Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012

Οι τρεις μεγάλοι μου δάσκαλοι





(Ομιλία σε Ημερίδα του ΠΤΔΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, στις 10.04.2006)


Προσπαθώντας να φέρω στη μνήμη μου πώς άρχισε το πάθος μου για το διάβασμα, ξαναβλέπω αχνά μια εικόνα: τον πατέρα μου, αδυνατισμένο και χλωμό, να διαβάζει με το λιγοστό φωτάκι μιας λάμπας, πίσω από τα ερμητικά κλεισμένα παραθυρόφυλλα τις ώρες της υποχρεωτικής συσκότισης. Και τότε, να σβήνει για λίγο από το πρόσωπό του η θλίψη, η αγωνία, η αγανάκτηση για τα δεινά που είχε κουβαλήσει στον τόπο μας η γερμανική Κατοχή. Απέραντη ευχαρίστηση έδειχνε η όψη του κείνες τις ώρες. Λες και μέσ' από το ανοιχτό βιβλίο που κρατούσε κατάφερνε με τρόπο μαγικό να βγαίνει για λίγο από τον εφιάλτη του πολέμου και να μπαίνει σε χώρα ευχαρίστησης και απόλαυσης. Απόλαυση έβλεπα να ζωγραφίζεται και στο πρόσωπο του αδερφού μου, που, δυο χρόνια μεγαλύτερος, διάβαζε άνετα πια και με αληθινή λαχτάρα παιδικά βιβλία, ξεχνώντας το μόνιμα λιγοστό φαγητό που υπήρχε στο σπίτι. Βιβλίο και απόλαυση δέθηκαν από τότε σφιχτά στο μυαλό μου. Και ζήλευα όσους ήξεραν να διαβάζουν. Λαχταρούσα να μάθω κι εγώ ανάγνωση, για να νιώθω την ίδια εκείνη κρυφή ευχαρίστηση.
            Πώς ακριβώς έγινε δεν ξέρω. Μ' έπαιρνε στην αγκαλιά του ο πατέρας και μου διάβαζε; Μου έμαθε πρώτα την αλφαβήτα ή όχι; Με δίδαξε να συλλαβίζω ή μήπως να λέω τις λέξεις ολόκληρες; Αδύνατον να θυμηθώ. Θυμάμαι μόνο πως ήξερα πια να διαβάζω «νεράκι», όταν εξάχρονο παιδί το Σεπτέμβρη του 1943 πήγα στην Α΄ δημοτικού. Και τα βράδια ξεκοκάλιζα ό,τι βιβλίο για παιδιά έφτανε στα χέρια μου από τον αδελφό μου ή τα μεγαλύτερα ξαδέλφια μας.
            'Ενα βιβλίο ιδιαίτερα έγινε σε λίγους μήνες ο μόνιμος σύντροφός μου. Με το Παραμύθι χωρίς όνομα στα χέρια δεν πρόσεχα πια και πολύ αν ήταν λίγο το φαγητό, δεν τρόμαζα πια και τόσο με τον άγριο κρότο από τις μπότες των ναζί, δε μ' ένοιαζε όσο άλλοτε αν θα ξαναχτυπούσαν οι σειρήνες και θα με κατέβαζαν υποχρεωτικά στο σκοτεινό υπόγειο που μύριζε μούχλα, το έλεγαν καταφύγιο και με γέμιζε φόβο. Το Παραμύθι χωρίς όνομα το είχα στην αγκαλιά μου όπως κρατούσαν τις πάνινες κούκλες τους άλλα κορίτσια της ηλικίας μου. 'Ηταν η παρηγοριά μου. Γιατί ήξερα τώρα καλά πού βρισκόταν η μαγική πορτούλα που μπορούσε να με βγάλει για λίγο από τη θλίψη, το φόβο, τη μοναξιά, και να με μπάσει στη χώρα της ελπίδας, της δράσης και της λύτρωσης. Θυμάμαι ολοζώντανα την ευεξία που ένιωσα όταν έφτασα πρώτη φορά στο τέλος του βιβλίου. Θυμάμαι την πεποίθηση που αισθάνθηκα ότι αξίζει κανείς να μάχεται για το δίκιο και το κοινό καλό, όπως κατάλαβαν κι έπραξαν τελικά οι κάτοικοι της χώρας των Μοιρολατρών. Θυμάμαι την ελπίδα που φούντωσε μέσα μου ότι ο πόλεμος θα τελειώσει˙ ότι από τα ερείπια, την πείνα και το θάνατο που έβλεπα γύρω μου θ’ αναστηθεί μια χώρα όμοια μ’ εκείνη που κατάφεραν να ξαναφτιάξουν οι Μοιρολάτρες, όπως την περιέγραφε προς το τέλος του παραμυθιού ο αποσταλμένος του εχθρού τους:
            «... Είδα μια χώρα όπου όλοι οι δρόμοι είναι στρωμένοι και όλα τα σπίτια καλοχτισμένα και ασπρισμένα. Είδα χωριά όπου όλα τα καλύβια είναι νοικοκυρεμένα και περιτριγυρισμένα με περιβολάκια γεμάτα πορτοκαλιές, μηλιές, αχλαδιές, κερασιές και άλλα δέντρα με λαχανικά. Είδα χωράφια σπαρμένα σιτάρι και κριθάρι, και κουκιά και καλαμπόκια. Είδα ελαιώνες απέραντους και αμπέλια, που απλώνονται όσο δε φθάνει μάτι ανθρώπου... Και είδα πρόσωπα γελαστά, και άκουσα τραγούδια παντού, και δεν είδα ζητιάνο κανένα!»[1]
            Από τότε πάμπολλες φορές ξαναδιάβασα το Παραμύθι χωρίς όνομα. ΄Εγινε το γιατρικό μου σε ώρες κόπωσης ψυχικής, σε στιγμές απελπισίας. Και μου ήταν από τότε ξεκάθαρο. Τέτοια βιβλία ήθελα να διαβάζω, τέτοια και να γράφω σαν θα μεγάλωνα. Βιβλία που θα μου έλεγαν την αλήθεια για τα δεινά του κόσμου, μα δε θα μου στερούσαν την ελπίδα και την πεποίθηση ότι αξίζει να ζει κανείς, ν’ αγωνίζεται για το καλό και το δίκιο και να γεύεται τις χαρές της ζωής. Βιβλία που πέρα από την απόλαυση της ανάγνωσης, θα με βοηθούσαν να καταλάβω καλύτερα τον εαυτό μου και τους άλλους.
            Και τα χρόνια πέρασαν, έφτασε η ηλικία της προεφηβείας. ΄Οσα βιβλία υπήρχαν στη μικρή μου βιβλιοθήκη τα είχα όλα διαβάσει. Τότε ήταν που ο πατέρας μου, μη έχοντας τι άλλο να κάνει – πού η πληθώρα των σημερινών παιδικών βιβλίων εκείνα τα χρόνια! - πήρε από τη δική του βιβλιοθήκη και μου έδωσε τη Φόνισσα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. 
Δυσκολεύτηκα στην αρχή με τη γλώσσα, σύντομα ωστόσο τα κατάφερα να το διαβάζω άνετα. Και τότε μαγεύτηκα. Και ταυτόχρονα αγριεύτηκα. Ακούς εκεί να σκοτώνει τα κοριτσάκια η Χαδούλα η Φραγκογιαννού! Ακούς να το θεωρεί δυστυχία όταν οι άνθρωποι στη Σκιάθο αποκτούσαν παιδί θηλυκό! «...Και πάσα οικογένεια εις την γειτονιάν, και εις την συνοικίαν και εις την πόλιν είχαν από δύο έως τρία κοράσια. Μερικαί είχον τέσσαρα, άλλαι πέντε... ΄Επρεπε πράγματι να γεννώνται τόσα κοράσια; Και αν γεννώνται, αξίζει τον  κόπον ν’ ανατρέφωνται;... ΄Ετσι του ’ρχεται τ’ ανθρώπου, την ώραν που γεννιώνται να τα καρυδοπνίγει!..»[2]

