Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

Ως ο Αδάμ*


Πρώτος άκουσε την κραυγή ο Θωμάς, που νοίκιαζε στην παραλία κανό και ποδήλατα: «Σώσε με, Κύριε!» - φωνή παράξενη και συνάμα γνωστή, τόσο γνώριμη που κι αν ακόμα δεν έβλεπε την ίδια στιγμή τον παπα-Πέτρο να βουλιάζει και το νερό να ταράζεται άξαφνα ολόγυρα στο κορμί και στη βάρκα του, όρκο θα έπαιρνε πως εκείνος ήταν που φώναξε από τη θάλασσα – τριάντα μέτρα το πολύ από την ακτή.
     Όρμησε το παλικάρι έτσι όπως ήτανε, με τη φανέλα και το μπλουτζίν, έπεσε με δύναμη στο νερό, έφτασε με γρήγορες απλωτές ως τη βάρκα, κοίταξε ολόγυρα… Tίποτα! Ούτε κορμί, ούτε χέρι φαινότανε τώρα. Βούτηξε ολόκληρο το κεφάλι του, άνοιξε τα μάτια… Λίγο πιο κει, να το! Το κορμί του παπά βυθιζόταν αργά…  Δυο σβέλτες κινήσεις κάτω από το νερό και τον άδραξε από τα μαλλιά. Κολύμπησε με το ένα χέρι όσο πιο γρήγορα μπορούσε, τον έσυρε ως τα χαλίκια, τον γύρισε μπρούμυτα λαχανιασμένος, να βγει το νερό από τα πνεμόνια του…
     «Τι έγινε, βρε παιδί;» έφτασε τρέχοντας ο Μιχάλης από την ταβέρνα της παραλίας, έπειτα κι άλλες φωνές ακούστηκαν, έτρεξαν αγουροξυπνημένοι και μισόγυμνοι δυο τρεις παραθεριστές από τα νοικιασμένα δωμάτια… Στάθηκαν ολόγυρα με περιέργεια. Σα να γέλασε κάποιος. Έπειτα ένα μουρμουρητό, κι έπειτα ξανά η φωνή του Μιχάλη:
     «Τι έπαθε ο άνθρωπος, βρε Θωμά; Πνίγηκε;»
     Δε γινότανε ν’ απαντήσει το παλικάρι. Από πρώτες βοήθειες ήξερε, τεχνητές αναπνοές και τα τέτοια,  το σπουδαιότερο μη χαθεί πολύτιμος χρόνος.
     «Βρε τον τρελόπαπα! Χρόνια του το λέμε πως θα πάει καμιά ώρα στον πάτο», ξέσπασε ο Μιχάλης. «Και γυμνός πάλι ψάρευε, ε; Τι να του πεις;»
     Τότε μόνο το πρόσεξε ο Θωμάς το κορμί που πάλευε ν’ αναστήσει. Ο παπα-Πέτρος ήταν ολόγυμνος σαν τον Αδάμ.
     Το μουρμουρητό ένα γύρω δυνάμωνε.
     «Γιατρό, βρε παιδιά, ένα γιατρό!» φώναξε κάποιος.
     «Φέρτε ένα σεντόνι να τον σκεπάσουμε, μωρέ!» το βρήκε πιο επείγον αυτό κάποιος άλλος.
     «Τι έχουνε να δούνε ακόμα τα μάτια μας!» είπε μέσ’  απ’  τα δόντια της μια γυναίκα.
     Ο Θωμάς δεν άφηνε το κορμί απ’  τα χέρια του. Το πάλευε τώρα με τεχνητή αναπνοή, ώσπου ένας γιατρός παραθεριστής τον έκανε πέρα λαχανιασμένος. ΄Εσκυψε πάνω στον παπα-Πέτρο, τον πάλεψε κι αυτός κάμποσο, προσπάθησε με το φιλί της ζωής, τον ακροάστηκε ξανά και ξανά…
     «Δε γίνεται τίποτα! Είναι νεκρός…» μουρμούρισε τέλος.
     ΄Ενας ήλιος ολόλαμπρος ξεπρόβαλε την ίδια στιγμή από τα δεξιά, πάνω από της Ρούμελης τα βουνά στην απέναντι όχθη, κι έπεσε και φώτισε το κουφάρι.
     Σεντόνι καθαρό έφερε κάποιος και σκέπασε τη γύμνια του παπα-Πέτρου, και το κεφάλι μαζί.
     «Όχιιιι!» μούγκρισε ο Θωμάς, πεσμένος εκεί δίπλα. «΄Οχιιι!» και βάλθηκε να χτυπάει μανιασμένα με τις γροθιές του τα βότσαλα. Δεν κατάφερε να τον σώσει, που να πάρει, δεν πρόλαβε… Και του το ’λεγε κι αυτός του ευλογημένου «παράτα το ψάρεμα, παπα-Πέτρο, θα σε κλάψουμε καμιά μέρα, μη μπαίνεις στη βάρκα, μην ξανοίγεσαι αφού δεν ξέρεις κολύμπι…».

 Δεν είχε μάθει ποτέ του να κολυμπάει ο παπά-Πέτρος. Βουνίσιο ήτανε το χωριό του, από τα πιο ψηλά σκαρφαλωμένα της Αρκαδίας. Πρόβατα έβοσκε ως τα δέκα του χρόνια, έπειτα το κοπάδι πήρε να λιγοστεύει – ο πόλεμος, η πείνα, οι ναζί που τα δημεύανε, οι αντάρτες που τα παίρνανε «να φάει ο στρατός», αρρώστιες αργότερα…
     «Υπάρχει κι άλλο ποίμνιο, τέκνο μου» του είπε κάποτε ο παπάς του χωριού του, έτσι που τον έβλεπε από μικρό να βοηθάει στο ιερό Κυριακές και γιορτάδες, κι όταν μεγάλωσε, να ψέλνει καλύτερα κι από κείνους που είχανε μάθει βυζαντινή μουσική σε σχολή. «΄Εξυπνος  είσαι» τον κανοναρχούσε από τότε συχνά ο παπάς, «φόβον Θεού έχεις, από γράμματα παίρνεις, ιερέας να γίνεις, αυτό είναι το μέλλον σου».
     Πες πες ο γέροντας, τον έπεισε τελικά τον Πέτρο. ΄Ηταν που ορφάνεψε κιόλας, ήταν που έμεινε κι επί ξύλου κρεμάμενος, δίχως πρόβατα ή άλλο βιος… Τον πάντρεψε λοιπόν μάνι μάνι με μια θεοσεβούμενη ανιψιά του ο παπάς κι ύστερα συνεννοήθηκε με το Δεσπότη για τη χειροτονία το συντομότερο.
     Κι έγινε διάκος ο Πέτρος μια Κυριακή μετά τη λειτουργία, διάκος υπηρέτησε στην Τρίπολη κάμποσο καιρό κι ύστερα χειροτονήθηκε ιερέας.
     «Σε χωριό θα σε στείλω» του είπε μια μαγιάτικη μέρα ο Δεσπότης. «Μεγάλη ανάγκη έχουνε τα χωριά μας!»
     Και τον έστειλε με την παπαδιά του ετοιμόγεννη σε άλλο νομό του Μοριά, σε τούτο τον τόπο,  χωριό βουνίσιο και θαλασσινό μαζί, χτισμένο σε πέτρινο εξώστη ζωσμένο από λιόδεντρα, λεμονοπορτοκαλιές, αμπέλια και πεύκα, να βλέπει κατά το βορρά και να του βρέχει τα ριζά του η θάλασσα.
     Αχ, η θάλασσα! Πρώτη φορά την έβλεπε στη ζωή του ο παπα-Πέτρος, κι ας μην το πίστεψε κανείς απ’ όσους τ’ ακούσανε. Πρώτη φορά και – Θε’ μου συχώρα με! – τέτοια αναστάτωση ποτέ του δεν είχε νιώσει ως τότε, ούτε τη μέρα που πρωταντίκρισε σαν την Εύα την παπαδιά του. Κάτι σαν τρέλα του ήρθε όταν είδε ν’  απλώνεται κάτω ατέλειωτο το νερό. Και κάτι σαν παραφορά, σα μανία τον έπιασε όταν έφτασε ως τα ρουθούνια του η αρμυρή της μοσκοβολιά, τόσο δυνατή που σκέπασε ακόμα και την ανοιξιάτικη ευωδιά του χωριού από πεύκο, σκίνο και λεμονανθούς.
     «Ωραίο το χωριό!» ενθουσιάστηκε η παπαδιά και μπήκε πρώτη στο σπίτι δίπλα στην εκκλησία - κληροδότημα κάποιου δάσκαλου συνταξιούχου, συχωρεμένου πριν από κάτι μήνες, που το άφησε, λέει, για να μένει πάντα εκεί του χωριού ο παπάς.
      «Ωραία η θάλασσα…» μουρμούρισε μαγνητισμένος εκείνος. «Εγώ θα πάω να δω τον πρόεδρο» είπε ύστερα δυνατά, κι άφησε σύξυλους την παπαδιά και τους νεαρούς να ξεφορτώνουνε το νοικοκυριό του απ’ το φορτηγάκι.
     Πήγε πρώτα στην άκρη, εκεί που άρχιζε ο γκρεμός μπροστά στο χωριό, να χαζέψει το βαθυγάλαζο στοιχειό που ξεκινούσε στραφταλίζοντας από την πλατιά παραλία κάτω, κι έφτανε ίσαμε τη Ρούμελη απέναντι.
 
