Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

Λογοτεχνία και βιώματα

– μια σύντομη προσωπική ματιά (*)




 Συχνά μικροί και μεγάλοι αναγνώστες, όταν συναντήσουν τον συγγραφέα κάποιου ή κάποιων λογοτεχνικών βιβλίων που διάβασαν, ρωτούν αν έχουν συμβεί πραγματικά τα όσα εξιστορεί στα μυθιστορήματα ή στα διηγήματά του, αν είναι περιστατικά της δικής του ζωής, αν είναι βιώματά του – εφόσον βέβαια πρόκειται για πεζογραφήματα με αναφορές στη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα ή σε πρόσφατα ιστορικά γεγονότα.
     ΄Εχοντας επισκεφθεί τα τελευταία 30 και πλέον χρόνια γύρω στα 1.000 σχολεία συνολικά (που σημαίνει τουλάχιστον 2.000 τάξεις με μέσον όρο 25 μαθητές η κάθε μια), αλλά και δεκάδες βιβλιοθήκες, όπου συνομίλησα με μεγάλο αριθμό αναγνωστών, δε θυμάμαι ούτε μία τέτοια συνάντηση που να μη μου υπέβαλε την παραπάνω ερώτηση κάποιο από τα παιδιά, ή κάποιος από τους μεγάλους, εκπαιδευτικούς ή γονείς, αν έτυχε να παρακολουθεί τη συζήτηση, σε σχέση με βιβλία μου του είδους που αναφέραμε.
     Ιδού λοιπόν τα όσα εξηγώ, με τα οποία ίσως να συμφωνήσουν πολλοί συνάδελφοί μου:
     Κατ’ αρχάς ευχαριστώ για την ερώτηση, την οποία θεωρώ κολακευτική για κάθε δημιουργό. Τις περισσότερες φορές σημαίνει ότι ο αναγνώστης βρήκε τόσο πειστική, τόσο αληθοφανή την πλοκή του μυθιστορήματος ή του διηγήματος, ώστε υποθέτει πως δεν μπορεί να πρόκειται για επινόηση, θα πρέπει όντως να έχουν συμβεί στην πραγματικότητα τα όσα διάβασε και μάλιστα να είναι βιώματα του συγγραφέα.
     Ακολουθούν οι απαραίτητες εξηγήσεις.  Τα βιώματα, δηλώνω, είναι πολύτιμα για κάθε συγγραφέα, όμως αυτά και μόνο δεν αρκούν. Προσωπικές εμπειρίες μπορεί να υπάρχουν, πρέπει ωστόσο να μεταπλαστούν, να υποστούν την απαραίτητη μετουσίωση. Για να εξηγήσω, στα παιδιά κυρίως, την ανάγκη της μυθοπλασίας (που είναι απαραίτητη ακόμα και στις αυτοβιογραφίες ως ένα βαθμό[1]), φέρνω το παράδειγμα της παρασκευής του ψωμιού. Το αλεύρι, το προζύμι, το νερό, το αλάτι, είναι υλικά "πραγματικά", όμως δε μεταβάλλονται σε ψωμί αν απλώς τα τοποθετήσουμε σε μια πήλινη λεκάνη. Χρειάζεται ζύμωμα γερό, πλάσιμο ώστε να πάρει το σχήμα που θέλουμε και ψήσιμο προσεκτικό για να μεταβληθούν τα υλικά σε ψωμί, προϊόν εξίσου πραγματικό. Ζύμωμα είναι για το λογοτέχνη η επίπονη ανάμειξη της πραγματικότητας με τη φαντασία. Πλάσιμο είναι η απόφασή του για το είδος του λογοτεχνήματος που θα προσπαθήσει να δημιουργήσει. Και ψήσιμο - που συχνά και δικό του μαρτύριο αποβαίνει - είναι η αγωνία του εργαστηρίου. Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις όπου μπαίνουν αυτούσια στα μυθιστορήματα κάποια περιστατικά, αν ταιριάζουν κι αν βρουν τη σωστή τους θέση στην πλοκή. ΄Οπως βάζουμε σταφίδες καμιά φορά στο ψωμί και γίνεται σταφιδόψωμο.
     ΄Οταν μιλώ με παιδιά του γυμνασίου για το ίδιο θέμα, τους διαβάζω καμιά φορά τα όσα είχε γράψει σε άρθρο του ο  Τέλλος ΄Αγρας:
     «Ο πεζογράφος ξεκινά απ’ το περιβάλλον. Το επεξεργάζεται στον εαυτό του και πάλι γυρίζει σ’ αυτό. Είναι τότε ο καλός σπορεύς, που σπέρνει μέσα στην πραγματικότητα τους σπόρους της φαντασίας. ΄Ομως οι σπόροι πρέπει να πιάσουν, “να σύρουν ρίζες”, όπως λέγει ο λαός. Και θα σύρουν ρίζες οι σπόροι, μόνον αν είναι από κείνα τα κοινά στοιχεία, τόσο της τέχνης όσο και της ζωής. Από κείνα που δεν ξεύρεις ακριβώς αν είναι της ζωής στοιχεία ή της τέχνης. Γιατί σ’ αυτά τελειώνει η μια κι απ’ αυτά αρχίζει η άλλη. Και πότε νομίζεις πως η τέχνη τα παίρνει έτοιμα από τη ζωή γι’ απαρχές της, πότε πάλι πιστεύεις πως από την τέχνη τα μιμείται η ζωή. Μυστική διαπίδυση ανάμεσα τέχνης και ζωής. “Σημεία υφής” θα μπορούσε να τα ονομάσει κανείς αυτά τα στοιχεία, γιατί γύρω τους πιάνεται κι υφαίνεται ο πλαστικός ιστός της πεζογραφίας κι αυτόν τον πλαστικόν ιστόν θα μπορούσε να τον ονομάσει, στο σύνολό του, μίμηση.
     »Γιατί μη νομίσει κανείς ότι αρκεί να πάρει στα χέρια του μολύβι και χαρτί κι ότι αρκεί ν’ αρχίσει να γράφει ό,τι βλέπει κι ό,τι ακούει, κι έτσι τα βρήκεν όλα! Αυτή είναι πραγματικότης, δεν είν’ όμως τέχνη. Η τέχνη, ναι, την χρειάζεται την πραγματικότητα, αλλ’ η πραγματικότης δεν είναι τέχνη, παρά σπανίως».[2]
     ΄Αλλοτε πάλι τους μιλώ για τα όσα γράφει ο Παλαμάς στην «Ποιητική» του, ως αντίδραση στις κατηγορίες που είχε  διατυπώσει εναντίον του ο Χατζόπουλος, ότι είναι εγκεφαλικός και ανειλικρινής ποιητής, επειδή η έμπνευσή του δεν προέρχεται πάντα από δικά του ψυχικά παθήματα. Λέει:
     «Η ειλικρίνεια δεν έχει νόημα στην τέχνη. Γιατί ο καλλιτέχνης – μην τρομάζετε – είναι και υποκριτής. Δώστε στη λέξη υποκριτής όλη τη δυνατή καλολογική βαρύτητα... Αντιπροσωπεύω ανθρώπους. Τα δικά μου τα βλέπω σαν ξένα και γι’ αυτό τα τραγουδώ και τα ξένα τραγουδώντας δικά μου τα κάνω».
     Υπάρχουν ωστόσο συγγραφείς που, σύμφωνα με τις ομολογίες τους, μπορούν να γράφουν μόνο για όσα έχουν ζήσει προσωπικά. Βέβαια, η “ανάπλαση” του προσωπικού μύθου μπορεί να είναι ευεργετική για τον συγγραφέα, αφού, σύμφωνα με την αφηγηματική ψυχολογία, «ανακατατάσσει» έτσι το βίο του και δίνει νέο νόημα στη ζωή του. Ως προς το αποτέλεσμα και την ποιότητα του έργου, ωστόσο, με βάζει σε σκέψεις, γιατί ενέχει κάποιους κινδύνους. Ο Νίκος Καζαντζάκης, γνωρίζοντας καλά τους κινδύνους αυτούς, έγραψε κάποτε στη Ρίτα Μπούμη-Παππά:
     "Θα ’θελα να μετουσιώνατε ακόμα περισσότερο τη ζωή και να μη γράφετε πριχού νιώσετε πως η ζωή μέσα Σας έχει γίνει παραμύθι. Εκεί που τελειώνει η ζωή κι αρχίζει να βυθίζεται στην περιοχή του ονείρου, από κει αρχίζει η Τέχνη. Τα πριν απ' το σημείο αυτό είναι σίγουρα ιδιωτική εξομολόγηση".[3]
     Μια πολύ αυστηρότερη θέση ως προς τους αυτοβιογραφούμενους συγγραφείς έχει διατυπωθεί σε φιλολογική σελίδα αθηναϊκής εφημερίδας ως εξής: «Σίγουρα δεν είναι πραγματικοί συγγραφείς όσοι απλώς αναπαράγουν προσωπικές ιστορίες. Οι πραγματικοί συγγραφείς εφευρίσκουν πραγματικότητες»[4].
     Για όλους τους λόγους που ανέφερα, με πείθουν περισσότερο οι συγγραφείς που, πέρα από τα προσωπικά τους βιώματα, με τις ειδικές "κεραίες" που εξυπακούεται ότι διαθέτουν οι προικισμένοι λογοτέχνες, έχουν την ικανότητα να συλλαμβάνουν και να νιώθουν ως δικά τους και τα βιώματα των άλλων. Διότι έτσι μπορούν να "ζουν" και σε διαφορετικές καταστάσεις ή εποχές. Και ευτυχώς που υπάρχουν τέτοιοι δημιουργοί. Διαφορετικά δεν θα είχαμε, λόγου χάρη, ιστορικά μυθιστορήματα - για να μην αναφέρουμε τις αρχαίες τραγωδίες, τα σεξπηρικά έργα ή πλήθος άλλα γνωστά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας που δεν αναφέρονται στην εποχή ή στα προσωπικά βιώματα των δημιουργών τους.
