Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2014

Αληθινό παραμύθι


 Κάνει λάθη  πότε πότε ο Θεός; Κάτι μου λέει πως ναι. Μόνο που τα διορθώνει με τον καλύτερο τρόπο. Σύντομα μάλιστα πολλές  φορές. Ακόμα και μέσα σε είκοσι μέρες...
     Τίποτα παραπάνω δεν ήθελε μια κοπέλα-διαμάντι, απ’ ό,τι συνήθως οι περισσότερες γυναίκες ανά τους αιώνες: Ένα παιδί. Και δε χρειαζόταν δα ν’ ακούσει ο ΄Υψιστος καμιά ιδιαίτερη παράκληση γι’αυτό! Τι πιο συνηθισμένο για μια θνητή – όταν μάλιστα εξίσου το επιθυμεί κι ο διαλεχτός σύντροφός της -, τι πιο επιθυμητό και για Εκείνον τον ίδιο; «Αυξάνεσθε και πληθύνεστε» δεν είχε πει απαρχής;
     «Και βέβαια να το έχει!» απάντησε στον άγγελο που του μετέφερε τη λαχτάρα της κοπέλας-διαμάντι. «Θέλει και ρώτημα; Στείλε αμέσως ένα!»
     ΄Εκανε λάθος ο άγγελος; ΄Η μήπως τελικά το λάθος ήταν του Παντοδύναμου που τον  εμπιστεύτηκε, ενώ έπρεπε ως Παντογνώστης να γνωρίζει ότι θα λαθέψει ο κομιστής της εντολής – θα λαθεύει συνέχεια για κάμποσο καρό; Να γιατί συλλογίζομαι ότι τελικά μάλλον κάνει λάθη κι Εκείνος.
     Το παιδί λοιπόν δεν ερχόταν, όσο κι αν το περίμεναν η κοπέλα-διαμάντι κι ο σύντροφός της. Αλλού «παρέδιδε» κάθε τόσο κι από ένα βρέφος ο άγγελος: Αποκτούσε μωρό η φίλη, η εξαδέλφη, η μακρινή συγγένισσα, η γειτόνισσα, η απλή γνωστή – πλήθος γυναίκες ένα γύρω γεννούσαν. Εκείνη όχι. Αν ζούσε το ζευγάρι σε παλιότερη εποχή, θα το είχε πάρει απόφαση ότι θα μείνει άτεκνο. Στην σημερινή εποχή, ωστόσο, υπήρχαν τρόποι να βοηθήσει η επιστήμη. ΄Οσο μπορούσε, βέβαια. Γιατί δεν καρποφορούσαν πάντα οι προσπάθειές της με τις σύγχρονες μεθόδους.
     Αν ήταν οκτώ ή δέκα η φορές που έγιναν προσπάθειες «εξωσωματικές» δεν ξέρω ακριβώς να πω.  Εκείνο που ξέρω ήταν ότι απέτυχαν όλες. ΄Ωσπου την τελευταία φορά πληροφορήθηκε επιτέλους ο ΄Υψιστος πως η εντολή Του δεν είχε ακόμα εκτελεστεί. Αν μάλωσε τον φτερωτό κομιστή, ή αναγνώρισε ότι το σφάλμα ήταν στην ουσία δικό Του που τον εμπιστεύτηκε, πώς να είμαι βέβαιη; Το βέβαιο είναι ότι το διόρθωσε. Και σύντομα, πολύ σύντομα, η κοπέλα-διαμάντι κι ο σύντροφός της κρατούσαν στην αγκαλιά τους ένα μωρό είκοσι ημερών! Το ότι ήταν λάθος ενός απρόσεκτου αγγέλου που είχε γεννηθεί από άλλο σώμα δεν είχε καμιά σημασία. ΄Ηταν το δικό τους παιδί, το ολοδικό τους! Και μόνο να το έβλεπες το καταλάβαινες. Είχαν βέβαια ταλαιπωρηθεί πολύ ως να το αποκτήσουν. Είχαν απελπιστεί, είχαν ίσως άδικα κλάψει… Αλλά, μεγαλόψυχοι καθώς είναι συχνά οι «κατ’ εικόνα και ομοίωση» πλασμένοι από Εκείνον άνθρωποι, σίγουρα Τον συγχώρεσαν. Γιατί  ναι, συχνότατα συγχωρούν και οι θνητοί τον Δημιουργό τους. Την άξιζε άλλωστε πέρα για πέρα τη συγγνώμη τους ο Μεγαλοδύναμος. Είχαν αργήσει, είχαν πονέσει, αλλά τελικά είχαν αποκτήσει ένα σπάνιο, ένα ξεχωριστό «διαμαντάκι»!
 

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

Κάθε νεράιδα και δουλειά*


της Τασούλας Τσιλιμένη,
Αν. Καθηγήτριας
του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας
 
Οι νεράιδες, ως τίτλοι παιδικού βιβλίου τα τελευταία χρόνια έχουν προβληθεί ιδιαίτερα. Βιβλία μεταφρασμένα κυρίως με νεράιδες πασπαλισμένες με χρυσόσκονη, νεράιδες  του σκοτεινού δάσους, του νερού, νεράιδες παντού. Το βιβλίο Κάθε νεράιδα και δουλειά, κινείται σε ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο που αφορά στο κείμενο και στην εικονογράφηση. Έχει το ύφος των ελληνικών λαϊκών παραμυθιών.
 
 Είναι γνωστό ότι η συγγραφέας υπηρετεί με σοβαρότητα όλα τα είδη της πεζογραφίας με έμφαση   στο παιδικό/εφηβικό μυθιστόρημα και τις μικρές ιστορίες, χωρίς όμως να λησμονεί το πρώτο και αγαπητό στα παιδιά λογοτεχνικό είδος, το παραμύθι. Ανατρέχοντας στη λίστα με το εργογραφικό της προφίλ, διαπιστώνει κανείς την συμπάθειά της στο λαϊκότροπο παραμύθι. Σε αυτή την κατηγορία  ανήκει και το παρόν βιβλίο με ιστορίες στις οποίες πρωταγωνιστούν 5 νεράϊδες: η Ονειρένια, η Συννεφένια, η Αστερένια, η Αχτιδένια και η Μελένια. Ο ρόλος της κάθε μιας εύκολα αναγνωρίζεται από τα ονόματά τους:
 
 Η Ονειρένια είναι αυτή που φέρνει στον ύπνο των παιδιών γλυκά όνειρα, αλλά τι γίνεται όταν στην απόχη της που τα κουβαλά  πιάνονται και κάποια κακά όνειρά; Και τι θα συμβεί όταν η Συννεφένια που διώχνει τα σύννεφα για να λάμπει ο ήλιος, δεν έχει κέφι για δουλειά μια μέρα αφού κάποιος της έβαλε τις φωνές;  Πώς θα συνεχίσει να χτενίζει τα μαλλιά του Ήλιου η Αχτιδένια, όταν η χτένα της μια μέρα πέφτει στη θάλασσα και χάνεται για πάντα; Η Αστερένια που ανάβει όλα τα αστέρια στον ουρανό, βρίσκει λύση και νικά το φόβο της όταν κάποιο βράδυ το φεγγάρι εξαφανίζεται. Και η πέμπτη η μικρότερη η Μελένια που άλλη δουλειά δεν έχει από το να παίζει και να κουβεντιάζει με πεταλούδες και μέλισσες, τι θα κάνει όταν κάποια μέρα θα διαπιστώσει ότι όλοι είναι απασχολημένοι και δεν έχει παρέα στο παιχνίδι της; Τη λύση σε όλες θα δώσει η έκτη νεράιδα η Γνωστική, που μολονότι δεν είναι από τις πρωταγωνίστριες σε καμία από τις πέντε ιστορίες, είναι εκείνη που συμβουλεύει τις άλλες.
 
Πέντε τρυφερές παραμυθοϊστορίες, που λικνίζουν την φαντασία του παιδιού και το νανουρίζουν με λόγια που μιλούν για την απώλεια, την αξία της εργασίας, την αλληλοβοήθεια, τον  φόβο. Η συγγραφέας ξέρει να υφαίνει τον παραμυθιακό λόγο και να τον χαρίζει στα παιδιά με γλώσσα απλή και τρυφερή, σαν ένα δώρο ψυχής. Βιβλίο  αυθεντικά  λογοτεχνικό, μακριά από την πληθώρα των κειμένων που μας κατακλύζουν τα τελευταία χρόνια και στερούνται κάθε λογοτεχνικότητας, καθώς θυσιάζονται στο πνεύμα της  εξυπηρέτησης της παιδαγωγικής λογοτεχνίας και της «ευέλικτης ζώνης».
 
Η Δήμητρα Ψυχογιού κάνει ακόμη πιο χαρούμενες και φωτεινές τις ιστορίες με τα έντονα και λαμπερά χρώματα που χρησιμοποιεί αλλά και με τα πρόσωπα που έχουν κάτι από τις βυζαντινές αγιογραφίες.
    