Η αγανάκτησή μου για τη μοίρα των γυναικών φούντωσε για τα καλά. Κι άρχισα να ονειρεύομαι δράσεις φεμινιστικές! ΄Εφτασαν τότε τέσσερα νέα βιβλία-δώρα από συγγενείς: Η καλύβα του μπαρμπα-Θωμά της Χάριετ Μ. Στόου˙ τα Λόγια της πλώρης του Ανδρέα Καρκαβίτσα˙ Τα παιδικά χρόνια του Μότσαρτ του R. Hinderksutscher˙ και τέλος το Για την πατρίδα της λατρεμένης μου Πηνελόπης Δέλτα, που από χρόνια πια την είχα «υιοθετήσει» ως γιαγιά μου, αφού η δική μου συνονόματη γιαγιά Πηνελόπη δε ζούσε πια για να μου διηγείται ιστορίες.
          Με τα καινούρια βιβλία εγκατέλειψα τη Σκιάθο κι άρχισα να ταξιδεύω νοερά πότε στην Αμερική την εποχή της δουλείας και ν’ αγανακτώ για την εκμετάλλευση των ανθρώπων˙ πότε στη Βιέννη παρέα με το Μότσαρτ και να μαγεύομαι με τη μουσική˙ πότε στο Βυζάντιο και να παθιάζομαι με την ιστορία˙ πότε στα πελάγη παρέα με ατρόμητους ναυτικούς και να ονειρεύομαι πως θα γράψω κάποτε κι εγώ για το θαλασσινό το δέντρο το φοβερό που το λένε γιούσουρι. Η μορφή της Φραγκογιαννούς ξεθώριασε με όλ’ αυτά, μα έμεινε η απέχθειά μου για τα φρικτά εγκλήματά της και η ικανοποίηση για το τέλος που είχε:  «...Η γραία Χαδούλα εύρε τον θάνατον εις το πέραμα του Αγίου Σώστη, εις τον λαιμόν τον ενώνοντα τον βράχον του ερημητηρίου με την ξηράν, εις το ήμισυ του δρόμου μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης».[3]

Τα χνάρια που άφησε πάνω μου ο Παπαδιαμάντης δεν τα είχα ποτέ συνειδητοποιήσει. Φανερώθηκαν από μόνα τους στο βιβλίο μου Καναρίνι και μέντα, όπου ο «χάρτινος παππούς» του μικρού μου ήρωα γίνεται σύντροφος και οδηγός του στη δεινή του περιπέτεια. Κι ακόμα, στη συλλογή διηγημάτων μου για ενηλίκους, με τίτλο Ενώπιον των αγγέλων. Σύμφωνα με τους κριτικούς, ιδιαίτερα φαίνεται το χνάρι αυτό στο τελευταίο διήγημα, που εκτυλίσσεται σε σύγχρονο χωριό, με ήρωα έναν εγκληματία γυρολόγο, όταν τελειώνει κι αυτός τον άνομο βίο του «μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης».


Και ήρθαν τα χρόνια της εφηβείας, τα χρόνια τα νεανικά. Και μαζί τους μπήκε χάρτινος σίφουνας στη ζωή μου ο Καζαντζάκης. Να με ωριμάσει, να μου δείξει το δρόμο για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια μπροστά στην περιπέτεια της ζωής και στο μυστήριο του θανάτου. Λέει στην Αναφορά στον Γκρέκο: «Χαίρομαι, γιατί όσο ζω, θα ζει κι ο παππούς μου μέσα μου. Ο παππούς μου στάθηκε ο πρώτος που μ’ έκανε να μη θέλω να πεθάνω, για να μην πεθάνουν οι πεθαμένοι μου... Πολλοί αγαπημένοι μου που πέθαναν, κατέβηκαν όχι στο χώμα, παρά στη θύμησή μου, και ξέρω πια πως όσο ζω θα ζούνε»[4]. Mε διδάξει ακόμα πού ν’ ανατρέξω, σαν θελήσω να γράψω κάτι αυθεντικό: «΄Οταν γράφοντας θέλω να μιλήσω για τη θάλασσα, για τη γυναίκα, για το Θεό, σκύβω απάνω στο στήθος μου κι αφουγκράζουμαι τι λέει το παιδί μέσα μου, αυτό μου υπαγορεύει, και αν τύχει κάπως να ζυγώσω με λόγια και να στορήσω τις μεγάλες ετούτες δύναμες, στο παιδί που ζει ακόμα μέσα μου το χρωστώ. Ξαναγίνουμαι παιδί, για να μπορώ να βλέπω με μάτια παρθένα, για πρώτη πάντα φορά τον κόσμο»[5].
    Ποιος από τους τρεις μ’ έκανε να θέλω να γίνω συγγραφέας. ΄Ισως και οι τρεις, ίσως μόνο η δική μου η τάση να σκέφτομαι και να λέω ιστορίες πριν ακόμη μάθω να γράφω. 
Εκείνο που σίγουρα ξέρω είναι ότι με τα έργα τους όλοι οι άξιοι ΄Ελληνες λογοτέχνες αλλά κυρίως αυτοί οι τρεις, κατ’ αντίστροφη φορά, με πότισαν πλούσια γλώσσα ελληνική, με τάισαν γνήσια παράδοση, μ’ έθρεψαν άδολη φιλοπατρία.
 Κι έχω την  κρυφή ελπίδα πως τούτα τα στοιχεία ίσως φαίνονται στα βιβλία μου. Πολύτιμα μου στάθηκαν άλλωστε όταν κλήθηκα να προσφέρω υπηρεσίες σε διεθνή οργανισμό με απώτερο σκοπό την προαγωγή της διεθνούς κατανόησης μέσα από τα παιδικά βιβλία. Γιατί γνωστό το αξίωμα πως αποτελεσματικά μπορεί να υπηρετήσει τη διεθνή κοινότητα και την ιδέα της παγκόσμιας ειρήνης, μακριά από ισοπεδωτικές και ύποπτης προέλευσης «παγκοσμιοποιήσεις», όποιος έχει συναίσθηση της παράδοσης και της ιστορίας της χώρας του, αφού η δική του νηφάλια φιλοπατρία τον οδηγεί να κατανοεί και τη φιλοπατρία των εταίρων του, να εκτιμά την αξία των διαφορετικών παραδόσεων και να σέβεται την ιδιαιτερότητα των άλλων πολιτισμών. Κάποιες αράδες της «θετής γιαγιάς» μου, της Δέλτα, ήταν ανεξίτηλα χαραγμένες στη μνήμη μου:
«Ο Κωνσταντίνος απομακρύνθηκε μέσα στα δέντρα συγκινημένος και  ταραγμένος ως την ψυχή. Πρώτη φορά στη ζωή το σκέφτηκε πως ο εχθρός του ήταν άνθρωπος και μπορούσε να υποφέρει όσο κι αυτός ο ίδιος. Σκέφτηκε πως, όπως εκείνος υπηρετούσε την πατρίδα του, έτσι και ο Δραξάν, για την πατρίδα του πολεμούσε... που την αγαπούσε κι απ’ τη γυναίκα του και από τα παιδιά του περισσότερο... ΄Εκρυψε τα μάτια στη χούφτα του. Πρώτη φορά αισθάνουνταν την ασχημιά του πολέμου...»[6]
Γνωρίζω τέλος πως από τα μικρά μου χρόνια θαύμαζα τη γοητεία που ασκούσαν στον αναγνώστη τα κείμενα και των τριών αυτών δημιουργών. Τέτοια γοητεία ονειρευόμουν κι επιθυμούσα να έχουν τα βιβλία που φιλοδοξούσα να γράψω. Τώρα το γιατί τελικά η συντριπτική πλειοψηφία των όσων έγραψα είναι για παιδιά, τούτο μάλλον οφείλεται στην Πηνελόπη Δέλτα. Και σ’ αυτή τη μεγάλη μορφή της παιδικής μας λογοτεχνίας θα τολμήσω να κάνω κι εγώ την «αναφορά» μου όταν έρθει η ώρα, όπως ο Καζαντζάκης στον Γκρέκο.
Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου






[1][1] Π.Σ. Δέλτα: Παραμύθι χωρίς όνομα, Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1974, 11η έκδοση, σελ. 191.
2  Βαλέτα:: Παπαδιαμάντης -΄Απαντα, «Η φόνισσα», Τόμος  Α΄, Αθήνα: Εκδ. Βίβλος,  1954, σελ. 26 37, 22.
[3] ο.π., σελ.106
[4] Ν. Καζαντζάκης: Αναφορά στον Γκρέκο, Αθήνα 1961, σελ. 41.
[5] ο.π. σελ. 59.
[6]  Π.Σ. Δέλτα: Toν καιρό του Βουλγαροκτόνου, Αθήνα: Οι Φίλοι του Βιβλίου, 1946 , 4η έκδοση, σελ. 163