     Προσωπικά, θέλω να πιστεύω ότι όπου και όταν μετέφερα προσωπικά βιώματα στα διηγήματα ή μυθιστορήματα που έχω γράψει  η ζωή μέσα μου είχε γίνει παραμύθι”, ότι είχε πια “βυθιστεί στην περιοχή του ονείρου”, όπως συμβούλευε ο Καζαντζάκης. Ας αναφέρω μερικά παραδείγματα:
    Στο βιβλίο μου Ο μικρός αδελφός, βασίζεται σε προσωπικές εμπειρίες και πραγματικά περιστατικά που έζησε ο πατέρας μου ως έφηβος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όντας ένας από τους 70.000 'Ελληνες που σύρθηκαν όμηροι στη γη των τότε εχθρών μας. Τα πάθη του σε κείνη τη φρικτή δίχρονη ομηρεία, οι οδυνηρές περιπέτειες των Μακεδόνων, οι κακουχίες που στοίχισαν τη ζωή σε 58.000 από αυτούς και ο τρόπος που κατόρθωσαν να γυρίσουν τελικά στην Ελλάδα μόνον οι 12.000 που επέζησαν, ήταν η αληθινή, συγκλονιστική ιστορία που διηγόταν στον αδελφό μου κι εμένα, αντί για παραμύθι, τα κρύα βράδια της Κατοχής, όπως αργότερα και στη μικρή αδελφή μου. Iστορία σκληρή, σε χρόνια σκληρά ενός ακόμα Παγκοσμίου Πολέμου, που τυράννησε και σημάδεψε τη δική μας παιδική ηλικία. Το καλό τέλος της ιστορίας του -ο γυρισμός, το αντάμωμα με τους δικούς του, η αρχή μιας νέας ζωής στην Αθήνα- μας έδινε κουράγιο κι ελπίδα ότι και τα δικά μας βάσανα, ο δικός μας πόλεμος που κατέτρωγε τα παιδικά μας χρόνια, θα τέλειωνε μια μέρα και η ειρήνη θα επέστρεφε στον τόπο μας.
     Πολλά χρόνια αργότερα, όταν ο πατέρας μου έφυγε για πάντα, κατάλαβα πως η ιστορία του εκείνη, τα βιώματά του ανταμωμένα με τα δικά μου κι η αγάπη του για τη Μακεδονία έμεναν μέσα μου απέθαντα, ολοζώντανα. Και ήθελα να τα γράψω για τα παιδιά μου, για τα παιδιά της Ελλάδας, να μη χαθούν, να μη σβήσουν κάποτε μαζί μου κι αυτά. 'Ετσι έγινε κι έπλασα τον Μικρό Αδελφό, "παιδί" μου πνευματικό αλλά και "αδέρφι", αφού στο αφήγημα του πατέρα μου "Σερραίων Ομηρεία"[5] στηρίχτηκε και σ’ εκείνα που άκουγα παιδί από το στόμα του.
     Ως τότε, μία και μόνη φορά είχα πάει στις Σέρρες, στα εφηβικά μου χρόνια. Όταν βρέθηκα για δεύτερη φορά εκεί, το βιβλίο είχε μόλις εκδοθεί. Και τότε ο τόπος μού φάνηκε εφιαλτικά γνωστός. 'Ηξερα, θαρρείς, από πάντα πού ακριβώς είχαν πέσει οβίδες το 1916. 'Ήξερα πού βρισκόταν το παλιό Νοσοκομείο των Σερρών, πώς ήταν η πόλη τότε προτού καταστραφεί για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα χρόνια, πού βρισκόταν του παππού μου το κτήμα, πού απλωνόταν η λίμνη του Αχινού προτού την αποξηράνουν το 1928. 'Ήξερα από ποιο χωματόδρομο είχαν ξεκινήσει οι Σερραίοι όμηροι τον Iούνιο του 1917 -ήμουν τότε κι εγώ εκεί σίγουρα, είχα πάει κι εγώ μαζί με τον πατέρα μου σ’ εκείνη την ομηρεία, μόριο μέσα στα σπλάχνα του, στο μυαλό του, στα κόκαλά του. Τα είχα ζήσει, τα είχα δει με τα δικά του τα μάτια όλα εκείνα που έγραφα στο βιβλίο μου.
     Ωστόσο, με τα δικά μου τα μάτια είχα δει και κάτι ακόμα: την αγάπη για τον συνάνθρωπο και τη λαχτάρα για την ειρήνη. ΄Ετσι, η δική μου ιστορία είχε μέσα της έντονα και τούτα τα δύο στοιχεία. Στο βιβλίο μου πρωταγωνιστούν δύο αδέλφια, ο 17χρονος 'Αγγελος και ο 12χρονος Αλέξανδρος, που ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος τα χωρίζει από τους γονείς τους. Υπόσχεση δίνει ο 'Αγγελος να πάει πίσω στη μάνα του το μικρό του αδελφό, μα σέρνεται όμηρος στη γη του εχθρού, τον χάνει και οδυνηρότατες περιπέτειες αρχίζουν. Αγωνιώντας για την τύχη του μικρού, θα τον αναγνωρίζει κάθε τόσο στο πρόσωπο των παιδιών που τον έχουν ανάγκη -στον εξάδελφο πρώτα, έπειτα στον συμπολίτη, αργότερα στον συμπατριώτη, στον σύμμαχο και τελικά στο παιδί του εχθρού. Με άλλα λόγια, στο δικό μου μυθιστόρημα η ζωή του πατέρα μου εκείνα τα χρόνια “μετουσιώθηκε σε παραμύθι”, με την έννοια που έδινε ο Καζαντζάκης στη φράση.
     Αργότερα, σκηνές και μνήμες αχνές από τα μαύρα χρόνια της Κατοχής, που τα έζησα στην προσχολική και πρώτη σχολική μου ηλικία, βρήκαν τρόπο να «τρυπώσουν» στο μυθιστόρημά μου Τραγούδι για τρεις. Κι έγιναν διηγήματα στο βιβλίο μου Ο καιρός της σοκολάτας. Η παιδική και η εφηβική μου ηλικία, ανταμωμένη με την νηπιακή και την παιδική ηλικία της πρόωρα χαμένης αδερφής μου, μετουσιώθηκε στο Ένα αγγελάκι στα Εξάρχεια, βιβλίο που μπορεί να χαρακτηριστεί «μυθιστορηματική βιογραφία» - «μετουσιωμένη σε παραμύθι» όμως, θα πρόσθετα.
     Κι ακόμα, πλήθος πραγματικά περιστατικά, που έχω ζήσει η ίδια, ή που έζησαν φίλοι ή γνωστοί μου και ήταν σαν να τα έζησα προσωπικά, βρήκαν τη θέση τους στο Σπίτι για πέντε, στο Γιούσουρι στην τσέπη, ή στο Για την άλλη πατρίδα. Αλλά και πραγματικά ιστορικά γεγονότα, καθώς και συμβάντα παρμένα και από τη σύγχρονη πραγματικότητα υπάρχουν στα βιβλία μου Στο τσιμεντένιο δάσος, Λάθος, Κύριε Νόιγκερ!, Καναρίνι και μένα, Τα τέρατα του λόφου, Ο κόκκινος θυμός. Κι ακόμα, σε κομμάτια από τη ζωή των προγόνων μου, μνήμες και περιστατικά που έφτασαν ως εμένα από στόμα σε στόμα «μετουσιωμένα σε παραμύθι» κι αυτά, αποτέλεσαν βασικά στοιχεία για τα κοινωνικο-ιστορικά μυθιστόρημά μου Η προφητεία του κόκκινου κρασιού και Στη σκιά της πράσινης βασίλισσας, που γράφτηκαν «βυθισμένα στην περιοχή του ονείρου».
     Τελειώνοντας, παραθέτω μια φράση της διακεκριμένης συγγραφέως παιδικών/νεανικών βιβλίων και κριτικού Mοllie Hunter: «Δεν υπάρχει βιβλίο που να λέει κάτι αξιόλογο, αν πρώτα αυτό το κάτι δεν το είπε η ζωή στο συγγραφέα του∙ που πρέπει μέσα του να έχει σχηματίσει τη δική του φιλοσοφία, τις δικές του ιδέες, το δικό του πνεύμα. Τούτη η βασική διαδικασία πρέπει να έχει συντελεστεί από πριν, για να είναι δυνατή η λογοτεχνική δημιουργία […] και λόγω ειδικών ευθυνών, η αλήθεια τούτη αφορά πολύ περισσότερο το συγγραφέα που θέλει να γράψει για παιδιά"[6]. Ας μου επιτραπεί να διευκρινίσω και να συμπληρώσω (αυτό άλλωστε προσπάθησα να πω με όλα όσα ανέφερα παραπάνω): Αυτό το «κάτι» μπορεί να το πει στον συγγραφέα η ζωή απευθείας ή μέσω των άλλων – συγγενών, φίλων γνωστών ή ακόμη και αγνώστων, ακόμη και εχθρών. Ή μέσω των όσων διάβασε και αφομοίωσε κι έκανε δικά του με τις ιδιαίτερες ικανότητες που είναι προικισμένος, μέσω των όσων κατάφερε να «βιώσει» από άλλες εποχές, από άλλους κόσμους. Της φαντασίας ή της πραγματικότητας.
 