 * Κάθε νεράιδα και δουλειά:
http://www.loty.gr/paramith_analyt_32.htm
http://www.patakis.gr/viewshopproduct.aspx?id=592137

Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2014

Η μικρή και η μεγάλη Σταυρούλα –μια απίστευτη διαδικτυακή ιστορία


(με αφορμή την αυριανή γιορτή της)

 Λίγα μόνο χρόνια έχω πάντα την αίσθηση  ότι πέρασαν από τη μέρα που συνάντησα στο Σούνιο, ψηλά  στον ναό του Ποσειδώνα, μια γλυκιά μικρούλα –μαθήτρια των μεγάλων τάξεων του δημοτικού έδειχνε να είναι. «Ξεναγούσα» κάποιους ξένους φίλους και με τράβηξε το βλέμμα της το στοχαστικό – το θυμάμαι σαν τώρα. Κοιτούσε μια τον αρχαίο ναό, μια τη θάλασσα, κι  ένιωσα την ανάγκη να της πιάσω κουβέντα. ΄Αφησα την παρέα μου, την πλησίασα και ρώτησα πώς τη λένε. «Σταυρούλα» μου είπε με ύφος ασυνήθιστα σοβαρό και η επόμενη ερώτησή μου ήταν – τι άλλο; - αν της αρέσει το διάβασμα.  "Ναι" μου είπε λίγο φοβισμένη, σίγουρα θα της είχαν πει να μη μιλάει με αγνώστους!
     «Ποιο είναι το αγαπημένο σου βιβλίο» ρώτησα πάλι .
     Και η μικρή Σταυρούλα είπε αυθόρμητα:
     «Στο τσιμεντένιο δάσος το λένε».
      Γέλασα! Της είπα ότι το έχω γράψει εγώ κι εκείνη με κοίταξε κάπως επιτιμητικά. Ολόκληρη γυναίκα και να λέω ψέματα! - έτσι θα φαντάστηκε και με το δίκιο της. Τέτοια σύμπτωση να με βρει τυχαία μπροστά της, σε μια πόλη-τέρας με 4.000.000 κατοίκους... ΄Εβγαλα και της έδωσα μια κάρτα μου για να την πείσω, την υπέγραψα κιόλας.  «Θα σε θυμάμαι πάντα» της είπα, εκείνη την πήρε διστακτικά κι έτρεξε στους δικούς της. «Να μη μιλάς με ξένους» θα θυμήθηκε πάλι τη συμβουλή τους - και μάλιστα όταν κάποιοι ξένοι ισχυρίζονται απίθανα πράγματα!

     Και να που ύστερα από χρόνια, μεγάλη πια η Σταυρούλα, με βρήκε «διαδικτυακά» και μου έστειλε μήνυμα! Θυμόταν κι εκείνη τη συνάντησή μας έλεγε. Κι  εμένα με πήραν τα δάκρυα, όσο περίεργο κι αν ακούγεται. Είπα να γράψω ένα μικρό διήγημα γι' αυτό το περιστατικό, αλλά σκέφτηκα πως θα φανεί εντελώς απίθανο, αποκύημα καλπάζουσας – ίσως και αυτάρεσκης - φαντασίας. Και όμως, η ζωή γράφει αράδες απίστευτες καμιά φορά!
 
     Πέρασαν ακόμα λίγα χρόνια, και το 2008 γίναμε «φίλες» στο facebook.  Ανταλλάξαμε γλυκές κουβέντες, έμαθα τα νέα της μεγάλης πια Σταυρούλας,  της είπα κι εγώ τα δικά μου, πως είχα κάποτε σκεφτεί να γράψω σαν διήγημα την απίστευτη συνάντησή μας…   «Κι εσείς μείνατε στη μνήμη μου» απάντησε «ως μια υπόσχεση τύχης, ως μια μορφή αγάπης, ως κάτι με νόημα. Και σας ευχαριστώ για αυτό. Κι ως ένδειξη τι δρόμο να ακολουθήσω, γιατί κι εγώ αγάπησα τη γραφή. Να γράψετε το διήγημα, να το γράψετε γιατί όχι; Εγώ και θα το διαβάσω και θα το πιστέψω και θα ξέρω ότι είναι αλήθεια! Και θα μιλάμε και εδώ. Και την κάρτα που μου την είχατε υπογράψει ως παιδάκι στο Σούνιο, στο Ναό του Ποσειδώνα, την έχω κρατήσει!»
 
     Μιλάμε όντως πού και πού από τότε, παρακολουθώ τη μεγάλη πια Σταυρούλα, αλλά κι εκείνη δε με ξεχνάει – ούτε και το Τσιμεντένιο δάσος φυσικά! Μέχρι που προ ημερών το έβαλε στα «10 βιβλία που σου 'χουν μείνει στο μυαλό», όπως ζητούν τελευταία να τους πούμε κάποιοι φίλοι στο facebook! Και είναι πάντα από τους πρώτους που μου στέλνει τις ευχές της κάθε χρόνο για τα γενέθλιά μου.  «Χαίρομαι που σας βρίσκω πάντα δημιουργική και νέα, για πάντα νέα!» μου έγραψε πέρσι. Κι εγώ της απάντησα: «Αχ, νέα, ναι! Μόλις γιόρτασα την 38η επέτειο των 38 μου χρόνων!»

     Χρόνια πολλά  για τη γιορτή σου λοιπόν, μεγάλη και μικρή μου Σταυρούλα! Να είσαι πάντα καλά και όλα στη  ζωή σου να γίνονται όπως τα θέλεις και όπως τα ονειρεύεσαι. Είσαι από τα πλάσματα που έχουν μείνει στη ανεξίτηλα στη μνήμη μου. Θα μου πεις, και τι σπουδαίο να θυμάμαι τη μικρή Σταυρούλα; Ε, είναι λίγο, αν σκεφτείς ότι στα 40 χρόνια που γράφω βιβλία για παιδιά και νέους έχω γνωρίσει, έχω μιλήσει, έχω αλληλογραφήσει με χιλιάδες μικρούς αναγνώστες. Η Σταυρούλα όμως, και η μικρή και η μεγάλη, είναι για μένα πρόσωπο εντελώς ξεχωριστό!
 
 
 

 

Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2014

Σαν αύριο: 6 Σεπτεμβρίου 1955 - Η καταστροφή του Ελληνισμού της Πόλης (*)


«…Και τότε η ΄Ελλη άκουσε πολλά που δεν τα ήξερε για το τι έγινε στην Πόλη στις 6 Σεπτεμβρίου του 1955. ΄Εμαθε πράγματα που στο σχολείο δεν τ’ άκουσε ποτέ, λίγες αράδες μόνο έγραφε κάποιο βιβλίο.

     Το απόγευμα εκείνης της ημέρας, όλα φαινόταν ήρεμα στην Κωνσταντινούπολη. ΄Ωσπου μια ομάδα διαδηλωτών με άγριες διαθέσεις άρχισε τα συνθήματα με στόχο την Ελλάδα. Αφορμή τους το θέμα το Κυπριακό. Σε λίγο οι πέντε δρόμοι πού οδηγούσαν στην Πλατεία Ταξίμ γέμισαν από μαινόμενο όχλο οπλισμένο με τσεκούρια, φτυάρια, ρόπαλα, σκεπάρνια και λοστούς που φώναζε «ανάθεμα στους άπιστους, κατάρα στους γκιαούρηδες! Σπάστε και γκρεμίστε ό,τι τους ανήκει!»
 
     Και τότε ο όχλος άρχισε με αλαλαγμούς να καταστρέφει καταστήματα Ελλήνων, σπίτια κι  εκκλησίες. Εμπορεύματα, οικοσκευές, εικόνες, ράσα κι άγια σκεύη έγιναν στόχος των μανιασμένων διαδηλωτών. Σε κόλαση μετατράπηκε το Πέραν, αλλά κι άλλες περιοχές μ’ ελληνικές επιχειρήσεις απ’ τον Βόσπορο ίσαμε τη θά­λασσα του Μαρμαρά. Οι ΄Ελληνες της Πόλης έζησαν ώρες εφιαλτικές. Τίποτα ελληνικό δεν έμεινε όρθιο.
 
 
Καταστράφηκαν ολότελα χιλιάδες καταστήματα, δεκάδες εργοστάσια, εστιατόρια  ξενοδοχεία, φαρμακεία, εκκλησίες μοναστήρια και σχολές, ακόμα κι οι πιο ξακουστές, όπως η Πατριαρχική Σχολή του Φαναρι­ού, η Θεολογική Σχο­λή της Χάλκης, το Ζάππειο Λύκειο και άλλες. Ρημάχτηκαν ακόμα τα γραφεία και τα πιεστήρια των τριών ελληνικών εφημερίδων και βεβηλώθηκαν ελληνικά νεκροταφεία.  
    
 Τα μεσάνυχτα, έπειτα από έξι ώρες, η Τουρκική Κυβέρνηση  κήρυξε Στρατιωτικό Νόμο στη χώρα,  μα ήταν πια πολύ αργά. Η καταστροφή του Ελληνισμού της Πόλης είχε ολοκληρωθεί. Τα θύματα ήταν πολλά, είτε από επιθέσεις, είτε από πανικό, τρόμο ή απελπισία. Ανάμεσά τους οι γονείς του Αριστόξενου…»

 

 
 
Απόσπασμα από το βιβλίο
Στη σκιά της πράσινης βασίλισσας
(Πατάκης, 2012)                               


Περισσότερα:
http://ritsmascorner.eu/content/στη-σκιά-της-πράσινης-βασίλισσας-λότη-πέτροβιτς
http://lotypetrovits.blogspot.gr/2012/06/2012.html
http://lotypetrovits.blogspot.gr/2013/04/blog-post.html
http://lotypetrovits.blogspot.gr/2012/06/2012-9.html
http://lotypetrovits.blogspot.gr/2012/05/blog-post_31.html
http://lotypetrovits.blogspot.gr/2012/09/blog-post_29.html
http://lotypetrovits.blogspot.gr/2014/02/blog-post_20.html

Σάββατο, 16 Αυγούστου 2014

Στοιχεία για τους συγγενείς μου «εκ φαντασίας»!


