Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

Το πόσουμ και το φίδι*

Ένα πρωί που ο ήλιος έλαμπε στον ουρανό, το πόσουμ τίναξε τη γούνα του, έστρωσε την τσέπη που είχε στην κοιλιά, έπλυνε τη μουσούδα του και αποφάσισε να πάει να δει τι γίνεται ο φίλος του ο κυρ Κούνελος.
     Ξεκίνησε λοιπόν όλο χαρά, μα εκεί που περπατούσε, ακούει ξάφνου μια φωνή:
     - Βοήθεια! Βοήθεια!
     Το πόσουμ κοντοστάθηκε. Από πού ερχόταν άραγε η φωνή; Κοιτάζει εδώ, κοιτάζει εκεί, και βλέπει ένα φίδι, μισοβγαλμένο από μια τρύπα. ΄Ενα τεράστιο τούβλο είχε στην πλάτη και δεν μπορούσε διόλου να συρθεί.
     Τρόμαξε το πόσουμ κι έκανε να φύγει, γιατί το ήξερε καλά. Από το φίδι, ζωάκια σαν εκείνο κινδυνεύουν.
     - Βοήθα με, καλό μου πόσουμ! του φώναξε τότε το φίδι. Μη φεύγεις! Βγάλε μου αυτό το τούβλο από την πλάτη, σε παρακαλώ!
     - ΄Απαπαπαπα! έκανε το πόσουμ. Αν γίνει τέτοιο πράγμα, αλίμονό μου! Είσαι κακός και ύπουλος. Αν έρθω και σ’ ελευθερώσω, θα χιμήξεις και θα με δαγκώσεις. ΄Ολοι το ξέρουν πως πρέπει να φυλάγεται κανείς από τα φίδια.
     - Μπορεί να κάνουν λάθος, πού το ξέρεις; - όλο γλύκα του αποκρίθηκε το φίδι.
     Το πόσουμ δίστασε ακόμα λίγο, μα ήταν και πονετικό ζωάκι, έτσι στο τέλος το λυπήθηκε το ερπετό. ΄Αρπαξε λοιπόν ένα χοντρό κλαρί, έδωσε μια στο τούβλο, το πέταξε από την πλάτη του φιδιού κι έφυγε τρέχοντας καλού κακού, μη φάει καμιά δαγκωνιά.
     Δεν είχε πάει μακριά, και να σου ακούγεται ξανά το φίδι να φωνάζει:
     - Βοήθεια! Βοήθεια!
     «Σαν τι να θέλει πάλι;» αναρωτήθηκε το πόσουμ. Κι έτσι πονετικό που ήταν, ξαναγύρισε να δει.
     - Βοήθα με, καλό μου πόσουμ, να φτάσω ως το δέντρο εκείνο το ψηλό, ν’ ανέβω να λιαστώ! του ζήτησε το φίδι. Πάγωσα τόση ώρα ο μισός μέσα στην τρύπα, πιάστηκα κιόλας με το τούβλο που μου πλάκωνε την πλάτη και δεν μπορώ να κουνηθώ.
     - ΄Απαπαπα! μαζεύτηκε το πόσουμ. Αν κάνω τέτοιο πράγμα, πάω χαμένο! ΄Ετσι κι έρθω κοντά να σε βοηθήσω, θα χιμήξεις και θα με δαγκώσεις. Όλοι το ξέρουν πως πρέπει να φυλάγεται κανείς από τα φίδια.
     - Μπορεί να κάνουν λάθος όμως, πού το ξέρεις; μίλησε ξανά το φίδι όλο γλύκα.
     ΄Ετσι το πόσουμ πείστηκε να το βοηθήσει άλλη μια φορά. Πήρε πάλι το χοντρό κλαδί, έδωσε μια στο φίδι να πάει προς το δέντρο, κι έπειτα το ’βαλε στα πόδια, γιατί ποτέ δεν ξέρεις με τα φίδια τι μπορεί να σου συμβεί.
      Και τότε ακούστηκε τρίτη φορά το φίδι να φωνάζει. Βοήθεια ζητούσε πάλι και το πόσουμ το πονετικό δεν άντεξε ν’ ακούει τη φωνή του. Πλησίασε ξανά.
     - Αχ, πώς κρυώνω! κουλουριάστηκε το φίδι. Καλέ μου φίλε, στο δέντρο που με πέταξες δεν τα κατάφερα ν’ ανέβω, έτσι που είμαι παγωμένος.
     - Και τι θέλεις από μένα τώρα; ρώτησε το πόσουμ.
     - Αν δεν κάνω λάθος, έχεις μια τσέπη στην κοιλιά σου, σαν τα καγκουρό. Καλά δε λέω;
     - Καλά το λες, του αποκρίθηκε το πόσουμ.
     - Βάλε με λοιπόν στην τσέπη τη ζεστή σου να συνέλθω!
     Κατατρόμαξε το πόσουμ. ΄Ακου στην τσέπη του το φίδι!
     - ΄Απαπα! Αν κάνω κάτι τέτοιο, σίγουρα θα με δαγκώσεις!
     - Κι αν κάνεις λάθος; - μέλι έσταζε ξανά το στόμα του φιδιού. Δεν είναι κρίμα να πεθάνω από το κρύο;
     - Είναι κρίμα, συμφώνησε το πόσουμ το πονετικό.