(*) Δημοσιεύτηκε στο ηλ. περιοδικό Διαδρομές, τ.114, Καλοκαίρι 2014.


[1]   Ο Βασίλης Αλεξάκης, σε πρόσφατη συνέντευξη που έδωσε στην Ελένη Γκίκα, στο ηλεκτρονικό περιοδικό www.diavasame.gr  λέει: “…εγώ δεν πιστεύω ότι υπάρχουν βιβλία αυτοβιογραφικά. Δεν λένε ψέματα οι άνθρωποι, αλλά απ’ τη στιγμή που γράφεις, είσαι σε έναν άλλον κόσμο! Άρα και η αυτοβιογραφία αν είναι καλή, αναπόφευκτα θα μοιάζει με ένα μυθιστόρημα! Τα κακά μυθιστορήματα μοιάζουν με αυτοβιογραφίες!»
2 Στον τόμο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης πρόλογος – επιμέλεια: Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος. Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1979, σελ.145.
3    Βλ. ΤΡIΚΑΛIΝΑ, 4oς τόμoς, σελ. 11, Τρίκαλα 1984.
4  Από το άρθρο της Λώρης Κέζα «Στην εποχή της γραφομανίας», ΤΟ ΒΗΜΑ, Νέες Εποχές, Κυριακή, 7 Ιουλίου 1996, σελ.46/14
[5]   Σερραϊκά Χρονικά, 6ος Τόμος, 1973.
[6]   Mollie Hunter: Talent is not enough, New York, Harper & Row, 1976, σελ. 30.

 

Σάββατο, 19 Ιουλίου 2014

Σαν αύριο πριν από 40 χρόνια: 20.7.1974-20.7.2014


 Ξημερώνοντας η μαύρη μέρα...


«…΄Ενιωσε να τον ξυπνάει αλαφιασμένη η μητέρα. Μάζευε σαν τρελή κάτι ρούχα, Παράξενες βροντές ακούγονταν που του τράνταζαν το κρεβάτι. Τα τζάμια έτριζαν, η μητέρα κάτι του φώναζε, να ντυθεί… να φύγουν… να γλιτώσουν… Πετάχτηκε τρομαγμένος. Να γλιτώσουν; Από τι; Δεν απαντούσε. Μιλούσε βιαστικά στα κορίτσια. Η Δανάη έντυνε κιόλας τη μικρή, που σιγόκλαιγε φοβισμένη.
     Ξάφνου τραντάχτηκαν πάλι. ΄Ετρεξε στο παράθυρο. Η θάλασσα είχε γεμίσει μαύρα καράβια.
   - Καίγεται το δάσος! όρμησε στο δωμάτιο η Ναταλία. Δείτε! Ρίχνουν στο βουνό!
   - Γρήγορα! Γρήγορα! ξεφώνισε η μητέρα. Είπαν τα ξαδέλφια να κάνουμε γρήγορα.
     Ούτε κατάλαβε ο Τέλης πότε βγήκαν, πού έτρεξαν, ποιοι τους πήραν. Θυμάται μονάχα πως μπήκαν σ’ ένα αυτοκίνητο. Θυμάται τις φλόγες που έβγαιναν από το δάσος, τις βροντές που δεν έλεγαν να σταματήσουν, ανακατωμένες με βόμβο από αεροπλάνα και τον κόσμο να φωνάζει: «Απόβαση! Απόβαση!...»
     ΄Επειτα βρέθηκαν σ’ ένα υπόγειο, κάπου πιο πέρα, μακριά απ’ την πόλη. Ακούστηκε πάλι βόμβος από αεροπλάνα. Και πολυβόλα. Κι αμέσως τα σπίτια, οι δρόμοι, τα χωράφια τριγύρω να τραντάζονται. Δυο γυναίκες που έστεκαν πλάι του άρχισαν να σταυροκοπιούνται λαχταριασμένες.
   - Βόμβες! Φώναξε η μητέρα έντρομη. Θε’ μου, μας βομβαρδίζουν!
     Δε θυμόταν πόσες ώρες έμειναν έτσι κλεισμένοι. Στο μυαλό του χαράζονταν μονάχα φωνές από πανικόβλητα γυναικόπαιδα, ουρλιαχτά από λαβωμένους, θόρυβοι από κανόνια, βόμβες και πολυβόλα...
     Προς το σούρουπο κάποιος άγνωστός ήρθε και τους έβγαλε από το υπόγειο. Το άγριο θέαμα που χίμηξε στα μάτια τους μόλις ξεμύτισαν τους έκοψε τη μιλιά. Σκέπασε ο Τέλης τα μάτια του απ’ τη φρίκη. ΄Εσφιξε η μητέρα πάνω της την Ηλέκτρα, της έκρυψε το πρόσωπο να μη δει. Η Δανάη έσκυψε το κεφάλι και κρεμάστηκε στο μπράτσο της Ναταλίας. Πτώματα… Πτώματα κομματιασμένα, μαζεμένα σε μια γωνιά, με καμένες τις σάρκες, μαυρισμένες σαν από κάρβουνο… Κάποιοι έτρεχαν μ’ ένα φορείο στα χέρια. Και μια φριχτή, πνιγερή μυρουδιά από καμένο τους έφραζε την ανάσα…» *

 
* Απόσπασμα από το βιβλίο Για την άλλη πατρίδα  
      http://www.loty.gr/mythistorima_analyt_2.htm
      http://www.i-read.i-teen.gr/book/gia-tin-alli-patrida
      http://www.youtube.com/watch?v=BgB5eWmBCuE
      http://www.patakis.gr/viewshopproduct.aspx?id=176561

Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2014

Κριτική από την Τέσυ Μπάιλα

Τέσυ Μπάιλα


Για το βιβλίο Αμίλητη Αγάπη
(Εκδ. Πατάκη, 2014)*
 
 
 
 
 
Τρεις φίλοι, ο Θέμης, η Όλγα, η Ειρήνη. Ανάμεσά τους μια μεγάλη φιλία και μια αγάπη σιγαλή, αμίλητη, ταυτόχρονα απέραντη και ανιδιοτελής, έτσι ακριβώς όπως πρέπει να είναι η αγάπη. Τα συναισθήματά τους θα τους ενώσουν σε μια κοινή πορεία, σε μια φιλία που θα σταθεί απέναντι στα κοινωνικά φαινόμενα της εποχής. Ο σχολικός εκφοβισμός, η βία, ο νεοναζισμός, ο ρατσισμός, η βαναυσότητα, όλα όσα διαχρονικά καλείται να αντιμετωπίσει η ελληνική κοινωνία είναι μερικά από τα θέματα, τα οποία πραγματεύεται η Λότη Πέτροβιτς στο βιβλίο της: «Αμίλητη Αγάπη», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.
 