 «Tα πρόσωπα των μυθιστορημάτων σας είναι πραγματικά;» με ρωτούν πολλοί αναγνώστες, μεγάλοι και μικροί. Ναι, τους απαντώ, οι ήρωες που πλάθω είναι για μένα αληθινοί, συγγενείς μου “εκ φαντασίας”. Λίγες είναι οι φορές που, μαζί μ’ αυτούς, τρυπώνουν στα βιβλία μου και πρόσωπα υπαρκτά, ιστορικά ή φιλικά, συγγενικά η όχι. (*) Αληθινοί λοιπόν για μένα οι ήρωές μου, γι’ αυτό κι από βιβλίο σε βιβλίο μεγαλώνουν όπως όλοι οι άνθρωποι, μεγάλοι και μικροί. Αυτό το ξέρουν βέβαια οι «φανατικοί» μου αναγνώστες. Για εκείνους όμως που πρώτη φορά τους συναντούν σε κάποιο απ’ τα βιβλία της σειράς κι ενδιαφέρονται να μάθουν περισσότερα, ή για όσους συναντήθηκαν μαζί τους ως παιδιά ή ως έφηβοι, έχασαν έκτοτε την επαφή μαζί τους και θα ήθελαν να μάθουν τι απέγιναν και ποια συνέχεια τους επεφύλαξε ζωή, μεταφέρω εδώ στοιχεία κι εξηγήσεις που θα τους διευκολύνουν. Είναι πληροφορίες που υπάρχουν στις τελευταίες σελίδες των βιβλίων, στις πρόσφατες ανατυπώσεις, κι αναφέρουν τα εξής:

 «Η σειρά αυτή καλύπτει χρονικά μια περίοδο αρκετά μεγάλη της νεοελληνικής μας ιστορίας. ΄Ηρωες των βιβλίων είναι πρόσωπα από εφτά οικογένειες. Mε το πέρασμα του χρόνου, η ζωή με τον αόρατο ιστό της συνδέει τις οικογένειες αυτές με συγγένεια ή φιλία. Γεγονότα ιστορικά και περιπέτειες προσωπικές, χαρές και λύπες, ατομικές ή οικογενειακές, γίνονται το στημόνι και το υφάδι, για να πλέξουν ιστορίες που διακλαδώνονται, διαβάζονται ωστόσο ανεξάρτητα. Έχουν θέματα σύγχρονα μα και διαχρονικά: τις σχέσεις των ανθρώπων, την εφηβεία, τον έρωτα, τον θάνατο, την απειλή απ’ τα ναρκωτικά, το διαζύγιο, την προσφυγιά κ.ά.

 1. Το βιβλίο O μικρός αδελφός βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά που συνέβησαν στη Μακεδονία κατά τη διάρκεια του A΄ Παγκοσμίου πολέμου. Στη δίνη του πολέμου εκείνου, ο τότε δεκαεξάχρονος Άγγελος Bεζούκας χωρίζεται από τον μικρό του αδελφό, τον δωδεκάχρονο Αλέξανδρο. H «οδύσσεια» που θα ζήσει, ώσπου να τον βρει και να τον γυρίσει στους γονείς τους, θα τον ωριμάσει, θα τον κάνει να αποστρέφεται τον πόλεμο και να αποζητά τη δικαιοσύνη και την ειρήνη.
 
Τον Άγγελο Bεζούκα θα τον ξαναβρούμε, σαραντάχρονο πατέρα πια, στο βιβλίο Τραγούδι για τρεις, όπου πρωταγωνιστεί η κόρη του, Ελισάβετ. Kαι τον συναντάμε παππού στο Λάθος, κύριε Nόιγκερ! με κεντρικό πρόσωπο τον εγγονό του, Αλέξη Nόιγκερ, αρχαιολόγο και δάσκαλο των Γερμανικών, δευτερότοκο γιο της Ελισάβετ.
 

 2. Το βιβλίο Για την άλλη πατρίδα βασίζεται και αυτό σε πραγματικά περιστατικά που συνέβησαν πολύ αργότερα. Το 1974, η οικογένεια του δεκάχρονου Τέλη Iακώβου –οικογένεια παλαιών μεταναστών– ζει τη δική της περιπέτεια. Καταφέρνει να φύγει από μια χώρα με ανελεύθερο καθεστώς και γυρίζει στο πανέμορφο νησί των προγόνων της. Όμως η μοίρα τής παίζει άσχημο παιχνίδι. Το νησί δέχεται εχθρική εισβολή και οι Iακώβου δοκιμάζουν και πάλι τον ξεριζωμό, τον πόλεμο, την προσφυγιά.
 
Τον Τέλη τον ξαναβρίσκουμε μεγάλο στο  Καναρίνι και μέντα  και στο  O κόκκινος θυμός. Τον συναντάμε και στα βιβλία  Ποιος θα γράψει για το σκύλο μας; και  Το μυστήριο του καλοκαιρινού  Αγιοβασίλη με πρωταγωνίστρια τη μικρή του κόρη, τη Νεφέλη. Εκεί επανεμφανίζεται ηλικιωμένη και η μητέρα του, η γιαγιά Νεφέλη, μαζί με την εξαδέλφη της, την Ελισάβετ Bεζούκα-Nόιγκερ, που ανταμώνουν έπειτα από μακρόχρονη αναζήτηση, από το τέλος του B΄ Παγκοσμίου πολέμου, εποχή που περιγράφεται στο Τραγούδι για τρεις.
 
  3. Το βιβλίο Στο τσιμεντένιο δάσος μιλάει για την απειλή των ναρκωτικών. Σ’ ένα δάσος από τσιμεντένιους κορμούς, στην Αθήνα, μια έφηβη «κοκκινοσκουφίτσα», η Kόννη, συναντά έναν ανθρωπόμορφο «λύκο» που προσπαθεί να την εξοντώσει με τη μύηση στον κόσμο του λευκού θανάτου. H νεαρή ηρωίδα θα ζήσει μια επικίνδυνη περιπέτεια. Στήριγμά της θα είναι ο Σωτήρης Κυνηγός, φοιτητής. H γνωριμία τους θα σημαδέψει τη ζωή της.
 
Την Kόννη την ξαναβρίσκουμε, εικοσιπεντάχρονη πια, στο βιβλίο Λάθος, κύριε Nόιγκερ! Πολύ αργότερα, στο βιβλίο Τα τέρατα του λόφου, τη συναντούμε παντρεμένη με τον Σωτήρη Κυνηγό και μητέρα της δωδεκάχρονης Ειρήνης. Πέντε χρόνια μετά, μέσω της κόρης της, κάνει μια σύντομη παρουσία στο βιβλίο Αμίλητη αγάπη.


 
 4. Στο Ζητείται μικρός, ο Χρήστος, που δεν έχει κλείσει ακόμη τα 12, ψάχνει να βρει μια βραδινή δουλειά, για να βοηθήσει κι αυτός οικονομικά την οικογένειά του, που έχει μεγάλη ανάγκη, χωρίς ν’ αναγκαστεί να σταματήσει το σχολείο. Η δουλειά θα βρεθεί, αλλά μαζί με το βραδινό μεροκάματο θα γνωρίσει και όψεις της ζωής που δεν τις υποψιαζόταν. Οι περιπέτειες που θα ζήσει θα είναι επικίνδυνες και οι ταλαιπωρίες πολλές, θα τα καταφέρει ωστόσο να βγει νικητής. ΄Ενας συμμαθητής και μια συμμαθήτριά του θα σταθούν δίπλα του στις δύσκολες ώρες.
 
Τον Χρήστο θα τον ξαναβρούμε στο βιβλίο Σπίτι για πέντε, σ’ έναν ρόλο σημαντικό, για να ξεδιαλύνει ένα μυστήριο και να συντελέσει ώστε να λήξει μια παρεξήγηση ανάμεσα στα παιδιά της οικογένειας που μένει σ’ εκείνο το σπίτι.

   

  5. Ιστορίες που ταξιδεύουν με το Mαρίνο και τη Mαρίνα: Τα ξεκαρδιστικά επεισόδια με τα «Mαρινοθήρια» –τον εννιάχρονο Mαρίνο και την εφτάχρονη Mαρίνα– αλλά και οι απίθανες ιστορίες που γράφει ο πατέρας τους είναι μια εύθυμη παρένθεση στα μυθιστορήματα της σειράς αυτής.
 
Τα «Mαρινοθήρια» γίνονται αχώριστοι φίλοι με τον δεκάχρονο Άρη, σύντροφοί του σε νέες σκανταλιές, στο βιβλίο Σπίτι για πέντε.



 6. Στο Σπίτι για πέντε ξετυλίγονται τα προβλήματα αλλά και τα ευτράπελα που φέρνει η συμβίωση του δωδεκάχρονου Φίλιππου και του δεκάχρονου Άρη, όταν η χωρισμένη μητέρα του πρώτου και ο χήρος πατέρας του δεύτερου παντρεύονται. Πολλά κωμικοτραγικά θα συμβούν, ώσπου η νέα οικογένεια να «δέσει». Τελικά, ο Φίλιππος θα πει «αδερφό» του τον Άρη, μιλώντας στον δάσκαλό του των Γερμανικών, τον κ. Nόιγκερ. Kαι θα θελήσει επιτέλους να συναντήσει και τον πραγματικό του πατέρα, που ζει στη Γερμανία.
 
O Φίλιππος έχει κλείσει τα 14 όταν τον ξαναβρίσκουμε στο Λάθος, κύριε Nόιγκερ! και στο Τραγούδι για τρεις. Στα 17 του θα εμφανιστεί για λίγο στο Γιούσουρι στην τσέπη, όπου πρωταγωνιστεί ο Άρης. Δέκα χρόνια μετά, ο γάμος του με τη Χριστίνα, την παιδική του φίλη, θα είναι ένα από τα σημαντικά γεγονότα στο βιβλίο Τα τέρατα του λόφου. Λίγο αργότερα έχει μια σύντομη παρουσία στο βιβλίο Στη σκιά της πράσινης βασίλισσας.