     ΄Ετσι, το πήρε και το έβαλε στην τσέπη του. Μα μόλις πήγαν πάρα κάτω και ζεστάθηκε το φίδι, έβγαλε το κεφάλι και του σφύριξε:
     - Την έπαθες, κουτό ζωάκι! Τώρα θα σε δαγκώσω, δε γλιτώνεις!     
     - ΄Οχι! ΄Οχι! φώναξε το πόσουμ τρομαγμένο. ΄Ελα στα συγκαλά σου! Εμένα θα δαγκώσεις; ΄Εμένα θα σκοτώσεις που σε βοήθησα τόσες φορές;
     - Το ήξερες, δεν το ήξερες πως κινδυνεύεις από μένα; γέλασε το φίδι. Είμαι κακός και ύπουλος, μονάχο σου το είπες. Τα μπλεξίματα μαζί μου τι τα ήθελες; Τώρα θα πεθάνεις!
     Το πόσουμ το καημένο κατάλαβε πως δε γινόταν να ξεφύγει. Το φίδι από την τσέπη της κοιλιάς του δε θα έβγαινε με τίποτα.
     - Πριν με δαγκώσεις, κάνε μου τουλάχιστον μια τελευταία χάρη, παρακάλεσε το πόσουμ. ΄Ασε με να δω προτού πεθάνω τον καλό μου φίλο το κουνέλι!
     «Τι έχω να χάσω;» συλλογίστηκε το φίδι. «Ζεστά είν’ εδώ μέσα, μπορώ να περιμένω λίγο. ΄Ας του κάνω το χατίρι».
     Μια και δυο λοιπόν έφτασαν στο σπίτι του κυρ Κούνελου. Χτύπησαν την πόρτα και μόλις άνοιξε ο νοικοκύρης, άρχισε το πόσουμ να του εξηγεί τα όσα είχαν γίνει. Του είπε για το φίδι που είχε μες στην τσέπη του, για τα καλά που του είχε κάνει και για τη δαγκωνιά που το περίμενε.
     - Το φίδι έχει δίκιο, είπε στο τέλος. Δικό μου είναι το λάθος. Το ήξερα πως κινδυνεύω αν το πλησιάσω. Γι’ αυτό, καλά να πάθω, τώρα θα πεθάνω.
      Χαμογέλασε ο κυρ Κούνελος κάτω από τα μουστάκια του. Κι έκανε πως δεν καταλαβαίνει.
     - ΄Οτι το φίδι είναι σπουδαίο ερπετό και ότι πάντα έχει δίκιο το έχω ακουστά, κούνησε το κεφάλι τάχατες με θαυμασμό. Μα, καλέ μου φίλε, κάπως μπερδεμένα μου τα λες. Πάμε καλύτερα εκεί που το πρωτοσυνάντησες να μου εξηγήσεις πώς το βρήκες, για να καταλάβω πιο καλά το πόσο δίκιο έχει.
     - Μετά χαράς, του αποκρίθηκε το πόσουμ.
     Μπροστά λοιπόν εκείνο, με το φίδι μες στην τσέπη, και πίσω του ο κυρ Κούνελος, έφτασαν μπροστά στην τρύπα του φιδιού.
     - Τώρα να μου πείτε απ’ την αρχή πώς ξεκινήσαν όλα και πού βρισκόταν ο καθένας από σας.
     - Εγώ στο δρόμο περπατούσα, μίλησε το πόσουμ πρώτο.
     - Κι εγώ ήμουν μισός μέσα στην τρύπα και μισός απ’έξω, σφύριξε μετά το φίδι.
     - Παράξενο μου φαίνεται αυτό που ακούω, έξυσε τ’ αυτιά του το κουνέλι. Πώς ήσουν δηλαδή ακριβώς; Για δείξε μου να καταλάβω!
     - Να σου δείξω, λέει το φίδι.
     Και γλιστράει ευθύς από την τσέπη τη ζεστή του πόσουμ, σέρνεται στο χώμα και χώνεται στην τρύπα ως τη μέση.
     Τότε ο κυρ Κούνελος παίρνει το τούβλο το μεγάλο και το βάζει βιαστικά πάνω στην πλάτη του.
     - ΄Ετσι δεν ήσουν; το ρωτάει.
     - ΄Ετσι, λέει το φίδι.
     -  Ε, λοιπόν, εκεί θα μείνεις! αγριεύει ο κυρ Κούνελος. Γιατί φέρθηκες απαίσια στον ευεργέτη σου και σου αξίζει αυτή η τιμωρία.
     Γυρίζει έπειτα στο πόσουμ, που τον κοίταζε ακόμα τρομαγμένο, και του λέει:
     - Κι εσύ, άμυαλο πόσουμ, γυρεύοντας ποτέ να μην πηγαίνεις, φίδι στον κόρφο σου ποτέ μην ξαναβάλεις και τους κακούς ποτέ μην εμπιστεύεσαι! Πάμε τώρα να σου κάνω το τραπέζι.
     - Σ’ ευχαριστώ, καλέ μου φίλε, είπε το πόσουμ. Είσαι ο σωτήρας μου, αυτό θα το θυμάμαι σ’ όλη μου τη ζωή.
Κι αλήθεια το θυμόταν, δεν το ξέχασε ποτέ. ΄Οπως δεν ξέχασε ποτέ και τις καλές τις συμβουλές που του είχε δώσει το κουνέλι την ημέρα εκείνη.

