Τετάρτη, 16 Αυγούστου 2017

Όταν η Ιστορία γίνεται αφήγημα



του Κωνσταντίνου Δ. Μαλαφάντη (*)

Το μυθιστόρημα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου Το φιλί της λύκαινας  έρχεται να προστεθεί στο πλούσιο έργο της συγγραφέως, η οποία για σαράντα συνεχή χρόνια γράφει βιβλία για μικρά και μεγάλα παιδιά, παραμύθια, μυθιστορήματα, θεωρητικά μελετήματα. Η πολυγραφότατη και καταξιωμένη δημιουργός προσφέρει ένα ακόμη ανάγνωσμα για παιδιά και εφήβους στο οποίο διαφαίνεται η αριστοτεχνική ικανότητά της να διαλέγεται με το ιστορικό υλικό μέσω ενός περίτεχνου διακειμενικού και αφηγηματικού ιστού.

Το βιβλίο πραγματεύεται τη σχέση ενός παππού με τον δωδεκάχρονο εγγονό του, η οποία και ενισχύεται από τις ιστορίες ζωής που αφηγείται ο ενήλικος ήρωας. Οι αφηγήσεις του παππού αποτελούν παράλληλα και μια καταγραφή ιστορικών γεγονότων, τα οποία συνέβησαν στην Ελλάδα, όπως η Κατοχή, τα Δεκεμβριανά, η επτάχρονη δικτατορία, αλλά και ιστορικών γεγονότων που έλαβαν χώρα σε διεθνές επίπεδο, όπως τα στρατιωτικά πραξικοπήματα στη Χιλή, την Αργεντινή και την Πολωνία, τα έτη 1973, 1976 και 1981 αντίστοιχα. Η εξιστόρηση του βίου του παππού Πέτρου Δίγκου, καθίσταται ουσιαστικά εξιστόρηση της ίδιας της ιστορίας της Ελλάδας αλλά και του κόσμου ολόκληρου στους πρόσφατους χρόνους, αρχής γενομένης από το 1939, έτος γέννησης του παππού.

Η συγγραφέας μέσω του αφηγηματικού αυτού μοτίβου ανακαλεί αγαπημένους ήρωες από άλλα έργα της, ώστε να συνθέσει έναν κόσμο μυθοπλασίας, όπου συμφύρονται φανταστικά και πραγματικά γεγονότα. Έτσι, ο Αλέξης Νόιγκερ (Τραγούδι για Τρεις) και η Δάφνη (Λάθος, κύριε Νόιγκερ) απολαμβάνουν την οικογενειακή ζωή τους, με τα δυο τους παιδιά, την Όλγα και τον Φραγκίσκο. Οι διαταραγμένες σχέσεις της Δάφνης με τον για χρόνια απόντα και απομακρυσμένο από το οικογενειακό περιβάλλον πατέρα της Πέτρο, λόγω του διαζυγίου του με τη μητέρα της Ολυμπία, προκαλούν εντάσεις που διαταράσσουν την ηρεμία και τη γαλήνη της οικογένειας. Η εξομάλυνση αυτών των σχέσεων και η επίλυση όλων των παρεξηγήσεων θα επέλθουν με τη μεσολάβηση του Φραγκίσκου, ο οποίος θα καταγράψει τις αφηγήσεις ζωής του παππού του σε μεταγενέστερο χρόνο.

Ο Φραγκίσκος, ως αφηγητής-ήρωας του μυθιστορήματος, προβαίνει σε μια αυτοβιογραφικού τύπου υστερόχρονη αφήγηση, όπου τα γεγονότα έχουν ήδη συντελεστεί και ο αφηγητής-πρόσωπο επανέρχεται για να αφηγηθεί την ιστορία. Η αναδρομική αυτή αυτοβιογραφική αφήγηση δηλώνεται άμεσα, μέσω της μεταφηγηματικής λειτουργίας της, με την παρουσία, δηλαδή, του τελευταίου μόλις κεφαλαίου που λειτουργεί ως επίλογος: ο αφηγητής, Φραγκίσκος Νόιγκερ, ενήλικος πλέον επισκέπτεται την ίδια την συγγραφέα του μυθιστορήματος και την παρακαλεί να γράψει την ιστορία του παππού του: Μόνο εσείς θα καταφέρετε αυτό ακριβώς που θέλω. Γιατί μόνο εσείς με ξέρετε από παιδί, γνωρίζετε καλά την οικογένειά μου, όλους… Μπορεί […] να μην είμαστε συγγενείς, ούτε «εξ αίματος» ούτε «εξ αγχιστείας», είμαστε όμως πέρα από φίλοι και «συγγενείς εκ φαντασίας» […] (σ. 222).