 7. Στο Λάθος, κύριε Nόιγκερ! ο Φίλιππος είναι 14 ετών και παραθερίζει σε ένα χωριό κοντά στα Καλάβρυτα με τα δύο ετεροθαλή αδερφάκια του, παιδιά του πατέρα του και της Γερμανίδας δεύτερης γυναίκας του. Εκεί είναι και ο νεαρός αρχαιολόγος Αλέξης Nόιγκερ για έρευνες και για να συνεχίσει τα μαθήματα Γερμανικών στον Φίλιππο. H ξαφνική αναχώρησή του θυμώνει τον Φίλιππο, αλλά φέρνει στο φως δραματικές στιγμές της ελληνικής ιστορίας.
 
O Φίλιππος, που τον είχαμε πρωτοσυναντήσει στο Σπίτι για πέντε, έχει κύριο ρόλο και στο Τραγούδι για τρεις. Εκεί επανεμφανίζεται και ο Αλέξης Nόιγκερ, πρωταγωνιστεί όμως η μητέρα του, Ελισάβετ, κόρη του Άγγελου Bεζούκα, ήρωα του βιβλίου O μικρός αδελφός. Τον Αλέξη Nόιγκερ τον ξαναβρίσκουμε στα βιβλία Καναρίνι και μέντα, Ποιος θα γράψει για το σκύλο μας και Τα τέρατα του λόφου.
 

 8. Στο βιβλίο Τραγούδι για τρεις, ο Φίλιππος και η συμμαθήτριά του η Χριστίνα ετοιμάζουν τη σχολική γιορτή της 28ης Οκτωβρίου. Αναζητούν μαρτυρίες για τον B΄ Παγκόσμιο πόλεμο και συγκεντρώνουν υλικό για την Εθνική Αντίσταση. Αποκαλύπτεται τότε μια συγκλονιστική ιστορία που έζησε ως παιδί η δασκάλα πιάνου της Χριστίνας, η κυρία Ελισάβετ Bεζούκα-Nόιγκερ, και η εξαδέλφη της η Νεφέλη στα χρόνια της Kατοχής. Τα δυο παιδιά, με βοηθό έναν ηλικιωμένο αγωνιστή της Αντίστασης, τον κύριο Λευτέρη, θα κατορθώσουν να λύσουν μια παρεξήγηση που κράτησε χρόνια.
 
O Φίλιππος και η Χριστίνα πρωταγωνιστούσαν και στα βιβλία Σπίτι για πέντε και Λάθος, κύριε Nόιγκερ! Οι δυο εξαδέλφες, η Ελισάβετ και η Νεφέλη, θα ξανασυναντηθούν πολύ αργότερα, ηλικιωμένες πια, και θα παίξουν ρόλο στα βιβλία Καναρίνι και μέντα, Ποιος θα γράψει για το σκύλο μας; Το μυστήριο του καλοκαιρινού Αγιοβασίλη, Τα τέρατα του λόφου. Στα δύο τελευταία θα έχει κύριο ρόλο και ο γηραιός κύριος Λευτέρης, ως «καλοκαιρινός Αγιοβασίλης».
 

 9. Στο βιβλίο Γιούσουρι στην τσέπη ο Άρης είναι 14 ετών και παραθερίζει στο χωριό όπου είχε πάει κάποτε και ο Φίλιππος. Εκεί περνά τις διακοπές της και η δωδεκάχρονη Πηνελόπη. O Άρης φέρεται παράξενα, όμως γίνονται φίλοι όταν η Πηνελόπη μαθαίνει τι τον βασανίζει: η αγαπημένη του Αλκμήνη πεθαίνει. Σε μια απελπισμένη προσπάθεια να τη σώσουν, οι δυο τους μπλέκουν σε μια επικίνδυνη περιπέτεια. Αναζητούν στον βυθό της θάλασσας ένα θαυματουργό θαλασσόξυλο, το γιούσουρι, παρέα με τον πολυταξιδεμένο καπετάν Διοκλή.
 
O Άρης, που πρωταγωνιστούσε μικρός και στο Σπίτι για πέντε, παίζει κάποιο ρόλο, φοιτητής πια, και στο Καναρίνι και μέντα, όπου πρωταγωνιστεί ο Απελλής, ο ορφανεμένος μικρός αδελφός της Αλκμήνης. Αργότερα θα εμφανιστεί για λίγο και στο βιβλίο Τα τέρατα του λόφου, για να παρακολουθήσει τον γάμο του αδελφού του Φίλιππου με την παιδική του φίλη, τη Χριστίνα. Σε μεγαλύτερη ηλικία, αναφέρεται επίσης στο βιβλίο O κόκκινος θυμός και Στη σκιά της πράσινης βασίλισσας.
 

 10. Στο βιβλίο Καναρίνι και μέντα, ο εντεκάχρονος Απελλής φεύγει από το ορφανοτροφείο, για να ζήσει με την Kλειώ και τον Τέλη, τους νέους «γονείς» του. Όμως μαθαίνει κάτι ξαφνικά, αναστατώνεται και βρίσκεται ολομόναχος στους δρόμους της Αθήνας. Mόνη συντροφιά του ένας «χάρτινος» παππούς – ο Παπαδιαμάντης. Οι περιπέτειές του θα θέσουν τη ζωή του σε κίνδυνο. Ώσπου ο Άρης, ο μεγάλος του φίλος, θα τον βοηθήσει να βρει την αλήθεια.
 
O Απελλής έχει αργότερα ρόλο σημαντικό και στα βιβλία Ποιος θα γράψει για το σκύλο μας;, Το μυστήριο του καλοκαιρινού Αγιοβασίλη και Τα τέρατα του λόφου. Πρωταγωνιστεί επίσης στο βιβλίο O κόκκινος θυμός. Τον Τέλη, που είχε πρωταγωνιστήσει μικρός στο Για την άλλη πατρίδα, θα τον ξαναβρούμε, πατέρα της μικρής Νεφέλης πια, στα βιβλία Ποιος θα γράψει για το σκύλο μας;, Το μυστήριο του καλοκαιρινού Αγιοβασίλη και O κόκκινος θυμός.


 

11. Στο Ποιος θα γράψει για το σκύλο μας; πρωταγωνιστεί η δεκάχρονη Όλγα, κόρη του Αλέξη Nόιγκερ. Τα ξαδέλφια της, ο Απελλής και η Νεφέλη, ετεροθαλής αδερφούλα του, είναι απαρηγόρητα γιατί «πέθανε» ο σκύλος τους, ο Kέβης. H Όλγα αναζητά ένανσυγγραφέα να γράψει γι’ αυτόν. Ώσπου να τον βρει όμως, πολλά απρόοπτα, απίθανα και κωμικοτραγικά θα συμβούν!
 
H Όλγα παίρνει μέρος και στα βιβλία Το μυστήριο του καλοκαιρινού Αγιοβασίλη και Τα τέρατα του λόφου, όπου συμπρωταγωνιστεί με τη φίλη της την Ειρήνη, κόρη της Kόννης και του Σωτήρη Κυνηγού, που πρωτοσυναντήθηκαν στο Τσιμεντένιο δάσος. Mια σύντομη εμφάνιση κάνει και στο βιβλίο O κόκκινος θυμός.
 


 12. Στο βιβλίο Το μυστήριο του καλοκαιρινού Αγιοβασίλη η μικρή Νεφέλη επιμένει πως είδε Ιούνιο μήνα τον Αγιοβασίλη! Άλλοι την κοροϊδεύουν, άλλοι τη μαλώνουν. Kι ενώ η γιαγιά Νεφέλη προσπαθεί να τη λογικέψει, φανερώνεται ξανά ο καλοκαιρινός Αγιοβασίλης και παίρνει μαζί του τον μικρό της ξάδελφο. Mικροί και μεγάλοι περνούν ώρες αγωνίας. Ώσπου το μυστήριο λύνεται και όλοι μαζί γιορτάζουν μια θεότρελη καλοκαιρινή Πρωτοχρονιά, που τη χαίρονται ιδιαίτερα τα προσφυγάκια της γειτονιάς.
 
Σ’ αυτή την ιστορία παίρνουν μέρος όλα σχεδόν τα μέλη των οικογενειών Iακώβου και Nόιγκερ, που τα έχουμε κατά καιρούς συναντήσει στα βιβλία Για την άλλη πατρίδα, Λάθος, κύριε Nόιγκερ!, Τραγούδι για τρεις, Καναρίνι και μέντα, Ποιος θα γράψει για το σκύλο μας; και θα τα ξαναβρούμε στα βιβλία Τα τέρατα του λόφου και O κόκκινος θυμός.
 

 13. Στο βιβλίο Τα τέρατα του λόφου μια ομάδα ρατσιστών, νεαρών νεοναζί, δε συμμερίζεται καθόλου την ανθρωπιά που δείχνει ο «καλοκαιρινός Αγιοβασίλης» και οι οικογένειες της Όλγας και της Νεφέλης για τα παιδιά των ξένων εργατών. H ομάδα αυτή επιτίθεται στα προσφυγάκια τις παραμονές του γάμου της Χριστίνας και του Φίλιππου. H Όλγα και η φίλη της η Ειρήνη, που έχουν κλείσει τώρα τα δώδεκα και θα είναι παράνυμφοι στον γάμο, θα μπλέξουν σε μια επικίνδυνη περιπέτεια. Kαι ο γάμος θα κινδυνέψει να αναβληθεί.
 
Πρόσωπα από όλα σχεδόν τα προηγούμενα βιβλία, και ιδίως από τα Ποιος θα γράψει για το σκύλο μας;, Το μυστήριο του καλοκαιρινού Αγιοβασίλη και Στο τσιμεντένιο δάσος, μετέχουν στην πλοκή του συναρπαστικού αυτού μυθιστορήματος, που θίγει ένα καυτό πρόβλημα της σύγχρονης εποχής.
 