-----------------------

* Από το βιβλίο Ο βάτραχος, η γάτα και το φίδι – Αφροαμερικάνικα παραμύθια (εικόνες: Δημήτρης Φούσέκης)
 
http://www.loty.gr/paramith_analyt_30.htm
http://www.patakis.gr/viewshopproduct.aspx?id=585022

Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2015

Αναμνήσεις πίσω από το παραβάν…


 (Στη μνήμη της μάνας μου, που αγανακτούσε με τα πολυάριθμα κόμματα και τις απανωτές μεταπολεμικές εκλογές!)

 “… Πρώτες μαγιάτικες μέρες του 1950 κι ο καιρός χαρά Θεού. «΄Ο,τι πρέπει για βόλτα με τη μικρή και μερικά ψώνια στο κέντρο» συλλογίστηκε η κυρία Ματίνα και κατάστρωσε το σχέδιό της για τον περίπατο:
        Πρώτα θα κατέβαινε προς την Ομόνοια να περάσει από το κατάστημα των αδερφών της «Είδη καπνιστού Αφοί Ράμμου», Αιόλου και Σταδίου γωνία, να τους πει μια καλημέρα. Στην αρχή της Αιόλου, από το μεγάλο κατάστημα «Αφοί Λαμπρόπουλοι», θα έπαιρνε φανέλες για τον μπαμπά και το Μανόλη. Δε θα ξεχνούσε να περάσει και από τη «Singer», να πάρει καινούρια βελόνα για τη ραπτομηχανή της, η παλιά είχε σπάσει στο γάζωμα. Έπειτα θα κατηφόριζε την Αιόλου ως του Σγούρδα, ν’ αγοράσει ένα μπρίκι μεγάλο κι ένα τηγανάκι μικρό.
         Γύρω στις εννέα και μισή τις περισσότερες δουλειές τις είχε τελειώσει.  Τις καλημέρες τις είχε πει, η βελόνα για τη μηχανή Singer ήταν στην τσέπη της, οι φανέλες στην τσάντα της κι εκείνη προχωρούσε στην Αιόλου σπρώχνοντας το καροτσάκι με τη Ρούλη.
      - Εκεί! Σέλω κει! τέντωσε το χεράκι της η μικρή δείχνοντας την εκκλησία, όταν έφτασαν στην Αγία Ειρήνη.
      «Πο, πο, πώς το ξέχασα!» είπε μέσα της η κυρία Ματίνα. «Της Αγίας Ειρήνης σήμερα, 5 Μαΐου, καλά που πρόσεξε την εκκλησία το παιδί, αλλιώς δε θα το θυμόμουν! Πρέπει ν’ ανάψουμε από ένα κεράκι στη χάρη της, να φωτίσει και τους καινούριους, μπας και δούμε καλύτερες μέρες και προ παντός ειρηνικές...»
      «Καινούριους» εννοούσε τον Νικόλαο Πλαστήρα, που είχε αναλάβει πρωθυπουργός, και το Γεώργιο Παπανδρέου που συμμάχησε μαζί του κι έγινε Υπουργός των Εξωτερικών μετά τις πρόσφατες εκλογές του Απριλίου, όπου είχαν κατέβει πλήθος κόμματα -  44 τον αριθμό!
      «Θα μας τρελάνουν με τα τερτίπια και τη φαγωμάρα τους οι πολιτικοί» μουρμούρισε η μαμά. «Κάθε τρεις και λίγο εκλογές. Τόσα τραβήξαμε και μυαλό δε βάζουν. Ακούς εκεί 44 κόμματα! Στο τέλος κάθε ΄Ελληνας θα ’χει και δικό του κόμμα!»…