     Γνώριμοι από παλαιότερα βιβλία της Λότης Πέτροβιτς οι ήρωες αυτού του βιβλίου στέκονται με ειλικρίνεια μπροστά από τον αναγνώστη και τον καλούν να σκεφτεί τη δική του θέση απέναντι στις αδικίες και στην κοινωνική έκπτωση.
 Ο Θέμης είναι ένα αγόρι διαφορετικό αφού ζει, ονειρεύεται και  δημιουργεί πάνω σε μια αναπηρική καρέκλα. Καθηλωμένος αλλά αποφασισμένος να συμπορευτεί με τους υπόλοιπους ανεξάρτητα από τις προσωπικές του δυσκολίες. Η Ειρήνη θα τον ερωτευτεί κι εκείνος θα την αγαπήσει παράφορα αλλά η αγάπη τους θα παραμείνει σιωπηλή, ανομολόγητη, απροσδόκητα αμίλητη, αφού και οι δύο μόνο στο τέλος θα παραδεχτούν ο ένας στον άλλο το θορυβώδες απόηχο της σιωπής αυτής. Ο αναγνώστης θα αφουγκραστεί πόσο ισχυρός μπορεί να είναι ο δεσμός της αγάπης.  Εκείνης της αγάπης που είναι ικανή να σβήσει κάθε πιθανή ατέλεια, οποιοδήποτε συναίσθημα μειονεξίας μπορεί να νιώσει κάποιος όταν βιώνει μια σωματική αναπηρία.
     Οι διαπλαστικές ικανότητες μιας αφήγησης έχουν συχνά τη δύναμη να μεταφέρουν στον αναγνώστη τις εμπειρίες, τις αξίες και τα διδάγματα εκείνα που μπορούν να μορφοποιήσουν, σε μεγάλο βαθμό, την προσωπικότητά του. Ο αναγνώστης τούτου του βιβλίου θα εφοδιαστεί με το ήθος της διαφορετικότητας του Θέμη και θα τολμήσει νέα κινήματα ψυχής, συμμετέχοντας σε μια διαδικασία αφομοίωσης των ηθικών εκείνων αξιών που φέρουν οι γενιές και τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούν, όταν καλούνται να αντιμετωπίσουν τη βία, το ρατσισμό, την αναπηρία, είτε πρόκειται για σωματική είτε, κυρίως, για την ανέλπιδη πνευματική που μαστίζει την κοινωνία μας.
     Η συγγραφέας καταπιάνεται πάντα με θέματα που απασχολούν τον έφηβο, θέματα κοινωνικά που με μαεστρία γίνονται η αφορμή για μια εφοδιαστική ανάγνωση και καταγράφει μέσα από αυτά, τον παλμό του εφηβικού προβληματισμού, με τρόπο αβίαστο αλλά ισχυρό. Συναρμολογεί λέξεις, μέσα στις οποίες η ελληνική γλώσσα ζωντανεύει λιτά και απολαυστικά.
     Το βιβλίο είναι γραμμένο με τη φρεσκάδα και την ορμή της νεανικής εκφοράς. Μεταδίδει έτσι την αισιοδοξία της νεότητας των ηρώων του και ταυτόχρονα προβληματίζει και ανασταίνει συναισθήματα και εμπειρίες. Και μοιάζει να αρέσκεται η συγγραφέας σε ένα παιχνίδι με τον αναγνώστη της, κατατάσσοντάς το στην εφηβική λογοτεχνία. Επειδή, ενώ το βιβλίο προορίζεται για τους εφήβους, αναμφίβολα  είναι ένα ανάγνωσμα που μπορεί να λειτουργήσει με τον ίδιο μορφωτικό τρόπο και στους ενήλικες αναγνώστες του και η Λότη Πέτροβιτς Ανδρουτσοπούλου  στοχεύει εξίσου και σ’ αυτούς με τη βαθιά συναίσθηση ότι μόνο όταν ξαναβρούμε την εφηβική αθωότητα μέσα μας μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα καταφέρουμε να αλλάξουμε ό,τι δεν αποδέχεται η συνείδησή μας.
     Εξάλλου, διαβάζεται από όλους με το ίδιο, αμείωτο ενδιαφέρον και γίνεται η αφορμή για ένα πλούσιο αναγνωστικό ταξίδι. Άλλωστε, η φιλία, η αγάπη, η συνοδοιπορία, η ειλικρίνεια, η αισιοδοξία, η αλληλεγγύη, η αρμονική συνύπαρξη, η πνευματική και συναισθηματική ανάταση, η ελπίδα και ο αλτρουισμός είναι αξίες, οι οποίες μπορούν και ίσως είναι απολύτως αναγκαίο στις μέρες μας, να επαναπροσδιοριστούν σε κάθε αναγνωστική ομάδα, σε ανθρώπους μεγαλύτερων ηλικιών,  κάτι που, είναι σίγουρο, η συγγραφέας έχει κατά νου, όταν γράφει τα βιβλία της.
 
*Δημοσιεύτηκε στο ηλ. περιοδικό:

Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2014

Σφαιρική παρουσίαση των χαρακτήρων και των αφηγηματικών σχημάτων στο μυθιστορηματικό έργο της Λότης Πέτροβιτς*

Της Έλενας Χ. Στανιού
Διδάκτορος του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας
 
 
 
«Η τέχνη της αφήγησης, άρρηκτα συνυφασμένη με τη μυθοπλασία, συναντά την πλήρωση των δυνατοτήτων της στο πλούσιο έργο της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου», αναφέρει χαρακτηριστικά η Τζίνα Καλογήρου. Και συνεχίζει τονίζοντας πόσο άνετα κινείται, τόσο στο χώρο του παραμυθιού όσο και στο χώρο του μυθιστορήματος, λόγω της μεγάλης της συγγραφικής εμπειρίας. Σε όλα της τα έργα η Πέτροβιτς δημιουργεί με ιδιαίτερη δεξιότητα την πλοκή. Οι ανισοχρονίες, η συνεπαγωγή και η συνέπεια στη διάρθρωση των γεγονότων, το κλίμα του μυστηρίου και της εναγώνιας αναμονής συντελούν στη σαγήνευση του αναγνώστη και τροφοδοτούν το ενδιαφέρον του από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα1.
  
       Ο αναγνώστης, σε κάθε έργο της Πέτροβιτς – που αποτελεί μέρος μιας μεγάλης ενιαίας αφήγησης –, αντλεί την αίσθηση του ενιαίου, αλλά και του δημιουργικού αποσπάσματος, ώστε κάθε φορά να περιμένει το επόμενο σε μια πορεία συμπλήρωσης του όλου. Και αυτό, γιατί συναντά ήρωες από κάποιο μυθιστόρημα και σε διαφορετική ηλικία, σε άλλα μυθιστορήματά της. Έτσι, το λογοτεχνικό γεγονός βρίσκεται εν δυνάμει σε αυτό το ενιαίο μυθιστόρημα, όπου πραγματοποιείται σταδιακά και η μυθιστορηματική ενηλικίωση των ηρώων2.
 
