Σάββατο, 16 Αυγούστου 2014

Στοιχεία για τους συγγενείς μου «εκ φαντασίας»!


 «Tα πρόσωπα των μυθιστορημάτων σας είναι πραγματικά;» με ρωτούν πολλοί αναγνώστες, μεγάλοι και μικροί. Ναι, τους απαντώ, οι ήρωες που πλάθω είναι για μένα αληθινοί, συγγενείς μου “εκ φαντασίας”. Λίγες είναι οι φορές που, μαζί μ’ αυτούς, τρυπώνουν στα βιβλία μου και πρόσωπα υπαρκτά, ιστορικά ή φιλικά, συγγενικά η όχι. (*) Αληθινοί λοιπόν για μένα οι ήρωές μου, γι’ αυτό κι από βιβλίο σε βιβλίο μεγαλώνουν όπως όλοι οι άνθρωποι, μεγάλοι και μικροί. Αυτό το ξέρουν βέβαια οι «φανατικοί» μου αναγνώστες. Για εκείνους όμως που πρώτη φορά τους συναντούν σε κάποιο απ’ τα βιβλία της σειράς κι ενδιαφέρονται να μάθουν περισσότερα, ή για όσους συναντήθηκαν μαζί τους ως παιδιά ή ως έφηβοι, έχασαν έκτοτε την επαφή μαζί τους και θα ήθελαν να μάθουν τι απέγιναν και ποια συνέχεια τους επεφύλαξε ζωή, μεταφέρω εδώ στοιχεία κι εξηγήσεις που θα τους διευκολύνουν. Είναι πληροφορίες που υπάρχουν στις τελευταίες σελίδες των βιβλίων, στις πρόσφατες ανατυπώσεις, κι αναφέρουν τα εξής:

 «Η σειρά αυτή καλύπτει χρονικά μια περίοδο αρκετά μεγάλη της νεοελληνικής μας ιστορίας. ΄Ηρωες των βιβλίων είναι πρόσωπα από εφτά οικογένειες. Mε το πέρασμα του χρόνου, η ζωή με τον αόρατο ιστό της συνδέει τις οικογένειες αυτές με συγγένεια ή φιλία. Γεγονότα ιστορικά και περιπέτειες προσωπικές, χαρές και λύπες, ατομικές ή οικογενειακές, γίνονται το στημόνι και το υφάδι, για να πλέξουν ιστορίες που διακλαδώνονται, διαβάζονται ωστόσο ανεξάρτητα. Έχουν θέματα σύγχρονα μα και διαχρονικά: τις σχέσεις των ανθρώπων, την εφηβεία, τον έρωτα, τον θάνατο, την απειλή απ’ τα ναρκωτικά, το διαζύγιο, την προσφυγιά κ.ά.

 1. Το βιβλίο O μικρός αδελφός βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά που συνέβησαν στη Μακεδονία κατά τη διάρκεια του A΄ Παγκοσμίου πολέμου. Στη δίνη του πολέμου εκείνου, ο τότε δεκαεξάχρονος Άγγελος Bεζούκας χωρίζεται από τον μικρό του αδελφό, τον δωδεκάχρονο Αλέξανδρο. H «οδύσσεια» που θα ζήσει, ώσπου να τον βρει και να τον γυρίσει στους γονείς τους, θα τον ωριμάσει, θα τον κάνει να αποστρέφεται τον πόλεμο και να αποζητά τη δικαιοσύνη και την ειρήνη.
 
Τον Άγγελο Bεζούκα θα τον ξαναβρούμε, σαραντάχρονο πατέρα πια, στο βιβλίο Τραγούδι για τρεις, όπου πρωταγωνιστεί η κόρη του, Ελισάβετ. Kαι τον συναντάμε παππού στο Λάθος, κύριε Nόιγκερ! με κεντρικό πρόσωπο τον εγγονό του, Αλέξη Nόιγκερ, αρχαιολόγο και δάσκαλο των Γερμανικών, δευτερότοκο γιο της Ελισάβετ.
 

 2. Το βιβλίο Για την άλλη πατρίδα βασίζεται και αυτό σε πραγματικά περιστατικά που συνέβησαν πολύ αργότερα. Το 1974, η οικογένεια του δεκάχρονου Τέλη Iακώβου –οικογένεια παλαιών μεταναστών– ζει τη δική της περιπέτεια. Καταφέρνει να φύγει από μια χώρα με ανελεύθερο καθεστώς και γυρίζει στο πανέμορφο νησί των προγόνων της. Όμως η μοίρα τής παίζει άσχημο παιχνίδι. Το νησί δέχεται εχθρική εισβολή και οι Iακώβου δοκιμάζουν και πάλι τον ξεριζωμό, τον πόλεμο, την προσφυγιά.
 
Τον Τέλη τον ξαναβρίσκουμε μεγάλο στο  Καναρίνι και μέντα  και στο  O κόκκινος θυμός. Τον συναντάμε και στα βιβλία  Ποιος θα γράψει για το σκύλο μας; και  Το μυστήριο του καλοκαιρινού  Αγιοβασίλη με πρωταγωνίστρια τη μικρή του κόρη, τη Νεφέλη. Εκεί επανεμφανίζεται ηλικιωμένη και η μητέρα του, η γιαγιά Νεφέλη, μαζί με την εξαδέλφη της, την Ελισάβετ Bεζούκα-Nόιγκερ, που ανταμώνουν έπειτα από μακρόχρονη αναζήτηση, από το τέλος του B΄ Παγκοσμίου πολέμου, εποχή που περιγράφεται στο Τραγούδι για τρεις.
 
  3. Το βιβλίο Στο τσιμεντένιο δάσος μιλάει για την απειλή των ναρκωτικών. Σ’ ένα δάσος από τσιμεντένιους κορμούς, στην Αθήνα, μια έφηβη «κοκκινοσκουφίτσα», η Kόννη, συναντά έναν ανθρωπόμορφο «λύκο» που προσπαθεί να την εξοντώσει με τη μύηση στον κόσμο του λευκού θανάτου. H νεαρή ηρωίδα θα ζήσει μια επικίνδυνη περιπέτεια. Στήριγμά της θα είναι ο Σωτήρης Κυνηγός, φοιτητής. H γνωριμία τους θα σημαδέψει τη ζωή της.
 
Την Kόννη την ξαναβρίσκουμε, εικοσιπεντάχρονη πια, στο βιβλίο Λάθος, κύριε Nόιγκερ! Πολύ αργότερα, στο βιβλίο Τα τέρατα του λόφου, τη συναντούμε παντρεμένη με τον Σωτήρη Κυνηγό και μητέρα της δωδεκάχρονης Ειρήνης. Πέντε χρόνια μετά, μέσω της κόρης της, κάνει μια σύντομη παρουσία στο βιβλίο Αμίλητη αγάπη.


 
 4. Στο Ζητείται μικρός, ο Χρήστος, που δεν έχει κλείσει ακόμη τα 12, ψάχνει να βρει μια βραδινή δουλειά, για να βοηθήσει κι αυτός οικονομικά την οικογένειά του, που έχει μεγάλη ανάγκη, χωρίς ν’ αναγκαστεί να σταματήσει το σχολείο. Η δουλειά θα βρεθεί, αλλά μαζί με το βραδινό μεροκάματο θα γνωρίσει και όψεις της ζωής που δεν τις υποψιαζόταν. Οι περιπέτειες που θα ζήσει θα είναι επικίνδυνες και οι ταλαιπωρίες πολλές, θα τα καταφέρει ωστόσο να βγει νικητής. ΄Ενας συμμαθητής και μια συμμαθήτριά του θα σταθούν δίπλα του στις δύσκολες ώρες.
 
Τον Χρήστο θα τον ξαναβρούμε στο βιβλίο Σπίτι για πέντε, σ’ έναν ρόλο σημαντικό, για να ξεδιαλύνει ένα μυστήριο και να συντελέσει ώστε να λήξει μια παρεξήγηση ανάμεσα στα παιδιά της οικογένειας που μένει σ’ εκείνο το σπίτι.

   

  5. Ιστορίες που ταξιδεύουν με το Mαρίνο και τη Mαρίνα: Τα ξεκαρδιστικά επεισόδια με τα «Mαρινοθήρια» –τον εννιάχρονο Mαρίνο και την εφτάχρονη Mαρίνα– αλλά και οι απίθανες ιστορίες που γράφει ο πατέρας τους είναι μια εύθυμη παρένθεση στα μυθιστορήματα της σειράς αυτής.
 
Τα «Mαρινοθήρια» γίνονται αχώριστοι φίλοι με τον δεκάχρονο Άρη, σύντροφοί του σε νέες σκανταλιές, στο βιβλίο Σπίτι για πέντε.



 6. Στο Σπίτι για πέντε ξετυλίγονται τα προβλήματα αλλά και τα ευτράπελα που φέρνει η συμβίωση του δωδεκάχρονου Φίλιππου και του δεκάχρονου Άρη, όταν η χωρισμένη μητέρα του πρώτου και ο χήρος πατέρας του δεύτερου παντρεύονται. Πολλά κωμικοτραγικά θα συμβούν, ώσπου η νέα οικογένεια να «δέσει». Τελικά, ο Φίλιππος θα πει «αδερφό» του τον Άρη, μιλώντας στον δάσκαλό του των Γερμανικών, τον κ. Nόιγκερ. Kαι θα θελήσει επιτέλους να συναντήσει και τον πραγματικό του πατέρα, που ζει στη Γερμανία.
 
O Φίλιππος έχει κλείσει τα 14 όταν τον ξαναβρίσκουμε στο Λάθος, κύριε Nόιγκερ! και στο Τραγούδι για τρεις. Στα 17 του θα εμφανιστεί για λίγο στο Γιούσουρι στην τσέπη, όπου πρωταγωνιστεί ο Άρης. Δέκα χρόνια μετά, ο γάμος του με τη Χριστίνα, την παιδική του φίλη, θα είναι ένα από τα σημαντικά γεγονότα στο βιβλίο Τα τέρατα του λόφου. Λίγο αργότερα έχει μια σύντομη παρουσία στο βιβλίο Στη σκιά της πράσινης βασίλισσας.