Απόσπασμα από το βιβλίο Ένα αγγελάκι στα Εξάρχεια.
http://www.loty.gr/mythistorima_analyt_14.htm

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

Μνήμη Βίτως Αγγελοπούλου (1914 -12.10. 2008)


Σαν χθες, 11 Νοεμβρίου, γιόρταζε η Βίτω – Βικτωρία ολόκληρο τ’ όνομά της. Το ημερολόγιο έλεγε «των Αγίων Βίκτωρος, Μηνά και Βικεντίου» κι εμείς οι φίλοι δεν παραλείπαμε ποτέ να πούμε ή να στείλουμε τις ευχές μας. Στη μνήμη λοιπόν της εξαίρετης αυτής φίλης, παραθέτω ένα κείμενό μου για κείνη. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο Η Βίτω Αγγελοπούλου – Τα Παιδιά, η Παιδεία και τα Παιδικά Βιβλία – Το πολύπλευρο έργο μιας παιδαγωγού, που εκδόθηκε το 2013 (εκτός εμπορίου) στη μνήμη της με την επιμέλεια του Κυριάκου Ντελόπουλου*:

Γνώρισα τη Βίτω Αγγελοπούλου το Σεπτέμβρη του 1976, τις μέρες που γινόταν στην Αθήνα το 15ο Συνέδριο της Διεθνούς Οργάνωσης Βιβλίων για τη Νεότητα (ΙΒΒΥ), όπου η παρουσία της γινόταν αμέσως αισθητή. ΄Ηταν ΄Εφορος τότε του Ελληνικού Τμήματος της ΙΒΒΥ- του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, και σ’ αυτή τη θέση  παρέμεινε ως το 1986, χρονιά που ανέλαβε καθήκοντα Αντιπροέδρου.  Το 1990  εξελέγη Πρόεδρος και κόσμησε με το ήθος και την παρουσία της τον Κύκλο κατέχοντας το ύπατο αυτό αξίωμα μέχρι το 1994, οπότε αποσύρθηκε για να δώσει τη θέση της σε νεότερους αφοσιωμένους εργάτες και λάτρεις της παιδικής/νεανικής λογοτεχνίας. Συνέχισε ωστόσο να παρακολουθεί με έγνοια και ζωηρό ενδιαφέρον την πορεία και τις δραστηριότητες του Κύκλου, συμμετέχοντας όπου και όσο μπορούσε, ως Επίτιμη Πρόεδρος πια, ίσαμε το τέλος της ζωής της.
 
     ΄Ολ’ αυτά τα τριάντα και πλέον χρόνια πρόσφερε ολόψυχα τις εθελοντικές της υπηρεσίες  για την ανάπτυξη και την προαγωγή της παιδικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα, ως εκπαιδευτικός, βιβλιοθηκονόμος και κριτικός. Την προσφορά της αυτή, τις άοκνες προσπάθειες και  το άγρυπνο ενδιαφέρον της για τα παιδιά και τα βιβλία τους είχα την τιμή και τη χαρά να τα παρακολουθώ από πολύ κοντά, ως συνεργάτης της στον Κύκλο. Η γνώμη της ήταν οδηγός για την πορεία του, τον ορθό σχεδιασμό των δραστηριοτήτων του και την επίτευξη των στόχων του. Η παρουσία της αποτελούσε εγγύηση για την επιτυχία των εκδηλώσεων όπου την καλούσαν να συμμετάσχει, η αυστηρή κριτική της ήταν πολύτιμος οδηγός για τους νέους συγγραφείς και οι ευνοϊκές της παρουσιάσεις παιδικών βιβλίων στον Τύπο αποτελούσαν τίτλο τιμής για τους δημιουργούς τους.
 