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2012

Σάββατο, 5 Μαΐου 2012

Για μια πιο ζεστή καληνύχτα


Βρήκα τυχαία στα χαρτιά μου ένα παλιό απόκομμα της Καθημερινής (Τετάρτη, 6.10.2004). Τίτλος: «Για μια πιο χαμογελαστή και βιώσιμη κοινωνία». ΄Εγραφε λοιπόν πως η κοινωφελής οργάνωση Community Links, που κύριος στόχος της είναι η καταπολέμηση της κοινωνικής αποξένωσης, έχει δημιουργήσει μία κίνηση με το σύνθημα «Είμαστε ό,τι κάνουμε», μια ιδέα στηριγμένη στην παρατήρηση του Μαχάτμα Γκάντι «Πρέπει να είμαστε η αλλαγή που θέλουμε να δούμε στον κόσμο». Στα πλαίσια της κίνησης αυτής, λέει, έχει εκδώσει κι ένα βιβλίο-οδηγό, όπου μερικοί από τους κορυφαίους εγκεφάλους της βρετανικής διαφήμισης συνεισέφεραν τις δημιουργικές τους δυνάμεις δωρεάν. Το βιβλίο περιλαμβάνει εικονογραφήσεις και σύντομα κείμενα για 50 πράγματα που μπορούμε να κάνουμε, ώστε να γίνει η κοινωνία καλύτερη. Ανάμεσα στα άλλα (π.χ. «Γράψτε ένα σημείωμα σε κάποιον που σας άρεσε η δουλειά του», «αρνηθείτε τις πλαστικές σακούλες», χαμογελάτε πιο συχνά», «κάντε κάτι χωρίς ανταμοιβή» κ.λπ), υπάρχει και η εξής προτροπή: «Διαβάστε ένα παραμύθι σ’ ένα παιδί»! Αυτό το τελευταίο μού άρεσε περισσότερο απ’ όλα. Πιστεύω μάλιστα πως θα ήταν καλό να δοκιμαστεί και στους ενήλικες, ιδίως το βράδυ πριν από τον ύπνο. Δεν είμαι βέβαιη αν η κοινωνία θα γίνει καλύτερη, η "καληνύχτα" που θ' ακολουθήσει όμως θα είναι σίγουρα πιο ζεστή και ο ύπνος καλύτερος.

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

ΒΟΗΘΩΝΤΑΣ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΟΥΝ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ


 Η βιβλιοθεραπευτική προσέγγιση της Joan Fassler 


Αθηνά Ανδρουτσοπούλου (*)
Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια
Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου
Συγγραφέας