 
      Σύμφωνα με την ίδια τη συγγραφέα, όταν δημιουργήσει τον πυρήνα του μυθιστορήματος, σειρά έχει η πλοκή, μια πλοκή ενδιαφέρουσα και συναρπαστική. Γράφει μία σύντομη περίληψη της ιστορίας ή, ακόμη, τη χωρίζει πρόχειρα σε ενότητες ή κεφάλαια. Αν και το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα εξαρτάται κυρίως από τους χαρακτήρες που θα πάρουν μέρος στην υπόθεση.3. Η Λότη Πέτροβιτς λέει χαρακτηριστικά ότι «όταν ο πυρήνας ενός μυθιστορήματος δημιουργηθεί, τότε χρειάζεται η σάρκα της πλοκής για να τον ντύσει. Ωστόσο, το πώς ακριβώς θα εξελιχθούν τα πράγματα θα το καθορίσουν οι χαρακτήρες, οι οποίοι θα ζήσουν τα γεγονότα και θ’ αποφασίσουν πώς και πότε θα κινηθούν και θα δράσουν»4.
    
 
     Οι χαρακτήρες της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, όπως λέει η ίδια, έχουν γεννηθεί από την πραγματικότητα, αλλά τελικά πλάστηκαν από τη φαντασία της. Τα πρώτα τους κύτταρα τις πιο πολλές φορές είναι πραγματικά, ανήκουν σε μεγάλους ή μικρούς που γνώρισε στο παρελθόν, ανήκουν στο στενό ή ευρύτερο περιβάλλον της. Όμως εξελίσσονται, μεγαλώνουν διαφορετικά και γίνονται άλλα πρόσωπα. Άλλοτε πάλι αποτελούν τμήματα πραγματικών ανθρώπων ή του ίδιου της του εαυτού, και διαμορφώνουν τη δική τους προσωπικότητα, καθορίζουν τη ζωή τους και αρχίζουν να υπάρχουν ως πρόσωπα ολοζώντανα. Στη συνέχεια τους πλάθει με τη φαντασία της τόσο ζωντανά, ώστε να μπορεί να περιγράψει κάθε τι που τους αφορά. Σκιαγραφεί την προσωπικότητά τους, καταγράφει τις ιδιομορφίες, τις συνήθειες, τα χαρακτηριστικά τους. Μάλιστα, εμφανίζονται τόσο ζωντανοί, που σαν παλιοί γνώριμοι συνεχίζουν τη μυθιστορηματική τους πορεία και στα επόμενα κείμενά της5.
 Σημαντικό ρόλο παίζει, κατά τη γνώμη της συγγραφέως, ο τρόπος αφήγησης και παρουσίασης των χαρακτήρων, ο τρόπος περιγραφής των γεγονότων και των καταστάσεων, αλλά και ο τρόπος παρουσίασης και δράσης των ηρώων. Έτσι, τις πιο πολλές φορές παρακάμπτει την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, όπως και την τριτοπρόσωπη αφήγηση του παντογνώστη αφηγητή, και από την οπτική γωνία ενός παιδιού μόνο, καθώς και την ευθύγραμμη πορεία της ιστορίας, με μερικές απλές αναδρομές στο παρελθόν [Ο μικρός αδερφός (1976), Για την άλλη πατρίδα (1978), Ζητείται μικρός (1982), Στο τσιμεντένιο δάσος (1981), Ιστορίες που ταξιδεύουν (1986)], προχώρησε στα εξής:
  • Στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση περισσότερων του ενός ηρώων [Σπίτι για πέντε (1987), Λάθος, κύριε Νόιγκερ! (1989)] ή στην ανάμιξη τριτοπρόσωπης και πρωτοπρόσωπης αφήγησης ή εσωτερικού μονολόγου [Τραγούδι για τρεις (1992), Γιούσουρι στην τσέπη (1994)], ώστε να απεικονίζεται όσον το δυνατόν πιο ολοκληρωμένα η πολυπλοκότητα της πραγματικότητας.
  • Στο συνδυασμό διαφορετικών αφηγηματικών χρόνων και στη μείξη παρόντος και παρελθόντος [Τραγούδι για τρεις (1992), Γιούσουρι στην τσέπη (1994), Λάθος, κύριε Νόιγκερ! (1989)], ώστε να διευρύνεται η έννοια του χρόνου και να συλλαμβάνεται, όσο γίνεται, η διαφορετική για την κάθε ροή βίωση και σημασία του6.
     Ωστόσο, όπου κρίνεται απαραίτητο από το ύφος και τη μορφή του μυθιστορήματος, επιλέγεται και η πρωτοπρόσωπη, αλλά και η τριτοπρόσωπη αφήγηση. Έτσι, η πρωτοπρόσωπη αφήγηση που συναντάμε στα μυθιστορήματα Σπίτι για πέντε, Λάθος, κύριε Νόιγκερ!, Τραγούδι για τρεις και Ποιος θα γράψει για το σκύλο μας; είναι η αυτοδιηγητική αφήγηση, η αφήγηση των προσωπικών εμπειριών του αφηγητή. Με τον τρόπο αυτό προβάλλεται η προσωπική αλήθεια καθενός από τους ήρωες, δίνεται έμφαση στην προσωπικότητα και το χαρακτήρα του, ενώ προσδίδεται αμεσότητα και ζωντάνια στο λόγο7.
 
     Στο μυθιστόρημα Σπίτι για πέντε, τέσσερα πρόσωπα με τέσσερις διακοπτόμενους και επανερχόμενους μονολόγους, δηλαδή μέσα από πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ξετυλίγουν μία ιστορία με κωμικοτραγικά γεγονότα. Δύο παιδιά και δύο ενήλικες αφηγούνται την ιστορία με διαφορετικό κειμενικό λόγο ο καθένας, δηλαδή προφορικό ημερολόγιο, επιστολή και τηλεφωνήματα. Κάθε αφηγητής εστιάζει στα πρόσωπα που απασχολούν και επηρεάζουν τη ζωή του8. Είναι, δηλαδή, αξιοπρόσεχτο το ότι το κείμενο αυτό δουλεύει μία ιστορία από τέσσερις διαφορετικές σκοπιές. Ο εξωτερικός μύθος είναι κοινός για τα τέσσερα πρόσωπα του έργου, όπως κοινό είναι και το σπίτι που θα τα ενώσει, με συνδετικό κρίκο, ωστόσο, το πέμπτο αναμενόμενο πρόσωπο. Μέχρι τότε όμως, το κάθε άτομο κουβαλά μέσα του τη δική του ανάγνωση της ιστορίας, τον δικό του μονόλογο, που θέλει να εγγραφεί κάπου, να γίνει αφήγημα9.

 
     Η σαφής διάκριση του σκηνικού ανάμεσα στο καθημερινό υλικό της κοινής ιστορίας των προσώπων και στην έγγραφη προβολή της δεν αποκλείει και τη συχνή αλληλοεμπλοκή τους. Γιατί η κοινή ιστορία λειτουργεί πάντα ως νωπή ανάμνηση στο νου των προσώπων. Υπάρχει, δηλαδή, το καθημερινό σκηνικό ως πρώτη ύλη, αλλά αναδιαμορφώνεται σε κάθε ανάγνωση, ανάλογα με το πρόσωπο που σχολιάζει και καταθέτει τις εμπειρίες του. Οι φωνές που «ακούγονται» στο κείμενο διηγούνται μία εν εξελίξει ιστορία. Οι χρόνοι της αφήγησης δεν είναι μόνο παρελθοντικοί, γιατί δεν αποτυπώνουν μόνο κάτι που συνέβη, αλλά και κάτι που συμβαίνει εκείνη τη στιγμή10.
 