 Όλα τούτα σημαίνουν ότι η επιτυχία των προσπαθειών του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού για  την ποιοτική άνοδο του επιπέδου της ελληνικής παιδικής λογοτεχνίας,  την εδραίωση της αξίας της στη συνείδηση του κοινωνικού συνόλου, την άνθηση και την ανάπτυξή της, οφείλεται κατά πολύ μεγάλο μέρος στη Βίτω Αγγελοπούλου, μια ξεχωριστή προσωπικότητα, έναν πραγματικό πνευματικό άνθρωπο που πάλεψε με αφοσίωση για το καλό αυτού του τόπου, με πνεύμα συνεργασίας και ενότητας, αθόρυβα, έντιμα και αποτελεσματικά.
 


* Σχετικό άρθρο του έχει δημοσιευτεί και την εφημερίδα Καθημερινή:

Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2014

Απόσπασμα από το βιβλίο "Ο κόκκινος θυμός"


…΄Οταν έχει συνηθίσει κανείς να περνάει τις περισσότερες ώρες του στην τάξη, στην αυλή του σχολείου ή στο φροντιστήριο, τα χάνει λίγο μπαίνοντας σε τεράστιες, αστραφτερές αίθουσες πολυτελούς ξενοδοχείου. Μικρός, μηδαμινός ένιωσε ξάφνου εκεί μέσα ο Απελλής, παρά το ψηλό του ανάστημα. ΄Αρπαξε τη Νιόβη απ’ το χέρι, έσφιξε το ντοσιέ του με τ’ άλλο και πλησίασε το γκισέ.
     «΄Εχουμε ραντεβού στις δέκα με τον κύριο Μάικ Τζίσεν» είπε στον υπάλληλο. «΄Ηρθαμε λίγο νωρίτερα, είναι παρά δέκα, μπορούμε να περιμένουμε κάπου, αν...»
      Ο υπάλληλος τούς κοίταξε από πάνω ως κάτω με κάποια υπεροψία, σαν να μην του γέμιζαν το μάτι με τα κάπως φθαρμένα μπλουτζίν και τα χοντρά τους μπουφάν. Μάσησε ένα «περιμένετε να τον ειδοποιήσω», πάτησε το κουμπί του εσωτερικού τηλεφώνου, μίλησε χαμηλόφωνα στ’ αγγλικά κι ύστερα είπε:
    «Ανεβείτε στον όγδοο όροφο, δωμάτιο 807, ο κύριος Τζίσεν σάς περιμένει, ας είναι λίγο νωρίτερα».
     Στο ασανσέρ ένιωσε να ιδρώνει ο Απελλής, τα χέρια του μούσκεψαν, ένα σφίξιμο στο στομάχι... Αυτό να είναι άραγε ο πανικός;         
    «Μήπως έπρεπε να έρθουμε ντυμένοι διαφορετικά;» ψιθύρισε, λες και δεν ήταν μόνοι με τη Νιόβη στο θαλαμίσκο.
    «Πώς αλλιώς;» γέλασε κείνη. «Να μασκαρευτούμε κυριλέ αφού δε μας πάει;»
    Σωστά. Η ψυχραιμία της του τόνωσε την αυτοπεποίθηση. Κρατούσε τα έργα του, τα δικά του έργα, και μακάρι να του άρεσαν του περίφημου κύριου Τζίσεν. Μακάρι να ξανάλεγε όσα καλά του είχε πει από το τηλέφωνο και να επαναλάμβανε την απίστευτη πρότασή του. Αν σήμερα τα έπαιρνε πίσω όλ’ αυτά και κρατούσε στάση διαφορετική, αν για κάποιο λόγο είχε στο μεταξύ αλλάξει γνώμη, δε θα χανόταν δα κι ο κόσμος! Θα προσπαθούσε φεύγοντας να τον ξεχάσει, κι αυτόν και τις προτάσεις του, και θα γύριζε στη γνωστή του καθημερινότητα. Με το εργαστήρι του, τα διαβάσματά του, το ζεστό του το σπιτικό, τους δικούς του, το σκύλο του, τη γειτονιά του, τα κλαδεμένα του όνειρα... Και – το κυριότερο! – με τη Νιόβη πάντα δίπλα του. Και μόνο τούτο το τελευταίο λίγο ήταν στο κάτω κάτω;
     ΄Ισιωσε το κορμί κι έσπρωξε την πόρτα να βγουν από το ασανσέρ. ΄Ενιωθε πάλι ο εαυτός του. ΄Ηταν ο «πολλά υποσχόμενος ζωγράφος», όπως έλεγαν οι συνάδελφοι της Κλειώς. Ο «ευφραδής» τελειόφοιτος του Λυκείου, όπως έλεγαν οι καθηγητές του. Ο «κούκλος», όπως έλεγαν οι συμμαθήτριες της Νιόβης. Τουλάχιστον από εμφάνιση, κι ο ίδιος και η Νιόβη, έστω και με τα πρόχειρα ρούχα τους, δε θα τον απογοήτευαν τον λίγο σκυφτό και μικροκαμωμένο «μάγο» – πώς αλλιώς μπορούσε να είναι ο σχεδόν σαραντάρης κύριος Τζίσεν;
 