Η μεταφηγηματική αυτή λειτουργία του μυθιστορήματος συνεπικουρείται από ένα πλέγμα διακειμενικών αναφορών, όπου ένα πλήθος κειμένων, φωνών ή κωδίκων συνυπάρχουν συνθέτοντας ένα πυκνό υφάδι ή ένα παλίμψηστο. Το κείμενο της Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου προσφέρεται στον αναγνώστη ως πολυδιάστατος τόπος μέσα στον οποίο συντελείται ένα ατελεύτητο διακειμενικό παιχνίδι. Ο πυρήνας όλου αυτού του λεκτικού και διακειμενικού παιχνιδιού δομείται σε σχέση με ένα λυκάκι, την Κάλυ, το οποίο υιοθετεί ο παππούς, όταν θα το βρει έκθετο στο όρος Παγγαίο. Τα κύρια πρόσωπα της ιστορίας συνδέονται ποικιλότροπα με τη λύκαινα Κάλυ, όπως συνυποδηλώνουν τα ονόματά τους. Ο παππούς Πέτρος ακούει συχνά την αγαπημένη του μουσική σύνθεση «Ο Πέτρος και ο λύκος» του Sergei Prokofiev (σ. 11), όπου ο Πέτρος θα σώσει ένα λύκο από τις επιθετικές διαθέσεις κυνηγών, ενώ  από λάθος το όνομα του παππού γράφεται «Λύγκας» αντί Δίγκας στον κατάλογο των καταζητούμενων που συντάχθηκε τα χρόνια της επτάχρονης δικτατορίας στην Ελλάδα (σ. 91). Η συγκεκριμένη παραγραφή του επωνύμου του παππού Πέτρου θα σημάνει και την αρχή όλων των κακοδαιμονιών που θα συμβούν στη ζωή του και που διαρκώς θα τον απομακρύνουν από τη μονάκριβη κόρη του, η οποία γίνεται δύσπιστη σχετικά με την αντιδικτατορική δράση του πατέρα της αλλά και τη συνεχή μετακίνησή του σε χώρες του εξωτερικού λόγω της συμμετοχής του σε διεθνείς οργανισμούς για την προστασία των προσφύγων και των μεταναστών. Το όνομα του εγγονού Φραγκίσκου, που συμμετέχει και ως λυκόπουλο στους προσκόπους, συνδέεται με τον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης (σ. 143), ο οποίος κήρυξε την ισότητα, την ειρήνη, την περιφρόνηση του πλούτου και την αγάπη προς όλα τα δημιουργήματα του Θεού, έμψυχα και άψυχα. Ο Φραγκίσκος θα συνδεθεί αργότερα στην ενήλικη ζωή του με τη συμφοιτήτριά του Ρέα Αργυράκη, της οποίας το όνομα συνδέεται ετυμολογικά με τη Ρέα Σύλβια (Ρέα Αργυρώ στα ελληνικά) τη μητέρα του Ρωμύλου και του Ρώμου, των μυθικών ιδρυτών και πρώτων βασιλιάδων της Ρώμης (σ. 215), ενώ το όνομα της Αγγελίνας Λούπα, της παλιάς αγαπημένης συμμαθήτριας και τελικά αφοσιωμένης συντρόφου του παππού, συνδέεται, επίσης, με το όνομα της Λύκαινας-τροφού των μυθικών ιδρυτών της Ρώμης (Lupa).