 
Κείνα τα χρόνια – τριάντα, σαράντα πριν, τόσα δεν ήτανε; - στην παραλία ούτε ταβέρνα, ούτε μπαράκια, ούτε δρόμος με άσφαλτο, ούτε δωμάτια για νοίκιασμα, ούτε κανό και ποδήλατα για τη θάλασσα. Δυο τρία σπιτόπουλα όλα κι όλα και βάρκες μετρημένες πέντε, να βγαίνουν οι λίγοι από το χωριό που καταπιάνονταν και με το ψάρεμα, εξόν από τα χωράφια και τα ζωντανά. Την έκτη την πρόσθεσε ο παπά-Πέτρος λίγες βδομάδες αργότερα, που μπήκε το καλοκαίρι.
     «Πρέπει όμως να μάθεις κολύμπι, παπά μου!» τον προειδοποίησε πρώτος ο πρόεδρος. «Τα νερά εδώ βαθαίνουν απότομα, ο Κορινθιακός έχει ρεύματα, είναι επικίνδυνος, πιάνουν αέρηδες ξαφνικά κι ο μαΐστρος δεν αστειεύεται».
     «Άμα δε μάθεις πρώτα να επιπλέεις τουλάχιστο, στη βάρκα να μην το τολμήσεις να μπεις, ακούς;" χωράτεψε κι ο γραμματέας της Κοινότητας, νεαρούλης και νιόπαντρος ακόμα εκείνα τα χρόνια. "΄Οχι να μας πνιγείς και να μείνουμε πάλι χωρίς παπά, τώρα που βολευτήκαμε!».
     «Μόλις κλείσει το σχολείο, θα σε μάθω κολύμπι εγώ» υποσχέθηκε ο δάσκαλος, νεοδιορισμένος τότε κι εκείνος.
     Μα το σχολείο ήθελε μήνα και βάλε ακόμα να κλείσει για καλοκαίρι. Και ποιος περίμενε ίσαμε τότε;
     «Σε καλό σου, παπά μου!» ταράχτηκε κι η πρεσβυτέρα του σαν τον είδε μια μέρα να γυρίζει με σύνεργα ψαρικής. «Εδώ παιδί περιμένουμε, είναι ώρα για τρέλες; Βάλθηκες, δηλαδή, να πνιγείς;»
 
Άλλος κινδύνευε να πνιγεί, αμάθητος από θάλασσα μέσα στη βάρκα του, κι άλλος πνίγηκε, μαθημένος να πλέει σε νερό μες στης μάνας του την κοιλιά. Η πρεσβυτέρα είχε άσχημη γέννα. Πάει το βρέφος, έτσι το θέλησε ο Μεγαλοδύναμος. Μα και του λόγου της δεν το άφησε να φύγει μονάχο. Το ακολούθησε, λες και θα χρειαζόταν τροφό το μωρό, για να γίνει άγγελος κανονικός εκεί που θα πήγαινε.
     Κι έμεινε μονάχος ο παπά-Πέτρος να θρηνεί κρυφά για το κακό που τον βρήκε, ν’ αναρωτιέται το γιατί και να ρωτάει, όπως οι Ιουδαίοι για τον τυφλό στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο: «ραββί, τις ήμαρτεν, ούτος ή οι γονείς αυτού;»
     Τι έλεγε, αλήθεια, παρακάτω το ευαγγέλιο; Το διάβασε μια Κυριακή και το θυμήθηκε: «απεκρίθη  Ιησούς, ούτε ούτος ήμαρτεν ούτε οι γονείς αυτού, αλλ’ ίνα φανερωθή τα έργα του Θεού εν αυτώ». Σε κείνον όμως τον αμαρτωλό τι έργα του Θεού να φανερωθούν; Ανεξιχνίαστες οι βουλές του Υψίστου κι εκείνος δεν είχε παρά να δεχτεί τη μοίρα του και να συνηθίσει να ζει μονάχος από δω κι εμπρός. Μονάχος του με τη θάλασσα.
     «Πρέπει να μάθεις να κολυμπάς! Πού ακούστηκε να ψαρεύει άνθρωπος που δεν ξέρει να επιπλέει;» του έλεγε πάλι και πάλι ο πρόεδρος.
     Το ίδιο κι ο γραμματικός. Και ο δάσκαλος. Και όλοι το βράδυ στο καφενείο.
     «Καλά» μουρμούριζε αόριστα εκείνος.
     Άκου να μάθει να κολυμπάει!... Τι το ήθελε το κολύμπι; Του έφτανε που έμπαινε στο νερό ίσαμε το λαιμό, πότε για να τραβήξει έξω στην παραλία τη βάρκα, πότε για να τη ρίξει στη θάλασσα. Τούτο το βούτηγμα, τούτη η υδάτινη απέραντη αγκαλιά που μοσχοβολούσε αρμύρα, ήταν η πιο μεγάλη χαρά της ζωής του. Και το ψάρεμα, με τη βάρκα να γλιστράει στην πλάτη της θάλασσας, η πιο σημαντική του δουλειά εκτός από κείνη της εκκλησίας.
     Όχι πως δεν έκανε και τίποτ’ άλλο.  Πάλευε και μ’ ένα χωραφάκι που ξεχέρσωσε, κανένα τέταρτο με τα πόδια έξω από το χωριό. Και με το αμπελάκι που απόκτησε κει κοντά. Και με τα λίγα λιόδεντρα τ’ άγρια που μπόλιασε κατά το βουνό, στα νώτα του χωριού. Ζωντανά, βέβαια, δεν είχε. Μονάχα ένα γαϊδουράκι πήρε δικό του, ν’ ανεβοκατεβαίνει στην παραλία και να πηγαίνει στ’  αμπέλι. ΄Αλλα ζωντανά όχι, δεν ήθελε. Ό,τι ζωντανό άλλωστε πήγαινε κοντά του χανόταν, αυτό το πίστευε πια. Πρόβατα, γυναίκα, παιδί…  Απέθαντη μόνο η θάλασσα. Μαζί της λοιπόν. Με τη δική της τη συντροφιά θα ζούσε από δω κι εμπρός.

 «Γυμνός ψαρεύεις του λόγου σου;» έσκυψε στ’ αυτί του κατάπληκτος και κάπως θυμωμένος ο γραμματικός ένα βράδυ που κάθονταν όλοι στο καφενείο. «Σε είδε, λέει, κάποιος που ψάρευε κι εκείνος τα ξημερώματα, να παλεύεις με τα σύνεργα τσίτσιδος. Είν’ αλήθεια, παπά μου;»
     Τον αγριοκοίταξε ο παπα-Πέτρος λοξά και δεν αποκρίθηκε.
     «Καλά… δε λέω» μαζεύτηκε ο γραμματικός, «καλοκαίριασε βέβαια, ζέστη κάνει… Μα και ολόγυμνος, πάτερ μου;  Θα κολάσεις τον κόσμο, και…»
     Σηκώθηκε απότομα ο παπά-Πέτρος.
     «Έλα μαζί μου!» τον πρόσταξε.
     Και σε λίγο τον είχε καθισμένο μπροστά του, μέσα στην εκκλησία, με το Ευαγγέλιο ανοιγμένο στις τελευταίες σελίδες.
     «Ορίστε, διάβασε!» φώναξε. «Γράμματα ξέρεις, βάλε τα γυαλιά σου και διάβασε το κατά Ιωάννην. Τι λέει εδώ;»
     Το δάχτυλό του έδειχνε σταθερά τη σελίδα. Κι ο γραμματικός άρχισε κομπιαστά να διαβάζει:
     «Μετά ταύτα εφανέρωσεν εαυτόν πάλιν ο Ιησούς τοις μαθηταίς επί της θαλάσσης της  Τιβεριάδος. εφανέρωσε δε ούτως. ήσαν ομού Σίμων Πέτρος, και Θωμάς…»
     «Πάρα κάτω, πάρα κάτω!» έκανε ανυπόμονα ο παπά-Πέτρος.
     «…λέγει αυτοίς Σίμων Πέτρος. υπάγω αλιεύειν…»
     «Πιο κάτω ακόμα!»
     «…Σίμων ούν Πέτρος ακούσας ότι ο Κύριός εστι, τον επενδύτην διεζώσατο. ην γαρ γυμνός…»
     «Αρκετά!» τον σταμάτησε ο παπά-Πέτρος. «Πήγαινε λοιπόν να πεις σε όποιον αχρείο κουτσομπολεύει, ότι και ο Απόστολος Πέτρος ολόγυμνος ψάρευε. Το πονηρό στο κεφάλι τους το ’χουν. Τι θέλατε δηλαδή; Να πηγαίνω για ψάρεμα με τα ράσα; ΄Υπαγε οπίσω μου σατανά…»
     «Ναι, μα…» έκανε να φέρει αντίρρηση ο γραμματικός, «στο Ευαγγέλιο λέει ότι ο Πέτρος φόρεσε τον επενδύτη του όταν…»
     «Όταν;» αγρίεψε για τα καλά ο παπά-Πέτρος.
     «Όταν κατάλαβε ότι στην παραλία τον περίμενε ο αναστημένος Χριστός».
     «Ε, αν με περίμενε και μένα τον αμαρτωλό στην παραλία, το ίδιο θα έκανα. ΄Ομως εγώ μονάχα έναν κουτσομπόλη συνάντησα. Για δαύτον δεν άξιζε να βάλω τον ‘επενδύτη’ μου, κατάλαβες;»
     «Κατάλαβα, παπά μου, να με συμπαθάς!».
     Δεν είχε λόγο ν’ αντιμιλήσει άλλο και να τον θυμώσει ο γραμματικός. Αντίθετα μάλιστα! Ήθελε να τα έχει καλά με τον εκπρόσωπο του Υψίστου. Να τον καλέσει μια μέρα και στο σπίτι για ευχέλαιο – από καιρό του ’χε φάει τ’ αυτιά η πεθερά του η Χατζίνα - μη και γίνει το θάμα και πιάσει παιδί η γυναίκα του, που περνούσε ο καιρός και η κοιλιά της δεν έλεγε να φουσκώσει.
     Εξήγησε λοιπόν χαμηλόφωνα ο γραμματικός και στους άλλους, όταν επέστρεψε στο καφενείο, τι έλεγε το Ευαγγέλιο. ΄Ετσι έληξε κάθε σχόλιο, τουλάχιστον φανερά. Και κανένας πια δεν παραξενευόταν που ο παπα-Πέτρος, μόλις έμπαινε καλοκαίρι, ψάρευε όπως τον γέννησε η μάνα του.