 14. Στο βιβλίο Ο κόκκινος θυμός ο Απελλής τελειώνει πια το λύκειο και τo όνειρό του είναι να αφοσιωθεί στη ζωγραφική. Ετοιμάζεται όμως για εξετάσεις στο Πολυτεχνείο, επειδή οι δικοί του πιστεύουν πως μόνο έτσι θα έχει ένα σίγουρο μέλλον. Ώσπου, παραμονές Χριστουγέννων, μπαίνει ξαφνικά στη ζωή του ένας διάσημος άνθρωπος των Καλών Τεχνών, με δελεαστικές προτάσεις για σπουδές ζωγραφικής στο εξωτερικό. Η φίλη του η Νιόβη τον καλοτυχίζει, μα ο Απελλής βρίσκεται σε δίλημμα. Το όνειρό του ίσως έτσι να εκπληρωθεί, μα οι αντιδράσεις των δικών του και κάποιες περίεργες ενδείξεις τον αναστατώνουν. Ποιος είναι στ’ αλήθεια ο ουρανοκατέβατος αυτός «μαικήνας»; Και ποιος ο παράξενος άνθρωπος που συναντάει σε ένα καφενείο των Εξαρχείων;
 
Ο Απελλής έχει πρωταγωνιστήσει και στο βιβλίο Καναρίνι και μέντα, όταν ήταν 11 χρόνων. Εδώ παίρνει μέρος και όλη η νέα του οικογένεια –ο πατριός του, Τέλης Ιακώβου, η μητέρα του, Κλειώ Καρίτη, και η αδερφούλα του, η Νεφέλη–, που τους έχουμε συναντήσει στα βιβλία Για την άλλη πατρίδα, Ποιος θα γράψει για το σκύλο μας; και Το μυστήριο του καλοκαιρινού Αγιοβασίλη. Σύντομα εμφανίζονται και τα ξαδέρφια τους, Όλγα και Φραγκίσκος Νόιγκερ, με τη μητέρα τους, την ιατρό Δάφνη Δίγκου-Νόιγκερ, κι ακόμη ένα μυστηριώδες πρόσωπο, που το έχουμε ξανασυναντήσει.

 
 
 15. O καιρός της σοκολάτας. Σαν διάλειμμα ανάμεσα στα μυθιστορήματα, με το βιβλίο αυτό μεταφέρονται οι αναγνώστες στην εποχή του B΄ Παγκοσμίου πολέμου, διαβάζουν αληθινές ιστορίες και προσωπικά βιώματά, και καλούνται σε ένα «αναγνωστικό παιχνίδι»: να ανακαλύψουν πρόσωπα, τόπους και πραγματικά περιστατικά, που βρήκαν μεταπλασμένα τη θέση τους μέσα στα βιβλία της σειράς.

 
 
 
 16. Στην Προφητεία του κόκκινου κρασιού η ΄Ολγα έχει τελειώσει τη Β΄ Λυκείου. Πληγωμένη από την αδιαφορία του Απελλή, ακολουθεί τον πατέρα της σε μια εκδρομή στο θρυλικό Μελένικο. Εκεί, η γνωριμία της με τον Παύλο, έναν νεαρό φοιτητή, γίνεται αφορμή για ένα συναρπαστικό ταξίδι στο παρελθόν της βυζαντινής αυτής πόλης, που ανήκει τώρα στη Βουλγαρία, όπως το έζησαν οι πρόγονοί της, από τον καιρό του Ρήγα ως τους Βαλκανικούς πολέμους, όταν οι χιλιάδες Έλληνες κάτοικοί του πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς. Συντροφιά με τον Παύλο θα εξερευνήσει και το σημερινό Μελένικο, θα γνωρίσει έναν παράξενο γέροντα «μάντη» και θα ξεδιαλύνει τα αισθήματά της. Η εκδρομή αυτή θα σημάνει την αρχή ενός νέου έρωτα.
 
Ο αναγνώστης συναντά κι εδώ πρόσωπα γνωστά από τα μυθιστορήματα Τραγούδι για τρεις, Καναρίνι και μέντα, Το μυστήριο του καλοκαιρινού Αγιοβασίλη, Ποιος θα γράψει για το σκύλο μας, Τα τέρατα του λόφου, Ο κόκκινος θυμός. Είναι ο Αλέξης Νόιγκερ, πατέρας της ΄Ολγας, η γιαγιά Ελισάβετ, ο Απελλής, η Νιόβη και άλλοι, ενώ ο μυστηριώδης «μάντης» επιφυλάσσει εκπλήξεις και «δένει» αυτό το βιβλίο με το πρώτο της σειράς.
 

 17. Στη σκιά της πράσινης βασίλισσας, μιας χιλιόχρονης βασιλικής βελανιδιάς, εκτυλίσσεται μια παράξενη σύγχρονη ιστορία. Η δεκαπεντάχρονη ΄Ελλη και ο δεκαεφτάχρονος Μίλτος εμπλέκονται στην εξέλιξή της προσπαθώντας να βρουν λύση στο αδιέξοδο που δημιουργείται αλλά και να ξεδιαλύνουν τα προσωπικά τους αισθήματα. Παράλληλα, η «πράσινη βασίλισσα» αφηγείται τη μακραίωνη συναρπαστική ζωή της φωτίζοντας τις αθέατες πλευρές της υπόθεσης αλλά και ζωντανεύοντας περιπέτειες και πάθη των Ελλήνων από τη μυθική εποχή ως τις μέρες μας.
 
Την ΄Ελλη την έχουμε συναντήσει ως νήπιο στα βιβλία Σπίτι για πέντε και Γιούσουρι στην τσέπη, και μεγαλύτερη στο βιβλίο Τα τέρατα του λόφου. Τον παππού Φίλιππο και δύο ακόμη πρόσωπα τα έχουμε συναντήσει στο Λάθος, κύριε Νόιγκερ!, ενώ η αναφορά μιας βυζαντινής εικόνας συνδέει μέρος αυτού του μυθιστορήματος με το βιβλίο Η προφητεία του κόκκινου κρασιού.
 
 
18. Στο βιβλίο Αμίλητη αγάπη, τρεις έφηβοι –ο Θέμης, η Όλγα, η Ειρήνη–, τρεις φίλοι με διαφορετικούς χαρακτήρες, διαφορετικές ανάγκες και προσδοκίες, γίνονται μια «αχώριστη τριάδα» για ν’ αντιμετωπίσουν τη βία και τη βαναυσότητα που προκαλεί στον περίγυρό τους ο σχολικός εκφοβισμός και ο νεοναζισμός. Οι προσπάθειές τους θα φέρουν αποτέλεσμα, τι θα γίνει όμως με τα βαθιά αισθήματα που κρύβουν οι δύο από τους τρεις και δεν τολμούν να μιλήσουν γι’ αυτά; Μια ιστορία δυνατής φιλίας και απέραντης αγάπης.
 
Στην Αμίλητη αγάπη πρωταγωνιστούν τρεις έφηβοι που τους είχαμε γνωρίσει ως παιδιά σε προηγούμενα βιβλία –στο μυθιστόρημα Ο κόκκινος θυμός τον Θέμη, στα Τέρατα του λόφου την Ειρήνη και την Όλγα, γνωστή μας κι από τα βιβλία Ποιος θα γράψει για το σκύλο μας, Η προφητεία του κόκκινου κρασιού κ.ά. Επίσης, επανεμφανίζονται για λίγο πρόσωπα από τα βιβλία Στο τσιμεντένιο δάσος, Ο κόκκινος θυμός, Λάθος, κύριε Νόιγκερ!»

--------------------------
(*) Σχετική είναι η διδακτορική διατριβή της ΄Ελενας Στανιού, που εκπονήθηκε στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, με θέμα: «Διακειμενικότητα και χαρακτήρες στο μυθιστορηματικό έργο της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου». Μικρό απόσπασμα υπάρχει εδώ: http://lotypetrovits.blogspot.gr/2014/07/blog-post.html

Σημ.: Όλα τα βιβλία της σειράς έχουν κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Πατάκη. Περισσότερες πληροφορίες για το καθένα, κριτικά σημειώματα κ.λπ. υπάρχουν στις ιστοσελίδες: www.loty.gr  και http://www.i-read.i-teen.gr/author/loti-petrobits-androytsopoyloy

 

Τρίτη, 5 Αυγούστου 2014

Μνήμη Ι.Δ. Ιωαννίδη (1931 – 6.8.2000) : Αντί για μια λέξη


Αναρωτιέμαι καμιά φορά τι θα έβαζα δίπλα στο όνομα των αγαπημένων μου συναδέλφων-συγγραφέων, αν ήμουν υποχρεωμένη να βρω μια μόνο λέξη που να τους χαρακτηρίζει. Στους περισσότερους θα έβρισκα εύκολα, θαρρώ, κάποια που ίσως θα ταίριαζε. Στην περίπτωση του Ι.Δ. Ιωαννίδη, όμως, αυτό θα ήταν αδύνατον. Γιατί ο «Ι.Δ.», όπως όλοι τον αποκαλούσαμε, δύσκολα θα μπορούσε να χωρέσει σε μονολεκτικούς χαρακτηρισμούς.
 
΄Οντας μια ιδιότυπη, ολότελα ξεχωριστή προσωπικότητα, ήταν πολλά μαζί:  Εκπαιδευτικός με άρτια κατάρτιση και σπάνια ευαισθησία, συγγραφέας με ιδιόμορφη, βιωματική γραφή, άτομο με έμφυτη αρχοντιά και διακριτικότητα, παρατηρητής των φαινομένων της ζωής με παιγνιώδη διάθεση αλλά και στοχαστής με  πρωτοτυπία και βαθύτητα σκέψης, ήπιος και καλοπροαίρετος συνομιλητής, ειλικρινής και λεπταίσθητος φίλος, συνάνθρωπος πλήρης αγαθότητας, αθόρυβος εργάτης της εντιμότητας και της καλοσύνης. Και τέλος, εύστοχος κριτικός μ' ένα δυσεύρετο στην εποχή μας προσόν: παντελή έλλειψη οίησης για τις γνώσεις του και αγαπητική διάθεση για ό,τι διάβαζε.
 