Η συγγραφέας επιτείνει το διακειμενικό αυτό παιχνίδι συμπεριλαμβάνοντας στο ρεπερτόριο του κειμένου, όπως θα έλεγε ο Wolfgang Iser, αποσπάσματα από το παραμύθι του Πρασινοκαπελάκη, που είναι μια αντεστραμμένη εκδοχή της Κοκκινοσκουφίτσας, από τα αφηγήματα Ο φιλόσοφος κι ο λύκος του Mark Rowlands και Η κραυγή του λύκου του Melvin Burgess, ενώ κάνει αναφορά στο μυθιστόρημα Ο φτωχούλης του Θεού του Νίκου Καζαντζάκη, το οποίο είναι γραμμένο για τον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης. Παράλληλα με τις συγκεκριμένες λογοτεχνικές αναφορές, παρατίθενται στο κείμενο μύθοι και παραδόσεις άλλων λαών για τους λύκους και τη σημασία τους στη ζωή των ανθρώπων. Η διακειμενική χρησιμοποίηση του λόγου άλλων δημιουργών ενεργοποιεί τόσο μια διαδικασία ανασημασιοδότησης του κειμένου της Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου όσο και ένα παιχνίδι διαλογικής συνύπαρξης διαφορετικών γλωσσικών, κοινωνικών και πολιτισμικών κωδίκων. Τα παραθέματα προσδένονται στο λόγο του αφηγητή και υπόκεινται πλήρως στη λειτουργία της «αφηγηματικής κυριαρχίας» (fonction de régie), καθώς ο λόγος του αφηγητή συστήνει, προσαρμόζει και εν τέλει δικαιολογεί την παρουσία του παραθέματος.

Η δόμηση του αφηγήματος σε σχέση με το διακειμενικό αυτό πλέγμα αναφορών βαθαίνει την αφήγηση και καθιστά σαφές στον αναγνώστη πως η σχέση ακριβώς του ανθρώπου με ένα, υπό προστασία, είδος άγριου ζώου δεν είναι παρά η αφορμή για να στηθεί ένα στέρεο αφηγηματικό σύμπαν με ποικίλες προεκτάσεις και αναφορές σε γεγονότα όχι τόσο φανταστικά αλλά κυρίως πραγματικά. Η συγγραφέας με τα αφηγηματικά και τα διακειμενικά ευρήματά της κατορθώνει να αφηγηθεί την ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας αντιστικτικά με εκείνη της Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής, καθώς οι διηγήσεις του παππού επεκτείνονται γεωγραφικά από τα βαμβακοχώραφα της Μακεδονίας και τα μυστικά της Αμφίπολης και σε άλλες χώρες του σύγχρονου κόσμου που υπέστησαν τη βία των αυταρχικών δικτατορικών καθεστώτων. Η δημιουργός, μόλις στο τέλος του αφηγήματος, αποκαλύπτει διά του στόματος του Φραγκίσκου πως οι τρεις λύκαινες του παππού, η πραγματική, η αλληγορική και η συμβολική, δεν ήταν άλλες από την Κάλυ, την Αγγελίνα και την Ελλάδα (σ. 219).

Το βιβλίο της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, δουλεμένο με τέχνη και στέρεη τεχνική, θέτει διαχρονικά προβλήματα της ανθρώπινης ύπαρξης ανεξάρτητα από χωροχρονικά πλαίσια και κοινωνικές μετατοπίσεις. Τα περισσότερα από τα θεμελιώδη ζητήματα που απασχολούν τον άνθρωπο, από τα πιο απλά έως τα πλέον σύνθετα, θίγονται στο βιβλίο, όπως οι προσωπικές και οι οικογενειακές σχέσεις, τα όνειρα για το μέλλον, οι συνέπειες του πολέμου ή της κατάλυσης της δημοκρατίας, η απαξίωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των αξιών και των ιδανικών. Η συγγραφέας συλλαμβάνει τις βαθύτερες ψυχικές ενορμήσεις, το πάθος και την ουσία της ζωής του ανθρώπου, παραδίδοντας στον έφηβο και όχι μόνο αναγνώστη, ένα κείμενο προβληματισμού και ευαισθησίας. Η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου επιτυγχάνει, γενικότερα, με την αφηγηματική της τέχνης να ξεπερνά τα συμβατικά όρια του τόπου και του χρόνου, τα ηθογραφικά και τοπικά στοιχεία μιας συγκεκριμένης κοινωνίας και εποχής και να προάγει το ατομικό σε καθολικό, το μονομερές του συμβάντος σε πολύπλευρο της ανθρώπινης ζωής.
(*) Ο Κωνσταντίνος Δ. Μαλαφάντης είναι καθηγητής Παιδαγωγικής και Λογοτεχνίας στο ΕΚΠΑ και Πρόεδρος της Παιδαγωγικής Εταιρείας Ελλάδος.

(Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Το φιλί της λύκαινας, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2016).

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο ηλ. περιοδικό Ο αναγνώστης
http://www.oanagnostis.gr/%CF%8C%CF%84%CE%B1%CE%BD-%CE%B7-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%B3%CE%AF%CE%BD%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B9-%CE%B1%CF%86%CE%AE%CE%B3%CE%B7%CE%BC%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CF%89%CE%BD/


Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2017

Το μυστήριο της έμπνευσης και η κουζίνα του συγγραφέα



- Απορίες παιδιών, ερωτήσεις ενηλίκων -  (*)

«Από πού αντλείτε τις ιδέες σας; Πώς σας έρχεται η έμπνευση για ένα βιβλίο;» ρωτούν πολύ συχνά τα παιδιά τους συγγραφείς παιδικών βιβλίων που επισκέπτονται τα σχολεία ή συναντούν μικρούς αναγνώστες σε βιβλιοθήκες ή άλλες εκδηλώσεις. Και φαίνεται ότι τέτοιες ερωτήσεις γίνονται σε όλους τους συγγραφείς, παντού στον κόσμο. Η Susan Cooper γράφει: «Η ερώτηση “από πού παίρνετε τις ιδέες σας” ακούγεται όπως εκείνη κάποιου καλεσμένου σε γεύμα που, απολαμβάνοντας τη σαλάτα, ζητάει από την οικοδέσποινα να του αποκαλύψει το όνομα κάποιου ειδικού καταστήματος. “Από πού παίρνετε τις ντομάτες σας;” Η απάντηση θα μπορούσε να είναι η ίδια, είτε πρόκειται για ντομάτες είτε για ιδέες. “Τις καλλιεργώ μόνη μου. Στον κήπο μου”. Αν η ερώτηση αφορά ιδέες, τα παιδιά ξέρουν ότι πρόκειται για κήπο μαγικό. Έχουν βρεθεί εκεί, μεταφέρθηκαν ενώ διάβαζαν το βιβλίο».[1]

«Γιατί τα παιδιά κάνουν τόσο συχνά αυτή την ερώτηση; Τι ρωτούν στην πραγματικότητα;» γράφει η Barbara Harrison. «Μας ζητούν να τους εξηγήσουμε κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί προφανές, αλλά δεν είναι˙ ρωτούν για την έμπνευση, τη φαντασία, το ταλέντο˙ μας ζητούν να τους εξηγήσουμε ένα μυστήριο».[2]
 
Μυστήριο ή όχι, κάθε συγγραφέας που αντιμετωπίζει τέτοιες ερωτήσεις πρέπει να δώσει στα παιδιά τις δικές του ξεκάθαρες απαντήσεις. Κι αυτές, όπως είναι φυσικό, δεν μπορεί να είναι πανομοιότυπες. Κάθε δημιουργός έχει τις δικές του πηγές έμπνευσης και ιδεών, καθώς και το δικό του τρόπο να αντλεί απ’ αυτές. Ωστόσο, αμέσως έπειτα ακολουθεί συνήθως μία εξίσου συχνή ερώτηση, στην οποία οι απαντήσεις συγκλίνουν τις περισσότερες φορές, με αρκετές εξαιρέσεις φυσικά. Είναι η ερώτηση: «Πόσον καιρό σας παίρνει να τελειώσετε ένα βιβλίο;» -  ακόμα και «πόσες μέρες;» ή «πόση ώρα;» τυχαίνει να ρωτήσουν, ιδίως τα μικρότερα παιδιά.