     «Δωμάτιο 807... Η πόρτα ν’ ανοίγει διάπλατα και κάτι περίεργο, κάτι σαν λάμψη να τους καθηλώνει, κάτι σαν έκπληξη να τους εμποδίζει να προχωρήσουν...
 
Walter Crane: Τ΄άλογα του Θεού της Θάλασσας
     ΄Ενας πανύψηλος άνθρωπος με ολόφωτο πρόσωπο και χαμόγελο λαμπερό τους υποδέχτηκε μ’ ένα θερμό «περάστε» και με τα χέρια ανοιχτά, έτοιμος θαρρείς να τους αγκαλιάσει. Από το τεράστιο παράθυρο του χώρου υποδοχής άπλετο φως έμπαινε στην άνετη «σουίτα». Μακριά στο βάθος φαινόταν ένα κομμάτι του Σαρωνικού με τα νερά του ταραγμένα μα βαθυγάλαζα. Κάτι σα σύννεφο μαγικό αισθάνθηκε ξαφνικά ο Απελλής να τον περιβάλει, μια μεθυστική ατμόσφαιρα ν’ απλώνεται γύρω του, μια μαγεία διάχυτη να τον έλκει, μα και τον ακινητοποιεί ταυτόχρονα – ή μήπως ήταν η ιδέα του; ΄Οχι δεν ήταν, ένιωσε πλάι του και τη Νιόβη το ίδιο σαστισμένη, μαγνητισμένη, ακίνητη... «Τ’ άλογα του Θεού της Θάλασσας» ήρθε αυθόρμητα στο μυαλό του ένας πίνακας του Walter Crane….”
 

Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

Τέσυ Μπάιλα: "Ουίσκι μπλε"


Το νέο βιβλίο της Τέσυς Μπάιλα Ουίσκι μπλε είναι ένα μυθιστόρημα-περιδέραιο καμωμένο από ιστορίες, που σαν πέτρες  περίτεχνα δουλεμένες από  βάσανα, πίκρες και περιπέτειες, δένονται μεταξύ τους και στολίζουν τον  λαιμό της πολύπαθης νεότερης Ελλάδας.
Κάθε πέτρα έχει τη δική της αξία, προέρχεται από ξεχωριστό σκληρό υλικό, κουβαλάει τις δικές της γλυκόπικρες μνήμες – ξεριζωμούς και προσφυγιές, ξενιτεμούς κι επαναπατρισμούς, κοινωνικές ανισότητες, αδικίες, ανέχεια, ορφάνια, αλλά και φιλία, ανθρωπιά, αλληλεγγύη, έρωτες και οικογενειακή ζεστασιά, στοιχεία που τα πλαισιώνουν τοπικοί γλωσσικοί ιδιωματισμοί, ήθη και έθιμα. Κι όλα μαζί φανερώνουν  ολοζώντανα και γλαφυρά τα όσα βίωσαν οι ΄Ελληνες, στον εικοστό αιώνα κυρίως, μέσα κι έξω από την πατρίδα τους  στην προσπάθεια να ξεφύγουν από τη φτώχεια και τη μιζέρια, στον αγώνα τους για μια καλύτερη ζωή μένοντας ή φεύγοντας από τον γενέθλιο τόπο.
Τέσυ Μπάιλα
Πρόκειται για ένα βιβλίο-καλειδοσκόπιο, που δείχνει πεντακάθαρα με χρώματα ζωηρά την πολύπλευρη, πολυποίκιλη  και συχνότατα οδυνηρή πραγματικότητα που έζησε κι εξακολουθεί να ζει ο  λαός μας, μια πραγματικότητα που άμεσα ή έμμεσα αφορά τον καθένα μας.
΄Ένα βιβλίο πραγματικά αξιοδιάβαστο!

Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2014

Σαν αύριο: Η δίκη και η αθώωση του Αναστάσιου Πολυζωίδη – 24.9.1834


 «… Η ώρα περνάει απίστευτα γρήγορα. ΄Ισως γιατί απίστευτα είναι και τα όσα της διηγείται ο Παύλος με τρόπο συναρπαστικό για τη δίκη του Κολοκοτρώνη. Κι ακόμα, τα όσα λέει με φανερή αγανάκτηση για τις συνέπειες που είχε η θαρραλέα στάση του Πολυζωίδη, του Μελενικιώτη δικαστή, την ώρα της απόφασης.
     Η ΄Ολγα τον ακούει συνεπαρμένη. Δεν της έχει ξανασυμβεί να κάθεται ν’ ακούει με τόσο ενδιαφέρον ιστορικά γεγονότα. Με τις συμμαθήτριες και τις φίλες της μόνο για τα προσωπικά τους κουβεντιάζουν, ή για μόδες, για ηθοποιούς, για τραγούδια...  Και σ’ εποχές εξετάσεων, μιλάνε για βαθμούς, για τα μαθήματα που πρέπει να διαβάσουν, τα θέματα “SOS”... ΄Οπως στην ιστορία, για παράδειγμα, που τελικά μαθαίνουν απ’ έξω σελίδες ολόκληρες και την επόμενη χρονιά τα περισσότερα τα έχουν ξεχάσει.
     Πάντως, όχι, λεπτομέρειες για τ’ απαράδεκτα που έγιναν σ’ εκείνη τη δίκη την άνοιξη του 1834 σε καμιά τάξη του γυμνασίου ή του λυκείου δε θυμάται η ΄Ολγα να έχει ακούσει. Το μόνο που έχει μείνει στη μνήμη της από το μάθημα της Ιστορίας είναι πως ο Κολοκοτρώνης και ο Πλαπούτας είχαν αποφυλακιστεί τελικά.
     «Τους έδωσε χάρη ο ΄Οθων την επόμενη χρονιά που ανέλαβε τη βασιλεία», προσθέτει ο Παύλος. «Φαντάσου, δηλαδή! Να μιλάει κανείς για “χάρη” σε τέτοιους αγωνιστές!»
 
     «Και με τη δίκη του Πολυζωίδη τι απέγινε;» τον ρωτάει και δεν τη νοιάζει διόλου τώρα τι θα σκεφτεί για τις φτωχές της γνώσεις. «Τον άφησαν  στη φυλακή;»
     «΄Οχι, βέβαια! Αθωώθηκε πανηγυρικά στις 24 Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς κι ο κόσμος τον σήκωσε στους ώμους με ζητωκραυγές. ΄Ενας φίλος του που παρακολουθούσε τη δίκη φώναξε “ζήτω ο νέος Δίκαιος Αριστείδης!” και το πλήθος ενθουσιάστηκε, άρχισαν όλοι να φωνάζουν αυτόν τον πετυχημένο χαρακτηρισμό, που έμεινε ως τις μέρες μας τιμητική προσωνυμία του Πολυζωίδη».
     «Τη θέση που είχε την ξαναπήρε;»
 
     «Ανέλαβε καθήκοντα πολύ πιο σπουδαία. Ο ΄Οθων, μόλις ενηλικιώθηκε, τον διόρισε αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου και Σύμβουλο της Επικρατείας. Από κει και πέρα η προσφορά του στον τόπο συνεχίστηκε για χρόνια. ΄Εγινε Υπουργός Εσωτερικών, Υπουργός Παιδείας... Το πρώτο νομοθέτημα για την ελευθεροτυπία σ’ αυτόν οφείλεται. ΄Οπως και τα Διατάγματα για τη σύσταση του πρώτου Πανεπιστημίου. Σπουδαία προσωπικότητα ο Πολυζωίδης, όπως καταλαβαίνεις. Καμάρι του Μελενίκου! Στη νομική επιστήμη θεωρείται σύμβολο της δικαστικής ανεξαρτησίας και η προσωπογραφία του έχει αναρτηθεί στον ΄Αρειο Πάγο...»