 Στην αρχή, τότε, τα πρώτα χρόνια – τριάντα, σαράντα, τόσα δεν ήτανε; - όταν κατέβαινε στην παραλία με το γαϊδούρι, τύλιγε τα ράσα με προσοχή, τ’ άφηνε πάνω στα βότσαλα, έβαζε πάνω μια πέτρα μεγάλη μην τα πάρει ο αέρας, κι έμπαινε στη θάλασσα με το σώβρακο μόνο και τη φανέλα, για να τραβήξει τη βάρκα. Κι όταν πηδούσε μέσα στη βάρκα, τα ’βγαζε κι αυτά και τ’ άπλωνε να στεγνώσουν ώσπου να τελειώσει το ψάρεμα.
     Αργότερα, όταν ψόφησε το γαϊδούρι, ο παπά-Πέτρος αγόρασε μηχανάκι. Βρήκε κι ένα μακρύ και φαρδύ πουκάμισο μαύρο, μια μέρα που κατέβηκε ως την πόλη, αγόρασε κι ένα μαύρο τζιν, κι αυτά πια φορούσε όταν κατέβαινε από το χωριό στην παραλία για ψάρεμα.
     «Αν σε πάρει το μάτι του δεσπότη που κυκλοφορείς δίχως ράσο κανονικό, θα στείλει να σε ξυρίσουνε» τον πείραξε μια μέρα ο πρόεδρος.
     «Χαράματα οι δεσποτάδες δεν κυκλοφορούν στα χωριά» του αποκρίθηκε ο παπά-Πέτρος. «Ιούδες και μαρτυριάρηδες μόνο…»
     Ιούδας δε βρέθηκε ποτέ στην περιοχή. Κι έμεινε για πάντα ιερέας του χωριού ο παπά-Πέτρος, να λειτουργεί την εκκλησία της Παναγιάς Κυριακές και γιορτάδες. Να βαφτίζει, να παντρεύει, να κηδεύει… Να ξομολογεί και να κοινωνάει. Να κάνει ευχέλαια όπου χρειάζονταν, όπως εκείνα συχνά πυκνά στο σπίτι του Γραμματικού, ώσπου να γεννηθεί επιτέλους μια μονάκριβη κόρη. Να δίνει ευχή στις μανάδες και τα βρέφη που σαραντίζανε. Να συντρέχει τους αρρώστους, να φροντίζει τους γέροντες, να παρηγορεί τους χαροκαμένους. Να ψέλνει τρισάγια στα μνήματα των κεκοιμημένων και να ευλογεί των καινούριων σπιτιών τα θεμέλια. Να κουτσοπίνει κανένα κρασάκι στην ταβέρνα τα βράδια με τους συχωριανούς και να λύνει τις διχόνοιες και διαφορές τους. Να τρώει κάθε χρόνο στου Προέδρου το σπίτι ανήμερα τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά και το Πάσχα. Και να χαίρεται το θαλάσσιο παράδεισό του το καλοκαίρι «ως ο Αδάμ».
      Αγαλλίαζε η ψυχή του στη θάλασσα με το ψάρεμα. Πότε καθετή, πότε συρτή, πότε παραγάδι… Ως και δίχτυα είχε μάθει ν’  απλώνει. Γιατί σύντομα έβαλε στην ψαρόβαρκα κι εξωλέμβιο. Χαιρότανε κι έπαιζε λοιπόν με τη βάρκα, τα σύνεργα και τα ψάρια, λες κι ήταν δέκα, το πολύ δώδεκα χρονώ.
     Τρόμαξε κάποια φορά. Μήπως δεν ήτανε πρέπον; Μη και ήτανε αμαρτία να νιώθει πάλι παιδί; Μπα! Το κατά Ματθαίον το έγραφε καθαρά: «Εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία, ου μη εισέλθητε εις την Βασιλείαν των ουρανών». Τα ίδια έλεγε κάπου και το κατά Μάρκον. Και το κατά Λουκάν επίσης. Το να γίνεσαι πάλι παιδί σίγουρα δεν ήταν κακό.
     Ηρέμησε λοιπόν και συνέχισε να ψαρεύει, να παίζει αμέριμνος μέσα στον υδάτινο κήπο του Θεού, έχοντας για «επενδύτη» την αύρα την πρωινή και τις πρώτες ακτίνες του ήλιου. Κάθε καλοκαίρι. Για χρόνια και χρόνια – τριάντα, σαράντα, τόσα δεν ήτανε;

 Κοντοζύγωνε πια τα εβδομήντα. Μόνος του πάντα - χήρος βλέπεις, ήγουν καλογερόπαπας χωρίς να το έχει διαλέξει - και πάντα να παλεύει με το ψάρεμα και τη βάρκα, πάντα συντροφιά του η θάλασσα.
     «Έτσι και τον βγάλει ο δεσπότης στη σύνταξη, θα κάνουμε καιρό να δούμε παπά στο χωριό» κρυφοκουβέντιαζαν ανήσυχοι όλοι στο καφενείο.
     Όμως ο δεσπότης αντικαταστάτη δεν έβρισκε. ΄Εμενε λοιπόν «εν υπηρεσία» ο παπά-Πέτρος κι ήταν όλοι ευχαριστημένοι. Γιατί τον αγαπούσανε μικροί  και μεγάλοι, αυτό είν’  αλήθεια. Ούτε να το φανταστούνε δεν ήθελαν ότι θα ερχόταν κάποτε άλλος να λειτουργήσει την Παναγιά, το καμάρι τους, εκκλησιά μεγαλωμένη κι ανακαινισμένη με δωρεά κι αυτή του συχωρεμένου παλιού δασκάλου και με παράδες ομογενών από την Αυστραλία, σταυροειδής μετά τρούλου. Κι ο τρούλος της  να φαίνεται από παντού, ψηλότερος απ’ όλα τα σπίτια, ακόμα και τα καινούρια, τα «καλοκαιρινά», που φύτρωναν χρόνο το χρόνο στις άκρες του χωριού και στην πλαγιά του βουνού με αναίδεια και ξιπασιά, χτισμένα σε χωράφια που είχανε βαφτιστεί ξαφνικά οικόπεδα, είχανε πουληθεί σε ξένους περαστικούς, και τώρα κίνδυνος ήτανε να δώσουνε στο χωριό την όψη πυκνοχτισμένη συνοικίας από κείνες που φυτρώνουνε στις υποβαθμισμένες περιοχές κάθε μεγαλούπολης.
     Τα ίδια και στην παραλία.  Το ένα «εξοχικό» δίπλα στο άλλο, καθένα με τη δική του αλλοπρόσαλλη αρχιτεκτονική, άλλο ψηλό και τεράστιο, άλλο μικρό να θυμίζει κουτί. Και ταβέρνες, και μπαρ, και δωμάτια προς ενοικίαση, και κανό, και ποδήλατα, και κόσμος τα Σαββατοκύριακα…
 
    
Ως και στην εκκλησία γινότανε πια συνωστισμός κάθε Κυριακή. Τ’ απογεύματα, ωστόσο, στις παρακλήσεις του Δεκαπενταύγουστου, οι πιστοί μετρημένοι στα δάχτυλα. Οι επίτροποι, ο πρόεδρος, ο γραμματικός, η πεθερά του η Χατζίνα και πεντ’ έξι γυναίκες ακόμα.