 7. Στο Λάθος, κύριε Nόιγκερ! ο Φίλιππος είναι 14 ετών και παραθερίζει σε ένα χωριό κοντά στα Καλάβρυτα με τα δύο ετεροθαλή αδερφάκια του, παιδιά του πατέρα του και της Γερμανίδας δεύτερης γυναίκας του. Εκεί είναι και ο νεαρός αρχαιολόγος Αλέξης Nόιγκερ για έρευνες και για να συνεχίσει τα μαθήματα Γερμανικών στον Φίλιππο. H ξαφνική αναχώρησή του θυμώνει τον Φίλιππο, αλλά φέρνει στο φως δραματικές στιγμές της ελληνικής ιστορίας.
 
O Φίλιππος, που τον είχαμε πρωτοσυναντήσει στο Σπίτι για πέντε, έχει κύριο ρόλο και στο Τραγούδι για τρεις. Εκεί επανεμφανίζεται και ο Αλέξης Nόιγκερ, πρωταγωνιστεί όμως η μητέρα του, Ελισάβετ, κόρη του Άγγελου Bεζούκα, ήρωα του βιβλίου O μικρός αδελφός. Τον Αλέξη Nόιγκερ τον ξαναβρίσκουμε στα βιβλία Καναρίνι και μέντα, Ποιος θα γράψει για το σκύλο μας και Τα τέρατα του λόφου.
 

 8. Στο βιβλίο Τραγούδι για τρεις, ο Φίλιππος και η συμμαθήτριά του η Χριστίνα ετοιμάζουν τη σχολική γιορτή της 28ης Οκτωβρίου. Αναζητούν μαρτυρίες για τον B΄ Παγκόσμιο πόλεμο και συγκεντρώνουν υλικό για την Εθνική Αντίσταση. Αποκαλύπτεται τότε μια συγκλονιστική ιστορία που έζησε ως παιδί η δασκάλα πιάνου της Χριστίνας, η κυρία Ελισάβετ Bεζούκα-Nόιγκερ, και η εξαδέλφη της η Νεφέλη στα χρόνια της Kατοχής. Τα δυο παιδιά, με βοηθό έναν ηλικιωμένο αγωνιστή της Αντίστασης, τον κύριο Λευτέρη, θα κατορθώσουν να λύσουν μια παρεξήγηση που κράτησε χρόνια.
 
O Φίλιππος και η Χριστίνα πρωταγωνιστούσαν και στα βιβλία Σπίτι για πέντε και Λάθος, κύριε Nόιγκερ! Οι δυο εξαδέλφες, η Ελισάβετ και η Νεφέλη, θα ξανασυναντηθούν πολύ αργότερα, ηλικιωμένες πια, και θα παίξουν ρόλο στα βιβλία Καναρίνι και μέντα, Ποιος θα γράψει για το σκύλο μας; Το μυστήριο του καλοκαιρινού Αγιοβασίλη, Τα τέρατα του λόφου. Στα δύο τελευταία θα έχει κύριο ρόλο και ο γηραιός κύριος Λευτέρης, ως «καλοκαιρινός Αγιοβασίλης».
 

 9. Στο βιβλίο Γιούσουρι στην τσέπη ο Άρης είναι 14 ετών και παραθερίζει στο χωριό όπου είχε πάει κάποτε και ο Φίλιππος. Εκεί περνά τις διακοπές της και η δωδεκάχρονη Πηνελόπη. O Άρης φέρεται παράξενα, όμως γίνονται φίλοι όταν η Πηνελόπη μαθαίνει τι τον βασανίζει: η αγαπημένη του Αλκμήνη πεθαίνει. Σε μια απελπισμένη προσπάθεια να τη σώσουν, οι δυο τους μπλέκουν σε μια επικίνδυνη περιπέτεια. Αναζητούν στον βυθό της θάλασσας ένα θαυματουργό θαλασσόξυλο, το γιούσουρι, παρέα με τον πολυταξιδεμένο καπετάν Διοκλή.
 
O Άρης, που πρωταγωνιστούσε μικρός και στο Σπίτι για πέντε, παίζει κάποιο ρόλο, φοιτητής πια, και στο Καναρίνι και μέντα, όπου πρωταγωνιστεί ο Απελλής, ο ορφανεμένος μικρός αδελφός της Αλκμήνης. Αργότερα θα εμφανιστεί για λίγο και στο βιβλίο Τα τέρατα του λόφου, για να παρακολουθήσει τον γάμο του αδελφού του Φίλιππου με την παιδική του φίλη, τη Χριστίνα. Σε μεγαλύτερη ηλικία, αναφέρεται επίσης στο βιβλίο O κόκκινος θυμός και Στη σκιά της πράσινης βασίλισσας.
 

 10. Στο βιβλίο Καναρίνι και μέντα, ο εντεκάχρονος Απελλής φεύγει από το ορφανοτροφείο, για να ζήσει με την Kλειώ και τον Τέλη, τους νέους «γονείς» του. Όμως μαθαίνει κάτι ξαφνικά, αναστατώνεται και βρίσκεται ολομόναχος στους δρόμους της Αθήνας. Mόνη συντροφιά του ένας «χάρτινος» παππούς – ο Παπαδιαμάντης. Οι περιπέτειές του θα θέσουν τη ζωή του σε κίνδυνο. Ώσπου ο Άρης, ο μεγάλος του φίλος, θα τον βοηθήσει να βρει την αλήθεια.
 
O Απελλής έχει αργότερα ρόλο σημαντικό και στα βιβλία Ποιος θα γράψει για το σκύλο μας;, Το μυστήριο του καλοκαιρινού Αγιοβασίλη και Τα τέρατα του λόφου. Πρωταγωνιστεί επίσης στο βιβλίο O κόκκινος θυμός. Τον Τέλη, που είχε πρωταγωνιστήσει μικρός στο Για την άλλη πατρίδα, θα τον ξαναβρούμε, πατέρα της μικρής Νεφέλης πια, στα βιβλία Ποιος θα γράψει για το σκύλο μας;, Το μυστήριο του καλοκαιρινού Αγιοβασίλη και O κόκκινος θυμός.


 

11. Στο Ποιος θα γράψει για το σκύλο μας; πρωταγωνιστεί η δεκάχρονη Όλγα, κόρη του Αλέξη Nόιγκερ. Τα ξαδέλφια της, ο Απελλής και η Νεφέλη, ετεροθαλής αδερφούλα του, είναι απαρηγόρητα γιατί «πέθανε» ο σκύλος τους, ο Kέβης. H Όλγα αναζητά ένανσυγγραφέα να γράψει γι’ αυτόν. Ώσπου να τον βρει όμως, πολλά απρόοπτα, απίθανα και κωμικοτραγικά θα συμβούν!
 
H Όλγα παίρνει μέρος και στα βιβλία Το μυστήριο του καλοκαιρινού Αγιοβασίλη και Τα τέρατα του λόφου, όπου συμπρωταγωνιστεί με τη φίλη της την Ειρήνη, κόρη της Kόννης και του Σωτήρη Κυνηγού, που πρωτοσυναντήθηκαν στο Τσιμεντένιο δάσος. Mια σύντομη εμφάνιση κάνει και στο βιβλίο O κόκκινος θυμός.
 


 12. Στο βιβλίο Το μυστήριο του καλοκαιρινού Αγιοβασίλη η μικρή Νεφέλη επιμένει πως είδε Ιούνιο μήνα τον Αγιοβασίλη! Άλλοι την κοροϊδεύουν, άλλοι τη μαλώνουν. Kι ενώ η γιαγιά Νεφέλη προσπαθεί να τη λογικέψει, φανερώνεται ξανά ο καλοκαιρινός Αγιοβασίλης και παίρνει μαζί του τον μικρό της ξάδελφο. Mικροί και μεγάλοι περνούν ώρες αγωνίας. Ώσπου το μυστήριο λύνεται και όλοι μαζί γιορτάζουν μια θεότρελη καλοκαιρινή Πρωτοχρονιά, που τη χαίρονται ιδιαίτερα τα προσφυγάκια της γειτονιάς.
 
Σ’ αυτή την ιστορία παίρνουν μέρος όλα σχεδόν τα μέλη των οικογενειών Iακώβου και Nόιγκερ, που τα έχουμε κατά καιρούς συναντήσει στα βιβλία Για την άλλη πατρίδα, Λάθος, κύριε Nόιγκερ!, Τραγούδι για τρεις, Καναρίνι και μέντα, Ποιος θα γράψει για το σκύλο μας; και θα τα ξαναβρούμε στα βιβλία Τα τέρατα του λόφου και O κόκκινος θυμός.
 

 13. Στο βιβλίο Τα τέρατα του λόφου μια ομάδα ρατσιστών, νεαρών νεοναζί, δε συμμερίζεται καθόλου την ανθρωπιά που δείχνει ο «καλοκαιρινός Αγιοβασίλης» και οι οικογένειες της Όλγας και της Νεφέλης για τα παιδιά των ξένων εργατών. H ομάδα αυτή επιτίθεται στα προσφυγάκια τις παραμονές του γάμου της Χριστίνας και του Φίλιππου. H Όλγα και η φίλη της η Ειρήνη, που έχουν κλείσει τώρα τα δώδεκα και θα είναι παράνυμφοι στον γάμο, θα μπλέξουν σε μια επικίνδυνη περιπέτεια. Kαι ο γάμος θα κινδυνέψει να αναβληθεί.
 
Πρόσωπα από όλα σχεδόν τα προηγούμενα βιβλία, και ιδίως από τα Ποιος θα γράψει για το σκύλο μας;, Το μυστήριο του καλοκαιρινού Αγιοβασίλη και Στο τσιμεντένιο δάσος, μετέχουν στην πλοκή του συναρπαστικού αυτού μυθιστορήματος, που θίγει ένα καυτό πρόβλημα της σύγχρονης εποχής.
 