Αντί για μια μόνο λέξη, λοιπόν, θα πρόσθετα δίπλα στ' όνομα του «Ι.Δ.» την ηδύτατη μνήμη όλων αυτών των ιδιοτήτων και των χαρισμάτων - δέσμη ακτίνων που πρόσθεσε καθαρό πνευματικό φως, ψυχικό καταυγασμό και φιλική ζεστασιά στη ζωή μας.
 

 
 
 
 


 

Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2014

Κριτική από τον Κωστή Μακρή

 









Για το βιβλίο Αμίλητη Αγάπη

    (Εκδ. Πατάκη, 2014)*
 
 

Ο Κουτσογιάννης ήταν ένας από τους πλειο ώμορφους άντρες του τόπου μας κι από τους πλειο γερούς, κι αν και κουτσός έτρεχε τόσο που δεν τον έφτανε κανένας γερός, και δεν του γλύτωνε γίδι που να μην το πιάσει στην αρέντα. Ήταν αγέρας μοναχός. Λες και η κουτσαμάρα τούχε βγάλει φτερά.

Όταν λαλούσε ο Κουτσογιάννης την φλογέρα τον αφηκρούνταν όσοι βρίσκονταν κοντά του, με μεγάλη προσοχή και κρυφά, γιατί, άμα καταλάβαινε ότι τον αφηκριώνταν, έπαυε στην στιγμή το λάλημα. Είχαν παραλογίσει όλοι οι πιστικοί με την φλογέρα του κι έσκαζαν από την ζήλεια τους.
 
 Απόσπασμα από το διήγημα «Ο Κουτσογιάννης στα Γιάννινα» [1923]
του Χρήστου Χρηστοβασίλη (1861-1937).
Από την Ανθολογία Ελληνικού Διηγήματος 1900-1963,
Πρόλογος: Γεωρ. Βαλέτα, Επιμέλεια: Αντρέα Νενεδάκη
Έκδοσις: Γ. ΚΟΥΡΗ, ΣΤΑΔΙΟΥ 48, ΑΘΗΝΑΙ, 1963
 
