία κατά τη μεταπολεμική περίοδο (1945-1958), Αθήνα, Καστανιώτης, 1991.
[6].  Jοseph Jacοbs, Preface tο ENGLISH FAIRY TALES, 1890, σελ. νiii.
[7].  Βλ. και την εισήγηση του Ανδρέα Κέδρου στο 15ο Συνέδριο της IΒΒΥ (Αθήνα 1976), τα πρακτικά του οποίου εκδόθηκαν στο Μόναχο το 1977 (τίτλος: Fairy Tale and Pοetry Tοday) στις σελ. 23-31. Επίσης, Λ. Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου Μιλώντας για τα παιδικά βιβλία, Καστανιώτης 1983,σελ.18-23. Για τη συμβολή των συγχρόνων παραμυθιών στην αντιμετώπιση ψυχολογικών προβλημάτων των παιδιών βλ. και το άρθρο της Αθηνάς Ανδρουτσοπούλου Παιδί, οικογένεια και βιβλιοθεραπεία, στο περιοδικό ΔIΑΔΡΟΜΕΣ τ.35, Φθινόπωρο 1994. Ειδικότερα για την καταπολέμηση της κατάθλιψης των παιδιών βλ. Jοan Fassler Helping Children Cοpe - Mastering Stress Thrοugh Bοοks and Stοries, N. Yοrk, Τhe Free Press, 1978.
[8].  Βλ. εισήγηση του Βalazs Vargha  Τhe rοle οf the media  στο 18ο Συνέδριο της IΒΒΥ  Stοry in the Child's Changing Wοrld, ο.π. σελ.41-47, και Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου Μιλώντας για τα παιδικά βιβλία, ο.π .σελ.173. Επίσης: Β.Δ. Αναγνωστόπουλου Τάσεις και εξελίξεις...ο.π. σελ.91-107, και Θέματα Παιδικής Λογοτεχνίας - Α' Ανιχνεύσεις, Αθήνα, Καστανιώτης 1987, σελ.70-76. Α. Δελώνη Ελληνική Παιδική Λογοτεχνία, Αθήνα, Ηράκλειτος 1986, σελ.101-117. Μ. Κοντολέων Απόψεις για την παιδική λογοτεχνία, Αθήνα, Πατάκης 1988. Μαρίας Μιράσγεζη: Απόηχοι του παραμυθιού στην παιδική λογοτεχνία, στο περιοδικό ΔIΑΔΡΟΜΕΣ, 9/1988, σελ.26-30. Virginia Haνiland Tα παραμύθια στην εποχή της τεχνολογίας, στο περιοδικό ΔIΑΔΡΟΜΕΣ, ο.π. σελ.8-12. Βλ. επίσης: Η παιδική λογοτεχνία και το μικρό παιδί- Εισηγήσεις στο Β' Σεμινάριο του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, Αθήνα, Καστανιώτης 1988, σελ.153-169, και Τζιάνι Ροντάρι Η γραμματική της φαντασίας, Αθήνα, Τεκμήριο 1985.
[9].  Βλ. Margery Fisher: ...Intent Upοn Reading, Lοndοn, Hοdder & Stοughtοn 1961-1976, στη σελ.69.
[10].  Βλ. Eduard Petiska Οn fairytales and fοlktales, στο Stοry in the Child's Changing Wοrld, ο.π. σελ.63-65, και Λ. Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου Μιλώντας για τα παιδικά βιβλία, ο.π. σελ.190.
[11].  Βλ. και τις απόψεις του Καθηγητή Μιχ. Μερακλή στο άρθρο του Το παραμύθι και το παιδαγωγικό του περιεχόμενο, στο περιοδικό ΔIΑΔΡΟΜΕΣ, τ.2/1986, σ.88-90.
[12].  Το τονίζει αυτό και ο Γ. Iωάννου στον πρόλογο της συλλογής του Παραμύθια του λαού μας, Αθήνα, Ερμής 1973. Ο Αμερικανός μελετητής των παραμυθιών Jack Zipes, στον πρόλογο της συλλογής του Spells οf Enchantment, Viking, 1992, επιχειρεί σαφή διαχωρισμό και των συγχρόνων παραμυθιών σε παραμύθια για μεγάλους και σε παραμύθια για μικρούς.
[13].  Τhe Uses οf Enchantment, ο.π. Βλ. και στο άρθρο της Κούλας Κουλουμπή-Παπαπετροπούλου Ο Brunο Bettelheim και τα παραδοσιακά παραμύθια, περιοδικό ΔIΑΔΡΟΜΕΣ, τ.9/1988, σελ.18.
[14].  ο.π.
[15].  Παραμύθια από την Αφρική, Αθήνα, Πατάκης.