Φτάνει λοιπόν η στιγμή που πρέπει ο δημιουργός να δώσει στα παιδιά να καταλάβουν πόσο μακρύς είναι ο δρόμος από το μυστήριο της έμπνευσης ως την πραγματικότητα της «κουζίνας» του συγγραφέα. Να τους εξηγήσει τη λεγόμενη «αγωνία του εργαστηρίου», έκφραση που σίγουρα πρώτη φορά την ακούν.

Αν πρόκειται για μεγαλύτερα παιδιά, η ερώτηση αφορά κυρίως μυθιστορήματα, οπότε οι νεαροί αναγνώστες πρέπει να κατανοήσουν ότι μυθιστόρημα χωρίς πειστικά πλασμένους χαρακτήρες δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόλογο. Το πλάσιμο το χαρακτήρων στο μυαλό του συγγραφέα πρέπει να συμβαδίσει με το πλάσιμο της πλοκής. Kαι είναι εξίσου επίπονα και χρονοβόρα και τα δυο.

Όταν οι χαρακτήρες είναι έτοιμοι και η πλοκή γνωστή στο δημιουργό, έστω και αδρά, τότε αρχίζει η πρώτη γραφή. Και δεν είναι λίγες οι φορές που μπορεί να τελειώσει το βιβλίο σύντομα, μέσα σ' ένα δυο μήνες. Όμως την πρώτη αυτή γραφή πάντα την ακολουθεί μια δεύτερη, μια τρίτη, συχνά και τέταρτη και πέμπτη – ακόμα και πολύ περισσότερες. Όταν η αυθόρμητη κίνηση και η δράση των χαρακτήρων τελειώσει, όταν η ιστορία φτάσει στο τέλος της, αρχίζει η αγωνία της επεξεργασίας  - το σμίλεμα των προσώπων, ο έλεγχος της ροής, η επιλογή του πραγματικά ουσιώδους και η απόρριψη του όντως επουσιώδους – δουλειά που μπορεί να κρατήσει μήνες, χρόνο ή χρόνια.

Αν η ερώτηση για το χρόνο που απαιτεί η δημιουργία έρχεται από μικρότερα παιδιά και αφορά λαϊκότροπα παραμύθια ή σύγχρονες φανταστικές ιστορίες, ευνόητο είναι ότι διαφοροποιούνται κάπως οι απαντήσεις. Στην περίπτωση αυτή ο συγγραφέας οφείλει με τρόπο απλό να τους μιλήσει για τον κόπο που χρειάζεται ώστε να είναι σωστή και κατανοητή η γλώσσα του κειμένου, να υπάρχει κάποιος - έστω και λανθάνων – ρυθμός στην αφήγηση, ζωηρή φαντασία, πλοκή σύντομη αλλά που να κρατά ζωηρό το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Για όλ’ αυτά χρειάζεται επίσης χρόνος αρκετός – εβδομάδες ή μήνες, ανάλογα με το μέγεθος του κειμένου Εδώ συζήτηση με τα παιδιά για τους χαρακτήρες περιττεύει. Ο συγγραφέας μπορεί να κρατήσει για τον εαυτό του τη γνώση ότι η χαλαρότερη περιγραφή των χαρακτήρων και o ευκρινής διαχωρισμός τους σε καλούς και κακούς, καθώς και η απόλυτα ευτυχής έκβαση της ιστορίας είναι στοιχεία καθοριστικά για τα είδη αυτά, που πρέπει να τα προσέξει πολύ και να τα χειριστεί ευσυνείδητα, αναλαμβάνοντας πλήρως την ευθύνη που συνεπάγεται το γράψιμο κειμένων πρωτίστως για μικρά παιδιά. 