 
      Ο επαναληπτικός τρόπος αφήγησης, ο οποίος αναπαράγει περισσότερο από μία φορά κάτι που συνέβη, συνδέεται με τη γενικότερη τεχνική του επιστολικού μυθιστορήματος και ανάγεται στον 18ο αιώνα. Σύμφωνα με αυτό, σημειώνεται μία μετατόπιση της προοπτικής της γραφής από τον μονόλογο του παντογνώστη συγγραφέα προς τη διαλογική περιφέρεια της άποψης των μυθιστορηματικών προσώπων. Οι διαδοχικές αναγνώσεις της πραγματικότητας, μέσα από την οπτική των προσώπων που τη συνιστούν, ξεπερνούν, χωρίς να καταργούν, τον πρωτογενή αντικειμενικό ρεαλισμό, προς μία υποκειμενικότερη πολυφωνία. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα αφήγημα εξωτερικής εστίασης, με αφηγητές –που λειτουργούν συγχρόνως ως εξωτερικοί παρατηρητές– τα ίδια τα πρόσωπα του έργου. Έτσι, το προφορικό ημερολόγιο έρχεται να αποτυπώσει στην ταινία του μαγνητοφώνου –που λειτουργεί σαν ένα είδος καταφύγιου εξομολόγησης των μυθιστορηματικών προσώπων που το χρησιμοποιούν– ό,τι θα αποτυπωνόταν άλλοτε στο χαρτί ως επιστολή ή σελίδα ημερολογίου. Μάλιστα, ο Philippe Lejeune θα πει για το μαγνητόφωνο: «Κάθε άνθρωπος κουβαλά μέσα του κάτι σαν πρόχειρο τετράδιο, συνεχώς αναδιαμορφούμενο, της αφήγησης της ζωής του: είναι αυτό που προσπαθεί να αιχμαλωτίσει, με το μαγνητόφωνο, η προφορική ιστορία»11. Ταυτόχρονα, σημειώνονται και τηλεφωνήματα και γράμματα από τους γονείς-χαρακτήρες της ιστορίας. Όλα όμως καταγράφουν την πραγματικότητα των ηρώων από την οπτική γωνία του καθενός. Μια πραγματικότητα σύγχρονη και αληθοφανή, όπου ο νεαρός αναγνώστης θα μπορούσε πολύ εύκολα να αναγνωρίσει στα πρόσωπα των ηρώων κάποια πρόσωπα γνωστά του, που το καθένα σηκώνει μέσα του κάποιο φορτίο από μνήμες τις οποίες θέλει να ξεπεράσει για κάτι καινούργιο, για μιαν άλλη, πιο όμορφη ζωή12.
 
     Στο μυθιστόρημα Λάθος, Κύριε Νόιγκερ!, οι ήρωες αφηγούνται ταυτόχρονα την ιστορία μέσα από διαφορετικούς κειμενικούς τύπους (αναφορές, επιστολές, ημερολόγιο, αφήγηση) στους οποίους κάθε αφηγητής εστιάζει στους υπόλοιπους μυθιστορηματικούς χαρακτήρες13. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα με άρτια δομή και εσωτερική ισορροπία, με πλούσια και σύνθετη πλοκή, αλλά και ενδιαφέρον θέμα, όπου ζωντανεύουν στη μνήμη και ανακαλούνται ιστορικά πρόσωπα, γεγονότα, αρχαιολογικές μαρτυρίες, βυζαντινές και –ιδιαίτερα– του αιώνα μας. Τα πρόσωπα, ηθικά άρτια και ολοκληρωμένα, ξεκάθαρα τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά, χρησιμοποιούν με ωριμότητα και τέχνη την ελληνική γλώσσα απευθυνόμενα όχι μόνο σε νεαρούς, αλλά και σε ενήλικες αναγνώστες14.

 
      Στο μυθιστόρημα Για την άλλη πατρίδα, το οποίο βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά, σε αληθινές ιστορίες προσφύγων που μετακινήθηκαν στην πενταετία 1970-1975, μέσα από τα μηνύματα αγάπης, ειρήνης, ανθρωπιάς, πίστης στην ελευθερία και στη ζωή και αγάπης για την πατρίδα, που είναι διάχυτα σε όλο το κείμενο, οι χαρακτήρες του διαγράφονται στέρεα και ολοκληρωμένα. Έχουν ψυχική δύναμη και αντοχή, δύναμη για αντίσταση στην εμπλοκή των καιρών, ενώ γενικά τους διακρίνει μία εσωτερική αρχοντιά. Σε όλο το έργο οι χαρακτήρες είναι σφικτά δεμένοι με έναν στέρεο κρίκο, το πάθος για γυρισμό στην ελεύθερη πατρική γη, κάτι που θα προσπαθήσουν να πετύχουν ακόμη και με οποιαδήποτε δοκιμασία και θυσία. Το ύφος του μυθιστορήματος είναι απλό, με έναν, ωστόσο, δυνατό ρεαλισμό, που τον προσδίδουν ιδιαίτερα οι ζωντανοί και λιτοί διάλογοι. Η περιπετειώδης πλοκή, αλλά και το συναίσθημα της αισιοδοξίας και απαισιοδοξίας που διαδέχονται το ένα το άλλο, η χαρά, ο πόνος, η ελπίδα και η απογοήτευση, η προσμονή για κάτι καλύτερο, η δραματικότητα και η επικαιρότητα που παρουσιάζει το κείμενο κάνουν το μυθιστόρημα ιδιαίτερα συναρπαστικό15.
 
     Στα μυθιστορήματα Καναρίνι και μέντα και Ο κόκκινος θυμός οι χαρακτήρες παρουσιάζονται ακέραιοι και ψυχολογημένοι, δημιουργώντας στον αναγνώστη ένα αίσθημα πληρότητας, βαθιά ικανοποίηση και υψηλή συγκίνηση, βιώνοντας τις σφοδρές συγκρούσεις και τις περιπέτειες των μυθιστορηματικών προσώπων, καθώς ακολουθούν τα βήματά τους και ανησυχώντας για την τύχη τους. Ωστόσο, με την ολοκλήρωση του κειμένου επέρχεται ένα αίσθημα ανακούφισης, ασφάλειας και ισορροπίας. Στον Κόκκινο θυμό, όπως και στο Μυστήριο του καλοκαιρινού Αγιοβασίλη, η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη και πρωτοπρόσωπη στους πλούσιους διαλόγους και ενισχύεται με διάφορα μέσα, όπως επιστολές, συνεντεύξεις σε εφημερίδες, το λεξικό ζωγράφων, το διαδίκτυο, CD, κ.ά. Ακόμη, ιδιαίτερης προσοχής χρήζει και η ιδεολογία του κειμένου, κατά την οποία γίνεται αισθητό ένα διάχυτο πνεύμα ανθρωπιάς, αλληλεγγύης, σεβασμού στον άνθρωπο16. Ας μην ξεχνάμε δε, ότι τα λογοτεχνικά κείμενα, ιδιαίτερα αυτά που απευθύνονται στο νεανικό αναγνωστικό κοινό, αποτελούν φορείς κοινωνικών αξιών και συμπεριφορών της απτής πραγματικότητας, αλλά και ουσιαστικά μέσα κοινωνικοποίησης και διαμόρφωσης ιδεολογικών στάσεων του αναγνώστη17.
 