Το 1978 η Joan Fassler, διδάκτωρ ψυχολογίας του Κέντρου Μελέτης του Παιδιού στο Πανεπιστήμιο του Yale, έγραψε ένα πρωτοποριακό βιβλίο με τίτλο Helping children Cope: Mastering Stress through Books and Stories[1]. Εκεί σκιαγράφησε ορισμένους τρόπους με τους οποίους οι ιστορίες των ηρώων και ηρωίδων των παιδικών λογοτεχνικών βιβλίων μπορούν: α) να βοηθήσουν τους μικρούς αναγνώστες να αντιμετωπίσουν αγχογόνες καταστάσεις (στο βιβλίο της ασχολείται κυρίως με τις ηλικίες 4-8), και β) να βοηθήσουν την ανοιχτή επικοινωνία μεταξύ παιδιών και ενήλικων-επαγγελματιών (ψυχολόγων, ψυχοθεραπευτών, δασκάλων, βιβλιοθηκάριων, κ.λπ.) αλλά και γονέων. Στο βιβλίο της η Fassler προτείνει επομένως τη βιβλιοθεραπευτική χρήση των παιδικών λογοτεχνικών βιβλίων και υποστηρίζει τη θέση της παρουσιάζοντας παραδείγματα από συγκεκριμένα βιβλία. Η βιβλιοθεραπευτική χρήση, όπως τονίζει και η συγγραφέας, δεν αναιρεί την ευχαρίστηση που αντλούν τα παιδιά από τα βιβλία ούτε υποβαθμίζει την αισθητική τους αξία. Οι ιστορίες δεν χρησιμοποιούνται ως διδακτικά, αλλά ως βοηθητικά μέσα της συμβουλευτικής/θεραπευτικής διαδικασίας, ή απλά της επικοινωνίας ενός ενήλικου με το παιδί.
            Το βιβλίο της Fassler αποτελείται από πέντε κεφάλαια τα οποία αντιστοιχούν στα εξής θέματα: Ι. Θάνατος, ΙΙ. Εμπειρίες αποχωρισμού, ΙΙΙ. Νοσηλεία και ασθένεια, ΙV. Αλλαγές στον τρόπο ζωής (π.χ. γέννηση μωρού, υιοθεσία, διαζύγιο, μετακόμιση), V. Άλλες αγχογόνες καταστάσεις (π.χ. οικονομικές δυσκολίες οικογένειας, αλλαγές στη σύνθεση της οικογένειας, συνέπειες φυσικής καταστροφής, κ.λπ.).
            Σε κάθε κεφάλαιο παρουσιάζονται αρχικά ορισμένες θεωρητικές απόψεις γύρω από το κάθε θέμα. Κατόπιν προτείνονται και συζητούνται επιλεγμένα παιδικά λογοτεχνικά βιβλία ως παραδείγματα του πώς τα παιδιά μπορούν να βοηθηθούν μέσω της καθοδηγούμενης ανάγνωσης των βιβλίων αυτών. Περιγράφονται επίσης συγκεκριμένες τεχνικές (π.χ. χρήση ανοιχτών ερωτήσεων), ενώ στο τέλος κάθε κεφαλαίου δίνονται δύο λίστες σχετικές με το αντίστοιχο θέμα: η πρώτη είναι μια λίστα με επιστημονικές βιβλιογραφικές αναφορές και η δεύτερη μια λίστα με παιδικά λογοτεχνικά βιβλία. Ως ενδεικτικό απόσπασμα της όλης εργασίας της Fassler, θα αναλύσουμε και θα αξιολογήσουμε στη συνέχεια ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου της, εκείνο που ασχολείται με την αντιμετώπιση του ζητήματος του θανάτου, μια από τις πιο αγχογόνες καταστάσεις που είναι πιθανόν να αντιμετωπίσει, άμεσα ή έμμεσα, ένα παιδί. Δεν θα αναφέρουμε τους τίτλους και τους συγγραφείς των συγκεκριμένων βιβλίων που προτείνει η Fassler, αλλά μόνο τη θεματολογία τους.
            Η συγγραφέας αναφέρει αρχικά πως έχουν διεξαχθεί πολλές έρευνες γύρω από το θέμα του τρόπου με τον οποίο τα παιδιά αντιδρούν στο θάνατο ενός οικείου και αγαπημένου προσώπου, αλλά και στην προοπτική του δικού τους θανάτου. Ο τρόπος αυτός δεν φαίνεται να διαφέρει και πολύ –θα προσθέταμε– από τον τρόπο που και οι ενήλικοι αντιμετωπίζουν το ίδιο θέμα (βλ. Kubler-Ross, 1982). Άρνηση, θυμός αλλά και ενοχές, θλίψη, βαθμιαία αποδοχή και δημιουργία νέων σχέσεων, αποτελούν τις πιο συνηθισμένες «υγιείς» αντιδράσεις που μπορεί να έχει ένα παιδί. Τη διαδικασία του πένθους τη βοηθά σημαντικά η στήριξη ενός ενήλικου, ο οποίος ενθαρρύνει την ανοιχτή συζήτηση και την έκφραση συναισθημάτων.
            Παιδικά βιβλία –κατάλληλα για την ηλικία του κάθε παιδιού– είναι μέσα πολύ βοηθητικά για μια τέτοιου είδους επικοινωνία. Σύμφωνα με τη Fassler, η χρήση τέτοιων βιβλίων και οι συζητήσεις που προκαλούν είναι ευεργετικές για τα παιδιά, εφ’ όσον τα εξοικειώνει με την ιδέα του θανάτου. Τέτοιες έμμεσες εμπειρίες, αλλά και πιο άμεσες, όπως η απώλεια ενός αγαπημένου αντικειμένου ή ζώου, φαίνεται να επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο που τα παιδιά θα χειριστούν στο μέλλον το θάνατο οικείων προσώπων˙ κατά πόσο δηλαδή θα έχουν «υγιείς αντιδράσεις» ή κατά πόσο θα αποφεύγουν το πένθος ή θα το βιώνουν ως χρόνιο, με δυσάρεστες για την ψυχοσωματική τους υγεία επιπτώσεις (βλ. Leick & Davidsen-Nielsen, 1991).
            Ανάλογα με την ηλικία των παιδιών, το ζήτημα του θανάτου προσεγγίζεται διαφορετικά. Η Fassler προτείνει για τα παιδιά προσχολικής ηλικίας να διαβάσουν κατ’ αρχάς βιβλία που μιλούν για τις μεταβολές που παρατηρούνται στη φύση. Τα βιβλία αυτά προσφέρουν την κατάλληλη αφορμή για συζήτηση γύρω από τον κύκλο της ζωής, τον φυσιολογικό, αναπόφευκτο και μη αναστρέψιμο χαρακτήρα του θανάτου κ.λπ.[2]  Κατόπιν μπορούν να ακούσουν ιστορίες που μιλούν για την απώλεια ή καταστροφή ενός αγαπημένου αντικειμένου και το θάνατο ενός κατοικίδιου ζώου, καθώς και για τις αντιδράσεις των μικρών ηρώων/ηρωίδων. Οι συναισθηματικές αντιδράσεις των ηρώων (κλαίνε, νοσταλγούν, εκφράζουν παράπονο ή θυμό, κ.λπ.) ανακουφίζουν συνήθως τα παιδιά, κυρίως γιατί παρέχουν την «άδεια» για την έκφραση παρόμοιων συναισθημάτων από τα ίδια ή σκέψεων για παρόμοιες εμπειρίες τους. Εξοικειώνονται βαθμιαία με την ιδέα ότι ένας οργανισμός που παύει να είναι ζωντανός θα παραμείνει άψυχος, και μαθαίνουν για τα έθιμα της ταφής[3].
            Οι αντιδράσεις των ενηλίκων ηρώων στις ιστορίες είναι επίσης σημαντικές και μπορούν να δώσουν ιδέες στους ενήλικους αναγνώστες για το πώς να απαντήσουν στα ερωτήματα των παιδιών (π.χ. ένα αγαπημένο ζώο εξακολουθεί να ζει στη μνήμη μας όσο οι αναμνήσεις του –καλές και κακές– διατηρούνται ζωντανές).
            Ως προς το θάνατο των ανθρώπων, τα βιβλία που κατ’ αρχάς θα επιλεγούν καλό είναι, κατά την άποψη της Fassler, να ασχολούνται με το θέμα της γεροντικής ηλικίας και τη ζεστή συναισθηματική σχέση που μπορεί να αναπτυχθεί μεταξύ παππού/γιαγιάς και παιδιού. Στη συνέχεια, βιβλία που μιλούν για το θάνατο πιο άμεσα, αγγίζοντας για παράδειγμα την πιθανότητα θανάτου ενός αγαπημένου προσώπου (συνήθως παππού ή γιαγιάς), δίνουν αφορμή για πιο συγκεκριμένη συζήτηση. Οι ενήλικοι βοηθούν με το να βεβαιώνουν τα παιδιά πως οι άνθρωποι ζουν συνήθως αρκετά χρόνια και το πιο συνηθισμένο και φυσιολογικό είναι να πεθαίνουν όταν είναι γέροι. Ακόμα πιο σημαντικό είναι να τα βεβαιώνουν –κυρίως οι γονείς– πως θα υπάρχουν πάντα κάποιοι να τα φροντίσουν, ακόμα κι αν συμβεί κάτι απρόσμενο στους ίδιους, και να σκεφτούν μαζί ποιοι θα μπορούσαν να είναι οι άνθρωποι αυτοί. Θα αναφέρουμε εδώ ένα παράδειγμα από την εργασία της Bluestone-Sharapan (1979), η οποία αφηγείται ένα περιστατικό από τη δική της οικογένεια. Η μικρότερη κόρη της τη ρώτησε κάποτε τι θα συμβεί αν εκείνη (η μητέρα) πέθαινε και ο μπαμπάς της παντρευόταν μια γυναίκα με την οποία η μικρή δυσκολευόταν να συζητήσει. Η μητέρα απάντησε πως σίγουρα ο πατέρας θα το λάμβανε αυτό υπόψη του, γιατί και ο ίδιος θεωρούσε την επικοινωνία πολύ σημαντική. Της έφερε μάλιστα ως παραδείγματα «καλής επιλογής» προσώπων τους οικογενειακούς φίλους και την μπέιμπι σίτερ της μικρής.
            Η συζήτηση με αφορμή τέτοια βιβλία είναι χρήσιμη και για την απενοχοποίηση των παιδιών, όταν συχνά η λεγόμενη «εγωκεντρική» τους σκέψη τα οδηγεί σε ενοχοποίηση και αδιέξοδο. Παραδείγματος χάρη, μπορεί να θεωρούν ότι ευθύνονται για την ασθένεια ή το θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου, ότι θα μπορούσαν να τα έχουν αποτρέψει, κ.λπ. (Οι ενήλικοι περνούν από τα ίδια στάδια κατά την περίοδο του πένθους, συνειδητοποιούν όμως συνήθως το «παράλογο» των σκέψεών τους.)
            Ορισμένες ιστορίες, όπου οι ενήλικοι ήρωες δυσκολεύονται ή αποφεύγουν να μιλήσουν στους μικρούς ήρωες/ηρωίδες για τον επικείμενο θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου, αποτελούν επίσης εξαιρετική αφορμή για συζήτηση γύρω από τη δυσκολία που έχουν πολλές φορές οι μεγάλοι να μιλήσουν ανοιχτά και με τρόπο ευθύ για το θάνατο. Ενώ εκείνα ενθαρρύνονται να μιλήσουν ανοιχτά για τους φόβους και τις απορίες τους, βοηθιούνται στο να συνειδητοποιήσουν ότι οι άνθρωποι διαφέρουν ως προς την ευκολία τους ή τη θέλησή τους να μιλήσουν για ορισμένα θέματα.
            Η Fassler, συγγραφέας η ίδια όπως ειπώθηκε, αναφέρεται και σε ένα δικό της βιβλίο με τον τίτλο Ο παππούς μου πέθανε σήμερα, το οποίο περιγράφει τη σχέση του μικρού Ντέιβιντ με τον παππού του. Η Fassler εξηγεί πως στην ιστορία χρησιμοποιεί στοιχεία από την θεωρία του Eric Erikson, ο οποίος περιγράφει οχτώ ψυχοκοινωνικά στάδια από τη γέννηση ως το θάνατο, από τα οποία περνούν όλοι οι άνθρωποι. Κατά το τελευταίο στάδιο οι άνθρωποι αισθάνονται ολοκληρωμένοι και αντιμετωπίζουν το θάνατο με ωριμότητα και αξιοπρέπεια, με την προϋπόθεση όμως ότι έχουν ξεπεράσει με επιτυχία τις συγκεκριμένες προκλήσεις που παρουσιάζονται σε καθένα από τα προηγούμενα στάδια. Κατά το πρώτο στάδιο, τα νήπια αναπτύσσουν ένα αίσθημα ασφάλειας και εμπιστοσύνης προς το περιβάλλον, εφόσον οι βασικές τους ανάγκες (σωματικές και συναισθηματικές) καλύπτονται με τρόπο ικανοποιητικό από τους γονείς (ή τα υποκατάστατα γονέων). Τα δύο στάδια έχουν ομοιότητες, κατά τη Fassler, άλλωστε η κυκλικότητα είναι χαρακτηριστικό της ίδιας της ζωής: η στάση των ενηλίκων απέναντι στο θάνατο (την «έξοδο» από τη ζωή) επηρεάζει τη δέσμευση των παιδιών απέναντι στη ζωή («είσοδος» στη ζωή). Θα προσθέταμε ότι και το αντίθετο ισχύει, δηλαδή η δέσμευση των ενηλίκων απέναντι στη ζωή επηρεάζει τη στάση των παιδιών απέναντι στο θάνατο.
            Με βάση το παιδικό αυτό βιβλίο της, η Fassler προτείνει ορισμένες ερωτήσεις που είναι βοηθητικές για τα παιδιά, κυρίως όταν τα βιβλία χρησιμοποιούνται στη συμβουλευτική/θεραπευτική διαδικασία. Ορισμένες από αυτές είναι οι εξής:
            «Πώς ένιωθε ο Ντέιβιντ για τον παππού του;»
            «Εσύ ξέρεις κάποιον που να είναι στην ηλικία αυτού του παππού;»
            «Μπορούσε ο Ντέιβιντ να κάνει κάτι για να μην πεθάνει ο παππούς του;»
            «΄Εχεις χάσει ποτέ κάτι που να αγαπούσες πολύ; Τι έκανες όταν συνέβη αυτό;»
            Εννοείται πως καμιά απάντηση δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ως σωστή ή λάθος, ιδιαίτερα όσες αφορούν συναισθήματα. Οι απαντήσεις που αφορούν στην πραγματικότητα του θανάτου μπορούν να διερευνηθούν περαιτέρω. Διακριτικές εξηγήσεις ή παραδοχή τού ότι ακόμα και οι μεγάλοι δεν μπορούν να δώσουν βέβαιες απαντήσεις σε ορισμένα ζητήματα, παρά μόνο να εκφράσουν το τι ελπίζουν ή τι πιστεύουν (π.χ. για το τι συμβαίνει μετά το θάνατό μας), είναι ανακουφιστικές για τα παιδιά.
            Βιβλία που παρουσιάζουν το θάνατο ενός παιδιού είναι επίσης πολύ βοηθητικά, ιδιαίτερα για παιδιά που τα ίδια αντιμετωπίζουν το θάνατο εξαιτίας μιας χρόνιας ασθένειας ή που παλεύουν να αποδεχτούν την ασθένεια ή/και το θάνατο ενός καλού φίλου. Στις περιπτώσεις όμως αυτές, και ιδιαίτερα στην πρώτη, είναι απαραίτητο, το βιβλίο που θα επιλεγεί, να το έχει συστήσει κάποιος ειδικός που γνωρίζει το παιδί και την οικογένειά του και που θα μπορεί να παρέχει συμβουλευτική υποστήριξη.
            Ως το σημείο αυτό αναφέραμε παραδείγματα θεματολογίας και τρόπου παρουσίασης του θανάτου τα οποία η Fassler θεωρεί επιτυχή και βοηθητικά για τα παιδιά στο να αντιμετωπίσουν το ζήτημα του θανάτου ως κάτι φυσιολογικό. Σύμφωνα όμως με τη συγγραφέα, ορισμένα βιβλία δεν χειρίζονται το θέμα αυτό με τρόπο που να ανταποκρίνεται σε ορισμένα κριτήρια τα οποία εκείνη θεωρεί σημαντικά. Για παράδειγμα, ιστορίες στις οποίες ένα ζώο άξαφνα ζωντανεύει, ενώ είχε προηγουμένως πεθάνει και είχαν ξεκινήσει οι διαδικασίες ταφής, δεν βοηθούν –κατά την άποψη της– τα παιδιά να αποδεχτούν το μη αναστρέψιμο του θανάτου και δεν τα ανακουφίζουν σε περίοδο πένθους. Βιβλία, επίσης, που παρουσιάζουν το θάνατο ως «βαθύ ύπνο» δεν συνιστώνται από τη Fassler, γιατί μπορεί να δημιουργήσουν ή να ενισχύσουν φόβους γύρω από τον νυχτερινό ύπνο. Ακόμα, βιβλία όπου κάποιος που πεθαίνει παρουσιάζεται σαν να φεύγει για διακοπές («πάει να ξεκουραστεί σε ένα πολύ όμορφο μέρος») μπορεί να ενισχύσουν στα παιδιά το φόβο ότι όποιος πάει για διακοπές δεν θα επιστρέψει.
            Εδώ τίθενται κατά τη γνώμη μας δύο σημαντικά και αλληλένδετα ερωτήματα, τα οποία αποτελούν και τη μοναδική κριτική που θα ασκήσουμε στην εργασία της. Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο τα παιδιά πρέπει να διαβάζουν μόνο όσα βιβλία κρίνονται ικανοποιητικά βάσει ψυχολογικών κριτηρίων. Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι ήταν δυνατόν να επιτευχθεί μια γενική συμφωνία ως προς το ποια είναι τα κριτήρια αυτά, η άποψη που πρεσβεύει η Fassler δεν λαμβάνει υπόψη της την ανάγκη των παιδιών να πετούν στον κόσμο του φανταστικού, όπου όλα μπορούν να συμβούν, ακόμα και τα πιο απίθανα. Η λύση βρίσκεται, νομίζουμε, στην αποδοχή της ανάγκης των παιδιών τόσο για το φανταστικό όσο και για το πραγματικό, δύο στοιχεία όμως που πρέπει τα παιδιά να μάθουν να τα διακρίνουν και να τα διαχωρίζουν. Στη μικρή ηλικία θα χρειαστούν για αυτό τη βοήθεια των ενηλίκων. Άλλωστε, με αφορμή το φανταστικό, μπορεί να προκληθεί συζήτηση σχετικά με τη διάκρισή του από το πραγματικό (π.χ. «σε ένα παραμύθι και τα πεθαμένα ζώα μπορούν να ζωντανέψουν» ή «στη φαντασία μας μπορούμε να μιλάμε με τον παππού που πέθανε, αλλά όχι στην πραγματικότητα»).
            Άλλη αφορμή για συζήτηση μπορεί να προκαλέσουν και τα βιβλία που μιλούν για το θάνατο μεταφορικά και να αποτελέσουν μια καλή ευκαιρία να διευκρινίσουμε τι συνήθως εννοούν οι μεγάλοι (όχι μόνο οι συγγραφείς αλλά και οι ενήλικοι της οικογένειάς τους) όταν χρησιμοποιούν φράσεις όπως: «κοιμήθηκε για πάντα» (ο θάνατος είναι κάτι οριστικό, δεν αλλάζει), «πήγε στον ουρανό» (δεν θα βρίσκεται πια ανάμεσά μας), «μας βλέπει από ψηλά» (δεν θα τον/την ξεχάσουμε ποτέ, θα αισθανόμαστε σαν να ήταν κοντά μας), «ησύχασε» (δεν αισθάνεται πόνο ή μοναξιά), κ.λπ.
            Ένα δεύτερο ερώτημα που τίθεται είναι το κατά πόσο τα βιβλία που στηρίζονται σε συγκεκριμένες ψυχοπαιδαγωγικές θεωρίες τις αφομοιώνουν με τρόπο τέτοιο που το τελικό αποτέλεσμα να είναι αισθητικά αντάξιο ενός έργου τέχνης. Η απάντηση εδώ δεν  μπορεί να είναι μία. Πιστεύουμε ότι αυτό εξαρτάται από το αν ο/η συγγραφέας, ιδίως όταν είναι και ψυχολόγος ή παιδαγωγός, διαθέτει πράγματι λογοτεχνικό ταλέντο και αν καταφέρνει να θέσει σε δεύτερη μοίρα την ανάγκη να μεταφέρει συγκεκριμένες πληροφορίες.
            Τελειώνοντας θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι η σύγχρονη ελληνική παιδική λογοτεχνία περιλαμβάνει πολλά αξιόλογα βιβλία, για όλες τις ηλικίες, που αναφέρονται στο θάνατο και σε άλλες δύσκολες καταστάσεις (διαζύγιο, αλλαγή στη σύνθεση της οικογένειας, υιοθεσία, φυσική καταστροφή, μετακόμιση, προσφυγιά, κ.λπ.) και που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως βιβλιοθεραπευτικά εργαλεία, σύμφωνα με όσα αναφέραμε παραπάνω.