Δεν είχε προλάβει ο παπά-Πέτρος να τελειώσει το «Απόστολοι εκ περάτων συναθροισθέντες ενθάδε» κείνο το δειλινό, στο «μη μου ελέγξη τας πράξεις ενώπιον των αγγέλων» πρέπει να ήτανε, όταν έφτασε κάποιος τρέχοντας και φώναξε από την πόρτα στο γραμματικό:
     «Έλα γρήγορα! Η κόρη σου σβήνει…»
     Είχε μόλις πατήσει τα δεκατέσσερα το κορίτσι το μονάκριβο, το γεννημένο έπειτα από χρόνων και χρόνων ευχέλαια, και άρρωστο ήταν εδώ και βδομάδες, να ψήνεται στον πυρετό και να μη βρίσκει την αιτία ο γιατρός που ερχότανε κάθε τόσο απ’ την πόλη. Νοσοκομείο είχε διατάξει, μα δίσταζε ο γραμματικός, τα είχε από φόβο τα νοσοκομεία και η πεθερά του η Χατζίνα... Κι έτρεχε αλαφιασμένος τώρα, μήπως και προλάβει το μεγάλο κακό, από πίσω κι ο παπά-Πέτρος με τ’ άμφια της λειτουργίας ακόμα - το «δι’ ευχών» δεν τον είπε, μα δεν πειράζει, δε νοιάζεται η Μεγαλόχαρη για τέτοιες μικρολεπτομέρειες.
     Το κορίτσι κατάχλομο, ακίνητο στο κρεβάτι, κι η μάνα του να ολοφύρεται πεσμένη εκεί δίπλα.
     «Κάνε κάτι!» ξέπνοος τον ικέτεψε ο γραμματικός.
     Λύθηκαν τα γόνατα του παπα-Πέτρου από ταραχή και τρομάρα. Τι να κάνει αυτός δηλαδή; Ευχέλαιο δε θα είχε πια νόημα, το κορίτσι φαινόταν κιόλας νεκρό.
     Πήγε κοντά… Δεν τον κρατούσαν άλλο τα πόδια του. ΄Επεσε γονατιστός, «όχι, Θε’ μου, μην το πάρεις κι είναι μοναχοπαίδι!» μουρμούρισε.
     Κάτι σα ρεύμα ηλεκτρικό ένιωσε άξαφνα να τον διαπερνάει…
     «Σήκω, παιδί μου!» άκουσε τον εαυτό του να λέει.
     Και το κορίτσι άνοιξε τα μάτια.
     «Πεινάω» ήταν η πρώτη του λέξη.
     «Δώστε του καμιά σούπα» γύρισε κείνος στη μάνα και στη γιαγιά, που τον  κοιτούσαν αποσβολωμένες.

Την επόμενη Κυριακή το κορίτσι του γραμματικού ήταν πρώτο πρώτο στην εκκλησία. Όχι, ο παπα-Πέτρος ούτε να το συλλογιέται δεν ήθελε πως έκανε κάτι του λόγου του. «Θάμα» το είπανε στο χωριό, μα εκείνος ήξερε καλά πως τα θαύματα τα κάνουν μονάχα οι άγιοι. Εκείνος τι σόι άγιος μπορούσε να είναι; Αμαρτωλός ένιωθε κι έτσι πρέπει να ήταν. Γιατί και θύμωνε πού και πού με τους συχωριανούς για όσα στραβά σκαρώνανε κάθε τόσο, και ψάρι έτρωγε καμιά φορά στη νηστεία του Δεκαπενταύγουστου, έτσι πολλά που τα ψάρευε – αφού και για τους γλάρους έμενε μερτικό. ΄Επειτα και  κρασάκι έπινε συχνά πυκνά παραπάνω, σαν ένιωθε να φουντώνει μέσα του το παράπονο για την παπαδιά και το αγγελούδι που έχασε. Κι ας είχε περάσει καιρός από τότε – τριάντα, σαράντα χρόνια, τόσα δεν ήτανε;
     Μαρία τη λέγανε την κόρη του γραμματικού κι έγινε γλέντι τρικούβερτο στο χωριό ανήμερα της Παναγίας, με νταούλια, κλαρίνα και πίπιζες, για να γιορτάσουν ντόπιοι και ξένοι τη σωτηρία της.
     Κι ο παπα-Πέτρος να τρέμει ολάκερος όταν έφταναν ως τ’ αυτιά του της Χατζίνας οι κουβέντες ότι τάχατες αυτός το ανάστησε το κορίτσι. Και σύγκορμος να ταράζεται όταν ερχόταν κανένας να του φιλήσει το χέρι και οι ξένοι τον κοιτούσαν μ’ απορία και δέος. Καλά που υπήρχε καλό κοκκινέλι πάνω στο τραπέζι, να πίνει να παίρνει κουράγιο.
     Πήρε κάποτε τέλος το γλέντι, πέρασε, πάει κι αυτό. Ξημέρωσαν έπειτα ήσυχες μέρες, μόνο τα βράδια τον έπαιρνε ξανά το παράπονο τον παπα-Πέτρο. Το δικό του το κοριτσάκι πόσο θα ήτανε τώρα; Τριάντα, σαράντα, τόσο περίπου, γυναίκα ολόκληρη. Και της παπαδιάς τα μαλλιά θα ήτανε άσπρα, όχι όπως τότε ξανθά, ίδια η ρετσίνα που έπινε κάθε βράδυ εκείνος. Καμιά φορά και πρωί.

Και να πάλι Κυριακή, η πρώτη μετά το Δεκαπενταύγουστο. Οι ξένοι πια είχαν αραιώσει.
     «Ας πάνε στην ευχή του Θεού, να μείνουν και για μας λίγα ψάρια» κρυφοχάρηκε ο παπά-Πέτρος, που έβλεπε κάθε καλοκαίρι να πληθαίνουν οι βάρκες των παραθεριστών. Κι εκείνος όλο και πιο βαθιά να ’ναι αναγκασμένος να ξανοίγεται για να ψαρεύει με την ησυχία του «ως ο Αδάμ». Κι όλο να του φωνάζει ο πρόεδρος:
     «Θα πνιγείς καμιά ώρα, παπά μου, έτσι μακριά που πηγαίνεις και δεν έμαθες ποτέ σου να κολυμπάς. Αν πιάσει κανένας μαΐστρος…»
     Μαΐστρος τούτη τη βδομάδα δε θα ’πιανε σίγουρα, ένα βοριαδάκι φυσούσε μόνο, μα και τούτο θα κόπαζε – τους ήξερε πια τους αέρηδες ο παπά-Πέτρος. Αύριο Δευτέρα, λοιπόν, θα πήγαινε όπως πάντα για ψάρεμα τα χαράματα.
     «Σοφία, ορθοί, ακούσωμεν του Αγίου Ευαγγελίου» είπε και άνοιξε το Ευαγγέλιο στο κατά Ματθαίον. Τον συγκλόνιζε από τα μικράτα του η περικοπή αυτή:
     «…οψίας δε γενομένης μόνος ήν εκεί. το δε πλοίον ήδη μέσον της θαλάσσης ην, βασανιζόμενον υπό των κυμάτων. ην γαρ εναντίος ο άνεμος. τετάρτη δε φυλακή της νυκτός απήλθε προς αυτούς ο Ιησούς περιπατών επί της θαλάσσης. και ιδόντες αυτόν οι μαθηταί επί την θάλασσαν περιπατούντα εταράχθησαν λέγοντες ότι φάντασμά εστι, και από του φόβου έκραξαν. ευθέως δε ελάλησεν αυτοίς ο Ιησούς λέγων΄ θαρσείτε, εγώ ειμι. μή φοβείσθε. αποκριθείς δε αυτώ ο Πέτρος είπε΄ Κύριε, ει συ ει κέλευσόν με προς σε ελθείν επί τα ύδατα. ο δε είπεν, ελθέ. και καταβάς από του πλοίου ο Πέτρος περιεπάτησεν επί τα ύδατα ελθείν προς τον Ιησούν. βλέπων δε τον άνεμον ισχυρόν εφοβήθη, και αρξάμενος καταποντίζεσθαι έκραξε λέγων΄ Κύριε σώσον με. ευθέως δε ο Ιησούς εκτείνας την χείρα επελάβετο αυτού και λέγει αυτώ΄ ολιγόπιστε, εις τι εδίστασας;…»