     Στον Κόκκινο θυμό η οπτική του αναγνώστη ταυτίζεται με τον νεαρό πρωταγωνιστή Απελλή – έτσι, υπάρχει η δυνατότητα να εισερχόμαστε στον εσωτερικό του κόσμο. Άξονας του μυθιστορήματος Ο κόκκινος θυμός είναι η αγάπη. Και η συγγραφέας δομεί όλο το μυθιστόρημα πάνω σε δύο φαινομενικά αντιθετικά συναισθήματα, την αγάπη και το θυμό, που ίσως, μερικές φορές, να ταυτίζεται με το μίσος. Και τα δύο είναι έντονα, ταράζουν, συγκλονίζουν και σημαδεύουν τον αναγνώστη, βάφουν τη ζωή του με κόκκινο, το χρώμα που ερεθίζει την όραση και επιβάλλεται στη μνήμη, καθώς βλέπει να καταγράφονται στις σελίδες αυτού του βιβλίου σχέσεις αγάπης που προκαλούν θυμό. Η συγγραφέας κυριολεκτικά τις «ζωγραφίζει», αν σκεφτεί κανείς ότι η ζωγραφική είναι η μεγάλη αγάπη που ενώνει τα τέσσερα κεντρικά πρόσωπα αυτού του μυθιστορήματος: Ο Απελλής και η Κλειώ, η μητέρα του, μοιράζονται το ίδιο εργαστήρι. Η Νιόβη θα τραβήξει το ενδιαφέρον του Απελλή στην αυλή του σχολείου, την ώρα που ζωγραφίζει στο μπλοκ της μια μεγάλη σκουριασμένη άγκυρα, ριγμένη στη στεριά. Ο Μάικ Τζίσεν, ο βιολογικός του πατέρας, θα γνωρίσει τον Απελλή μέσα από τους πίνακές του, ενώ, όπως θα αποκαλυφθεί στο τέλος, η γνωριμία του με τη 15χρονη τότε Κλειώ είχε γίνει στη Σχολή Ηλιάδη, όπου παρακολουθούσαν και οι δύο μαθήματα ζωγραφικής. Όλες οι διαπροσωπικές σχέσεις στο κείμενο αυτό υφαίνονται γύρω από τη σχέση μητέρας-γιου, όπως αυτή προβάλλεται στους δύο πίνακες που κυριαρχούν στο λογοτέχνημα: Ο ένας ανήκει στην Κλειώ και απεικονίζει τον Απελλή 11 χρονών, με ένα ψάθινο καπέλο. Ο πίνακας αυτός δεσπόζει στον κεντρικό χώρο του σπιτιού και αποτυπώνει ξεκάθαρα την αγάπη που τρέφει η Κλειώ για το γιο της. Είναι ένα έργο που περιλαμβάνεται σε όλες τις ατομικές εκθέσεις της, αλλά πάντα με την ένδειξη «Δεν πωλείται». Ο άλλος πίνακας είναι έργο του Απελλή. Είναι ο «κόκκινος θυμός», στον οποίο αποτυπώνει, χωρίς ο ίδιος να το έχει συνειδητοποιήσει, τα συναισθήματα που τον προκαλούν. Η Νιόβη είναι εκείνη που θα αποκρυπτογραφήσει πρώτη αυτό το έντονο συναίσθημα18:
     «–Δεν ξέρω τι έχεις κατά νου, εγώ πάντως βλέπω ήδη ζωγραφισμένο κάποιο έντονο συναίσθημα, καλά κρυμμένο κάτω από μια φαινομενική αταξία, είπε η Νιόβη συλλογισμένη»19.
      Κλειώ και Απελλής, μάνα και γιος. Πρόκειται για δύο κόσμους με κοινή αρχή. Είναι δύο όντα με αυτόνομη πορεία στη ζωή, άρα και στην τέχνη. Δεν είναι τυχαίο που οι δύο πίνακες διαφοροποιούνται ως προς την τεχνοτροπία: Ο εξπρεσιονισμός της Κλειώς και ο κυβισμός του Απελλή έχουν κοινό πεδίο συνάντησης την τέχνη της ζωγραφικής. Η Κλειώ εκφράζει την αγάπη της και ο Απελλής το θυμό του, έναν θυμό που προκαλείται από τον ασφυκτικό κλοιό της αγάπης. Βέβαια, η αποκάλυψη της ταυτότητας του Μάικ Τζίσεν θα διώξει για πάντα αυτό το αρνητικό συναίσθημα από την ψυχή του Απελλή και αυτή η λύτρωση θα αποτυπωθεί στον τελειωμένο πίνακα:
     «Στο κέντρο δέσποζε τώρα ένα σχήμα πυρίμορφο, κάτι σαν κόκκινη φλόγα. «Πύρινη αγάπη», έτσι θα τ’ ονομάτιζε. Γιατί τώρα ήταν σίγουρος, αγάπη άχνιζε ο πίνακάς του. Τ’ άλλα σχήματα, τα οργισμένα, έδειχναν να λιώνουν κάτω απ’ τη φλόγα. Ο πορφυρός θυμός είχε σβήσει»20.
 
     Στο βιβλίο Τα τέρατα του λόφου παρατηρείται εναλλαγή του ετεροδιηγητικού αφηγητή με ένα από τα βασικά πρόσωπα της ιστορίας, την Ειρήνη, η οποία στέλνοντας στη γιαγιά της στην Αμερική ηλεκτρονικά μηνύματα παρέχει στον αναγνώστη πληροφορίες για όσα συμβαίνουν στη δική της ζωή, καθώς και στων άλλων λογοτεχνικών προσώπων. Το αναγνωστικό ενδιαφέρον διατηρείται αμείωτο, καθώς τα κρισιμότερα γεγονότα αποδίδονται μέσα από την οπτική των προσώπων τα οποία αφορούν21. Έτσι, στα Τέρατα του λόφου η συγγραφέας εναλλάσσει, σε ένα προς ένα στα είκοσι κεφάλαια του βιβλίου, την τριτοπρόσωπη αφήγηση με μεταβλητή εστίαση στην πρωτοπρόσωπη επιστολικής μορφής αφήγηση, με αφηγήτρια την Ειρήνη. Με τις αφηγηματικές αυτές τεχνικές ανανεώνεται η μορφή του νεανικού μυθιστορήματος, καθώς η συγγραφέας προσπαθεί με επιτυχία, μέσα από την εναλλαγή των αφηγητών και μέσα από τη μεταβλητή εστίαση σε διάφορους ήρωες, να σηματοδοτήσει την τόσο σύνθετη πραγματικότητα που διέπει τις ανθρώπινες σχέσεις. Μάλιστα, ο έφηβος αναγνώστης με αυτόν τον τρόπο αναγνωρίζει τη συνθετότητα των κοινωνικών καταστάσεων και των ιδεολογικών συγκρούσεων που καθορίζουν τις ανθρώπινες συμπεριφορές22.


Στο μυθιστόρημα Ένα αγγελάκι στα Εξάρχεια έχουμε μία πολυσύνθετη λειτουργία του παντοδύναμου αφηγητή. Το αυτοδιηγητικό στοιχείο έργων της συγγραφέως, όπως είναι το Γιούσουρι στην τσέπη και το Λάθος, Κύριε Νόιγκερ!, εδώ μεταλλάσσεται ως προς τη συμμετοχή του αφηγητή στην ιστορία. Η αφήγηση είναι δευτεροπρόσωπη, όπου το δεύτερο πρόσωπο υποκρύπτει το συγγραφικό εγώ, το οποίο δηλώνεται και από την Πηνελόπη, την αδερφή της Ρούλης και συγγραφέα του μυθιστορήματος. Κρατώντας την απόσταση που επιθυμεί από τα γεγονότα, παρουσιάζεται, από τη μια μεριά, ως ετεροδιηγητικός αφηγητής, αλλά αφού υπάρχει ταυτοπροσωπία μεταξύ αυτού και της αδερφής της κεντρικής ηρωίδας είναι ταυτόχρονα και ομοδιηγητικός23.
 
   Ο μυθιστορηματικός κύκλος της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, που είχε ανοίξει με το μυθιστόρημα Ο μικρός αδερφός, κλείνει με το μυθιστόρημα Η προφητεία του κόκκινου κρασιού. Στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα, μέσα από τις ιστορικές μνήμες που ανασύρει για πρόσωπα και γεγονότα, ο αναγνώστης παρακολουθεί τα αφηγηματικά πρόσωπα να εναλλάσσονται στο παρόν και το παρελθόν, κάτι που προσδίδει ποικιλία στο λόγο και κάνει ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα την εξιστόρηση των γεγονότων24. Οι ψυχολογικά άρτιοι, δομημένοι και ακέραιοι χαρακτήρες του μυθιστορήματος ακολουθούν την τριτοπρόσωπη αφήγηση που επιλέγει η συγγραφέας, σκιαγραφώντας την έντονη προσωπικότητα και τη δυναμική παρουσία τους μέσα στο κείμενο, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στον αναγνώστη να παρακολουθήσει τη ροή και την εξέλιξη των γεγονότων, κερδίζοντας ταυτόχρονα σημαντικές εμπειρίες που αφορούν τόσο στους ήρωες και την ιστορία τους όσο και στον ίδιο τον εαυτό τους25.
 