(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ στη λογοτεχνία για παιδιά και νέους, τ. 102, Καλοκαίρι 2011)

           
(*) Η Αθηνά Ανδρουτσοπούλου, διδάκτωρ ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Bath, ψυχοθεραπεύτρια και οικογενειακή θεραπεύτρια (περισσότερα: www.androutsopoulou.gr ), είναι συν-ιδρύτρια και συνυπεύθυνη του 'Λόγω Ψυχής'-Ινστιτούτου Εκπαίδευσης και Έρευνας στη Συστημική Ψυχοθεραπεία (www.logopsychis.gr)



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] J. Fassler (1978), Helping children Cope: Mastering Stress through Books and Stories, New York: The Free Press.

[2] Διάφορες έρευνες (π.χ. Tamm & /Granqvist, 1995) δείχνουν ότι τα παιδιά απεικονίζουν το θάνατο με ανθρωπόμορφη τρομακτική όψη (σκελετός, διάβολος, κ.λπ.). Υπάρχει η άποψη ότι η απεικόνιση αυτή εξυπηρετεί τα παιδιά στο να αντιμετωπίζουν το θάνατο ως κάτι εξωτερικό, να αποφεύγουν την «τραγική αλήθεια» ότι ο θάνατος είναι φαινόμενο εσωτερικό, και έτσι να αισθάνονται πιο ασφαλή. Η αντίθετη άποψη –με την οποία και εμείς συμφωνούμε– είναι ότι η αίσθηση των παιδιών πως κανένας έλεγχος και καμιά πρόβλεψη δεν μπορεί να υπάρχει όσον αφορά τη ζωή και το θάνατο αυξάνει το συναίσθημα της ανασφάλειας. Πόσο ασφαλές μπορεί να αισθάνεται ένα παιδί όταν τα ακούσματά του προβάλλουν την ιδέα ότι ο θάνατος έρχεται «απρόσκλητος» για να τιμωρήσει ή να κλέψει ένα αγαπημένο πρόσωπο; Το ότι παρόμοια μοτίβα συναντώνται στους μύθους δεν είναι απόδειξη ότι η ενθάρρυνση τέτοιων εξηγήσεων βοηθά το σύγχρονο παιδί στο να αντιμετωπίσει την πολυπλοκότητα του περιβάλλοντος στο οποίο ζει.

[3] Ο διάσημος ψυχολόγος Piaget είχε διατυπώσει τη θέση ότι τα στάδια της γνωστικής ανάπτυξης των παιδιών είναι ποιοτικά διαχωρισμένα μεταξύ τους. Για παράδειγμα, τα παιδιά 2-7 ετών δεν θα μπορέσουν να αποδεχτούν το μη αναστρέψιμο του θανάτου ούτε θα ενδιαφερθούν για τις διαδικασίες ταφής παρά μόνο όταν περάσουν στο επόμενο στάδιο γνωστικής ωρίμασης που καθορίζεται ηλικιακά. Επομένως, σύμφωνα με τον Piaget καμιά διαδικασία δεν μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά τη σταδιακή αποδοχή μιας τέτοιας ιδέας. Η θέση αυτή του Piaget περί ποιοτικού διαχωρισμού των σταδίων και ταύτισης των ορίων της γνωστικής και της ηλικιακής ωρίμασης έχει δεχτεί σκληρή κριτική.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Bluestone-Sharapan, H. (1978), “Talking with young children about death”, στο: Let’s Talk About It, Pittsburg. PA: Family Communications Inc.
Kubler-Ross, E. (1982), Living with Death and Dying, London: Souvenir Press.
Leick, N. & Davidsen-Nielsen, M. (1991), Healing Pain: Attachment, Loss and Grief Therapy, London: Routledge.
Tamm, M. E. & Granqvist, A. (1995), “The meaning of death for children and adolescents: A phenomenographic study of drawings”, Death Studies, 19, 3, σσ. 203-222. 