 
Δευτέρα χαράματα και κόπασε το βοριαδάκι. ΄Αφησε ο παπά-Πέτρος το μηχανάκι στη σκιά, όπως πάντα, ύστερα τα ρούχα του στα βότσαλα, έσυρε τη βάρκα του, την έσπρωξε στη θάλασσα, μπήκε ως το λαιμό κι εκείνος, έπειτα μ’ ένα σάλτο βρέθηκε μέσα.
     Ξανοίχτηκε όσο ποτέ. Ησυχία ολόγυρα, ένας γλάρος μόνο πετούσε κοντά. ΄Ιδιος καθρέφτης η συντρόφισσα η θάλασσα σήμερα. ΄Εφεγγε πέρα για πέρα, μ’ όλο που δεν είχε ανατείλει ακόμα ο ήλιος. Τότε – πώς του ήρθε, αλήθεια; - ενώ ξημέρωνε πια, έσβησε κείνος τη μηχανή και βάλθηκε να ψέλνει τον επιλύχνιο ύμνο:
     «Φως ιλαρόν, αγίας δόξης, αθανάτου Πατρός, ουρανίου, αγίου, μάκαρος…»
     Και τότε άξαφνα έγινε φως. Παράξενο φως. ΄Οχι, δεν ήταν ο ήλιος. Ο ήλιος δεν έχει χέρια ούτε πόδια, ούτε κεφάλι, ούτε μιλιά. Μιλιά που έλεγε… «εγώ είμαι, μη φοβάσαι!»
     «Αν είσαι Συ, Κύριε,» ψιθύρισε θαμπωμένος ο Πέτρος «πρόσταξέ με να ’ρθω κοντά σου…»
     «Έλα!» είπε η φωνή.
     «Μα… είμαι σαν τον Αδάμ», δίστασε.
     «Γι’ αυτό και σου πρέπει παράδεισος. ΄Ελα!» του αποκρίθηκε  η φωνή.
     Και βγήκε ο Πέτρος, και περπάτησε πάνω στο νερό, και μπήκε στο φως, και είδε… Είδε αγγέλους και συγγενείς κεκοιμημένους από καιρό… Είδε την Παναγιά με το βρέφος, όχι δεν ήταν η Παναγιά, η παπαδιά του πρέπει να ήταν που κρατούσε το κοριτσάκι τους, και του χαμογελούσε, «δες τι ωραία που είναι» του έλεγε κι ύστερα «έλα πια…»
     Στράφηκε στη φωνή ο Πέτρος.
     «Δε θέλω να γυρίσω στο χωριό» είπε μ’  έξαψη. «Θέλω να μείνω μαζί σας, εδώ».
     «Πρέπει πρώτα να επιστρέψεις στην ξηρά το πλοιάριό σου» είπε η φωνή. «Διότι γη ει και εις γην απελεύσει».
     Και μπήκε πάλι στο πλεούμενό του ο Πέτρος, κι έκανε κουπί - τη μηχανή ούτε που τη σκέφτηκε, γρήγορα έσκιζε η ψαρόβαρκα το νερό. Τριάντα μέτρα ήταν δεν ήταν τώρα από την ακτή,  και το φως τον ακολουθούσε.
     «Φτάνει πια, Κύριε, πρόσταξέ με να έρθω ξανά!» μουρμούρισε ανυπόμονα ο Πέτρος.
     «Έλα, λοιπόν!» είπε η φωνή.
     Και κατέβηκε ο Πέτρος από τη βάρκα, όμως αέρας σαν να σηκώθηκε ξάφνου και δείλιασε, κι άρχισε να καταποντίζεται, και φώναξε δυνατά:
     «Σώσε με, Κύριε!» - κραυγή παράξενη μα ο Θωμάς που νοίκιαζε στην παραλία ποδήλατα και  κανό, ακόμα κι αν δεν έβλεπε την ίδια στιγμή τον παπά-Πέτρο να βουλιάζει και το νερό να ταράζεται άξαφνα ολόγυρα στο κορμί και στη βάρκα του, όρκο θα έπαιρνε πως εκείνος ήταν που φώναξε από τη θάλασσα.
     «Ολιγόπιστε, εις τι εδίστασας;» είπε η φωνή.
     Και κόπασε ο άξαφνος άνεμος, κι άδραξε ο παπα-Πέτρος  το χέρι που του  άπλωνε τώρα το φως, και ξαναστάθηκε  «επί τα ύδατα»…
     Ο γλάρος πέταξε μακριά.
    ΄Υστερα έγιναν όλα όπως έπρεπε..
 
*Από τη συλλογή διηγημάτων Ενώπιον των αγγέλων (Εκδόσεις Πατάκη, 1999).
http://www.loty.gr/dihgimata_analyt_3.htm

(Βασισμένο σε πραγματικό περιστατικό).

Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

Στο εργαστήρι: Η απαραίτητη κατάσταση της παλιννόστησης


(Από το βιβλίο Το μικρόβιο της ευεξίας – γράφοντας βιβλία για παιδιά, Πατάκης, 2002)

Ανήκω στην κατηγορία των συγγραφέων που δηλώνουν ότι, είτε το θέλουν είτε όχι, ο ιδεατός αναγνώστης  που έχουν μπροστά τους την ώρα της γραφής είναι ένα παιδί, άρα το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να αφορά κατά κύριο λόγο παιδιά αντίστοιχης ηλικίας, πράγμα για το οποίο οι συγγραφείς όχι μόνο δεν έχουν καμιά αντίρρηση, αλλά αισθάνονται να τους χαροποιεί ιδιαίτερα.
Το παιδί-νοερός αναγνώστης  με βοηθάει να παλιννοστήσω στην παιδική ηλικία-πατρίδα μου κατά την ώρα της γραφής. ΄Ετσι μου συμβαίνουν ειδικότερα και τα εξής:

    - Ανακαλώ στη μνήμη μου την παιδική μου επιμονή να γνωρίζω τι γίνεται γύρω μου, την περιέργειά μου να μαθαίνω κάθε τι που συμβαίνει, το θυμό μου όταν κάτι μου έκρυβαν "επειδή ήμουν μικρή". Μου είναι λοιπόν αδύνατον να κρύψω τις αλήθειες της ζωής από το παιδί-αναγνώστη μου. Άλλωστε και ως ενήλικη πιστεύω ότι κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με εξαπάτηση και παραπλάνηση. Συμφωνώ με τον Iνan Sοuthall, που αναρωτιέται: «΄Οταν γράφεις για τα παιδιά και μιλάς για τη ζωή , πώς μπορείς να την απεικονίσεις σαν κάτι διαφορετικό απ’ ό,τι γνωρίζεις πως είναι;»[i] Όταν λοιπόν το θέμα, η πλοκή ή η ολοκλήρωση των χαρακτήρων το απαιτούν, οι αντιξοότητες και τα δεινά του βίου, οι απογοητεύσεις των ανθρώπων - μεγάλων και μικρών-, καθώς και τα κοινωνικά προβλήματα παίρνουν, στο μέτρο που απαιτείται, τη θέση τους στην εξέλιξη του μύθου. Τίποτα δεν ωραιοποιώ και τίποτα δεν προσπαθώ ν’ αποκρύψω από τα παιδιά στα βιβλία μου.

    - Παράλληλα με τη λαχτάρα να μαθαίνω την αλήθεια, ζωντανεύει εντός μου η ανάγκη για ελπίδα και αισιοδοξία, προσβάλλομαι από “το μικρόβιο της ευεξίας”, για το οποίο ήδη μιλήσαμε. Μου είναι λοιπόν αδύνατον να αποκαρδιώσω το παιδί-αναγνώστη μου. 'Αλλωστε και ως ενήλικη πιστεύω πως ο συνειδητός συγγραφέας παιδικών λογοτεχνικών βιβλίων, ως κρυφός οραματιστής ενός καλύτερου, δικαιότερου και ειρηνικότερου κόσμου, δεν έχει δικαίωμα να απαισιοδοξεί. Δεν λησμονώ τα λόγια που έγραψε κάποτε ο I.Μ. Παναγιωτόπουλος: "Η ανθρωπότητα πέρα για πέρα δεν είναι πάρεξ αίμα και στεναγμός. Και μια ελπίδα...”. [ii] Συμφωνώ έπειτα με την Ιρλανδή συγγραφέα Pat Ο’ Shea που σημειώνει:

    «Καθώς διαβάζουν τα παιδιά – μύθους ή μυθιστορήματα – μαθαίνουν για τους κινδύνους στον κόσμο, αλλά μ’ έναν τρόπο ασφαλή που τα ενδυναμώνει, έναν τρόπο που τους λέει ότι όσο αδύναμα ή ευάλωτα κι αν είναι, μπορούν ωστόσο να τα βγάλουν πέρα, να ξεπεράσουν τις απώλειες και τον πόνο. Μαθαίνουν ότι τα ίδια και η ζωή τους έχουν αξία, έχουν σημασία και μπορούν να επηρεάσουν τον κόσμο και τη ζωή τριγύρω τους – άν έχουν το θάρρος και, καμιά φορά, την τύχη. Τα μυθιστορήματα μπορούν να δώσουν κουράγιο στα παιδιά, όταν αυτά διαβάζουν για έναν κόσμο όπου η καλοσύνη δεν εκλείπει και η εντιμότητα δεν νικιέται, παρ’ όλους τους επικούς κινδύνους, τις απογοητεύσεις και τις αντιξοότητες που μπορεί κανείς  ν’ αντιμετωπίσει...»[iii]


     'Ετσι, στις σελίδες μου μένει πάντα τόπος για ελπίδα, αφού αποκτώ και πάλι την αίσθηση ότι χωρίς ελπιδοφόρα προοπτική δεν αξίζει κανείς να μεγαλώσει. Αυτό άλλωστε το επιβεβαιώνει και η σύγχρονη παιδοψυχολογία, διδάσκοντας ότι στο παιδί που δεν μπορεί να φανταστεί το μέλλον του με αισιοδοξία, αναστέλλονται οι μηχανισμοί ανάπτυξης.