***
«Δίπλα σου, ό,τι κι αν γίνει».
   Αυτή είναι η πρώτη φράση από το μυθιστόρημα Αμίλητη αγάπη της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη.
     Είναι μεγάλη κουβέντα αυτή, έχει μεγάλη δύναμη και με την πρώτη αυτή φράση υπονοείται ο τίτλος του βιβλίου. Γιατί τέτοια κουβέντα μόνο από άνθρωπο που αγαπάει βαθιά και χωρίς όρους μπορεί να ειπωθεί. Και ναι μεν δεν είναι το ίδιο με το: «Σ’ αγαπάω και θα σ’ αγαπάω ό,τι κι αν γίνει» αλλά αυτό το «δίπλα σου…», εξίσου δυνατό μοιάζει.
      Αν όμως από την άλλη πλευρά δεν έχει προηγηθεί ένα «στάσου δίπλα μου» σαν παράκληση, ή έστω ένα «stand by me», σαν του τραγουδιού; Που σίγουρα οι ήρωες πρέπει να το ξέρουν αν και είναι αρκετά παλιό τραγούδι. Θέλει ο άλλος να είμαστε δίπλα του ό,τι κι αν γίνει; Ακόμα κι αν δεν μας το έχει ζητήσει; Μήπως αυτό το υπονοούμενο «με χρειάζεσαι και γι’ αυτό θα είμαι δίπλα σου» είναι καταπιεστικό; Μήπως κρύβει έναν εγωιστικό μπάστακα που δε λέει να ξεκολλήσει από το πλάι μας «ό,τι κι αν γίνει»; Κι ας μη βιαστεί κάποιος να με κακοχαρακτηρίσει ότι τάχα υπονομεύω εξαρχής το βιβλίο για το οποίο ξεκίνησα να μιλάω. Γιατί  εννοείται ότι εγώ, ο υποψιασμένος -κι όχι πάντα καλοπροαίρετος- αναγνώστης, περιμένω να δω τα πώς και τα γιατί που θα οδηγήσουν την Ειρήνη να πει αυτή τη φράση στον Θέμη. Και με πόση ανιδιοτέλεια θα την πει. Κι αν πρέπει να την πει.
     Διαβάζω λοιπόν λαίμαργα τις υπόλοιπες σελίδες, αυτή την εξιστόρηση των πολλών (συν δέκα) ημερών, για να δω πώς θα με οδηγήσουν σ’ αυτή την πρώτη και σημαδιακή φράση και με τι είδους καλούδια θα την φορτώσουν. Και φτάνοντας στο τέλος του βιβλίου, γυρίζω ξανά στην αρχή με απαντημένες τις πιο πολλές ερωτήσεις μου και με την πρώτη φράση του βιβλίου να έχει γίνει τώρα ένα καλοτάξιδο καράβι που βγαίνει καμαρωτό απ’ το λιμάνι του για να αρμενίσει σ’ ένα πέλαγος λέξεων. Και εγώ, ο πονηρός αναγνώστης, χαμογελάω με χαρά γιατί τώρα ξέρω ότι έχει καλό φορτίο αυτή η φράση-καράβι. Κουβαλάει πίστη, ελπίδα και γνώση καλά θεμελιωμένες στο όνειρο, στην αγάπη και στην ενσυναίσθηση. Όπως κι όλο το βιβλίο.
     Εδώ θα μπορούσε να τελειώσει ένα μικρό σημείωμα για το βιβλίο Αμίλητη αγάπη της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου μαζί με την προτροπή να το διαβάσετε.
     Αλλά…
     Κάτι στο μυθιστόρημα αυτό, μου θύμισε τον «Κουτσογιάννη» του Χρηστοβασίλη που είχα διαβάσει παλιά. Αυτή η τρυφερότητα της συγγραφέως για τον Θέμη, αυτό το στόλισμά του και ο έπαινος στις ικανότητές του, που δείχνει ο ήρωας να τον αξίζει. Γι’ αυτό και πρόταξα ένα μικρό απόσπασμα απ’ αυτό το παλιό διήγημα των αρχών του περασμένου αιώνα.
     Είπα «μου θύμισε» κι όχι «θυμίζει». Γιατί έχουν αλλάξει πολύ οι εποχές από τότε. Έχει αλλάξει κι ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε πολλά πράγματα. Και πάνω σ’ αυτό και πολλά άλλα, έχω αρκετά να πω. Κι όποια ή όποιος βαριέται να διαβάσει, λυπάμαι… Δεν λέγονται με δυο λέξεις όλα, όπως το «Σε αγαπάω».
     Ο Θέμης δεν θα μπορούσε να είναι ―σήμερα― ένας «κουτσο-Θέμης». Όσο κι αν είναι «ένας από τους πλειο ώμορφους άντρες του τόπου μας κι από τους πλειο γερούς, κι αν και κουτσός έτρεχε τόσο που δεν τον έφτανε κανένας γερός». Όσο κι αν είναι τολμηρός και γενναίος, όπως το αποδεικνύει η στάση του απέναντι στους νταήδες και ψευτόμαγκες «εκφοβιστές» του Γρηγόρη, του συμμαθητή της Ειρήνης και της Όλγας. Όσο κι αν αναλαμβάνει δράση μέσα στο σχολείο για να τελειώνει μια και καλή με το bullying από κάποια στερημένα παιδιά απέναντι σ’ έναν αδύναμο. Όσο κι αν αυτός, ο Α.Μ.Ε.Α., αναλαμβάνει ρόλο super-hero.
     Όχι. Δεν θα μπορούσε να είναι κουτσο-Θέμης αυτό το παιδί. Θα ήταν άτοπο και άδικο. Όχι λόγω της «μη πολιτικά ορθής» διατύπωσης ―μόνο― αλλά, κυρίως, λόγω της στάσης της συγγραφέως απέναντι στους ανθρώπους με αναπηρία και εξαιτίας της σχέση της με τη γλώσσα, την παιδαγωγική και τη σημερινή λογοτεχνία για παιδιά και νέους.
      Το περίγραμμα της υπόθεσης είναι προσιτό σε όσους έχουν πρόσβαση στο διαδίκτυο ή μπορούν να διαβάσουν το σημείωμα στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.
Μέχρι τώρα έχω μιλήσει για την αγάπη που φανερώνει η Ειρήνη για τον Θέμη και την αναπηρία του Θέμη που δεν τον κάνει λιγότερο όμορφο και λιγότερο επιθυμητό από τους αρτιμελείς.
     Αυτός είναι κατά τη γνώμη μου ο άξονας του μυθιστορήματος. Αυτή είναι η ουσία της Αμίλητης αγάπης. Ο έρωτας ανάμεσα σε δυο ξεχωριστούς νέους ανθρώπους. Είναι η αγάπη που όλα τα νικά κι όλα τα υπομένει. Και σε όποιαν ή όποιον σκεφτεί ότι η αγάπη, ο έρωτας και οι σχέσεις των ανθρώπων είναι το θέμα πάαααρα πολλών βιβλίων ―αν όχι όλων― , θα ξαναπώ ότι η έννοια της πρωτοτυπίας εξαρτάται από το βάθος της γνώσης που έχουμε για όλα τα έργα της τέχνης και για όλη την ιστορία του είδους μας που δεν είναι και τόσο ζηλευτή στο σύνολό της.
     Για μένα, πρωτότυπο είναι κάθε καλό βιβλίο που με κρατάει κοντά του και με κάνει να θέλω να το ξαναδιαβάσω. Γιατί στην ιστορία που αφηγείται η Αμίλητη αγάπη υπάρχει αυτό το κάτι που είναι πάντα πολύ βαθύ, διαχρονικό και ουσιαστικό και που η μόνη του ―και επαρκής!― πρωτοτυπία είναι ότι κάθε φορά που συμβαίνει μοιάζει μοναδικό και πρωτοφανές στους νέους ερωμένους και εραστές. Κάθε φορά που δυο νέοι άνθρωποι ανακαλύπτουν τον έρωτα, ο κόσμος ξαναγεννιέται και ξαναχτίζεται· κι αυτό η συγγραφέας δείχνει να το ξέρει βιωματικά και να το διαχειρίζεται με την απλότητα που έρχεται κάθε φορά η άνοιξη. Ανθοφορία, καλοκαιρία και χαμόγελα. Χωρίς πολλά ταρατατζούμ. Και με πλαίσιο απόλυτα σύγχρονο. Με τις έννοιες της αναπηρίας, του σχολικού εκφοβισμού, την επανεμφάνιση φαινομένων φασισμού και ναζισμού και των οικονομικών συνθηκών ―έτσι όπως τις διαχειρίζεται η συγγραφέας― να το μετατρέπουν σε ένα σύγχρονο βιβλίο οδηγό για νέους αλλά και για μεγάλους αναγνώστες.
     Έχει αναλάβει βαρύ φορτίο η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου. Γιατί καθώς επιλέγει να μιλήσει με τη φωνή μιας έφηβης, της Ειρήνης, δεσμεύεται από την επιλογή της αυτή. Και είναι σπουδαίο επίτευγμα για μένα το ότι η γλώσσα που επιλέγει είναι απλή, στιβαρή, ευέλικτη, σαφής και δίχως εκζήτηση. Είναι η φωνή ενός κοριτσιού που του αρέσει το διάβασμα, του αρέσει να μαθαίνει και έχει την απαραίτητη σεμνότητα να μην κομπάζει γι’ αυτό.
     Ξέρει η συγγραφέας πού αρχίζει και πού τελειώνει ο λόγος ενός ταλαντούχου κοριτσιού που δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο απ’ αυτό που εμφανίζεται μέσα στο βιβλίο: ένα ευαίσθητο, διαβασμένο και ερωτευμένο νέο κορίτσι που μας παρασύρει στον κόσμο του. Το ξέρει αυτό η συγγραφέας και καταφέρνει να μας το δώσει με την απλότητα και την αμεσότητα που φτιάχνουν μέλι οι μέλισσες: χωρίς να σφίγγονται. Και έτσι, το ζητούμενο αρμονικής σύζευξης μυθοπλασίας, δομής, σχεδιασμού χαρακτήρων και γλώσσας, υπερβαίνει κατά πολύ την απλή αφήγηση ενός ακόμα love story για τηνέιτζερς. Γίνεται ένα ανθεκτικό και διαχρονικό crossover βιβλίο, που σημαίνει βιβλίο για όλες τις ηλικίες.
      Είναι φανερό ότι η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου είναι ερωτευμένη με τους ήρωές της. Κάτι που συμβαίνει και σε άλλα βιβλία της. Αλλά δεν φτάνει αυτό. Χρειάζεται η εμπειρία ζωής που διαθέτει και η συγγραφική της επάρκεια για να τους προσφέρει τη ζωή που θέλει γι’ αυτούς και που―κατά τη γνώμη της―  τους αξίζει  να έχουν. Και έτσι, φτιάχνει έναν Θέμη τόσο ζηλευτό και λαμπερό για τον αναγνώστη που σε καμιά σελίδα δεν μας αφήνει περιθώρια λύπησης για την αναπηρία του. Φτιάχνει μια Ειρήνη γοητευτική, απλή και ερωτεύσιμη. Που μας μιλάει με τη φωνή ενός ταλαντούχου κοριτσιού αλλά κοριτσιού.
     Ξέρει η συγγραφέας τη γλώσσα της αγαπημένης της έφηβης ηρωίδας και ούτε σε μια σελίδα δεν προδίδεται ξένος λόγος αλλά ούτε και δήθεν «μοντερνιές» που θα κολάκευαν έναν κάπως λιγότερο απαιτητικό αναγνώστη. Μπορεί να μας νευριάζει λίγο η Ειρήνη με την έλλειψη αυτοπεποίθησης που εκδηλώνει περιστασιακά. Μας έχει όμως συμμάχους της στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου και καταλαβαίνουμε την προσπάθειά της να αποδιώξει τους φόβους της και να μάθει πού επιτέλους κλίνει η ερωτική προτίμηση του Θέμη. Μέχρι να φτάσουν εκείνες οι όμορφες δέκα μέρες με τον έρωτα στην άνθισή του.
     Είναι καλό να ερωτεύεσαι τα δημιουργήματά σου. Και δεν είναι ασυνήθιστο. Δεν αρκεί όμως αυτό για να τους χαρίσεις τις αρετές που θα τα κάνουν ελκυστικά και γοητευτικά. Είναι απαραίτητο να κατέχεις τη γνώση των εργαλείων που θα πλάσουν με τρόπο φυσικό και πειστικό τους χαρακτήρες που ζουν και κινούνται με συνέπεια, πειστικότητα και καθαρά περιγράμματα μέσα στην ιστορία που φτιάχνεις και συμβάλλουν στην ολοκλήρωση του μύθου. Χαρακτήρες και ήρωες που μας γίνονται, πολύ πριν τελειώσει η ιστορία, γνώριμοι και οικείοι σαν συγγενείς και φίλοι ή γείτονες. Όχι καλοί απαραίτητα. Πάντα όμως συνεπείς με την αλήθεια που τους αναθέτει ο συγγραφέας.