Τετάρτη, 4 Απριλίου 2012

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΑΣ ΚΑΙ Ο «ΕΞΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ» ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ



Η συγγραφή παιδικών/νεανικών βιβλίων για το
ρατσισμό και το θάνατο


Ξεκινώντας την προσέγγιση συγγραφής παιδικών/νεανικών λογοτεχνικών βιβλίων με κύριο θέμα το ρατσισμό και το θάνατο, χρήσιμο είναι να διευκρινίσουμε τις κύριες έννοιες που θα μας απασχολήσουν: (α) συγγραφέας παιδικών βιβλίων, (β) ρατσισμός και (γ) “εξανθρωπισμός” του θανάτου.
Τι είδους oν είναι άραγε ο συγγραφέας παιδικών βιβλίων, δηλαδή ο λογοτέχνης που, είτε το επιλέγει είτε όχι, τα έργα του απευθύνονται κατά κύριο λόγο στα παιδιά; Όπως εύστοχα έχει ειπωθεί, «γράφεις ό,τι είσαι και είσαι ό,τι γράφεις»[1]. Άρα και ο συγγραφέας παιδικών λογοτεχνικών βιβλίων έχει κι αυτός κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως και τα έργα του. Αν λοιπόν το κυριότερο χαρακτηριστικό των έργων του είναι ότι μεταδίδουν ελπίδα και κουράγιο, γεύση αγάπης και κατάφασης για τη ζωή, τότε πρέπει και ο ίδιος να διαθέτει αυτά τα στοιχεία. Και όταν τα διαθέτει, τότε πάντα σχεδόν λειτουργούν θεραπευτικά και «αγαπητικά» για το νεαρό αναγνώστη. Με άλλα λόγια, η στάση του συγγραφέα απέναντι στα παιδιά είναι στάση αγάπης, κατανόησης και συντροφικότητας, δείχνει έγνοια και αγάπη για τον νέο άνθρωπο και το μέλλον του, φανερώνει αισθήματα ανθρωπιάς.
Ας έρθουμε τώρα στον ορισμό του ρατσισμού. Σύμφωνα με ένα από τα εγκυρότερα σύγχρονα λεξικά μας, ρατσισμός είναι “η κοινωνική ή η πολιτική πρακτική διακρίσεων που βασίζεται στο δόγμα της ανωτερότητας μιας φυλής, εθνικής ή κοινωνικής ομάδας και στην καλλιεργημένη αντίληψη των μελών της ότι οφείλουν να περιφρουρήσουν την αμιγή σύσταση, την καθαρότητα της ομάδας τους, καθώς και τον κυριαρχικό τους ρόλο έναντι των υπολοίπων φυλετικών, εθνικών, κοινωνικών κ.ά. ομάδων, που θεωρούνται από αυτά κατώτερες”[2]. Ας θυμηθούμε επίσης ότι ο ρατσισμός είναι καρπός ολοκληρωτικών συστημάτων που συνδέονται με τη βία, την καταδίωξη των αντιφρονούντων, τις αυθαίρετες διακρίσεις, με ιδεοληψίες και παραλογισμούς, που αποβαίνουν εις βάρος της ελευθερίας της σκέψεως και της ίδιας της ζωής[3]. Με λίγα λόγια, δηλαδή, θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το ρατσισμό ως “θάνατο της ανθρωπιάς”.
Αν ο θάνατος της ανθρωπιάς μάς εκπλήσσει και μας αγανακτεί ως απαράδεκτος, αντίθετα ο θάνατος του ανθρώπου, μολονότι απεχθής και μισητός, είναι αναμενόμενος, θεωρείται φυσική και αναπόφευκτη κατάληξη της γήινης ζωής. Παραμένει ωστόσο ακατανόητος, ιδίως για τα παιδιά. Η απώλεια προσφιλούς ή έστω και απλώς γνωστού προσώπου είναι πάντα σκληρή, γεγονός “άγριο”, που δύσκολα μπορεί ένα παιδί ή ένας έφηβος να το διαχειριστεί ψυχικά και να το “εξανθρωπίσει”, δηλαδή να το κατανοήσει και να το αποδεχτεί. Αυτός λοιπόν ο “εξανθρωπισμός του θανάτου” υπονοείται στον τίτλο του κειμένου αυτού και με αυτή την έννοια θα μας απασχολήσει εδώ.
Ας δούμε τώρα γιατί ένας συγγραφέας παιδικών βιβλίων επιλέγει ως θέμα σε κάποιο ή κάποια έργα του την αντιμετώπιση ρατσισμού ή του θανάτου.
Ας αρχίσουμε από το ρατσισμό. Τον ονομάσαμε “θάνατο της ανθρωπιάς”. Άρα εκείνος που γράφει για παιδιά και που εξ ορισμού πρέπει να τον διακρίνει η ανθρωπιά, είναι απόλυτα φυσικό να εξανίσταται με το φαινόμενο που την αναιρεί και να θέλει να το αντιμετωπίσει με την πένα του. Αρκεί τη θέλησή του αυτή να τη συνοδεύει και η απαραίτητη έμπνευση. Τώρα το πώς η έμπνευση θα οδηγήσει σε λογοτέχνημα και με ποιον ακριβώς τρόπο θα χειριστεί το θέμα του ο συγγραφέας που απευθύνεται στα παιδιά, ευνόητο είναι ότι ποικίλλει από δημιουργό σε δημιουργό. Θα λέγαμε ότι είναι ζήτημα όχι μόνο προσωπικής ικανότητας και συναίσθησης της ευθύνης που επωμίζεται, αλλά και ερμηνείας του λόγου ή των λόγων γενικότερα που τον ωθούν να γράφει βιβλία με αποδέκτες τα παιδιά και τους εφήβους.

Στα βιβλία με αντιρατσιστική θέση, τα οποία αναφέρονται εδώ ενδεικτικά, φανερώνεται τόσο η ιδιαίτερη στάση των συγγραφέων τους έναντι των ιδεατών αναγνωστών τους κατά την ώρα της γραφής, όσο και ο βαθμός ευαισθησία τους για το θέμα του ρατσισμού:

Γκέρτσου-Σαρρή ΄Αννα: Το ’λεγαν ξάστερο (Κέδρος)
Ηλιόπουλος Βαγγέλης: Καφέ αηδιαστικό μπαλάκι (Πατάκης)
Κοντολέων Μάνος: Μια ιστορία του Φιοντόρ (Πατάκης)
Μαντουβάλου Σοφία: Ρίκο κοκορίκο (Μικρή Μίλητος)
Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου Λότη: Το μυστήριο του καλοκαιρινού Αγιοβασίλη (Πατάκης) και Τα τέρατα του λόφου (Πατάκης)
Ταρναράς Χρήστος: Τα φανάρια είχαν πάντα χρώμα κόκκινο (Εντός)
Τριβιζάς Ευγένιος: Η τελευταία μαύρη γάτα (Ελληνικά Γράμματα)
Χίου ΄Ελσα: Η νενέ η Σμυρνιά (Καστανιώτης)
Ψαραύτη Λίτσα: Οι τελευταίοι ήρωες (Πατάκης)

