Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2016

Ο Οκτώβρης κι ο παππούς του

 «... Τον Οκτώβρη τον έστελναν οι γονείς του από μικρό, κάθε μέρα στον παππού του τον Χρόνο.
  - Ο παππούς σου γερνάει και πρέπει κάποιος να του κρατάει συντροφιά, του είχε πει ο πατέρας του το Φθινόπωρο.
  - Ο παππούς σου πονάει και πρέπει κάποιος να τον παρηγορεί, για να ξεχνάει τ’ αρθριτικά, του είχε πει η μαμά του η Βροχή.
    Έτσι ο Οκτώβρης πήγαινε στον παππού κάθε απόγευμα… Από την πρώτη κιόλας ημέρα, πήρε ένα συννεφένιο σκαμνάκι και κάθισε δίπλα του.
   Ο παππούς Χρόνος χάρηκε τόσο, που δάκρυσε από χαρά. Και την ίδια στιγμή ψιχάλισε λίγο στη γη.
    - Παππού, τον ρώτησε ο Οκτώβρης, ο κόσμος λέει πως είσαι γιατρός. Γιατί δε φτιάχνεις μονάχος του ένα γιατρικό να σου περάσουν τ’ αρθριτικά;
    - Ό,τι γιατρικό και να φτιάξω, παιδάκι μου, τ’ αρθριτικά δεν περνάνε με τούτη την υγρασία, του αποκρίθηκε ο Χρόνος ...
    - Μη στενοχωριέσαι, παππού, είπε ο Οκτώβρης. Κάποτε θα τη διώξουμε την Υγρασία. Τον παππού μου εγώ δε θέλω να τον τυραννάει κανείς!
     Ο παππούς συγκινήθηκε. Δάκρυσε με τα λόγια του εγγονού του. Και την ίδια στιγμή έπιασε ψιχάλα γερή κάτω στη γη...
  Σαν πέρασαν λίγες μέρες, χειροτέρεψε ο παππούς Χρόνος.                                                               
   - Παππού, είπε ο Οκτώβρης, ο κόσμος λέει πως, όταν πονάει κανείς, πρέπει να μη σηκώνεται διόλου από το κρεβάτι, Γιατί δεν αφήνεις τη συννεφένια σου πολυθρόνα και να πέσεις στο συννεφένιο σου στρώμα;
   - Όπου και να ξαπλώσω, παιδάκι μου, ο πόνος είναι χρόνιος, δεν θα μ’ αφήσει, απάντησε ο Χρόνος…
   - Να δεις, παππού, που μια μέρα τον Πόνο θα τον νικήσουμε, είπε ο Οκτώβρης. Ως τότε όμως είναι καλύτερα να πλαγιάσεις.
      Ο Χρόνος, για να μη στενοχωρήσει το εγγόνι του, αποφάσισε να ξαπλώσει. Κρακ, κρακ, κρακ έκαναν αμέσως τα κόκαλά του. Δάκρυσε από τον πόνο ο παππούς, Και την ίδια στιγμή στη γη άρχισε να ψιλοβρέχει.
                                    ………………………………………
 
Τη μέρα που ο Οκτώβρης έγινε είκοσι πέντε ημερών, ο Χρόνος πονούσε τόσο που δεν μπορούσε να σαλέψει καθόλου.
   - Παππού, πήγε κοντά του ο Οκτώβρης, ο κόσμος λέει πως, όταν είναι κανείς πολύ άρρωστος, πρέπει να φωνάζει ένα γιατρό. Γιατί δεν φέρνεις κι εσύ κάποιον να σε κοιτάξει;
   - Όποιον γιατρό και να φέρω, παιδάκι μου, δε θα τα καταφέρει, αναστέναξε ο Χρόνος. Μονάχα ο γιος μου το Καλοκαίρι μπορεί να με κάνει καλά…
   - Μη νοιάζεσαι διόλου, παππού, είπε την επόμενη μέρα ο Οκτώβρης. Αφού θέλεις το Καλοκαίρι τόσο πολύ, δεν μπορεί, στο τέλος θα γίνει το θέλημά σου. Θα έρθει ακόμα και μονάχα για λίγες ημέρες. Είμαι είκοσι έξι ημερών και ξέρω τι λέω! 
  
  
Και να! Πριν τελειώσουν τα λόγια του, στον ορίζοντα φάνηκε ένας τρανός καβαλάρης με στολή φωτεινή. Το άλογό του ήταν κόκκινο και στην πλάτη του είχε δυο μεγάλα φτερά. Περήφανα κάλπαζε, κι ο καβαλάρης κρατούσε δόρυ από φως!
   - Να ο γιος μου! Να το καλό μου Καλοκαιράκι! έλαμψε το πρόσωπο του παππού Χρόνου και στη γη άνθισαν τα χρυσάνθεμα.
    Την ίδια στιγμή, απ’ την πίσω πόρτα έφυγε η Υγρασία, ίδια γρια-μάγισσα, όπως την είχε φανταστεί ο Οκτώβρης.
  - Τι συμβαίνει, πατέρα; Γιατί με ζήτησες; ρώτησε το Καλοκαίρι.
  - Ο πόνος, παιδάκι μου, δε μ’ αφήνει σε ησυχία, παραπονέθηκε ο παππούς και στα μάτια του άστραψε η ελπίδα.
    Την ίδια στιγμή ο Πόνος, όμοιος μάγος κακός, όπως τον είχε φανταστεί ο Οκτώβρης, βγήκε απ’ την μπροστινή πόρτα κι άρχισε να τρέχει για να κρυφτεί. Ο καβαλάρης όμως τον πρόφτασε. Τον χτύπησε με το δόρυ κι ο Πόνος μεμιάς διαλύθηκε…»
 
(Απόσπασμα από το βιβλίο Τα παιδιά του Φθινόπωρου - Σειρά «Ιστορίες με τους 12 μήνες»,  Πατάκης, 20η εκδ. 2015 - http://www.loty.gr/paramith_analyt_10.htm )