 14. Στο βιβλίο Ο κόκκινος θυμός ο Απελλής τελειώνει πια το λύκειο και τo όνειρό του είναι να αφοσιωθεί στη ζωγραφική. Ετοιμάζεται όμως για εξετάσεις στο Πολυτεχνείο, επειδή οι δικοί του πιστεύουν πως μόνο έτσι θα έχει ένα σίγουρο μέλλον. Ώσπου, παραμονές Χριστουγέννων, μπαίνει ξαφνικά στη ζωή του ένας διάσημος άνθρωπος των Καλών Τεχνών, με δελεαστικές προτάσεις για σπουδές ζωγραφικής στο εξωτερικό. Η φίλη του η Νιόβη τον καλοτυχίζει, μα ο Απελλής βρίσκεται σε δίλημμα. Το όνειρό του ίσως έτσι να εκπληρωθεί, μα οι αντιδράσεις των δικών του και κάποιες περίεργες ενδείξεις τον αναστατώνουν. Ποιος είναι στ’ αλήθεια ο ουρανοκατέβατος αυτός «μαικήνας»; Και ποιος ο παράξενος άνθρωπος που συναντάει σε ένα καφενείο των Εξαρχείων;
 
Ο Απελλής έχει πρωταγωνιστήσει και στο βιβλίο Καναρίνι και μέντα, όταν ήταν 11 χρόνων. Εδώ παίρνει μέρος και όλη η νέα του οικογένεια –ο πατριός του, Τέλης Ιακώβου, η μητέρα του, Κλειώ Καρίτη, και η αδερφούλα του, η Νεφέλη–, που τους έχουμε συναντήσει στα βιβλία Για την άλλη πατρίδα, Ποιος θα γράψει για το σκύλο μας; και Το μυστήριο του καλοκαιρινού Αγιοβασίλη. Σύντομα εμφανίζονται και τα ξαδέρφια τους, Όλγα και Φραγκίσκος Νόιγκερ, με τη μητέρα τους, την ιατρό Δάφνη Δίγκου-Νόιγκερ, κι ακόμη ένα μυστηριώδες πρόσωπο, που το έχουμε ξανασυναντήσει.

 
 
 15. O καιρός της σοκολάτας. Σαν διάλειμμα ανάμεσα στα μυθιστορήματα, με το βιβλίο αυτό μεταφέρονται οι αναγνώστες στην εποχή του B΄ Παγκοσμίου πολέμου, διαβάζουν αληθινές ιστορίες και προσωπικά βιώματά, και καλούνται σε ένα «αναγνωστικό παιχνίδι»: να ανακαλύψουν πρόσωπα, τόπους και πραγματικά περιστατικά, που βρήκαν μεταπλασμένα τη θέση τους μέσα στα βιβλία της σειράς.

 
 
 
 16. Στην Προφητεία του κόκκινου κρασιού η ΄Ολγα έχει τελειώσει τη Β΄ Λυκείου. Πληγωμένη από την αδιαφορία του Απελλή, ακολουθεί τον πατέρα της σε μια εκδρομή στο θρυλικό Μελένικο. Εκεί, η γνωριμία της με τον Παύλο, έναν νεαρό φοιτητή, γίνεται αφορμή για ένα συναρπαστικό ταξίδι στο παρελθόν της βυζαντινής αυτής πόλης, που ανήκει τώρα στη Βουλγαρία, όπως το έζησαν οι πρόγονοί της, από τον καιρό του Ρήγα ως τους Βαλκανικούς πολέμους, όταν οι χιλιάδες Έλληνες κάτοικοί του πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς. Συντροφιά με τον Παύλο θα εξερευνήσει και το σημερινό Μελένικο, θα γνωρίσει έναν παράξενο γέροντα «μάντη» και θα ξεδιαλύνει τα αισθήματά της. Η εκδρομή αυτή θα σημάνει την αρχή ενός νέου έρωτα.
 
Ο αναγνώστης συναντά κι εδώ πρόσωπα γνωστά από τα μυθιστορήματα Τραγούδι για τρεις, Καναρίνι και μέντα, Το μυστήριο του καλοκαιρινού Αγιοβασίλη, Ποιος θα γράψει για το σκύλο μας, Τα τέρατα του λόφου, Ο κόκκινος θυμός. Είναι ο Αλέξης Νόιγκερ, πατέρας της ΄Ολγας, η γιαγιά Ελισάβετ, ο Απελλής, η Νιόβη και άλλοι, ενώ ο μυστηριώδης «μάντης» επιφυλάσσει εκπλήξεις και «δένει» αυτό το βιβλίο με το πρώτο της σειράς.
 

 17. Στη σκιά της πράσινης βασίλισσας, μιας χιλιόχρονης βασιλικής βελανιδιάς, εκτυλίσσεται μια παράξενη σύγχρονη ιστορία. Η δεκαπεντάχρονη ΄Ελλη και ο δεκαεφτάχρονος Μίλτος εμπλέκονται στην εξέλιξή της προσπαθώντας να βρουν λύση στο αδιέξοδο που δημιουργείται αλλά και να ξεδιαλύνουν τα προσωπικά τους αισθήματα. Παράλληλα, η «πράσινη βασίλισσα» αφηγείται τη μακραίωνη συναρπαστική ζωή της φωτίζοντας τις αθέατες πλευρές της υπόθεσης αλλά και ζωντανεύοντας περιπέτειες και πάθη των Ελλήνων από τη μυθική εποχή ως τις μέρες μας.
 
Την ΄Ελλη την έχουμε συναντήσει ως νήπιο στα βιβλία Σπίτι για πέντε και Γιούσουρι στην τσέπη, και μεγαλύτερη στο βιβλίο Τα τέρατα του λόφου. Τον παππού Φίλιππο και δύο ακόμη πρόσωπα τα έχουμε συναντήσει στο Λάθος, κύριε Νόιγκερ!, ενώ η αναφορά μιας βυζαντινής εικόνας συνδέει μέρος αυτού του μυθιστορήματος με το βιβλίο Η προφητεία του κόκκινου κρασιού.
 
 
18. Στο βιβλίο Αμίλητη αγάπη, τρεις έφηβοι –ο Θέμης, η Όλγα, η Ειρήνη–, τρεις φίλοι με διαφορετικούς χαρακτήρες, διαφορετικές ανάγκες και προσδοκίες, γίνονται μια «αχώριστη τριάδα» για ν’ αντιμετωπίσουν τη βία και τη βαναυσότητα που προκαλεί στον περίγυρό τους ο σχολικός εκφοβισμός και ο νεοναζισμός. Οι προσπάθειές τους θα φέρουν αποτέλεσμα, τι θα γίνει όμως με τα βαθιά αισθήματα που κρύβουν οι δύο από τους τρεις και δεν τολμούν να μιλήσουν γι’ αυτά; Μια ιστορία δυνατής φιλίας και απέραντης αγάπης.
 
Στην Αμίλητη αγάπη πρωταγωνιστούν τρεις έφηβοι που τους είχαμε γνωρίσει ως παιδιά σε προηγούμενα βιβλία –στο μυθιστόρημα Ο κόκκινος θυμός τον Θέμη, στα Τέρατα του λόφου την Ειρήνη και την Όλγα, γνωστή μας κι από τα βιβλία Ποιος θα γράψει για το σκύλο μας, Η προφητεία του κόκκινου κρασιού κ.ά. Επίσης, επανεμφανίζονται για λίγο πρόσωπα από τα βιβλία Στο τσιμεντένιο δάσος, Ο κόκκινος θυμός, Λάθος, κύριε Νόιγκερ!»

--------------------------
(*) Σχετική είναι η διδακτορική διατριβή της ΄Ελενας Στανιού, που εκπονήθηκε στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, με θέμα: «Διακειμενικότητα και χαρακτήρες στο μυθιστορηματικό έργο της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου». Μικρό απόσπασμα υπάρχει εδώ: http://lotypetrovits.blogspot.gr/2014/07/blog-post.html

Σημ.: Όλα τα βιβλία της σειράς έχουν κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Πατάκη. Περισσότερες πληροφορίες για το καθένα, κριτικά σημειώματα κ.λπ. υπάρχουν στις ιστοσελίδες: www.loty.gr  και http://www.i-read.i-teen.gr/author/loti-petrobits-androytsopoyloy

 

Τρίτη, 5 Αυγούστου 2014

Μνήμη Ι.Δ. Ιωαννίδη (1931 – 6.8.2000) : Αντί για μια λέξη


Αναρωτιέμαι καμιά φορά τι θα έβαζα δίπλα στο όνομα των αγαπημένων μου συναδέλφων-συγγραφέων, αν ήμουν υποχρεωμένη να βρω μια μόνο λέξη που να τους χαρακτηρίζει. Στους περισσότερους θα έβρισκα εύκολα, θαρρώ, κάποια που ίσως θα ταίριαζε. Στην περίπτωση του Ι.Δ. Ιωαννίδη, όμως, αυτό θα ήταν αδύνατον. Γιατί ο «Ι.Δ.», όπως όλοι τον αποκαλούσαμε, δύσκολα θα μπορούσε να χωρέσει σε μονολεκτικούς χαρακτηρισμούς.
 
΄Οντας μια ιδιότυπη, ολότελα ξεχωριστή προσωπικότητα, ήταν πολλά μαζί:  Εκπαιδευτικός με άρτια κατάρτιση και σπάνια ευαισθησία, συγγραφέας με ιδιόμορφη, βιωματική γραφή, άτομο με έμφυτη αρχοντιά και διακριτικότητα, παρατηρητής των φαινομένων της ζωής με παιγνιώδη διάθεση αλλά και στοχαστής με  πρωτοτυπία και βαθύτητα σκέψης, ήπιος και καλοπροαίρετος συνομιλητής, ειλικρινής και λεπταίσθητος φίλος, συνάνθρωπος πλήρης αγαθότητας, αθόρυβος εργάτης της εντιμότητας και της καλοσύνης. Και τέλος, εύστοχος κριτικός μ' ένα δυσεύρετο στην εποχή μας προσόν: παντελή έλλειψη οίησης για τις γνώσεις του και αγαπητική διάθεση για ό,τι διάβαζε.
 