 

  
 

Απόσπασμα από το βιβλίο Η Προφητεία του κόκκινου κρασιού :
http://www.i-read.i-teen.gr/book/i-profiteia-toy-kokkinoy-krasioy
http://www.loty.gr/mythistorima_analyt_16.htm

Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2014

Αληθινό παραμύθι


 Κάνει λάθη  πότε πότε ο Θεός; Κάτι μου λέει πως ναι. Μόνο που τα διορθώνει με τον καλύτερο τρόπο. Σύντομα μάλιστα πολλές  φορές. Ακόμα και μέσα σε είκοσι μέρες...
     Τίποτα παραπάνω δεν ήθελε μια κοπέλα-διαμάντι, απ’ ό,τι συνήθως οι περισσότερες γυναίκες ανά τους αιώνες: Ένα παιδί. Και δε χρειαζόταν δα ν’ ακούσει ο ΄Υψιστος καμιά ιδιαίτερη παράκληση γι’αυτό! Τι πιο συνηθισμένο για μια θνητή – όταν μάλιστα εξίσου το επιθυμεί κι ο διαλεχτός σύντροφός της -, τι πιο επιθυμητό και για Εκείνον τον ίδιο; «Αυξάνεσθε και πληθύνεστε» δεν είχε πει απαρχής;
     «Και βέβαια να το έχει!» απάντησε στον άγγελο που του μετέφερε τη λαχτάρα της κοπέλας-διαμάντι. «Θέλει και ρώτημα; Στείλε αμέσως ένα!»
     ΄Εκανε λάθος ο άγγελος; ΄Η μήπως τελικά το λάθος ήταν του Παντοδύναμου που τον  εμπιστεύτηκε, ενώ έπρεπε ως Παντογνώστης να γνωρίζει ότι θα λαθέψει ο κομιστής της εντολής – θα λαθεύει συνέχεια για κάμποσο καρό; Να γιατί συλλογίζομαι ότι τελικά μάλλον κάνει λάθη κι Εκείνος.
     Το παιδί λοιπόν δεν ερχόταν, όσο κι αν το περίμεναν η κοπέλα-διαμάντι κι ο σύντροφός της. Αλλού «παρέδιδε» κάθε τόσο κι από ένα βρέφος ο άγγελος: Αποκτούσε μωρό η φίλη, η εξαδέλφη, η μακρινή συγγένισσα, η γειτόνισσα, η απλή γνωστή – πλήθος γυναίκες ένα γύρω γεννούσαν. Εκείνη όχι. Αν ζούσε το ζευγάρι σε παλιότερη εποχή, θα το είχε πάρει απόφαση ότι θα μείνει άτεκνο. Στην σημερινή εποχή, ωστόσο, υπήρχαν τρόποι να βοηθήσει η επιστήμη. ΄Οσο μπορούσε, βέβαια. Γιατί δεν καρποφορούσαν πάντα οι προσπάθειές της με τις σύγχρονες μεθόδους.
     Αν ήταν οκτώ ή δέκα η φορές που έγιναν προσπάθειες «εξωσωματικές» δεν ξέρω ακριβώς να πω.  Εκείνο που ξέρω ήταν ότι απέτυχαν όλες. ΄Ωσπου την τελευταία φορά πληροφορήθηκε επιτέλους ο ΄Υψιστος πως η εντολή Του δεν είχε ακόμα εκτελεστεί. Αν μάλωσε τον φτερωτό κομιστή, ή αναγνώρισε ότι το σφάλμα ήταν στην ουσία δικό Του που τον εμπιστεύτηκε, πώς να είμαι βέβαιη; Το βέβαιο είναι ότι το διόρθωσε. Και σύντομα, πολύ σύντομα, η κοπέλα-διαμάντι κι ο σύντροφός της κρατούσαν στην αγκαλιά τους ένα μωρό είκοσι ημερών! Το ότι ήταν λάθος ενός απρόσεκτου αγγέλου που είχε γεννηθεί από άλλο σώμα δεν είχε καμιά σημασία. ΄Ηταν το δικό τους παιδί, το ολοδικό τους! Και μόνο να το έβλεπες το καταλάβαινες. Είχαν βέβαια ταλαιπωρηθεί πολύ ως να το αποκτήσουν. Είχαν απελπιστεί, είχαν ίσως άδικα κλάψει… Αλλά, μεγαλόψυχοι καθώς είναι συχνά οι «κατ’ εικόνα και ομοίωση» πλασμένοι από Εκείνον άνθρωποι, σίγουρα Τον συγχώρεσαν. Γιατί  ναι, συχνότατα συγχωρούν και οι θνητοί τον Δημιουργό τους. Την άξιζε άλλωστε πέρα για πέρα τη συγγνώμη τους ο Μεγαλοδύναμος. Είχαν αργήσει, είχαν πονέσει, αλλά τελικά είχαν αποκτήσει ένα σπάνιο, ένα ξεχωριστό «διαμαντάκι»!