          Η έμμεση καταδίκη ή και η ήττα του ρατσισμού στα παραπάνω βιβλία θα λέγαμε ότι οδηγεί σε μιαν ανάσταση: Την ανάσταση ελπίδων και αξιών.
          Η ανάσταση είναι μεγίστη παρηγορία σε σχέση με το θάνατο, όταν ωστόσο δεν πρόκειται για ιδέες αλλά για ανθρώπινα όντα, δεν είναι ούτε γενικά παραδεκτή και κατανοητή, ούτε εύκολο να υποστηριχτεί σ’ ένα λογοτέχνημα, χωρίς αυτό να μετατραπεί σε κήρυγμα. Ο συγγραφέας που απευθύνεται στα παιδιά, ως δημιουργός με «αγαπητική» στάση έναντι του αναγνώστη του, είναι φυσικό να θέλει ν’ αντιμετωπίσει με την πένα του και το θέμα του θανάτου. Ο θάνατος είναι μέσα στη ζωή, άρα δεν μπορεί παρά να είναι και μέσα στη λογοτεχνία. Υπήρχε άλλωστε πάντα και στα παλιά παραμύθια, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Ο σύγχρονος συγγραφέας ωστόσο οφείλει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός. Βέβαια, αφού όπως ήδη ειπώθηκε «γράφεις ό,τι είσαι και είσαι ό,τι γράφεις», ως ένα σημείο ακόμα και χωρίς να το θέλει, οι θρησκευτικές ή μη πεποιθήσεις του και η προσωπική του θέση ως προς την αντιμετώπισή του θανάτου θα φανεί στο έργο του. Καλό είναι όμως να αφήνει, κατά το δυνατόν, ελεύθερο τον ορίζοντα, αποφεύγοντας να επιβάλλει πιεστικά τις δικές του απόψεις.
Μικρό παράδειγμα τέτοιας στάσης μάς δίνει ένα σύντομο κείμενο της Αγγελικής Βαρελλά, που περιλαμβάνεται στο Αναγνωστικό της Β΄ Δημοτικού:
«H γωνιά του παππού είναι άδεια. Η κουνιστή πολυθρόνα του μένει ακίνητη. Τα εγγόνια του πηγαινοέρχονται από δωμάτιο σε δωμάτιο. Ανοιγοκλείνουν τις πόρτες. Ψάχνουν να τον βρουν από γωνιά σε γωνιά. Τρία μερόνυχτα οι γονείς τους ξαγρύπνησαν στο προσκεφάλι του. Τρία μερόνυχτα τρεμόσβηνε το καντηλάκι του.
        »Τώρα, τους λένε, ο παππούς έφυγε. Δε θα ξαναγυρίσει πια. Η Φρόσω λέει πως  πάει στον απάνω κόσμο. Ο Λεωνίδας επιμένει πως πάει στον κάτω.
»Πέφτει χιονόνερο και κάνει κρύο! Τι λάθος μέρα διάλεξε ο παππούς να φύγει. Τι λάθος έκανε να πάρει μαζί του τις ιστορίες που τους έλεγε και να ξεχάσει στο σπίτι τη μαγκούρα του! Και την είχε τόσο ανάγκη για να στηρίζεται!»
Εκείνο που είναι ασφαλώς αποδεκτό και αναμενόμενο από μέρους του συγγραφέα παιδικών βιβλίων, όταν θίγει το θέμα του θανάτου, είναι η παροχή παρηγορίας μέσω μιας ιστορίας, ενός διηγήματος ή ενός μυθιστορήματος, είναι ο “εξανθρωπισμός” του θανάτου, όπως τον ορίσαμε στην αρχή. Τέτοιες δυνατότητες έχουν τα λογοτεχνήματα που παρουσιάζουν με ειλικρίνεια καταστάσεις παρόμοιες με όσες βιώνει ο νεαρός αναγνώστης, με ήρωες που αντιμετωπίζουν παρόμοια με τα δικά του προβλήματα. ΄Ετσι του δίνεται η ευκαιρία ν’ αναγνωρίσει, να διαχειριστεί και ν’ αντιμετωπίσει τα συναισθήματά του, να εξωτερικεύσει τη θλίψη ή ακόμα και την οργή του, παίρνει αφορμή να συζητήσει με τους γύρω του τα όσα αισθάνεται, ώστε τελικά να βοηθηθεί στην επούλωση του ψυχικού τραύματος που αφήνει ένας θάνατος[4]. Η δημιουργία τέτοιων έργων δεν είναι βέβαια κάτι εύκολο. Χρειάζεται γνώση και προσοχή, για να προσεγγίσει ο δημιουργός το θέμα με σωστό ψυχολογικά τρόπο, με τρόπο που θα “εξανθρωπίσει” το θάνατο. Ας μην ξεχνάμε, ύστερα, ότι ακόμα και τα πιο επιτυχημένα βιβλία ποτέ δεν είναι πανάκεια, ποτέ δεν έχουν ίδιου βαθμού αποτελέσματα.
Στα βιβλία για μικρότερα παιδιά, η εξοικείωση με το θάνατο και τη λύπη που προκαλεί ξεκινά συχνά με την αναφορά σε φυσική απώλεια ενός αγαπημένου κατοικίδιου. Τα παιδιά βιώνουν έντονα το θάνατο ενός ζώου που αγαπούν. ΄Ετσι τούς παρέχεται η δυνατότητα να διαχειριστούν τα συναισθήματά τους και ν’ αντιμετωπίσουν το θλιβερό αυτό γεγονός.
Ενδεικτικά αναφέρουμε τα εξής ελληνικά βιβλία που αναφέρονται στο θέμα του θανάτου – τα περισσότερα εικονογραφημένα:

Βασιλική Νευροκοπλή: Αν τ’ αγαπάς ξανάρχονται (Λιβάνης)                                                                                                                                                Μεταξά-Παξινού Μαίρη: Ο παππούς μου κι εγώ
Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου Λ.: Το λουλουδόπαιδο (Μίνωας) και Ποιος θα γράψει για το σκύλο μας (Πατάκης)
Φακίνου Ευγενία: Μικρή καλοκαιρινή ιστορία (Κέδρος)
Επίσης αρκετά ποιήματα της Ρένας Καρθαίου, π.χ. στη συλλογή Χαρταετοί στον Ουρανό, της Ντίνας Χατζηνικολάου, του Νίκου Κανάκη κ.ά. που μιλούν για θάνατο παππού/γιαγιάς.

Ξένων συγγραφέων σε μετάφραση έχουμε τα εξής:
Nigel Gray: Ο Μελένιος και ο παππούς που έφυγε (Ψυχογιός)
Maril Kaldhol: (Απόδοση Κυρ. Ντελόπουλου): ΄Εχε γεια, Ρούνε (Γνώση)
Sigrid Laube: Ο παππούς πετάει (Κάστωρ)
Winfried Wolf: Χριστούγεννα με τον παππού (Πατάκης)

Στα βιβλία για μεγάλα παιδιά και εφήβους ο συγγραφέας έχει τη δυνατότητα να μιλήσει αμεσότερα και με περισσότερο ρεαλισμό για το τέλος της ζωής. Γι’ αυτό και πολλοί από τους σύγχρονους συγγραφείς βιβλίων για παιδιά θίγουν το θέμα του θανάτου σε αρκετά από τα έργα τους. Ενδεικτικά αναφέρουμε τα εξής, με αλφαβητική σειρά των δημιουργών:

Βαρελλά Αγγελική: Καλημέρα, Ελπίδα! (Πατάκης),
Γρηγοριάδου-Σουρέλη Γαλάτεια: Ο μεγάλος αποχαιρετισμός (Ψυχογιός), και Τα σκυλιά του Αγίου Βερνάρδου (Πατάκης)
Ζέη ΄Αλκη: Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της (Κέδρος), Ο ψεύτης παππούς (Κέδρος)
Κανάβα Ζωή: Με την προσευχή και το κοντύλι ( Αστήρ)
Κοντολέων Μάνος: Οι δυο τους κι άλλοι δυο (Πατάκης), Γεύση πικραμύγδαλου (Πατάκης)
Παράσχου Σοφία: Με άγκυρα την καρδιά (Πατάκης)
Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου Λότη  Γιούσουρι στην τσέπη (Πατάκης), ΄Ενα αγγελάκι στα Εξάρχεια (Ψυχογιός)
Χορτιάτη Θέτη: Ο δάσκαλος με το βιολί και τ’ αστέρι (΄Αγκυρα)
Ψαραύτη Λίτσα: Η εξαφάνιση (Πατάκης), Το μυστικό τετράδιο (Πατάκης)

Τα βιβλία αυτά, προβάλλοντας ήρωες που κατορθώνουν τελικά να ελέγξουν τα συναισθήματά τους, να δεχτούν την απώλεια προσφιλούς ή προσφιλών προσώπων και να συνεχίσουν με θάρρος τη ζωή που ξανοίγεται μπροστά τους, δρουν παρηγορητικά, «εξανθρωπίζουν» το θάνατο.  Στη μνήμη τους άλλωστε μένουν απέθαντα τα πρόσωπα που δε ζουν πια. Με αυτή την «παρηγορία», που αφήνει ελεύθερο το πεδίο και για άλλη, ενδεχομένως θρησκευτική, ερμηνεία του θανάτου, χωρίς ωστόσο και να την επιβάλει, το μυθιστορήματα αυτά επιτελούν το «παρηγοριτικό» τους έργο. Ο Καζαντζάκης γράφει κάπου «Χαίρομαι, γιατί όσο ζω, θα ζει κι ο παππούς μου μέσα μου. Ο παππούς μου στάθηκε ο πρώτος που μ’ έκανε να μη θέλω να πεθάνω, για να μην πεθάνουν οι πεθαμένοι μου... Πολλοί αγαπημένοι μου που πέθαναν, κατέβηκαν όχι στο χώμα, παρά στη θύμησή μου, και ξέρω πια πως όσο ζω θα ζούνε»[5].