   - Ξαναζώ έντονα την απέχθεια του παιδιού για το ψέμα, την προδοσία, την αδικία, καθώς και τη λαχτάρα του για δικαιοσύνη, επικράτηση του καλού και τιμωρία του κακού. Αυτή την απέχθεια θα την ονόμαζα “νοσταλγία παραδείσου” – τη μόνη επιτρεπτή νοσταλγία σε κείμενα για παιδιά, καθώς είπαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο[iv]. Δεν μπορεί λοιπόν παρά να εξελίσσεται ανάλογα και η ιστορία που γραπτά διηγούμαι. 'Iσως γιατί και ο ενήλικος εαυτός μου, που δεν αναιρείται κατά τη νοερή παλιννόστηση στην παιδική ηλικία, συμφωνεί απόλυτα με την παιδοψυχολογία, που διδάσκει ότι:

 Τα παιδιά έχουν την τάση να βλέπουν το σύμπαν ως ένα οικοδόμημα βασικά ηθικό, που διέπεται από κάποια ενδογενή δικαιοσύνη, έτσι ώστε τελικά το καλό πάντα ν' ανταμείβεται και το κακό να τιμωρείται. Πολλά παιδιά, καθώς μεγαλώνουν, θ' αντιμετωπίζουν αυτή την αντίληψη με σκεπτικισμό, περνάει όμως πολύς καιρός ώσπου ένα παιδί να είναι συναισθηματικά έτοιμο ν’ αντιμετωπίσει την πιθανότητα ενός απροσώπου σύμπαντος και μιας τυχαίας εμφάνισης του ανθρώπου, και ν' αποφασίσει αν θα πιστέψει σε κάτι τέτοιο ή όχι”.[v]

«΄Εχεις ξεκάθαρα μια ηθική υποχρέωση, ιδιαίτερα αν γράφεις για μικρά παιδιά» δηλώνει η Tessa Krailing. «Στο τέλος το καλό πρέπει να θριαμβεύει, το φως να νικά το σκοτάδι. Είναι μια βεβαιότητα που επιτρέπει στο παιδί να δοκιμάζει το θάρρος του, ασφαλές στην πεποίθησή του ότι ο κόσμος είναι βασικά ένας τόπος με καλή θέληση και τάξη. Αν αυτό είναι αντίθετο με την καλλιτεχνική σου προδιάθεση, τότε καλύτερα να γράφεις για ενήλικες, όχι για παιδιά».[vi]

    - Ζωηρά έρχεται στη μνήμη μου η αποστροφή μου για ιστορίες χωρίς έντονη δράση, με άλλα λόγια, η αντιπάθειά μου για τα αφηγήματα που δεν εναρμονίζονταν με την παιδική μου κινητικότητα. Νιώθω και πάλι την παιδική ανυπομονησία και την περιέργεια για το "τι έγινε παρακάτω", την απέχθεια για τα πολλά λόγια, τον εκνευρισμό μου με τις ασάφειες ή τα πολλά λεκτικά στολίδια, την πλήξη που μου προκαλούσαν οι μακρόσυρτες περιγραφές, όταν δεν ήταν απαραίτητες για την εξέλιξη της ιστορίας ή την κατανόηση του τρόπου δράσης και συμπεριφοράς των προσώπων, αλλά μάλλον έδειχναν την πρόθεση του συγγραφέα να επιδείξει τη λογοτεχνική του δεινότητα. ΄Επειτα και ως ενήλικη ασπάζομαι τα όσα είχε γράψει ο Τσέχοφ, στα τέλη του περασμένου αιώνα, προς τον νεαρό τότε Γκόρκι:

    Την ομορφιά και την εκφραστικότητα στις περιγραφές του φυσικού κόσμου τις πετυχαίνει κανένας μόνο με την απλότητα... Κόψετε όπου μπορείτε τα επίθετα και τα επιρρήματα. Βάζετε τόσα που η προσοχή στο τέλος χάνεται κι ο αναγνώστης κουράζεται”.[vii]

      Συμφωνώ επίσης με την παρατήρηση του βρετανού μελετητή Myles McDοwell:

     Τα παιδικά βιβλία είναι γενικά συντομότερα˙ κλίνουν προς την ενεργητική και όχι την παθητική αντιμετώπιση των πραγμάτων, με διάλογο και περιστατικά μάλλον, παρά με περιγραφές και ενδοσκοπήσεις[viii]. Μου είναι αδύνατον λοιπόν να μην πράξω ανάλογα γράφοντας για το παιδί που νοερά έχω μπροστά μου.

     - 'Εντονα ξαναθυμάμαι ότι αντιπαθούσα τις χλιαρές αφηγήσεις, τις κάπως θολές, χωρίς αρχή, μέση και τέλος. Και ιστορίες με τέτοιο σχήμα θέλω να γράφω για τα παιδιά. Γιατί και ως ενήλικη δε θεωρώ διόλου δεσμευτικό ή ξεπερασμένο τούτο το σχήμα.  Δεν υπάρχει τίποτα ανώριμο ή “παιδαριώδες” στο να θέλει κανείς να γράψει πεζογραφήματα που να διηγούνται ιστορίες, και τίποτα καλλιτεχνικά αφελές ή ξεπερασμένο στο να διαλέγει να γράφει έτσι... Πολλοί ενήλικοι διαβάζουν παιδικά βιβλία επειδή σ’ αυτά και μόνο σ’ αυτά βρίσκουν μια καλά ειπωμένη ιστορία” σημειώνει ο Βρετανός κριτικός Peter Hοllindale. Παρατηρεί επίσης:

    “΄Ενας λόγος για τον οποίο παίρνουν πιο σοβαρά την παιδική λογοτεχνία τα τελευταία είκοσι χρόνια είναι γιατί η “εξιστόρηση” δεν είναι πια κακή λέξη για την ακαδημαϊκή κριτική, αλλά αντίθετα αντικείμενο μεγάλου ενδιαφέροντος” [ix].

     Συμφωνώ άλλωστε με μια γνωστή ξένη δημιουργό που υποστηρίζει ότι:

    "Οι ιστορίες έχουν ένα σχήμα. 'Εχουν μια αρχή που προχωρεί νοηματισμένα βήμα βήμα με την αιτία και το αποτέλεσμα μέσ’ απ’ το χρόνο προς μία κατάληξη, ένα τέλος που αποκτά νόημα με βάση όσα έχουν προηγηθεί. Σε μια σωστά ειπωμένη ιστορία, όταν φτάνουμε στο τέλος, το αναγνωρίζουμε, γιατί υπήρχε εξαρχής, μόνο που δεν ξέραμε αρκετά για να το διακρίνουμε”.[x]

    Συμφωνώ ακόμη με τα γνωστά λόγια του Τ.S. Elliοt: "Εκείνο που καλούμε  αρχή, είναι συχνά το τέλος. Και το να δώσει τέλος κανείς, σημαίνει να προχωρήσει σε μια καινούρια αρχή. Τέλος είναι το σημείο απ’  όπου ξεκινούμε”.

 



Σημειώσεις:
 
[i] Στο βιβλίο του A Journey of Discovery – On Writing  for Children, ό.π. σελ. 61.
 [ii ]   I.Μ. Παvαγιωτόπoυλoυ: Ομιλίες της Γυμvής Ψυχής, Οι Εκδόσεις τωv Φίλωv, 1986, σελ. 45.
[iii]  Στο άρθρο της «Deaming a Mythic World», στον τόμο Origins of story, ed. Barbara Harisson and Gregory Maguire,  New York: McElderry Books, 1999 σελ.84.
 [iv] Πρβλ. «Η εξορία του συγγραφέα παιδικών βιβλίων», σελ. 43.
 [v]  Nicholas Tucker (πρόλoγoς και επιμέλεια): Suitable for Children? Sussex University Press, 1978, σελ. 20.
[vi] Στο βιβλίο της How to write for children, Allison and Busby, Λονδίνο: 1988, σελ. 53.
 [vii] Στο δοκίμιο του ΄Αγγελου Τερζάκη «Τσέχωφ-Γκόρκι», στο βιβλίο του Σε καμπή της Ιστορίας – Δοκίμια ΙΣΤ’, Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1995, σελ. 148.
 [viii] Στο άρθρο του «Fiction for Children and Adults: Some essential differences», στο περιοδικό  Children’s Literature in Education, τ. 10, Μάρτης 1973.
 [ix] Στο βιβλίο του Signs of Childness in Children’s Books, Thimble Press, Stroud (UK) 1997  στις σελ. 39 και 63.
 [x]  Στo άρθρo της στov τόμo Travellers in Time, με τα κείμεvα τoυ oμώvυμoυ συvεδρίoυ της Children's Literature New England (CLNE), Cambridge, England 1989.

Σάββατο, 13 Αυγούστου 2016

Κωστής Μακρής: Σκέψεις για το βιβλίο «Το φιλί της λύκαινας»


Από πού να πιαστώ για να ξετυλίξω τις σκέψεις μου για το βιβλίο αυτό; Δεν θέλω να μιλήσω σαν να κάνω κριτική. Δεν θέλω να κάνω κριτική. Δεν μπορώ να κάνω κριτική. Όσο κι αν μοιάζει με κριτική αυτό που θα γράψω. Από την άλλη μεριά, δεν θέλω να φανεί σαν ένα ακόμα εγκώμιο για μια πάρα πολύ γνωστή και κατά τεκμήριον σπουδαία ελληνίδα συγγραφέα, πολυβραβευμένη στην Ελλάδα και διεθνώς (υποψηφιότητα για το Διεθνές Βραβείο Άντερσεν το 1994 και το 2010, Διεθνές Βραβείο Astrid Lindgren το 2015) και με τόσες άλλες διακρίσεις…

Έχω διαβάσει πολλά βιβλία πριν από «Το φιλί της λύκαινας»*της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, που κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 2016 από τις Εκδόσεις Πατάκη. Πολλά και πολλών συγγραφέων. Δεν θέλω ούτε και μπορώ να παραστήσω τον Όμηρο, σαν να μην έχω διαβάσει κανένα βιβλίο. Και δεν είναι αυτό το πρώτο που πιάνω στα χέρια μου και με εντυπωσιάζει και με συναρπάζει και το διαβάζω αργά αργά αν και διαβάζω γρήγορα. Ξύπνησε το παιδί μέσα μου. Δεν θέλω να διαβάζω μονορούφι κάποια βιβλία εκτός ίσως από κάποια αστυνομικά όπου θέλω να δω τι έγινε ή τι θα γίνει. Η «Λύκαινα» της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου δεν ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία. Συγκρατούσα την επιθυμία μου να δω τι γίνεται επειδή ήθελα να μακρύνω τον χρόνο που θα έχω όμορφες σελίδες στο κομοδίνο μου να με περιμένουν. Ε; Δεν είναι ωραίο συναίσθημα αυτό; Να σε περιμένει ένα βιβλίο που σ’ αρέσει δίπλα στο κρεβάτι σου; Το θυμάμαι αυτό από παιδί και μερικά βιβλία καθυστερούσα να τα τελειώσω και έψαχνα ―αρκετές σελίδες πριν το τέλος― να βρω με τι θα τα αντικαταστήσω όταν θα τελείωνε.