Αντί για μια μόνο λέξη, λοιπόν, θα πρόσθετα δίπλα στ' όνομα του «Ι.Δ.» την ηδύτατη μνήμη όλων αυτών των ιδιοτήτων και των χαρισμάτων - δέσμη ακτίνων που πρόσθεσε καθαρό πνευματικό φως, ψυχικό καταυγασμό και φιλική ζεστασιά στη ζωή μας.
 

 
 
 
 


 

Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2014

Κριτική από τον Κωστή Μακρή

 









Για το βιβλίο Αμίλητη Αγάπη

    (Εκδ. Πατάκη, 2014)*
 
 

Ο Κουτσογιάννης ήταν ένας από τους πλειο ώμορφους άντρες του τόπου μας κι από τους πλειο γερούς, κι αν και κουτσός έτρεχε τόσο που δεν τον έφτανε κανένας γερός, και δεν του γλύτωνε γίδι που να μην το πιάσει στην αρέντα. Ήταν αγέρας μοναχός. Λες και η κουτσαμάρα τούχε βγάλει φτερά.

Όταν λαλούσε ο Κουτσογιάννης την φλογέρα τον αφηκρούνταν όσοι βρίσκονταν κοντά του, με μεγάλη προσοχή και κρυφά, γιατί, άμα καταλάβαινε ότι τον αφηκριώνταν, έπαυε στην στιγμή το λάλημα. Είχαν παραλογίσει όλοι οι πιστικοί με την φλογέρα του κι έσκαζαν από την ζήλεια τους.
 
 Απόσπασμα από το διήγημα «Ο Κουτσογιάννης στα Γιάννινα» [1923]
του Χρήστου Χρηστοβασίλη (1861-1937).
Από την Ανθολογία Ελληνικού Διηγήματος 1900-1963,
Πρόλογος: Γεωρ. Βαλέτα, Επιμέλεια: Αντρέα Νενεδάκη
Έκδοσις: Γ. ΚΟΥΡΗ, ΣΤΑΔΙΟΥ 48, ΑΘΗΝΑΙ, 1963
 