Την ερώτηση «Πόσον καιρό σας παίρνει να τελειώσετε ένα βιβλίο;»  τη θέτουν συχνά και ενήλικοι σε συγγραφείς, είτε αυτοί γράφουν για παιδιά είτε γράφουν για μεγάλους. Η απάντηση εξαρτάται κι εδώ από το δημιουργό. Γιατί όταν γίνεται λόγoς για την επεξεργασία τoυ κειμένου, για την αγωνία της «κουζίνας», για δεύτερη, τρίτη και τέταρτη γραφή, ή την έγνοια της γλώσσας, υπάρχουν συγγραφείς πoυ υποστηρίζουν ότι κάτι τέτοιο προδίδει την αρχική έμπνευση και νοθεύει τo γνήσιο λoγoτέχνημα. Είναι σαν να υποστηρίζουν ότι το ταλέντο από μόνο του, χωρίς επίπονη δουλειά, φτάνει και περισσεύει. Όμως «το ταλέντο δεν αρκεί», χωρίς αμφιβολία. Έξοχα αναπτύσσει τούτο το θέμα στο βιβλίο της μ’ αυτόν ακριβώς τον τίτλο η Βρετανή συγγραφέας Mollie Hunter[3].
Όταν ακούγονται λοιπόν απόψεις για νοθεία του γνήσιου λογοτεχνήματος από την επεξεργασία, δεν μπορεί παρά να θυμηθεί κανείς κάποιες γραμμές τoυ Έντγκαρ Άλαν Πόε, σχετικά με την ποιητική δημιουργία:

            «Συχνά σκέφτομαι πόσο ενδιαφέρον ανάγνωσμα θα ήταν να έγραφε ένας συγγραφέας και να ανέλυε βήμα προς βήμα τη διαδικασία με την οποία κάθε μία σύνθεσή του έφτασε στην πληρότητά της. Το γιατί ένα τέτοιο κείμενο δεν έχει ποτέ δοθεί στον κόσμο δεν μπορώ να το καταλάβω. Ίσως η παράλειψη αυτή να οφείλεται στη ματαιοδοξία των συγγραφέων παρά σε ο,τιδήποτε άλλο. Οι περισσότεροι συγγραφείς προτιμούν ν' αφήνουν να εννοηθεί ότι συνθέτουν συνεπαρμένοι από ένα είδος υψηλής παραφροσύνης έχοντας μιαν εκστατική διαίσθηση. Και ασφαλώς θα έφριτταν αν o κόσμος αφηνόταν να κρυφοκοιτάξει πίσω από το σκηνικό και να δει την επεξεργασία...».[4]


Ο Καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Β.Δ. Αναγνωστόπουλος, σε πρόσφατο βιβλίο-μινιατούρα, κόσμημα πραγματικό, με τίτλο Το δεκαπεντασύλλαβο αγόρι, σημειώνει κάτι σχετικό: «Πολλοί μιλούν για ταλέντο, έμπνευση, δωρεά και ακριβό δώρο ζωής. Ό,τι κι αν συμβαίνει, γεγονός είναι ένα: αν δεν καλλιεργήσει κανείς το ταλέντο του, αν δεν μοχθήσει, αν δεν ασκήσει την ικανότητά του να εκφράζεται καλλιτεχνικά και αν δεν έχει ιώβεια υπομονή, θα έχει φτωχά και μέτρια αποτελέσματα. Ο Νόρμαν Μέιλερ, διάσημος Αμερικανός μυθιστοριογράφος, σημειώνει στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο Η μάγισσα Τέχνη: “Έμαθα να γράφω γράφοντας”. Κάτι ανάλογο εννοεί και ο δικός μας Ελύτης, όταν λέει “ψαρεύοντας έρχεται η θάλασσα”»[5].

               Και μια σύγχρονη ξένη συγγραφέας παιδικών βιβλίων επισημαίνει:
«Ο πολύς κόσμος πιστεύει ότι η τέχνη είναι απόλυτα προϊόν έμπνευσης. Αυτό πιστεύουν και πολλοί νεαροί αναγνώστες, που φαντάζονται τους συγγραφείς σ’ ένα είδος απευθείας μυστικής σύνδεσης με τα χείλη της Μούσας που τους  ψιθυρίζει. Η φαντασίωση αυτή υποστηρίζεται και από συγγραφείς, οι οποίοι, μη μπορώντας να περιγράψουν καλύτερα τη δημιουργική διαδικασία, λένε φράσεις όπως ‘‘Θεέ μου, οι χαρακτήρες μου αρχίζουν να μιλούν και ποτέ δεν ξέρω τι πρόκειται να πούνε’’. Ειλικρινά δεν πιστεύω σ’ αυτή τη φαντασίωση. Δε συμβαίνει κάτι τέτοιο σε μένα και δεν πιστεύω πως συμβαίνει αλήθεια και στους άλλους συγγραφείς... Όταν γράφω κάτι, το γράφω με περίσκεψη. Μπαίνει σε κίνηση πολύς μηχανισμός όταν ο συγγραφέας συνθέτει παραγράφους και αυτό είναι – ή πρέπει να είναι, κατά τη γνώμη μου – το αποτέλεσμα συνειδητής δουλειάς ενός  μυαλού..... Η ρήση ‘‘δεν μπορείς να βγάλεις αίμα από την πέτρα’’ δε λέει την αλήθεια. Μπορείς. Ίσως το πεις μαγεία, όμως εγώ το λέω τέχνη»[6] .