Είπα ότι δεν μπορώ να παραστήσω τον Όμηρο. «Τι σχέση έχει ο Όμηρος;», σαν να ακούω το ερώτημα. Ο Όμηρος ήταν ένα πολύ μεγάλο μυστήριο για μένα. Πολλά χρόνια πριν αρχίσω να γράφω αναρωτιόμουνα: Πώς μπόρεσε να γράψει δυο τόσο πελώρια, γοητευτικά και διαχρονικά έργα χωρίς να έχει διαβάσει κανένα βιβλίο; Η απάντηση που δίνω τώρα είναι ότι ο Όμηρος ―ό «ένας» ή «οι πολλοί»― άκουγε πολύ και πολλά. Άκουσε χιλιάδες ιστορίες. Ιστορίες που μπορεί να ερχόντουσαν από πολύ μακριά και που πήγαιναν εξίσου μακριά. Μια απ’ αυτές μπορεί να ήταν και το Έπος του Γιλγαμές. Ίσως και ιστορίες για κυνόμορφους ―ή τσακαλόμορφους― θεούς, όπως ο Άνουβις, και σχέσεις ανθρώπων με ζώα, ανθρώπων με θεούς, θεών με θνητούς. Όπως ας πούμε ο μύθος της Ευρώπης.

Έχω διαβάσει πολλά βιβλία, έχω ακούσει πολλές ιστορίες και έχω δει πολλές ταινίες. Και έχω ταξιδέψει αρκετά. Ήδη ακούω ψίθυρους γκρίνιας: «Μας τα είπες αυτά… Μας υποσχέθηκες να μιλήσεις για το Φιλί της λύκαινας και έχεις ήδη ανακατέψει τον Όμηρο, το Έπος του Γιλγαμές, τους θεούς της Αιγύπτου, βιβλία, ταινίες, ταξίδια και ποιος ξέρει τι θα μας φέρεις ακόμα! Άντε! Τελείωνε με την εισαγωγή!»

Δίκιο βουνό έχετε. Αλλά τι φταίω εγώ που έχω να κάνω με μια παμπόνηρη όσο και μαστόρισσα συγγραφέα που μου φανεροκρύβει και μου κρυπτοφανερώνει όλη της τη βαθιά παιδεία πίσω από σελίδες απευθυνόμενες φαινομενικά σε παιδιά; Που ντύνει με γούνες αγάπης και γνώσης τις γυμνές ερωτήσεις και απορίες των παιδιών που θα τη διαβάσουν; Που παρασύρει ακόμα κι εμένα στις σελίδες της και χαίρομαι μαζί με τον εγγονό του παππού Πέτρου, να ανακαλύπτω τον περίπλοκο κόσμο των ενηλίκων με τα μάτια ενός παιδιού, κοντά στην εφηβεία;

Τι; Πώς είπατε; Δεν ξέρει η συγγραφέας ότι πολλά παιδιά στην ηλικία του Φραγκίσκου Νόιγκερ ―του «Φραγκή» της― ξέρουν αρκετά για τον Μόγλη και τους λύκους που τον έκαναν μέλος της οικογένειάς τους; Γιατί τότε ο ―άλλος αρχιπονήρακας!― παππούς Πέτρος Δίγκος, προσφωνεί «λυκόπουλο» τον εγγονό του παρόλο που είναι ήδη πρόσκοπος; Το όνομα Ακέλας είναι οικείο στους προσκόπους και ο Ράντγιαρντ Κίπλινγκ, ο συγγραφέας του Μόγλη, έχει δώσει πολλές περιγραφές της λυκίσιας οικογένειας του ήρωά του αλλά και ολόκληρης της φυλής των λύκων που αρχηγός της ήταν ο Ακέλας.

Και εκείνα «τα ύδατα της Στυγός»; Μήπως δεν ξέρει η συγγραφέας ότι όποιος νεαρός ―ή και μεγαλύτερος― αναγνώστης της δεν τα ξέρει θα σπεύσει να τα «γκουγκλάρει» για να μάθει περισσότερα για τον Αχιλλέα και την οικογένειά του; Ή τα άλλα, για την Αμφίπολη και το αριστοτεχνικό πλέξιμό της με τον μύθο του βιβλίου; Κι ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης πάλι; Τι δουλειά έχει σε ένα βιβλίο με λύκαινα στον τίτλο; Ε; Λες και δεν ξέρουμε… Αλλά, ξέρουμε; Και η δικτατορία του 1967 και τα πιο πριν γεγονότα και πολλά για την Αθήνα και παλιές ονομασίες όπως η Πλατεία Κυριακού και πολλά άλλα.

Διακρίνω στραβομουτσουνιάσματα; «Τι θες να πεις; Ότι το βιβλίο διδάσκει;» Ναι, μωρέ! Διδάσκει. Τιμή του και καμάρι του! «Δηλαδή πάσχει από διδακτισμό;» Όχι, κάθε άλλο! Δεν «πάσχει» από διδακτισμό το βιβλίο της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου. Αλλά είναι και διδακτικό. Πώς; Μα με τον απλό κι αβίαστο τρόπο που έχουν για να μας διδάσκουν όλοι οι καλοί συγγραφείς από την εποχή του Ομήρου, του Αισώπου, του Αισχύλου, του Σοφοκλή, του Ευριπίδη και όλων εκείνων που σήμερα προσπαθούμε να τους επιβάλλουμε στα μικρά παιδιά, στερώντας και εκείνους, τους «αρχαίους», αλλά και τα παιδιά από την εγγενή «παιδειά/παιχνίδι» των μεγάλων έργων, το παιχνίδι εκείνο με το οποίο μπορεί να γίνει ευχάριστη, ελκυστική όσο και διδακτική η παιδεία, η εκπαίδευση και η μαθητεία.

Σαν να παίζουμε. Σαν να λέμε ανέκδοτα, γλωσσοδέτες και αινίγματα που τόσο αρέσουν στα παιδιά. Σαν να γελάμε. Σαν να βλέπουμε θέατρο, κουκλοθέατρο, σινεμά. Σαν να μιλάμε για πράγματα γνωστά που τα ξέρουν όλοι. Κι όταν κάτι φαίνεται να το ξέρουν όλοι, το παιδί θέλει να το ξέρει κι αυτό. Μιλάω από πείρα. Πες σ’ ένα παιδί ότι «όλος ο κόσμος ξέρει πώς κάνει τον ήχο του το αρσενικό τζιτζίκι!» και θα καθίσει να του εξηγήσεις. Με σχέδια, με ένα αληθινό τζιτζίκι που θα πιάσετε από ένα πεύκο, θα το δείτε και μετά θα το αφήσετε ελεύθερο. Πες του όμως με ύφος δασκαλίστικο: «Τώρα θα σου μάθω πώς κι από πού ακούγεται ο ήχος του τζιτζικιού», και το παιδί θα την κάνει με ελαφρά πηδηματάκια.

Κι έτσι μας σπρώχνει η συγγραφέας ―με χάδι, χαμόγελο κι αγάπη κι όχι με το ζόρι― να αναζητήσουμε τους φανερούς ή κρυφούς συνδέσμους με πολλά άλλα βιβλία και από τα άλλα βιβλία με πολλών ανθρώπων «νόες και άστεα». Και μέσω των πολλών βιβλίων να μπορούν να επικοινωνούν μεταξύ τους οι αναγνώστες και να λένε «Βασιλιάς Ληρ» και να αναφέρονται με κοινούς κώδικες στη γεροντική αμβλύνοια και τη θυγατρική αγνωμοσύνη. Όπως τα δέντρα επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω των ριζών τους με τη βοήθεια μυκήτων. Πρόσφατες έρευνες οδηγούν σε τέτοιες θεωρίες για τα δέντρα, δεν τα έβγαλα από την κοιλιά μου αυτά. Το αν θα αποδειχτούν είναι μια άλλη ιστορία.

Ας ξαναγυρίσω όμως στο βιβλίο.