***
«Δίπλα σου, ό,τι κι αν γίνει».
   Αυτή είναι η πρώτη φράση από το μυθιστόρημα Αμίλητη αγάπη της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη.
     Είναι μεγάλη κουβέντα αυτή, έχει μεγάλη δύναμη και με την πρώτη αυτή φράση υπονοείται ο τίτλος του βιβλίου. Γιατί τέτοια κουβέντα μόνο από άνθρωπο που αγαπάει βαθιά και χωρίς όρους μπορεί να ειπωθεί. Και ναι μεν δεν είναι το ίδιο με το: «Σ’ αγαπάω και θα σ’ αγαπάω ό,τι κι αν γίνει» αλλά αυτό το «δίπλα σου…», εξίσου δυνατό μοιάζει.
      Αν όμως από την άλλη πλευρά δεν έχει προηγηθεί ένα «στάσου δίπλα μου» σαν παράκληση, ή έστω ένα «stand by me», σαν του τραγουδιού; Που σίγουρα οι ήρωες πρέπει να το ξέρουν αν και είναι αρκετά παλιό τραγούδι. Θέλει ο άλλος να είμαστε δίπλα του ό,τι κι αν γίνει; Ακόμα κι αν δεν μας το έχει ζητήσει; Μήπως αυτό το υπονοούμενο «με χρειάζεσαι και γι’ αυτό θα είμαι δίπλα σου» είναι καταπιεστικό; Μήπως κρύβει έναν εγωιστικό μπάστακα που δε λέει να ξεκολλήσει από το πλάι μας «ό,τι κι αν γίνει»; Κι ας μη βιαστεί κάποιος να με κακοχαρακτηρίσει ότι τάχα υπονομεύω εξαρχής το βιβλίο για το οποίο ξεκίνησα να μιλάω. Γιατί  εννοείται ότι εγώ, ο υποψιασμένος -κι όχι πάντα καλοπροαίρετος- αναγνώστης, περιμένω να δω τα πώς και τα γιατί που θα οδηγήσουν την Ειρήνη να πει αυτή τη φράση στον Θέμη. Και με πόση ανιδιοτέλεια θα την πει. Κι αν πρέπει να την πει.
     Διαβάζω λοιπόν λαίμαργα τις υπόλοιπες σελίδες, αυτή την εξιστόρηση των πολλών (συν δέκα) ημερών, για να δω πώς θα με οδηγήσουν σ’ αυτή την πρώτη και σημαδιακή φράση και με τι είδους καλούδια θα την φορτώσουν. Και φτάνοντας στο τέλος του βιβλίου, γυρίζω ξανά στην αρχή με απαντημένες τις πιο πολλές ερωτήσεις μου και με την πρώτη φράση του βιβλίου να έχει γίνει τώρα ένα καλοτάξιδο καράβι που βγαίνει καμαρωτό απ’ το λιμάνι του για να αρμενίσει σ’ ένα πέλαγος λέξεων. Και εγώ, ο πονηρός αναγνώστης, χαμογελάω με χαρά γιατί τώρα ξέρω ότι έχει καλό φορτίο αυτή η φράση-καράβι. Κουβαλάει πίστη, ελπίδα και γνώση καλά θεμελιωμένες στο όνειρο, στην αγάπη και στην ενσυναίσθηση. Όπως κι όλο το βιβλίο.
     Εδώ θα μπορούσε να τελειώσει ένα μικρό σημείωμα για το βιβλίο Αμίλητη αγάπη της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου μαζί με την προτροπή να το διαβάσετε.
     Αλλά…
     Κάτι στο μυθιστόρημα αυτό, μου θύμισε τον «Κουτσογιάννη» του Χρηστοβασίλη που είχα διαβάσει παλιά. Αυτή η τρυφερότητα της συγγραφέως για τον Θέμη, αυτό το στόλισμά του και ο έπαινος στις ικανότητές του, που δείχνει ο ήρωας να τον αξίζει. Γι’ αυτό και πρόταξα ένα μικρό απόσπασμα απ’ αυτό το παλιό διήγημα των αρχών του περασμένου αιώνα.
     Είπα «μου θύμισε» κι όχι «θυμίζει». Γιατί έχουν αλλάξει πολύ οι εποχές από τότε. Έχει αλλάξει κι ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε πολλά πράγματα. Και πάνω σ’ αυτό και πολλά άλλα, έχω αρκετά να πω. Κι όποια ή όποιος βαριέται να διαβάσει, λυπάμαι… Δεν λέγονται με δυο λέξεις όλα, όπως το «Σε αγαπάω».
     Ο Θέμης δεν θα μπορούσε να είναι ―σήμερα― ένας «κουτσο-Θέμης». Όσο κι αν είναι «ένας από τους πλειο ώμορφους άντρες του τόπου μας κι από τους πλειο γερούς, κι αν και κουτσός έτρεχε τόσο που δεν τον έφτανε κανένας γερός». Όσο κι αν είναι τολμηρός και γενναίος, όπως το αποδεικνύει η στάση του απέναντι στους νταήδες και ψευτόμαγκες «εκφοβιστές» του Γρηγόρη, του συμμαθητή της Ειρήνης και της Όλγας. Όσο κι αν αναλαμβάνει δράση μέσα στο σχολείο για να τελειώνει μια και καλή με το bullying από κάποια στερημένα παιδιά απέναντι σ’ έναν αδύναμο. Όσο κι αν αυτός, ο Α.Μ.Ε.Α., αναλαμβάνει ρόλο super-hero.
     Όχι. Δεν θα μπορούσε να είναι κουτσο-Θέμης αυτό το παιδί. Θα ήταν άτοπο και άδικο. Όχι λόγω της «μη πολιτικά ορθής» διατύπωσης ―μόνο― αλλά, κυρίως, λόγω της στάσης της συγγραφέως απέναντι στους ανθρώπους με αναπηρία και εξαιτίας της σχέση της με τη γλώσσα, την παιδαγωγική και τη σημερινή λογοτεχνία για παιδιά και νέους.
      Το περίγραμμα της υπόθεσης είναι προσιτό σε όσους έχουν πρόσβαση στο διαδίκτυο ή μπορούν να διαβάσουν το σημείωμα στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.
Μέχρι τώρα έχω μιλήσει για την αγάπη που φανερώνει η Ειρήνη για τον Θέμη και την αναπηρία του Θέμη που δεν τον κάνει λιγότερο όμορφο και λιγότερο επιθυμητό από τους αρτιμελείς.
     Αυτός είναι κατά τη γνώμη μου ο άξονας του μυθιστορήματος. Αυτή είναι η ουσία της Αμίλητης αγάπης. Ο έρωτας ανάμεσα σε δυο ξεχωριστούς νέους ανθρώπους. Είναι η αγάπη που όλα τα νικά κι όλα τα υπομένει. Και σε όποιαν ή όποιον σκεφτεί ότι η αγάπη, ο έρωτας και οι σχέσεις των ανθρώπων είναι το θέμα πάαααρα πολλών βιβλίων ―αν όχι όλων― , θα ξαναπώ ότι η έννοια της πρωτοτυπίας εξαρτάται από το βάθος της γνώσης που έχουμε για όλα τα έργα της τέχνης και για όλη την ιστορία του είδους μας που δεν είναι και τόσο ζηλευτή στο σύνολό της.
     Για μένα, πρωτότυπο είναι κάθε καλό βιβλίο που με κρατάει κοντά του και με κάνει να θέλω να το ξαναδιαβάσω. Γιατί στην ιστορία που αφηγείται η Αμίλητη αγάπη υπάρχει αυτό το κάτι που είναι πάντα πολύ βαθύ, διαχρονικό και ουσιαστικό και που η μόνη του ―και επαρκής!― πρωτοτυπία είναι ότι κάθε φορά που συμβαίνει μοιάζει μοναδικό και πρωτοφανές στους νέους ερωμένους και εραστές. Κάθε φορά που δυο νέοι άνθρωποι ανακαλύπτουν τον έρωτα, ο κόσμος ξαναγεννιέται και ξαναχτίζεται· κι αυτό η συγγραφέας δείχνει να το ξέρει βιωματικά και να το διαχειρίζεται με την απλότητα που έρχεται κάθε φορά η άνοιξη. Ανθοφορία, καλοκαιρία και χαμόγελα. Χωρίς πολλά ταρατατζούμ. Και με πλαίσιο απόλυτα σύγχρονο. Με τις έννοιες της αναπηρίας, του σχολικού εκφοβισμού, την επανεμφάνιση φαινομένων φασισμού και ναζισμού και των οικονομικών συνθηκών ―έτσι όπως τις διαχειρίζεται η συγγραφέας― να το μετατρέπουν σε ένα σύγχρονο βιβλίο οδηγό για νέους αλλά και για μεγάλους αναγνώστες.
     Έχει αναλάβει βαρύ φορτίο η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου. Γιατί καθώς επιλέγει να μιλήσει με τη φωνή μιας έφηβης, της Ειρήνης, δεσμεύεται από την επιλογή της αυτή. Και είναι σπουδαίο επίτευγμα για μένα το ότι η γλώσσα που επιλέγει είναι απλή, στιβαρή, ευέλικτη, σαφής και δίχως εκζήτηση. Είναι η φωνή ενός κοριτσιού που του αρέσει το διάβασμα, του αρέσει να μαθαίνει και έχει την απαραίτητη σεμνότητα να μην κομπάζει γι’ αυτό.
     Ξέρει η συγγραφέας πού αρχίζει και πού τελειώνει ο λόγος ενός ταλαντούχου κοριτσιού που δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο απ’ αυτό που εμφανίζεται μέσα στο βιβλίο: ένα ευαίσθητο, διαβασμένο και ερωτευμένο νέο κορίτσι που μας παρασύρει στον κόσμο του. Το ξέρει αυτό η συγγραφέας και καταφέρνει να μας το δώσει με την απλότητα και την αμεσότητα που φτιάχνουν μέλι οι μέλισσες: χωρίς να σφίγγονται. Και έτσι, το ζητούμενο αρμονικής σύζευξης μυθοπλασίας, δομής, σχεδιασμού χαρακτήρων και γλώσσας, υπερβαίνει κατά πολύ την απλή αφήγηση ενός ακόμα love story για τηνέιτζερς. Γίνεται ένα ανθεκτικό και διαχρονικό crossover βιβλίο, που σημαίνει βιβλίο για όλες τις ηλικίες.
      Είναι φανερό ότι η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου είναι ερωτευμένη με τους ήρωές της. Κάτι που συμβαίνει και σε άλλα βιβλία της. Αλλά δεν φτάνει αυτό. Χρειάζεται η εμπειρία ζωής που διαθέτει και η συγγραφική της επάρκεια για να τους προσφέρει τη ζωή που θέλει γι’ αυτούς και που―κατά τη γνώμη της―  τους αξίζει  να έχουν. Και έτσι, φτιάχνει έναν Θέμη τόσο ζηλευτό και λαμπερό για τον αναγνώστη που σε καμιά σελίδα δεν μας αφήνει περιθώρια λύπησης για την αναπηρία του. Φτιάχνει μια Ειρήνη γοητευτική, απλή και ερωτεύσιμη. Που μας μιλάει με τη φωνή ενός ταλαντούχου κοριτσιού αλλά κοριτσιού.
     Ξέρει η συγγραφέας τη γλώσσα της αγαπημένης της έφηβης ηρωίδας και ούτε σε μια σελίδα δεν προδίδεται ξένος λόγος αλλά ούτε και δήθεν «μοντερνιές» που θα κολάκευαν έναν κάπως λιγότερο απαιτητικό αναγνώστη. Μπορεί να μας νευριάζει λίγο η Ειρήνη με την έλλειψη αυτοπεποίθησης που εκδηλώνει περιστασιακά. Μας έχει όμως συμμάχους της στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου και καταλαβαίνουμε την προσπάθειά της να αποδιώξει τους φόβους της και να μάθει πού επιτέλους κλίνει η ερωτική προτίμηση του Θέμη. Μέχρι να φτάσουν εκείνες οι όμορφες δέκα μέρες με τον έρωτα στην άνθισή του.
     Είναι καλό να ερωτεύεσαι τα δημιουργήματά σου. Και δεν είναι ασυνήθιστο. Δεν αρκεί όμως αυτό για να τους χαρίσεις τις αρετές που θα τα κάνουν ελκυστικά και γοητευτικά. Είναι απαραίτητο να κατέχεις τη γνώση των εργαλείων που θα πλάσουν με τρόπο φυσικό και πειστικό τους χαρακτήρες που ζουν και κινούνται με συνέπεια, πειστικότητα και καθαρά περιγράμματα μέσα στην ιστορία που φτιάχνεις και συμβάλλουν στην ολοκλήρωση του μύθου. Χαρακτήρες και ήρωες που μας γίνονται, πολύ πριν τελειώσει η ιστορία, γνώριμοι και οικείοι σαν συγγενείς και φίλοι ή γείτονες. Όχι καλοί απαραίτητα. Πάντα όμως συνεπείς με την αλήθεια που τους αναθέτει ο συγγραφέας.