      Την ικανότητα αυτή την έχει πολλές φορές καταδείξει και αποδείξει η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου στα έργα της. Ξέρει να δημιουργεί λογοτεχνικές παρέες και σόγια που μας μπάζουν κι εμάς μέσα στους κύκλους τους και στις ιστορίες τους ακόμα κι αν μας μοιάζουν μακρινά και ξένα. Δεν θα κάνω σύγκριση με άλλους αριστοτέχνες ―πολύ πιο παλιούς αλλά και νεότερους― του σύγχρονου μυθιστορήματος, αλλά είναι κι αυτό ένα κριτήριο ποιότητας. Το πόσο δηλαδή μπορεί ένας συγγραφέας να αυγατίσει το φαντασιακό μας σόι.
     Μετά από την ανάγνωση ενός άρτιου μυθιστορήματος, όπως η Αμίλητη αγάπη, στην παρέα μου έχουν ήδη προστεθεί η Ειρήνη και ο Θέμης. Και μιλάω για τους δυο τους γιατί ξέρω ότι αυτοί θα αντέξουν περισσότερο από την Όλγα ή τον Γρηγόρη. Χωρίς να θέλω να συγκρίνω ανόμοια πράγματα, θα πω μόνο ότι για πολλά χρόνια θεωρούσα μακρινό ξαδερφάκι μου τον Τομ Σόγιερ και ζήλευα τη σχέση του με την Μπέκυ Θάτσερ. Και από μια ηλικία και πέρα έμαθα να συγκρίνω ―ή να “μετράω”― με τις αρετές του Ηλίθιου, του Ντοστογιέβσκη, κάποιους έντιμους ανθρώπους που έχω γνωρίσει.
      Κάπως έτσι και με την Αμίλητη αγάπη. Σελίδα τη σελίδα αρθρώνεται η αγάπη, που κρύβεται πίσω από την Ειρήνη και την πρωτοπρόσωπη αφήγησή της, με το έμπειρο σμίλεμα όλων των χαρακτήρων του βιβλίου. Aκόμα και των αρνητικών.
      Με στρατηγικές σκακιέρας, που ταιριάζουν στη σκακιστική δεινότητα του Θέμη, με βοηθήματα ποιητικά και διακειμενικά που φανερώνουν τον σεβασμό της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου για τα σημαντικά αναγνώσματα, που τα θεωρεί ―και έτσι τα αξιοποιεί― θεμέλια παιδείας, συγκίνησης, αυτογνωσίας και εφηβικών ερωτικών σκιρτημάτων που μπορούν να οδηγήσουν σε μια ώριμη και δοτική σχέση. Είτε είναι ο «Μεγάλος Ερωτικός» του Μάνου Χατζιδάκι, με τον Δημήτρη Ψαριανό και τη Φλέρυ Νταντωνάκη, οι μεσάζοντες για τη γνωριμία μας με τα «Λιανοτράγουδα», το «Άσμα Ασμάτων» και άλλα μνημεία του λόγου, είτε η ευρυμάθεια του Θέμη για τη μυθολογία και το άρμα του Ήλιου με τα θαυμαστά του άλογα, είτε η λέξη «αγάπη» σαν αφορμή για να μας παρουσιαστούν μερικοί στίχοι του Σεφέρη και του Τάσου Λειβαδίτη. Χωρίς ούτε μια στιγμή να ξεχνάει ο ώριμος αναγνώστης όλων των ηλικιών ότι ακόμα κι ένα μικρό παιδί μπορεί να χρησιμοποιεί στη γλώσσα του δάνεια από τραγούδια, ποιήματα ή παραμύθια χωρίς να εμποδίζεται να είναι αυτό το ίδιο παιδί που κάθε φορά μιλάει στη γλώσσα του.
     Αυτή άλλωστε η αγάπη για τα «κείμενα-λέξεις» είναι που οδηγεί τη συγγραφέα στην «εμφύτευση» ή «μπόλιασμα» ονομάτων και ηρώων από άλλα βιβλία της στα κείμενά της, δημιουργώντας με τα χρόνια, και με τα βιβλία της, μια «ταπισερί» υφασμένη από διαλεχτά νήματα, κλωστές και παραστάσεις που όλα μαζί συνθέτουν και απεικονίζουν μια νέα και τελείως προσωπική «λογοτεχνική πατρίδα».
     Κάθε σχόλιο, κριτική (ευμενής ή δυσμενής), έπαινος ή παρουσίαση ενός βιβλίου είναι μια υποκειμενική στάση απέναντι σε κάτι που διαβάσαμε μόνοι μας. Είναι μια νέα μικρή ιστορία που έχει σαν αφορμή την ανάγνωση μιας άλλης ιστορίας. Σίγουρα μας επηρεάζει ο «πρότερος έντιμος βίος» του συγγραφέα, σίγουρα διαφορετικά αναφερόμαστε σε κάποιον που για πρώτη φορά διαβάζουμε κείμενό του. Κι αν τώρα παίρνω το θάρρος κι εγώ να γράψω μερικά λόγια για την Αμίλητη αγάπη της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, αυτό το χρωστάω στην παράξενη συγκίνηση που μου πρόσφερε διαβάζοντάς το και που με μετέφερε πίσω σε εφηβικούς έρωτες και σε δυνατές φιλίες. Όχι και τόσο νοσταλγικά (μια και είμαι ακόμα «too young to die» αν και «too old to rock’n roll») αλλά σαν δικαίωση και σαν οραματισμό για ένα μέλλον με κάπως πιο πλούσιες αναγνωστικές αναφορές για τους σημερινούς νέους.
     Θέλω μέσα από το κείμενό μου αυτό -που περισσότερο «δοκίμιν αναγνωστικής αγάπης» είναι και δεν διεκδικεί τίτλους λογοτεχνικής κριτικής-, να μοιραστώ με όσες και όσους το διαβάσουν τη χαρά μου για μια αναγνωστική απόλαυση που είχε την καθαρότητα και την απλότητα ενός καλού σπιτικού κυριακάτικου φαγητού. Χωρίς πολλές σάλτσες, βαριά μπαχαρικά και περιττά στολίσματα. Χωρίς εξυπνακίστικη φιγούρα ενός δήθεν νεανικού λόγου που πολλές φορές είναι τόσο ξένος με την πλειονότητα των σημερινών νέων όσο ξένος ήταν κι ο καρπαζοεισπράκτορας Τζανετάκος ή ο «τεντιμπόης» Βουτσάς (σαν φιγούρες στις παλιές Ελληνικές ταινίες) με τα παλικαράκια της ηλικίας τους.
     Θέλω ακόμα με το σημείωμα αυτό να πω και στη συγγραφέα ότι μου αρέσει ο τρόπος να κρατάει το ουσιώδες και μ’ αυτό να κάνει καλά τη δουλειά της. Σαν μια καλή μαγείρισσα που μ’ έναν παλιό πλάστη και υλικά απ’ το περιβόλι της κι απ’ το κελάρι της φτιάχνει χίλιων λογιών πεντανόστιμες πίτες με γνώση και ευαισθησία. Χωρίς ούτε μια στιγμή να κάνει φιγούρα για τις γνώσεις και τις δυνατότητές της που υπερβαίνουν την ίδια της τη γενιά.
     Μπήκα και στη διαδικασία να φανταστώ πώς θα ήταν να συζητάω -αν το είχα διαβάσει σαν παιδί- με φίλους και φίλες μου γι’ αυτό το βιβλίο και για τα οικουμενικά θέματα που αγγίζει. Θα παραδεχτώ ότι μου ήταν ευκολότερο να φανταστώ κουβέντες με φίλες. Τα νέα αγόρια εμποδίζονται από μια δομική αιδημοσύνη να παραδεχτούν τις ευαισθησίες τους. Και θα είχα τόσα να πω! Για τον Θέμη, για την Ειρήνη, για την Όλγα. Για τον Γρηγόρη και τα προβλήματά του, για τον σχεδόν μυθικό Απελλή.
     Μέχρι δηλαδή που έφτασα στο σημείο να ζηλεύω αναδρομικά, για την τύχη του  τον Θέμη, ξεχνώντας το αναπηρικό του αμαξίδιο. Τον ζήλεψα για τον θαυμασμό που προκαλούσε στα κορίτσια. Τον ζήλεψα για την αντρειά του να αντιμετωπίζει εκείνους τους δυστυχισμένους ψευτο-νεοναζί με ακομπλεξάριστη τόλμη και με μεγάλη ψυχική δύναμη. Τον ζήλεψα και για τις δέκα μέρες που με την Ειρήνη… Αλλά αυτά, καλύτερα να τα διαβάσετε.
     Αυτό που έχω να πω είναι πως δεν είναι καθόλου μικρό συγγραφικό επίτευγμα το να με κάνει να τον ζηλέψω η συγγραφέας! Όπως είχα ζηλέψει έναν συμμαθητή μου στο Γυμνάσιο που είχε κάνει εγχείρηση σκωληκοειδίτιδας και είχε αδυνατίσει και ήθελα να κάνω κι εγώ εγχείριση για να αδυνατίσω άκοπα (όπως νόμιζα τότε).
     Διάβασα την Αμίλητη αγάπη όπως θα τη διάβαζα στα δεκατέσσερα ή δεκαέξι μου, όταν διάβαζα άλλα κι άλλα. Αβίαστα και χωρίς το «τάμα» να το τελειώσω επειδή έτσι πρέπει. Αλλά και χωρίς να ξεχνάω την τωρινή μου ηλικία που έχει πολλών δεκαετιών εφηβείες στην καμπούρα της. Την καλλιεργώ αυτή την ικανότητα που την ανίχνευσα αρκετά μικρός. Να διαλέγω και να παίρνω όλα τα χρώματα και τα αρώματα των βιβλίων που διαβάζω και μου αρέσουν.
     Πάντως την καταβρίσκω μ’ αυτήν την εκλεκτική προσαρμοστικότητά μου και γι’ αυτό φχαριστιέμαι διαβάζοντας από Αστερίξ και Λούκι Λουκ μέχρι Σοπενάουερ και Νίτσε, ανάλογα με την ώρα και τη μέρα. Και στην Αμίλητη αγάπη βρήκα τις γεύσεις και τα αρώματα από πολλών ηλικιών χάρες. Να ξεκαθαρίσω κάτι όμως: το ότι η Αμίλητη αγάπη είναι ένα ευρέως φάσματος βιβλίο οφείλεται στη συγγραφέα κι όχι στις δικές μου αναγνωστικές συνήθειες.
       Είμαι ρεαλιστής. Είμαι αισιόδοξος. Το σύμπαν θα αργήσει να πεθάνει και για αρκετό καιρό ακόμα ―πολλούς αιώνες ή χιλιετίες ελπίζω―, παρόλη τη βία, το αίμα, την ανόητη κακία και όλο αυτό το σύστριγγλο των βλακών που μολύνει τον πλανήτη μας, θα υπάρχουν άνθρωποι στη Γη μας που θα αναζητούν την αγάπη που μιλάει, την αγάπη που αντέχει, την αγάπη που νικά κι όλα τα υπομένει. Και θα την υπηρετούν. Αυτούς, τους λέω καλούς ανθρώπους. Δεν θυμάμαι ποιος είχε πει ότι η λογοτεχνία είναι η μόνη πραγματική ιστορία της ανθρωπότητας που έχουμε, ή κάτι τέτοιο.
     Το μυθιστόρημα Αμίλητη αγάπη είναι μια φανταστική ιστορία φτιαγμένη με πραγματικά υλικά ή μια πραγματική ιστορία φτιαγμένη με φανταστικά υλικά; Κάθε μυθιστόρημα είναι νομίζω- και τα δύο. Και αυτό που μπορεί να κάνει, όπως μόνο η καλή λογοτεχνία το μπορεί, είναι να μας δείχνει έναν άλλο κόσμο με εμάς μέσα του. Μερικές φορές όπως είμαστε και άλλες όπως θέλουμε να γίνουμε. Καθώς η φαντασία μπορεί να γεννήσει πράξεις και οι πράξεις μπορούν να πλουτίζουν τη φαντασία.
      Η λογοτεχνία δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Είναι ικανή όμως να μας δείχνει κάποια ζητούμενα που μπορούν με τη σειρά τους να αλλάξουν τις καθημερινές μας κοινωνικές, ανθρωπιστικές και πολιτικές επιλογές. Κι αυτή είναι, ίσως, η εκπαιδευτική της συμβολή στην αργή ―πολύ αργή, π’ ανάθεμά την!― εξέλιξη του ανθρώπινου είδους. Και, όπως ο Θέμης και η Ειρήνη του μυθιστορήματος, μπορεί (πάλι καθώς ελπίζω) να μας οδηγήσει να μιλήσουμε και να (συμ)πράξουμε για την αγάπη. Και είναι ευθύνη δικιά μας να διαλέξουμε το αν, το πότε και το σε ποιούς θα πούμε: «Δίπλα σου, ό,τι κι αν γίνει».
     Τελικά, η Αμίλητη αγάπη της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, από τις Εκδόσεις Πατάκη, δεν είναι και τόσο αμίλητη. Μπορεί να μιλήσει σε όλες τις ηλικίες και σε πολλές γλώσσες. Αν όμως έχετε νέα παιδιά κοντά σας, εγγόνια, φίλους, παιδιά φίλων, χαρίστε τους το βιβλίο αυτό. Αξίζει να το διαβάσουν και να το διαβάσετε.
 
 
Δημοσιεύτηκε στο :