Ανακατεμένα τα λέω επειδή δεν γράφω εργασία, γράφω τις εντυπώσεις και τις σκέψεις μου για ένα βιβλίο που το χάρηκα και ό,τι θυμάμαι χαίρομαι. Τι χαίρομαι δηλαδή που σε περισσότερες από πέντε ―όχι συνεχόμενες― σελίδες με πήραν τα ζουμιά. Αλλά δεν θα σας πω σε ποιές γιατί ο καθένας κλαίει με διαφορετικά πράγματα ανάλογα με τα βιώματά του. «Και δεν ντρέπεσαι να το λες;» Γιατί να ντραπώ; Ίσα ίσα το έχω για πολύ σπουδαίο που μπορώ ακόμα να κλαίω με ένα βιβλίο που δεν φτιάχτηκε για να με κάνει να κλάψω, όπως μερικές σαπουνόπερες ή κάποιες τρίτης διαλογής δακρύβρεχτες κι ευπώλητες βιβλιοπαραγωγές.

Κλαίω όπως κλαίω σε πολλές σελίδες του Ντίκενς, του Παπαδιαμάντη, του Καμύ και πολλών άλλων παλαιότερων αλλά και συγχρόνων συγγραφέων που είναι μεγάλοι μάστορες στη διαχείριση των συναισθημάτων των χαρακτήρων που πλάθουν και την επίδραση στο θυμικό των αναγνωστών τους και ξέρουν πολύ καλά τι κάνουν αλλιώς δεν το κάνουν.
Αν θέλετε περισσότερα για την υπόθεση, μπείτε στο σάιτ της συγγραφέως http://www.loty.gr/ , μπείτε και διαβάστε κι άλλα κριτικά σημειώματα σπουδαίων συγγραφέων, καθώς και το σημείωμα του εκδότη.

Ένας παππούς, δυο γονείς, ένας εγγονός, μια κυνηγημένη μάνα λύκαινα, ένα φιλί, ένα λυκάκι, παρεξηγήσεις χρόνιες, οικογενειακοί καβγάδες, αποκαλύψεις, ταξίδια σε τόπους και χρόνια. Η Αμφίπολη, αρχαιολόγοι, ιστορίες, μύθοι, θρύλοι. Έρωτας, αγάπη, παρεξηγήσεις, μια κόρη που δεν μιλιέται με τον πατέρα της και που εκείνος θέλει να μεταφέρει τις δικές του εξηγήσεις στον εγγονό του μπας και αλλάξει κάπως η κατάσταση. Ε, δεν θα σας πω και όλη την ιστορία! Να τη διαβάσετε θέλω.

Η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου συνεχίζει το προσωπικό της ταξίδι και την ανέγερση νέων ορόφων και διπλανών μεγάρων στους μύθους και τις ιστορίες που έχει μελετήσει , έχει κληρονομήσει και έχει πλάσει και που η ίδια συνεχίζει να οικοδομεί με ένα πλέγμα χαρακτήρων ―που όπως λέει η Βιρτζίνια Γουλφ, και συμφωνώ μαζί της, η λογοτεχνία είναι εν πολλοίς πλάσιμο χαρακτήρων― που συναπαρτίζουν όλοι μαζί έναν προσωπικό θίασο της συγγραφέως που μας γίνεται γνώριμος από βιβλίο σε βιβλίο της μέχρι να συγγενέψουν μαζί μας, σαν τους χαρακτήρες της κλασικής λογοτεχνίας. Τόσο γνώριμοι και τόσο οικείοι, που μας φαίνεται απολύτως φυσικό το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου. Δεν θέλω να φανερώσω εδώ τον τρόπο που βρίσκει η συγγραφέας να ταιριάξει η ίδια μ’ ένα πλάσμα της ονειροφαντασιάς ―που δεν ξέρουμε πόσο πραγματικό και πόσο μυθοπλασμένο είναι― και με το ταίριασμα αυτό να γεννηθούν Κόσμοι. Για να πληρωθεί το ρηθέν υπό του προφήτου Ουίλιαμ Σέξπηρ ―πολυχρησιμοποιημένο ακόμα κι από τη διαφήμιση― ότι «είμαστε φτιαγμένοι από την ύλη των ονείρων». Αλλά μια ύλη που αποδεικνύεται τόσο ισχυρή, τόσο χειροπιαστή ―όταν γίνεται πρώτη ύλη σκέψης και πράξης― που μπορεί ακόμα και μια λύκαινα να την κάνει να δώσει ένα φιλί σε έναν εκπρόσωπο του είδους μας. Αρκεί αυτός να της δείξει αγάπη και να την πείσει ότι θα προστατέψει με αγάπη το σπλάχνο της. Κι ας έχουμε, οι άνθρωποι, τόσο πολύ δυσφημήσει και βλάψει τη γενιά των λύκων.

Τώρα που γράφω, θυμάμαι πολλά από το βιβλίο που θα ήθελα να αναφέρω με αποσπάσματα. Σχέσεις με λεπτές αποχρώσεις, ευαίσθητες σαν το κράτημα μιας πεταλούδας, σκηνές έντασης, τραγούδια… Σκέφτομαι τον έρωτα που διατρέχει όλο το βιβλίο που δεν είναι μόνο ο έρωτας ο προκλητικός και ο ερεθιστικός, όσο κι αν χρειάζεται κι αυτού του έρωτα η αποκωδικοποίηση στα παιδιά και στους εφήβους. Είναι η μύηση στον έρωτα που με αλληλοσεβασμό, αλληλοεκτίμηση και φιλικότητα μπορεί να μετεξελιχθεί σε μακροχρόνια αγάπη ανάμεσα σε δυο ανθρώπους.

Ξαναδιάβασα πολλές σελίδες, περισσότερο για να εντοπίσω πού εδράζεται η ζήλεια που ένιωθα για κάποιες φράσεις φαινομενικά απλές. Το διέτρεξα ξανά περισσότερες φορές για να μελετήσω τη δομή του, τη διάρθρωση των κεφαλαίων του και τον τρόπο με τον οποίο η συγγραφέας πλέκει τις ιστορίες των πρωταγωνιστών της. Μπας και αρπάξω κάτι από την πολύτιμη τέχνη της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου.

Έτσι κι αλλιώς, εκτός από φανατικός αναγνώστης, είμαι και συλλέκτης δασκάλων… Αλλά το έχω ξαναπεί αυτό. Υπήρξαν στιγμές που, διαβάζοντας κάποιες παραγράφους εξαιρετικά αφαιρετικές και με μια αίσθηση οικονομίας λόγου θαυμαστή, θυμήθηκα αυτό που αποδίδεται στον Φώκνερ (William Faulkner): “In writing, you must kill all your darlings.” Το αποδίδω με τα λόγια: «Στο γράψιμο πρέπει να σκοτώνεις τα αγαπούλια;-αγγελούδια;-καμάρια;-αγαπημένα; σου». Και σκέφτηκα μετά ότι η λέξη darling δεν είναι ισοδύναμη της λέξης love. Και η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου μπορεί ―ίσως― να έχει «σκοτώσει» πολλά, πολλούς και πολλές “darlings” στο γράψιμό της για να κρατήσει ζωντανές και πιο έντονα χρωματισμένες τις μεγάλες της αγάπες (loves): την ανθρωπιά, το ήθος, την ευγένεια, τη γλώσσα και την ιστορία της Ελλάδας.

Μερικά βιβλία τα διαβάζω περισσότερες από μία φορές. Τη μία για τη χαρά της ανάγνωσης και τη δεύτερη ―τουλάχιστον― για τη χαρά της μάθησης. Πολλοί είναι οι δάσκαλοί μου και οι δασκάλες μου και κανένας τους δεν φταίει που είμαι ακόμα στα «θρανία». Είμαι και θα είμαι ―το ελπίζω― στα θρανία του γραψίματος για όσο θα ζω. Θα μου πεις τώρα ίσως, εσύ που διαβάζεις αυτό: «Και τι φταίμε εμείς να μας πρήζεις με τα δικά σου; Επειδή δεν τα παίρνεις τα γράμματα…» Ε, δεν είναι ότι δεν τα παίρνω. Είναι που μετά από πολλά βιβλία έχω πλέον αποκτήσει μια απληστία για ποιότητα. Κι αυτό το πράγμα, η κατ’ εμέ ποιότητα, δεν εξηγείται με όρους αντικειμενικότητας. Είναι καθαρά υποκειμενικό κι όποτε προσπαθώ να εξηγήσω γιατί μ’ αρέσει κάτι, πάντα σε ταυτολογίες ξεπέφτω.

Και ό,τι έχω γράψει μέχρι τώρα για το Φιλί της λύκαινας, της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου από τις Εκδόσεις Πατάκη (επαναλαμβάνω το όνομα του βιβλίου, της συγγραφέως και του εκδότη για να τα θυμάστε όταν θα πάτε να το ζητήσετε από ένα βιβλιοπωλείο) θα μπορούσε να συνοψιστεί σε μία φράση: Μου άρεσε και μου αρέσει πολύ.

Και μια ακόμα πρόταση: Διαβάστε το.


(Δημοσιεύτηκε στις 12 Αυγούστου 2016 στο ηλ. περιοδικό iporta http://www.iporta.gr/politismos/vivlio/item/9790-to-fili-tis-lykainas-tis-lotis-petrovits-skepseis-gia-to-vivlio-tou-kosti-a-makri#sthash.rCAvuAg8.dpuf )
 * http://www.loty.gr/mythistorima_analyt_20.htm
http://www.i-read.i-teen.gr/book/to-fili-tis-lykainas