      Την ικανότητα αυτή την έχει πολλές φορές καταδείξει και αποδείξει η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου στα έργα της. Ξέρει να δημιουργεί λογοτεχνικές παρέες και σόγια που μας μπάζουν κι εμάς μέσα στους κύκλους τους και στις ιστορίες τους ακόμα κι αν μας μοιάζουν μακρινά και ξένα. Δεν θα κάνω σύγκριση με άλλους αριστοτέχνες ―πολύ πιο παλιούς αλλά και νεότερους― του σύγχρονου μυθιστορήματος, αλλά είναι κι αυτό ένα κριτήριο ποιότητας. Το πόσο δηλαδή μπορεί ένας συγγραφέας να αυγατίσει το φαντασιακό μας σόι.
     Μετά από την ανάγνωση ενός άρτιου μυθιστορήματος, όπως η Αμίλητη αγάπη, στην παρέα μου έχουν ήδη προστεθεί η Ειρήνη και ο Θέμης. Και μιλάω για τους δυο τους γιατί ξέρω ότι αυτοί θα αντέξουν περισσότερο από την Όλγα ή τον Γρηγόρη. Χωρίς να θέλω να συγκρίνω ανόμοια πράγματα, θα πω μόνο ότι για πολλά χρόνια θεωρούσα μακρινό ξαδερφάκι μου τον Τομ Σόγιερ και ζήλευα τη σχέση του με την Μπέκυ Θάτσερ. Και από μια ηλικία και πέρα έμαθα να συγκρίνω ―ή να “μετράω”― με τις αρετές του Ηλίθιου, του Ντοστογιέβσκη, κάποιους έντιμους ανθρώπους που έχω γνωρίσει.
      Κάπως έτσι και με την Αμίλητη αγάπη. Σελίδα τη σελίδα αρθρώνεται η αγάπη, που κρύβεται πίσω από την Ειρήνη και την πρωτοπρόσωπη αφήγησή της, με το έμπειρο σμίλεμα όλων των χαρακτήρων του βιβλίου. Aκόμα και των αρνητικών.
      Με στρατηγικές σκακιέρας, που ταιριάζουν στη σκακιστική δεινότητα του Θέμη, με βοηθήματα ποιητικά και διακειμενικά που φανερώνουν τον σεβασμό της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου για τα σημαντικά αναγνώσματα, που τα θεωρεί ―και έτσι τα αξιοποιεί― θεμέλια παιδείας, συγκίνησης, αυτογνωσίας και εφηβικών ερωτικών σκιρτημάτων που μπορούν να οδηγήσουν σε μια ώριμη και δοτική σχέση. Είτε είναι ο «Μεγάλος Ερωτικός» του Μάνου Χατζιδάκι, με τον Δημήτρη Ψαριανό και τη Φλέρυ Νταντωνάκη, οι μεσάζοντες για τη γνωριμία μας με τα «Λιανοτράγουδα», το «Άσμα Ασμάτων» και άλλα μνημεία του λόγου, είτε η ευρυμάθεια του Θέμη για τη μυθολογία και το άρμα του Ήλιου με τα θαυμαστά του άλογα, είτε η λέξη «αγάπη» σαν αφορμή για να μας παρουσιαστούν μερικοί στίχοι του Σεφέρη και του Τάσου Λειβαδίτη. Χωρίς ούτε μια στιγμή να ξεχνάει ο ώριμος αναγνώστης όλων των ηλικιών ότι ακόμα κι ένα μικρό παιδί μπορεί να χρησιμοποιεί στη γλώσσα του δάνεια από τραγούδια, ποιήματα ή παραμύθια χωρίς να εμποδίζεται να είναι αυτό το ίδιο παιδί που κάθε φορά μιλάει στη γλώσσα του.
     Αυτή άλλωστε η αγάπη για τα «κείμενα-λέξεις» είναι που οδηγεί τη συγγραφέα στην «εμφύτευση» ή «μπόλιασμα» ονομάτων και ηρώων από άλλα βιβλία της στα κείμενά της, δημιουργώντας με τα χρόνια, και με τα βιβλία της, μια «ταπισερί» υφασμένη από διαλεχτά νήματα, κλωστές και παραστάσεις που όλα μαζί συνθέτουν και απεικονίζουν μια νέα και τελείως προσωπική «λογοτεχνική πατρίδα».
     Κάθε σχόλιο, κριτική (ευμενής ή δυσμενής), έπαινος ή παρουσίαση ενός βιβλίου είναι μια υποκειμενική στάση απέναντι σε κάτι που διαβάσαμε μόνοι μας. Είναι μια νέα μικρή ιστορία που έχει σαν αφορμή την ανάγνωση μιας άλλης ιστορίας. Σίγουρα μας επηρεάζει ο «πρότερος έντιμος βίος» του συγγραφέα, σίγουρα διαφορετικά αναφερόμαστε σε κάποιον που για πρώτη φορά διαβάζουμε κείμενό του. Κι αν τώρα παίρνω το θάρρος κι εγώ να γράψω μερικά λόγια για την Αμίλητη αγάπη της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, αυτό το χρωστάω στην παράξενη συγκίνηση που μου πρόσφερε διαβάζοντάς το και που με μετέφερε πίσω σε εφηβικούς έρωτες και σε δυνατές φιλίες. Όχι και τόσο νοσταλγικά (μια και είμαι ακόμα «too young to die» αν και «too old to rock’n roll») αλλά σαν δικαίωση και σαν οραματισμό για ένα μέλλον με κάπως πιο πλούσιες αναγνωστικές αναφορές για τους σημερινούς νέους.
     Θέλω μέσα από το κείμενό μου αυτό -που περισσότερο «δοκίμιν αναγνωστικής αγάπης» είναι και δεν διεκδικεί τίτλους λογοτεχνικής κριτικής-, να μοιραστώ με όσες και όσους το διαβάσουν τη χαρά μου για μια αναγνωστική απόλαυση που είχε την καθαρότητα και την απλότητα ενός καλού σπιτικού κυριακάτικου φαγητού. Χωρίς πολλές σάλτσες, βαριά μπαχαρικά και περιττά στολίσματα. Χωρίς εξυπνακίστικη φιγούρα ενός δήθεν νεανικού λόγου που πολλές φορές είναι τόσο ξένος με την πλειονότητα των σημερινών νέων όσο ξένος ήταν κι ο καρπαζοεισπράκτορας Τζανετάκος ή ο «τεντιμπόης» Βουτσάς (σαν φιγούρες στις παλιές Ελληνικές ταινίες) με τα παλικαράκια της ηλικίας τους.
     Θέλω ακόμα με το σημείωμα αυτό να πω και στη συγγραφέα ότι μου αρέσει ο τρόπος να κρατάει το ουσιώδες και μ’ αυτό να κάνει καλά τη δουλειά της. Σαν μια καλή μαγείρισσα που μ’ έναν παλιό πλάστη και υλικά απ’ το περιβόλι της κι απ’ το κελάρι της φτιάχνει χίλιων λογιών πεντανόστιμες πίτες με γνώση και ευαισθησία. Χωρίς ούτε μια στιγμή να κάνει φιγούρα για τις γνώσεις και τις δυνατότητές της που υπερβαίνουν την ίδια της τη γενιά.
     Μπήκα και στη διαδικασία να φανταστώ πώς θα ήταν να συζητάω -αν το είχα διαβάσει σαν παιδί- με φίλους και φίλες μου γι’ αυτό το βιβλίο και για τα οικουμενικά θέματα που αγγίζει. Θα παραδεχτώ ότι μου ήταν ευκολότερο να φανταστώ κουβέντες με φίλες. Τα νέα αγόρια εμποδίζονται από μια δομική αιδημοσύνη να παραδεχτούν τις ευαισθησίες τους. Και θα είχα τόσα να πω! Για τον Θέμη, για την Ειρήνη, για την Όλγα. Για τον Γρηγόρη και τα προβλήματά του, για τον σχεδόν μυθικό Απελλή.
     Μέχρι δηλαδή που έφτασα στο σημείο να ζηλεύω αναδρομικά, για την τύχη του  τον Θέμη, ξεχνώντας το αναπηρικό του αμαξίδιο. Τον ζήλεψα για τον θαυμασμό που προκαλούσε στα κορίτσια. Τον ζήλεψα για την αντρειά του να αντιμετωπίζει εκείνους τους δυστυχισμένους ψευτο-νεοναζί με ακομπλεξάριστη τόλμη και με μεγάλη ψυχική δύναμη. Τον ζήλεψα και για τις δέκα μέρες που με την Ειρήνη… Αλλά αυτά, καλύτερα να τα διαβάσετε.
     Αυτό που έχω να πω είναι πως δεν είναι καθόλου μικρό συγγραφικό επίτευγμα το να με κάνει να τον ζηλέψω η συγγραφέας! Όπως είχα ζηλέψει έναν συμμαθητή μου στο Γυμνάσιο που είχε κάνει εγχείρηση σκωληκοειδίτιδας και είχε αδυνατίσει και ήθελα να κάνω κι εγώ εγχείριση για να αδυνατίσω άκοπα (όπως νόμιζα τότε).
     Διάβασα την Αμίλητη αγάπη όπως θα τη διάβαζα στα δεκατέσσερα ή δεκαέξι μου, όταν διάβαζα άλλα κι άλλα. Αβίαστα και χωρίς το «τάμα» να το τελειώσω επειδή έτσι πρέπει. Αλλά και χωρίς να ξεχνάω την τωρινή μου ηλικία που έχει πολλών δεκαετιών εφηβείες στην καμπούρα της. Την καλλιεργώ αυτή την ικανότητα που την ανίχνευσα αρκετά μικρός. Να διαλέγω και να παίρνω όλα τα χρώματα και τα αρώματα των βιβλίων που διαβάζω και μου αρέσουν.
     Πάντως την καταβρίσκω μ’ αυτήν την εκλεκτική προσαρμοστικότητά μου και γι’ αυτό φχαριστιέμαι διαβάζοντας από Αστερίξ και Λούκι Λουκ μέχρι Σοπενάουερ και Νίτσε, ανάλογα με την ώρα και τη μέρα. Και στην Αμίλητη αγάπη βρήκα τις γεύσεις και τα αρώματα από πολλών ηλικιών χάρες. Να ξεκαθαρίσω κάτι όμως: το ότι η Αμίλητη αγάπη είναι ένα ευρέως φάσματος βιβλίο οφείλεται στη συγγραφέα κι όχι στις δικές μου αναγνωστικές συνήθειες.
       Είμαι ρεαλιστής. Είμαι αισιόδοξος. Το σύμπαν θα αργήσει να πεθάνει και για αρκετό καιρό ακόμα ―πολλούς αιώνες ή χιλιετίες ελπίζω―, παρόλη τη βία, το αίμα, την ανόητη κακία και όλο αυτό το σύστριγγλο των βλακών που μολύνει τον πλανήτη μας, θα υπάρχουν άνθρωποι στη Γη μας που θα αναζητούν την αγάπη που μιλάει, την αγάπη που αντέχει, την αγάπη που νικά κι όλα τα υπομένει. Και θα την υπηρετούν. Αυτούς, τους λέω καλούς ανθρώπους. Δεν θυμάμαι ποιος είχε πει ότι η λογοτεχνία είναι η μόνη πραγματική ιστορία της ανθρωπότητας που έχουμε, ή κάτι τέτοιο.
     Το μυθιστόρημα Αμίλητη αγάπη είναι μια φανταστική ιστορία φτιαγμένη με πραγματικά υλικά ή μια πραγματική ιστορία φτιαγμένη με φανταστικά υλικά; Κάθε μυθιστόρημα είναι νομίζω- και τα δύο. Και αυτό που μπορεί να κάνει, όπως μόνο η καλή λογοτεχνία το μπορεί, είναι να μας δείχνει έναν άλλο κόσμο με εμάς μέσα του. Μερικές φορές όπως είμαστε και άλλες όπως θέλουμε να γίνουμε. Καθώς η φαντασία μπορεί να γεννήσει πράξεις και οι πράξεις μπορούν να πλουτίζουν τη φαντασία.
      Η λογοτεχνία δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Είναι ικανή όμως να μας δείχνει κάποια ζητούμενα που μπορούν με τη σειρά τους να αλλάξουν τις καθημερινές μας κοινωνικές, ανθρωπιστικές και πολιτικές επιλογές. Κι αυτή είναι, ίσως, η εκπαιδευτική της συμβολή στην αργή ―πολύ αργή, π’ ανάθεμά την!― εξέλιξη του ανθρώπινου είδους. Και, όπως ο Θέμης και η Ειρήνη του μυθιστορήματος, μπορεί (πάλι καθώς ελπίζω) να μας οδηγήσει να μιλήσουμε και να (συμ)πράξουμε για την αγάπη. Και είναι ευθύνη δικιά μας να διαλέξουμε το αν, το πότε και το σε ποιούς θα πούμε: «Δίπλα σου, ό,τι κι αν γίνει».
     Τελικά, η Αμίλητη αγάπη της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, από τις Εκδόσεις Πατάκη, δεν είναι και τόσο αμίλητη. Μπορεί να μιλήσει σε όλες τις ηλικίες και σε πολλές γλώσσες. Αν όμως έχετε νέα παιδιά κοντά σας, εγγόνια, φίλους, παιδιά φίλων, χαρίστε τους το βιβλίο αυτό. Αξίζει να το διαβάσουν και να το διαβάσετε.
 