*Η παρούσα εργασία αποτελεί τμήμα της Διδακτορικής Διατριβής που εκπόνησε η συγγραφέας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, με Επιβλέπουσα την κ. Τασούλα Τσιλιμένη, Αν. Καθ. Παν. Θεσσαλίας. H Διατριβή της ΄Ελενας Στανιού υποστηρίχτηκε στις 24.6.2014 και έλαβε τον βαθμό «άριστα».
 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1.      Καλογήρου, Τ. (2006), «Το πρίσμα και το κάτοπτρο: Η συγκρότηση της αφήγησης στα παραμύθια της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου Κάθε μέρα παραμύθι, κάθε βράδυ καληνύχτα», στο: Γ. Παπαντωνάκης (επιμ.), Πρόσωπα και προσωπεία του αφηγητή στην ελληνική παιδική και νεανική λογοτεχνία της τελευταίας τριακονταετίας (σσ. 131-146).
2.      Παπαδάτος, Γ. (2008), «Ένα αγγελάκι στα Εξάρχεια ή οι δυνατότητες της αφήγησης των άστρων», στο: Β. Δ. Αναγνωστόπουλος (επιμ.), Το υφαντό της Πηνελόπης – Διαχρονικές αναγνώσεις για την προσωπικότητα και το έργο της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου (σσ. 173-178), Βόλος: Εκδόσεις Εργαστηρίου Λόγου και Πολιτισμού.
3.      Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Λ. (2002), Το μικρόβιο της ευεξίας – Γράφοντας βιβλία για παιδιά (σ. 117), Αθήνα: Πατάκης.
4.      Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Λ. (1998), «Ο συγγραφέας βιβλίων για παιδιά μπροστά στη λευκή σελίδα», στο: Ι. Ν. Βασιλαράκης (επιμ.), Σύγχρονες οπτικές και προοπτικές της λογοτεχνίας για παιδιά και νέους (σσ. 45-57), Αθήνα: Τυπωθήτω-Γιώργος Δαρδανός.
5.      Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Λ. (2002), Το μικρόβιο της ευεξίας – Γράφοντας βιβλία για παιδιά (σσ. 118-119), Αθήνα: Πατάκης.
6.      Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Λ. (1998), «Ο συγγραφέας βιβλίων για παιδιά μπροστά στη λευκή σελίδα», στο: Ι. Ν. Βασιλαράκης (επιμ.), Σύγχρονες οπτικές και προοπτικές της λογοτεχνίας για παιδιά και νέους (σσ. 45-57), Αθήνα: Τυπωθήτω-Γιώργος Δαρδανός.
7.      Γεωργοπούλου, Α. (1999), «Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση στο μυθιστορηματικό έργο της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου», περ. Διαδρομές (Χειμώνας 1999), 56, 302.
8.      Παπαντωνάκης, Γ. Δ. (2009), Θεωρίες λογοτεχνίας και ερμηνευτικές προσεγγίσεις κειμένων για παιδιά και για νέους (σσ. 412, 418, 445-446), Αθήνα: Πατάκης. Βλ. σχετικά και Μ. Καρπόζηλου, Μ. (2002), Το παιδί στην χώρα των βιβλίων (σ. 76), Αθήνα: Καστανιώτης.
9.      Βασιλαράκης, Ι. Ν. (2005), Γλώσσα και πράξη της παιδικής λογοτεχνίας – Δοκίμια-Αναγνώσεις κειμένων (σ. 204), Αθήνα: Gutenberg.
10.  Βασιλαράκης, Ι. Ν. (2005), Γλώσσα και πράξη της παιδικής λογοτεχνίας – Δοκίμια-Αναγνώσεις κειμένων (σ. 205), Αθήνα: Gutenberg.
11.  Philippe Lejeune, Ρ. (1986), Moi aussi (p. 32), Paris: Seuil.
12.  Βασιλαράκης, Ι. Ν. (2005). Γλώσσα και πράξη της παιδικής λογοτεχνίας – Δοκίμια-Αναγνώσεις κειμένων (σσ. 205-209), Αθήνα: Gutenberg.
13.  Παπαντωνάκης, Γ. Δ. (2009), Θεωρίες λογοτεχνίας και ερμηνευτικές προσεγγίσεις κειμένων για παιδιά και για νέους (σ. 446), Αθήνα: Πατάκης.
14.  Αναγνωστόπουλος, Β. Δ. (2008), «Λάθος, Κύριε Νόιγκερ!», στο: Β. Δ. Αναγνωστόπουλος (επιμ.), Το υφαντό της Πηνελόπης – Διαχρονικές αναγνώσεις για την προσωπικότητα και το έργο της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου (σσ. 61-63), Βόλος: Εκδόσεις Εργαστηρίου Λόγου και Πολιτισμού.
15.  Κολιός, Χ. (2008), «Για την άλλη πατρίδα», στο: Β. Δ. Αναγνωστόπουλος (επιμ.), Το υφαντό της Πηνελόπης – Διαχρονικές αναγνώσεις για την προσωπικότητα και το έργο της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου (σσ. 147-150), Βόλος: Εκδόσεις Εργαστηρίου Λόγου και Πολιτισμού.
16.  Αναγνωστόπουλος, Β. Δ. (2008), «Σκέψεις για τη λογοτεχνία με αφορμή τα μυθιστορήματα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου Καναρίνι και μέντα και Ο κόκκινος θυμός», στο: Β. Δ. Αναγνωστόπουλος (επιμ.), Το υφαντό της Πηνελόπης – Διαχρονικές αναγνώσεις για την προσωπικότητα και το έργο της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου (σσ. 66-71), Βόλος: Εκδόσεις Εργαστηρίου Λόγου και Πολιτισμού.
17.  Τσιλιμένη, Τ. (2009), «Έμφυλες αναπαραστάσεις στο Ανθολόγιο λογοτεχνικών κειμένων για το Νηπιαγωγείο του ΥΠΕΠΘ», περ. Διαδρομές (Άνοιξη 2009), 93, 30-53.
18.  Τζαφεροπούλου, Μ.-Μ. (2008), «Ο κόκκινος θυμός», στο: Β.Δ. Αναγνωστόπουλος (επιμ.), Το υφαντό της Πηνελόπης – Διαχρονικές αναγνώσεις για την προσωπικότητα και το έργο της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου σσ. 194-201 ), Βόλος: Εκδόσεις Εργαστηρίου Λόγου και Πολιτισμού.
19.  Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Λ. (2007), Ο κόκκινος θυμός (σ. 113), Αθήνα: Πατάκης.
20.  Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Λ. (2007), Ο κόκκινος θυμός (σ. 270), Αθήνα: Πατάκης.
21.  Ηλία, Ε. (2009), «Η σύγχρονη ελληνική κοινωνία σε πρόσφατα λογοτεχνικά έργα της Αγγελικής Βαρελά και της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου», στο: Τ. Τσιλιμένη (επιμ.), Σύγχρονα κοινωνικά θέματα στην ελληνική παιδική και νεανική λογοτεχνία Ξεκλειδώνοντας τα μυστικά της σημερινής κοινωνίας (σσ. 149-157), Βόλος: Εκδόσεις Εργαστηρίου Λόγου και Πολιτισμού.
22.  Ακριτόπουλος, Α. Ν. (2009), «Βία, ρατσισμός και εγκληματικότητα στο σύγχρονο νεανικό μυθιστόρημα», στο: Τ. Τσιλιμένη (επιμ.), Σύγχρονα κοινωνικά θέματα στην ελληνική παιδική και νεανική λογοτεχνία – Ξεκλειδώνοντας τα μυστικά της σημερινής κοινωνίας (σσ. 77-90), Βόλος: Εκδόσεις Εργαστηρίου Λόγου και Πολιτισμού.
23.  Παπαδάτος, Γ. (2008), «Ένα αγγελάκι στα Εξάρχεια ή οι δυνατότητες της αφήγησης των άστρων», στο: Β. Δ. Αναγνωστόπουλος (επιμ.), Το υφαντό της Πηνελόπης – Διαχρονικές αναγνώσεις για την προσωπικότητα και το έργο της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου (σσ. 173-178), Βόλος: Εκδόσεις Εργαστηρίου Λόγου και Πολιτισμού.
24.  Αναγνωστόπουλος, Β. Δ. (2008), «Χυμένο κόκκινο κρασί…», στο: Β. Δ. Αναγνωστόπουλος (επιμ.), Το υφαντό της Πηνελόπης – Διαχρονικές αναγνώσεις για την προσωπικότητα και το έργο της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου (σσ. 203-205), Βόλος: Εκδόσεις Εργαστηρίου Λόγου και Πολιτισμού.
25.  Τσιλιμένη, Τ. & Σταυρουλάκη, Ε. (2008), «Αφήγηση ιστοριών: Ο φυσικός τρόπος μέσα από τον οποίο μαθαίνουμε τον κόσμο μας και τα συναισθήματά μας», περ. Διαδρομές (Καλοκαίρι 2008), 90, 49-53.