Αίμα από την πέτρα δεν έβγαλε και ο Τσέχοφ; Γράφει ο Άγγελος Τερζάκης:                         
    «Λένε τον Γκόρκι αυτοδίδαχτο επειδή δεν έκανε άρτιες σπουδές. Αλλά μήπως διδάσκεται η Τέχνη; Πού τη σπούδασε ο Τσέχοφ; Στην Ιατρική Σχολή; Έγινε δάσκαλος με την εσωτερική, επίμονη καλλιέργεια της έμφυτης καλαισθησίας του, με το να φιλοσοφεί εξαντλητικά πάνω στη δουλειά του»[7].

  Τέτοια εξαντλητική δουλειά χρειάζεται κι ένα βιβλίο, ιδίως αν πρόκειται για παιδιά. Η έμπνευση μπορεί να είναι ένα στιγμιαίο μυστήριο, η δημιουργία ωστόσο θέλει κόπο, επιμονή, επίπονη προσπάθεια για να είναι άριστο – κατά το δυνατόν – το αποτέλεσμα. Οι καλές ιδέες και οι εμπνεύσεις ενός μάγειρα δεν είναι αρκετές για ένα νόστιμο, εμφανίσιμο και υγιεινό φαγητό. Τα αγνά υλικά, η προσοχή στις λεπτομέρειες και η επιδέξια εκτέλεση κάνουν την επιτυχία. Το ίδιο ισχύει και στην «κουζίνα» του συγγραφέα. Το γράψιμο δεν είναι διόλου απλή υπόθεση, αν μιλούμε για βιβλία όντως αξιοδιάβαστα, όχι για προχειρογραμμένα κειμενάκια, που ατυχώς τείνουν τελευταία να κατακλύσουν και την ελληνική αγορά  - το πώς και το γιατί τέτοια κατασκευάσματα βλέπουν το φως της δημοσιότητας, παράλληλα με έξοχα ελληνικά βιβλία για παιδιά, μικρά και μεγάλα, είναι άλλο θέμα, που χρειάζεται ξεχωριστή προσέγγιση.



[1]  Στο άρθρο της «Worlds Apart», στον τόμο Origins of story, ed. Barbara Harisson and Gregory Maguire, New York: McElderry Books, 1999,. σελ.77.

[2]   Στο άρθρο της « Bread, Blood, and Wings»,  στον τόμο Origins of story, ο.π.  σελ. 142.

[3] Mollie Hunter: Talent is not enough. New York: Harper & Row, Publishers, 1976

4  Βλ. τo δοκίμιό τoυ "Η φιλοσοφία της σύνθεσης", περιοδικό ΕΥΘΥΝΗ, τ. 33, τόμος Γ', Σεπτ. 1974, σελ. 434.

5 Β.Δ. Αναγνωστόπουλος: Το δεκαπεντασύλλαβο αγόρι. Εργαστήριο Λόγου και Πολιτισμού, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Βόλος: 2006, σελ. 33.

6   Jennifer Armstrong: “Blood from a Stone”, The Horn Book Magazine, Sept.-Oct. 2000, σελ.611-612.

7. Άγγελος Τερζάκης: Σε καμπή της ιστορίας-  Δοκίμια ΙΣΤ’, Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα: 1995, σελ. 150-151

(*) Δημοσιεύτηκε στο τριμηνιαίο περιοδικό ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ στο χώρο της λογοτεχνίας για παιδιά και νέους, τ. 84 (Χειμώνας 2006) σελ. 18-21.