 
Δημοσιεύτηκε στο :
 
     

 

Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

Λογοτεχνία και βιώματα

– μια σύντομη προσωπική ματιά (*)




 Συχνά μικροί και μεγάλοι αναγνώστες, όταν συναντήσουν τον συγγραφέα κάποιου ή κάποιων λογοτεχνικών βιβλίων που διάβασαν, ρωτούν αν έχουν συμβεί πραγματικά τα όσα εξιστορεί στα μυθιστορήματα ή στα διηγήματά του, αν είναι περιστατικά της δικής του ζωής, αν είναι βιώματά του – εφόσον βέβαια πρόκειται για πεζογραφήματα με αναφορές στη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα ή σε πρόσφατα ιστορικά γεγονότα.
     ΄Εχοντας επισκεφθεί τα τελευταία 30 και πλέον χρόνια γύρω στα 1.000 σχολεία συνολικά (που σημαίνει τουλάχιστον 2.000 τάξεις με μέσον όρο 25 μαθητές η κάθε μια), αλλά και δεκάδες βιβλιοθήκες, όπου συνομίλησα με μεγάλο αριθμό αναγνωστών, δε θυμάμαι ούτε μία τέτοια συνάντηση που να μη μου υπέβαλε την παραπάνω ερώτηση κάποιο από τα παιδιά, ή κάποιος από τους μεγάλους, εκπαιδευτικούς ή γονείς, αν έτυχε να παρακολουθεί τη συζήτηση, σε σχέση με βιβλία μου του είδους που αναφέραμε.
     Ιδού λοιπόν τα όσα εξηγώ, με τα οποία ίσως να συμφωνήσουν πολλοί συνάδελφοί μου:
     Κατ’ αρχάς ευχαριστώ για την ερώτηση, την οποία θεωρώ κολακευτική για κάθε δημιουργό. Τις περισσότερες φορές σημαίνει ότι ο αναγνώστης βρήκε τόσο πειστική, τόσο αληθοφανή την πλοκή του μυθιστορήματος ή του διηγήματος, ώστε υποθέτει πως δεν μπορεί να πρόκειται για επινόηση, θα πρέπει όντως να έχουν συμβεί στην πραγματικότητα τα όσα διάβασε και μάλιστα να είναι βιώματα του συγγραφέα.
     Ακολουθούν οι απαραίτητες εξηγήσεις.  Τα βιώματα, δηλώνω, είναι πολύτιμα για κάθε συγγραφέα, όμως αυτά και μόνο δεν αρκούν. Προσωπικές εμπειρίες μπορεί να υπάρχουν, πρέπει ωστόσο να μεταπλαστούν, να υποστούν την απαραίτητη μετουσίωση. Για να εξηγήσω, στα παιδιά κυρίως, την ανάγκη της μυθοπλασίας (που είναι απαραίτητη ακόμα και στις αυτοβιογραφίες ως ένα βαθμό[1]), φέρνω το παράδειγμα της παρασκευής του ψωμιού. Το αλεύρι, το προζύμι, το νερό, το αλάτι, είναι υλικά "πραγματικά", όμως δε μεταβάλλονται σε ψωμί αν απλώς τα τοποθετήσουμε σε μια πήλινη λεκάνη. Χρειάζεται ζύμωμα γερό, πλάσιμο ώστε να πάρει το σχήμα που θέλουμε και ψήσιμο προσεκτικό για να μεταβληθούν τα υλικά σε ψωμί, προϊόν εξίσου πραγματικό. Ζύμωμα είναι για το λογοτέχνη η επίπονη ανάμειξη της πραγματικότητας με τη φαντασία. Πλάσιμο είναι η απόφασή του για το είδος του λογοτεχνήματος που θα προσπαθήσει να δημιουργήσει. Και ψήσιμο - που συχνά και δικό του μαρτύριο αποβαίνει - είναι η αγωνία του εργαστηρίου. Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις όπου μπαίνουν αυτούσια στα μυθιστορήματα κάποια περιστατικά, αν ταιριάζουν κι αν βρουν τη σωστή τους θέση στην πλοκή. ΄Οπως βάζουμε σταφίδες καμιά φορά στο ψωμί και γίνεται σταφιδόψωμο.
     ΄Οταν μιλώ με παιδιά του γυμνασίου για το ίδιο θέμα, τους διαβάζω καμιά φορά τα όσα είχε γράψει σε άρθρο του ο  Τέλλος ΄Αγρας:
     «Ο πεζογράφος ξεκινά απ’ το περιβάλλον. Το επεξεργάζεται στον εαυτό του και πάλι γυρίζει σ’ αυτό. Είναι τότε ο καλός σπορεύς, που σπέρνει μέσα στην πραγματικότητα τους σπόρους της φαντασίας. ΄Ομως οι σπόροι πρέπει να πιάσουν, “να σύρουν ρίζες”, όπως λέγει ο λαός. Και θα σύρουν ρίζες οι σπόροι, μόνον αν είναι από κείνα τα κοινά στοιχεία, τόσο της τέχνης όσο και της ζωής. Από κείνα που δεν ξεύρεις ακριβώς αν είναι της ζωής στοιχεία ή της τέχνης. Γιατί σ’ αυτά τελειώνει η μια κι απ’ αυτά αρχίζει η άλλη. Και πότε νομίζεις πως η τέχνη τα παίρνει έτοιμα από τη ζωή γι’ απαρχές της, πότε πάλι πιστεύεις πως από την τέχνη τα μιμείται η ζωή. Μυστική διαπίδυση ανάμεσα τέχνης και ζωής. “Σημεία υφής” θα μπορούσε να τα ονομάσει κανείς αυτά τα στοιχεία, γιατί γύρω τους πιάνεται κι υφαίνεται ο πλαστικός ιστός της πεζογραφίας κι αυτόν τον πλαστικόν ιστόν θα μπορούσε να τον ονομάσει, στο σύνολό του, μίμηση.
     »Γιατί μη νομίσει κανείς ότι αρκεί να πάρει στα χέρια του μολύβι και χαρτί κι ότι αρκεί ν’ αρχίσει να γράφει ό,τι βλέπει κι ό,τι ακούει, κι έτσι τα βρήκεν όλα! Αυτή είναι πραγματικότης, δεν είν’ όμως τέχνη. Η τέχνη, ναι, την χρειάζεται την πραγματικότητα, αλλ’ η πραγματικότης δεν είναι τέχνη, παρά σπανίως».[2]
     ΄Αλλοτε πάλι τους μιλώ για τα όσα γράφει ο Παλαμάς στην «Ποιητική» του, ως αντίδραση στις κατηγορίες που είχε  διατυπώσει εναντίον του ο Χατζόπουλος, ότι είναι εγκεφαλικός και ανειλικρινής ποιητής, επειδή η έμπνευσή του δεν προέρχεται πάντα από δικά του ψυχικά παθήματα. Λέει:
     «Η ειλικρίνεια δεν έχει νόημα στην τέχνη. Γιατί ο καλλιτέχνης – μην τρομάζετε – είναι και υποκριτής. Δώστε στη λέξη υποκριτής όλη τη δυνατή καλολογική βαρύτητα... Αντιπροσωπεύω ανθρώπους. Τα δικά μου τα βλέπω σαν ξένα και γι’ αυτό τα τραγουδώ και τα ξένα τραγουδώντας δικά μου τα κάνω».
     Υπάρχουν ωστόσο συγγραφείς που, σύμφωνα με τις ομολογίες τους, μπορούν να γράφουν μόνο για όσα έχουν ζήσει προσωπικά. Βέβαια, η “ανάπλαση” του προσωπικού μύθου μπορεί να είναι ευεργετική για τον συγγραφέα, αφού, σύμφωνα με την αφηγηματική ψυχολογία, «ανακατατάσσει» έτσι το βίο του και δίνει νέο νόημα στη ζωή του. Ως προς το αποτέλεσμα και την ποιότητα του έργου, ωστόσο, με βάζει σε σκέψεις, γιατί ενέχει κάποιους κινδύνους. Ο Νίκος Καζαντζάκης, γνωρίζοντας καλά τους κινδύνους αυτούς, έγραψε κάποτε στη Ρίτα Μπούμη-Παππά:
     "Θα ’θελα να μετουσιώνατε ακόμα περισσότερο τη ζωή και να μη γράφετε πριχού νιώσετε πως η ζωή μέσα Σας έχει γίνει παραμύθι. Εκεί που τελειώνει η ζωή κι αρχίζει να βυθίζεται στην περιοχή του ονείρου, από κει αρχίζει η Τέχνη. Τα πριν απ' το σημείο αυτό είναι σίγουρα ιδιωτική εξομολόγηση".[3]
     Μια πολύ αυστηρότερη θέση ως προς τους αυτοβιογραφούμενους συγγραφείς έχει διατυπωθεί σε φιλολογική σελίδα αθηναϊκής εφημερίδας ως εξής: «Σίγουρα δεν είναι πραγματικοί συγγραφείς όσοι απλώς αναπαράγουν προσωπικές ιστορίες. Οι πραγματικοί συγγραφείς εφευρίσκουν πραγματικότητες»[4].
     Για όλους τους λόγους που ανέφερα, με πείθουν περισσότερο οι συγγραφείς που, πέρα από τα προσωπικά τους βιώματα, με τις ειδικές "κεραίες" που εξυπακούεται ότι διαθέτουν οι προικισμένοι λογοτέχνες, έχουν την ικανότητα να συλλαμβάνουν και να νιώθουν ως δικά τους και τα βιώματα των άλλων. Διότι έτσι μπορούν να "ζουν" και σε διαφορετικές καταστάσεις ή εποχές. Και ευτυχώς που υπάρχουν τέτοιοι δημιουργοί. Διαφορετικά δεν θα είχαμε, λόγου χάρη, ιστορικά μυθιστορήματα - για να μην αναφέρουμε τις αρχαίες τραγωδίες, τα σεξπηρικά έργα ή πλήθος άλλα γνωστά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας που δεν αναφέρονται στην εποχή ή στα προσωπικά βιώματα των δημιουργών τους.
     Προσωπικά, θέλω να πιστεύω ότι όπου και όταν μετέφερα προσωπικά βιώματα στα διηγήματα ή μυθιστορήματα που έχω γράψει  η ζωή μέσα μου είχε γίνει παραμύθι”, ότι είχε πια “βυθιστεί στην περιοχή του ονείρου”, όπως συμβούλευε ο Καζαντζάκης. Ας αναφέρω μερικά παραδείγματα:
    Στο βιβλίο μου Ο μικρός αδελφός, βασίζεται σε προσωπικές εμπειρίες και πραγματικά περιστατικά που έζησε ο πατέρας μου ως έφηβος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όντας ένας από τους 70.000 'Ελληνες που σύρθηκαν όμηροι στη γη των τότε εχθρών μας. Τα πάθη του σε κείνη τη φρικτή δίχρονη ομηρεία, οι οδυνηρές περιπέτειες των Μακεδόνων, οι κακουχίες που στοίχισαν τη ζωή σε 58.000 από αυτούς και ο τρόπος που κατόρθωσαν να γυρίσουν τελικά στην Ελλάδα μόνον οι 12.000 που επέζησαν, ήταν η αληθινή, συγκλονιστική ιστορία που διηγόταν στον αδελφό μου κι εμένα, αντί για παραμύθι, τα κρύα βράδια της Κατοχής, όπως αργότερα και στη μικρή αδελφή μου. Iστορία σκληρή, σε χρόνια σκληρά ενός ακόμα Παγκοσμίου Πολέμου, που τυράννησε και σημάδεψε τη δική μας παιδική ηλικία. Το καλό τέλος της ιστορίας του -ο γυρισμός, το αντάμωμα με τους δικούς του, η αρχή μιας νέας ζωής στην Αθήνα- μας έδινε κουράγιο κι ελπίδα ότι και τα δικά μας βάσανα, ο δικός μας πόλεμος που κατέτρωγε τα παιδικά μας χρόνια, θα τέλειωνε μια μέρα και η ειρήνη θα επέστρεφε στον τόπο μας.
     Πολλά χρόνια αργότερα, όταν ο πατέρας μου έφυγε για πάντα, κατάλαβα πως η ιστορία του εκείνη, τα βιώματά του ανταμωμένα με τα δικά μου κι η αγάπη του για τη Μακεδονία έμεναν μέσα μου απέθαντα, ολοζώντανα. Και ήθελα να τα γράψω για τα παιδιά μου, για τα παιδιά της Ελλάδας, να μη χαθούν, να μη σβήσουν κάποτε μαζί μου κι αυτά. 'Ετσι έγινε κι έπλασα τον Μικρό Αδελφό, "παιδί" μου πνευματικό αλλά και "αδέρφι", αφού στο αφήγημα του πατέρα μου "Σερραίων Ομηρεία"[5] στηρίχτηκε και σ’ εκείνα που άκουγα παιδί από το στόμα του.
     Ως τότε, μία και μόνη φορά είχα πάει στις Σέρρες, στα εφηβικά μου χρόνια. Όταν βρέθηκα για δεύτερη φορά εκεί, το βιβλίο είχε μόλις εκδοθεί. Και τότε ο τόπος μού φάνηκε εφιαλτικά γνωστός. 'Ηξερα, θαρρείς, από πάντα πού ακριβώς είχαν πέσει οβίδες το 1916. 'Ήξερα πού βρισκόταν το παλιό Νοσοκομείο των Σερρών, πώς ήταν η πόλη τότε προτού καταστραφεί για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα χρόνια, πού βρισκόταν του παππού μου το κτήμα, πού απλωνόταν η λίμνη του Αχινού προτού την αποξηράνουν το 1928. 'Ήξερα από ποιο χωματόδρομο είχαν ξεκινήσει οι Σερραίοι όμηροι τον Iούνιο του 1917 -ήμουν τότε κι εγώ εκεί σίγουρα, είχα πάει κι εγώ μαζί με τον πατέρα μου σ’ εκείνη την ομηρεία, μόριο μέσα στα σπλάχνα του, στο μυαλό του, στα κόκαλά του. Τα είχα ζήσει, τα είχα δει με τα δικά του τα μάτια όλα εκείνα που έγραφα στο βιβλίο μου.
     Ωστόσο, με τα δικά μου τα μάτια είχα δει και κάτι ακόμα: την αγάπη για τον συνάνθρωπο και τη λαχτάρα για την ειρήνη. ΄Ετσι, η δική μου ιστορία είχε μέσα της έντονα και τούτα τα δύο στοιχεία. Στο βιβλίο μου πρωταγωνιστούν δύο αδέλφια, ο 17χρονος 'Αγγελος και ο 12χρονος Αλέξανδρος, που ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος τα χωρίζει από τους γονείς τους. Υπόσχεση δίνει ο 'Αγγελος να πάει πίσω στη μάνα του το μικρό του αδελφό, μα σέρνεται όμηρος στη γη του εχθρού, τον χάνει και οδυνηρότατες περιπέτειες αρχίζουν. Αγωνιώντας για την τύχη του μικρού, θα τον αναγνωρίζει κάθε τόσο στο πρόσωπο των παιδιών που τον έχουν ανάγκη -στον εξάδελφο πρώτα, έπειτα στον συμπολίτη, αργότερα στον συμπατριώτη, στον σύμμαχο και τελικά στο παιδί του εχθρού. Με άλλα λόγια, στο δικό μου μυθιστόρημα η ζωή του πατέρα μου εκείνα τα χρόνια “μετουσιώθηκε σε παραμύθι”, με την έννοια που έδινε ο Καζαντζάκης στη φράση.
     Αργότερα, σκηνές και μνήμες αχνές από τα μαύρα χρόνια της Κατοχής, που τα έζησα στην προσχολική και πρώτη σχολική μου ηλικία, βρήκαν τρόπο να «τρυπώσουν» στο μυθιστόρημά μου Τραγούδι για τρεις. Κι έγιναν διηγήματα στο βιβλίο μου Ο καιρός της σοκολάτας. Η παιδική και η εφηβική μου ηλικία, ανταμωμένη με την νηπιακή και την παιδική ηλικία της πρόωρα χαμένης αδερφής μου, μετουσιώθηκε στο Ένα αγγελάκι στα Εξάρχεια, βιβλίο που μπορεί να χαρακτηριστεί «μυθιστορηματική βιογραφία» - «μετουσιωμένη σε παραμύθι» όμως, θα πρόσθετα.
     Κι ακόμα, πλήθος πραγματικά περιστατικά, που έχω ζήσει η ίδια, ή που έζησαν φίλοι ή γνωστοί μου και ήταν σαν να τα έζησα προσωπικά, βρήκαν τη θέση τους στο Σπίτι για πέντε, στο Γιούσουρι στην τσέπη, ή στο Για την άλλη πατρίδα. Αλλά και πραγματικά ιστορικά γεγονότα, καθώς και συμβάντα παρμένα και από τη σύγχρονη πραγματικότητα υπάρχουν στα βιβλία μου Στο τσιμεντένιο δάσος, Λάθος, Κύριε Νόιγκερ!, Καναρίνι και μένα, Τα τέρατα του λόφου, Ο κόκκινος θυμός. Κι ακόμα, σε κομμάτια από τη ζωή των προγόνων μου, μνήμες και περιστατικά που έφτασαν ως εμένα από στόμα σε στόμα «μετουσιωμένα σε παραμύθι» κι αυτά, αποτέλεσαν βασικά στοιχεία για τα κοινωνικο-ιστορικά μυθιστόρημά μου Η προφητεία του κόκκινου κρασιού και Στη σκιά της πράσινης βασίλισσας, που γράφτηκαν «βυθισμένα στην περιοχή του ονείρου».
     Τελειώνοντας, παραθέτω μια φράση της διακεκριμένης συγγραφέως παιδικών/νεανικών βιβλίων και κριτικού Mοllie Hunter: «Δεν υπάρχει βιβλίο που να λέει κάτι αξιόλογο, αν πρώτα αυτό το κάτι δεν το είπε η ζωή στο συγγραφέα του∙ που πρέπει μέσα του να έχει σχηματίσει τη δική του φιλοσοφία, τις δικές του ιδέες, το δικό του πνεύμα. Τούτη η βασική διαδικασία πρέπει να έχει συντελεστεί από πριν, για να είναι δυνατή η λογοτεχνική δημιουργία […] και λόγω ειδικών ευθυνών, η αλήθεια τούτη αφορά πολύ περισσότερο το συγγραφέα που θέλει να γράψει για παιδιά"[6]. Ας μου επιτραπεί να διευκρινίσω και να συμπληρώσω (αυτό άλλωστε προσπάθησα να πω με όλα όσα ανέφερα παραπάνω): Αυτό το «κάτι» μπορεί να το πει στον συγγραφέα η ζωή απευθείας ή μέσω των άλλων – συγγενών, φίλων γνωστών ή ακόμη και αγνώστων, ακόμη και εχθρών. Ή μέσω των όσων διάβασε και αφομοίωσε κι έκανε δικά του με τις ιδιαίτερες ικανότητες που είναι προικισμένος, μέσω των όσων κατάφερε να «βιώσει» από άλλες εποχές, από άλλους κόσμους. Της φαντασίας ή της πραγματικότητας.
 