[1] Jane Yolen: Writing Books for Children, Boston: The Writer Inc., 1984, σελ. 7.
[2] Γ. Μπαμπινιώτη: Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας
[3] ο.π.
[4] Ο ορθός χειρισμός του θέματος του θανάτου στα παιδικά βιβλία και η συμβολή της παιδικής λογοτεχνίας στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που δημιουργούνται από ένα θάνατο εκτενώς αναφέρονται στο βιβλίο της Joan Fassler Helping Children CopeMastering Stress through Books and Stories, The Free Press, New York, 1978.΄Αρθρο με τίτλο «Η βιβλιοθεραπευτική προσέγγιση της Joan Fassler», που αναφέρεται στο βιβλίο αυτό, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαδρομές την ΄Ανοιξη 1998. Σχετικό με το θέμα του θανάτου είναι και το αφιέρωμα «Η ιδέα του θανάτου στην παιδική λογοτεχνία» του περιοδικού Διαδρομές, τ.7, Φθινόπωρο 2002.
[5] Ν. Καζαντζάκης: Αναφορά στον Γκρέκο, Αθήνα 1961, σελ. 41.

Σημ.: Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ στο χώρο της λογοτεχνίας για παιδιά και νέους,  τ.86, Καλοκαίρι 2007. ΄Εκτοτε εκδόθηκαν μερικά ακόμη αξιόλογα βιβλία με θέμα το θάνατο, όπως π.χ. το βιβλίο της Αγγελικής Βαρελλά Κορόνα από χιόνι (Πατάκης).






Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2012

Για το μυθιστόρημα – Ρήσεις Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου


Από το τεράστιο, πολύτιμο και πολύπλευρο έργο του κορυφαίου λογοτέχνη και εκπαιδευτικού Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου (1901-1082) σταχυολογούνται εδώ, κυρίως από τη σειρά των δοκιμίων του "Τα πρόσωπα και τα κείμενα – Β΄ Ανήσυχα χρόνια", πολύτιμες ρήσεις του σχετικά με την πεζογραφία και ειδικότερα για το μυθιστόρημα, που αναμφίβολα μπορούν να γίνουν έναυσμα για περισσότερες σκέψεις, να οξύνουν την κρίση του αναγνώστη και να τον βοηθήσουν να σχηματίσει τη δική του γνώμη για το αν αυτό που διαβάζει είναι ή δεν είναι μυθιστόρημα.
 Ιδιαίτερα έχουν ίσως να ωφεληθούν από τα παρακάτω σταχυολογήματα οι νέοι συγγραφείς και οι επίδοξοι μυθιστοριογράφοι.
Γράφει λοιπόν ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος: "Το ποίημα γράφεται, το μυθιστόρημα χτίζεται. Το μυθιστόρημα, πολύ περισσότερο από το διήγημα, μένει αγώνισμα σύνθεσης. Και χωρίς συνθετική ικανότητα, δηλαδή χωρίς τη μαστοριά του οικοδόμου, μυθιστόρημα δε γράφεται." Και παρακάτω σημειώνει: "Μπορείς, άμα είσαι αληθινά μεγάλος, να δώσεις και σημειώματα αυτοβιογραφικά και αφηγηματικά στην τύχη και να γράψεις ένα βιβλίο θαυμάσιο∙ μα δε θα είναι τότε μυθιστόρημα."
Τις ιδιαίτερες απαιτήσεις για τη δημιουργία του μυθιστορήματος, γλαφυρά – και αυστηρά – τις συμπυκνώνει στις παρακάτω αράδες: "Οι «ασπούδαχτοι» μπορεί λίγο ως πολύ να τα βολεύουν στο ποίημα, στο διήγημα, στην περιγραφή. Το μυθιστόρημα δε σηκώνει αυτοσχεδιασμούς. Απαιτεί άσκηση, πείρα, μαστοριά. Να στρωθείς και να το κάνεις έργο ζωής." Γιατί: "…πεζογραφία είναι μια αδιάκοπη άσκηση, ένας αδιάκοπος μόχθος."
Μα και σε όσα σημειώνει γενικά για το βιβλίο, εύκολα συμπεραίνει κανείς ότι, γράφοντάς τα, το μυθιστόρημα είχε κυρίως κατά νου. Λέει λοιπόν: "Δεν είναι η αφορμή, δεν είναι το τυχαίο περιστατικό που γεννάει το βιβλίο. Το βιβλίο το φέρνει ο άνθρωπος μέσα του και, σαν έρθει η ορισμένη στιγμή, το ξερνάει, γιατί τον βαραίνει, γιατί δεν μπορεί να ζήσει άλλο με δαύτο."
Και πώς να μην είναι έτσι, αφού: "Όλα τ’ αληθινά βιβλία είναι καρποί απροσμέτρητης εσωτερικής αγωνίας." ΄Οσο για τις ικανότητες των πραγματικών συγγραφέων, παρατηρεί: "Οι άνθρωποι που έχουν μέσα τους τα βιβλία είναι προικισμένοι και με μια ιδιαίτερη συνείδηση του περίγυρου, μια πολύμορφη και πολυδύναμη αίσθηση, που τους επιτρέπει να μπαίνουν μονομιάς στη βαθύτερη υπόσταση των προσώπων και των πραγμάτων."
Αποστάγματα συγγραφικής σοφίας του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου με διαχρονική αξία.

(Δημοσιεύτηκε στο τριμηνιαίο ηλεκτρονικό περιοδικό ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ / Χειμώνας 2009-10).

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

Κι όμως εγώ ελπίζω...




Κι όμως εγώ ελπίζω πως θα βρούμε τρόπο να ορθοποδήσουμε. Γιατί σκέφτομαι τι θαύματα κατάφεραν οι ΄Ελληνες στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, κάτω από φοβερές συνθήκες, εθνική υποδούλωση και πλήρη ανελευθερία… ΄Ένα παράδειγμα ήταν το «Κοινόν Μελενίκου» που υπογράφτηκε στο Μελένικο την 1/13 Απριλίου 1813:



«…Ο Κανονισμός του “Κοινού” του Μελενίκου, που έφερε τον τίτλο "Σύστημα ή Διαταγαί", διακήρυσσε την αρχή της απόλυτης ισότητας ανάμεσα στους πολίτες και διαπνεόταν από τις δημοκρατικές και φιλελεύθερες αρχές της Γαλλικής Επανάστασης....
Ξεπερνώντας οι Μελενικιώτες τα προφορικά έθιμα και τις προφορικές συμφωνίες που ίσχυαν ως τότε, κατάργησαν τις διακρίσεις των τάξεων, το χωρισμό των πολιτών σε τζορμπατζήδες και υποχείριους. ΄Ετσι, δόθηκε η δυνατότητα σε όλους ανεξαιρέτως τους «εκλεκτούς, τους φρόνιμους και ικανούς πολίτες πάσης τάξεως», όπως σημειώνεται στην εισαγωγή του, να συμμετέχουν ισότιμα στη διοίκηση του Κοινού. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι όσοι πολίτες προτείνονταν από τη συνέλευση για τα όργανα του Κοινού, αλλά δε δέχονταν για κάποιο λόγο την εκλογή τους, έπρεπε να πληρώσουν εκατό γρόσια πρόστιμο, βαρύ για την εποχή εκείνη. Με αυτόν τον τρόπο υποχρεώνονταν όλοι οι πολίτες να συμμετέχουν στα κοινά….
Στις Διαταγές του Κοινού, που είχαν συνολικά τριάντα άρθρα, διατυπώθηκαν γραπτά τα όσα θα ίσχυαν πλέον στις σχέσεις των πολιτών με την τοπική εξουσία, καθώς και στην οργάνωση, στη λειτουργία και στη διοίκηση της εκκλησιαστικής, της κοινωνικής και της εκπαιδευτικής τους ζωής. Προβλέπονταν η ίδρυση νοσοκομείου και ξενώνων, η περίθαλψη απόρων, γερόντων και ορφανών, η κάλυψη των χρεών των αναξιοπαθούντων, η οικονομική και ψυχολογική υποστήριξη των φυλακισμένων και άλλα πολλά, που καθορίζονταν πια ως χρέος της κοινωνικής πρόνοιας, μακριά από κάθε επιδεικτική ελεημοσύνη. Ποτέ στο παρελθόν δεν είχε συνταχθεί από ελληνική κοινότητα, κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, τέτοιος σημαντικός και ολοκληρωμένος κοινοτικός καταστατικός χάρτης…



(απόσπασμα από το βιβλίο μου «Η προφητεία του κόκκινου κρασιού» - Πατάκης 2008 – Κρατικό βραβείο 2009)
Για μια περιήγηση στον κόσμο του βιβλίου:          http://www.i-read.i-teen.gr/book/i-profiteia-toy-kokkinoy-krasioy