(*) Δημοσιεύτηκε στο ηλ. περιοδικό Διαδρομές, τ.114, Καλοκαίρι 2014.


[1]   Ο Βασίλης Αλεξάκης, σε πρόσφατη συνέντευξη που έδωσε στην Ελένη Γκίκα, στο ηλεκτρονικό περιοδικό www.diavasame.gr  λέει: “…εγώ δεν πιστεύω ότι υπάρχουν βιβλία αυτοβιογραφικά. Δεν λένε ψέματα οι άνθρωποι, αλλά απ’ τη στιγμή που γράφεις, είσαι σε έναν άλλον κόσμο! Άρα και η αυτοβιογραφία αν είναι καλή, αναπόφευκτα θα μοιάζει με ένα μυθιστόρημα! Τα κακά μυθιστορήματα μοιάζουν με αυτοβιογραφίες!»
2 Στον τόμο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης πρόλογος – επιμέλεια: Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος. Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1979, σελ.145.
3    Βλ. ΤΡIΚΑΛIΝΑ, 4oς τόμoς, σελ. 11, Τρίκαλα 1984.
4  Από το άρθρο της Λώρης Κέζα «Στην εποχή της γραφομανίας», ΤΟ ΒΗΜΑ, Νέες Εποχές, Κυριακή, 7 Ιουλίου 1996, σελ.46/14
[5]   Σερραϊκά Χρονικά, 6ος Τόμος, 1973.
[6]   Mollie Hunter: Talent is not enough, New York, Harper & Row, 1976, σελ. 30.