Τρίτη, 28 Ιουλίου 2015

Ο Καστοριάδης για τα αρχαία ελληνικά

«Πρέπει  λοιπόν  να διδάσκουμε στα παιδιά τα αρχαία ελληνικά; Υπήρξε φαίνεται ένας επιφανής γλωσσολόγος τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, ο οποίος στις συζητήσεις τις σχετικές με τη γλώσσα, είπε ότι τα νέα ελληνικά, δεν έχουν καμία σχέση με τα αρχαία ελληνικά, το οποίο, φυσικά, είναι εξωφρενικό. Αλλά το γεγονός ότι τα νέα ελληνικά είναι καθαρή συνέχεια και συνέπεια των αρχαίων ελληνικών, μόνο του, δεν λέει τίποτα για τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών. Για να πάμε στη διδασκαλία των  αρχαίων ελληνικών, της οποίας είμαι εξαιρετικά ένθερμος οπαδός, πρέπει να σκεφτούμε ένα σωρό άλλα πράγματα ∙ πρέπει να σκεφτούμε, π.χ., όλη τη σημασιακή διάσταση της γλώσσας, τον αναγκαίο εμπλουτισμό της, το γεγονός ότι αν δεν ξέρουμε αρχαία ελληνικά δεν μπορούμε καν να καταλάβουμε τους δικούς μας ποιητές  και πεζογράφους, τον Κάλβο, τον Καβάφη, τον Ροϊδη, τον Παπαρρηγόπουλο, τον Παπαδιαμάντη, και τόσους άλλους".

 Κορνήλιος Καστοριάδης, Εξουσία, Πολιτική,Αυτονομία, στο Οι ομιλίες στην Ελλάδα, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 2000, σελ. 80-81.

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2015

Σαν αύριο, 26 Μαΐου 1834 - Η θανατική καταδίκη του Κολοκοτρώνη και η σθεναρή στάση του Μελενικιώτη Αναστάσιου Πολυζωίδη.


 (Η δίκη είχε αρχίσει επίσημα στις 30.4.34 – Η παραπομπή είχε γίνει από τις αρχές Μαρτίου)

…..«Θα προσπαθήσω, όσο μπορώ, να σας περιγράψω αυτές τις άθλιες σκηνές μα και όσα έμαθα ότι έγιναν στην αίθουσα των συνεδριάσεων», αποκρίθηκε με θλίψη φανερή ο γιατρός. «Κατά τη διάρκεια της διάσκεψης, ο Εισαγγελέας, ο περιβόητος Σκοτσέζος Εδουάρδος Μάσσων, πολιτογραφημένος ΄Ελληνας που τώρα λύνει και δένει, μπαινόβγαινε στην αίθουσα, εντελώς παράτυπα, και προσπαθούσε να επηρεάσει τους δικαστές να πάρουν ομόφωνα καταδικαστική απόφαση. Ο Πολυζωίδης τον απέπεμψε αγανακτισμένος. Τότε ο Μάσσων ειδοποίησε τον Υπουργό Δικαιοσύνης, τον Κωνσταντίνο Σχινά, να σπεύσει στο Δικαστήριο και να επέμβει δραστικά. Πράγματι ο Σχινάς  κατέφθασε τάχιστα, φορώντας μάλιστα την ειδική επίσημη στολή του. Όρμησε στην αίθουσα με κάμποσους χωροφύλακες και κάλεσε ανενδοίαστα τον Πολυζωίδη και τον Τερτσέτη να υπογράψουν την καταδικαστική απόφαση εν ονόματι τάχα της Δικαιοσύνης...»

     «Ανήκουστα πράγματα!» έφριξε ο Αναστάσιος Χρηστομάνος. «Κι εκείνος πώς αντέδρασε;»

     «Του απάντησε ότι ακριβώς στο όνομα της Δικαιοσύνης προτιμά να του κόψουν το χέρι παρά να υπογράψει μια απόφαση, στην ορθότητα της οποίας δεν πιστεύει! “Το σώμα μου μπορείτε να το κάνετε ό,τι θέλετε, αλλά το στοχασμό μου, τη συνείδησή μου, δεν θα μπορέσετε να τα παραβιάσετε”, του φώναξε με οργή».

     «Κι ο Τερτσέτης; Ενέδωσε;»

     «΄Οχι βέβαια! Το ίδιο απάντησε κι εκείνος. Παρέμειναν λοιπόν οι δυο τους στην αίθουσα των συνεδριάσεων, μαρμαρωμένοι και αμίλητοι. Οι υπόλοιποι τρεις δικαστές, ο Βούλγαρης, ο Σούτσος και ο Φραγκούλης, αυτοί οι κατάπτυστοι υπηρέτες της αυθαιρεσίας και της βίας της κρατικής εξουσίας που υπέγραψαν τη θανατική καταδίκη, πήραν τη θέση τους στην έδρα του Δικαστηρίου, για να διαβαστεί στο ακροατήριο η απόφαση. Ο κόσμος έξω, στο προαύλιο και στους διαδρόμους, καταλαβαίνετε με τι αγωνία περίμενε ν’ ανοίξει η αίθουσα και να την ακούσει. Η αίθουσα ωστόσο δεν άνοιγε, αφού  οι θέσεις των δύο ακλόνητων δικαστών έμεναν κενές. Έξαλλος τότε ο Υπουργός Δικαιοσύνης έδωσε διαταγή να συρθούν δια της βίας στην έδρα ο Πολυζωίδης και ο Τερτσέτης. Ορμούν λοιπόν οι χωροφύλακες στην αίθουσα των διασκέψεων με προτεταμένη τη λόγχη, αρπάζουν από τα ενδύματα τους δύο δικαστές και προσπαθούν να τους σύρουν στην έδρα...»

     «Θε’ μου τι φρίκη!» μουρμούρισε η Ελισάβετ.

     «Νέοι και αθλητικοί όμως και οι δύο», συνέχισε ο αφηγητής «ο ένας τριάντα δύο και ο άλλος τριάντα τεσσάρων ετών, αντιστάθηκαν γενναία και σθεναρά, γραπωμένοι από τις καρέκλες και τα τραπέζια! Τελικά οι χωροφύλακες, με βρισιές, γρονθοκοπήματα και χτυπήματα με τους υποκόπανους των όπλων, τους έβγαλαν από την αίθουσα και τους έσυραν μπροστά στην έδρα. Όμως κι εκεί ακόμα ήταν δύσκολο να επιβάλουν τη θέλησή τους. Ο Πολυζωίδης γαντζώθηκε από το κιγκλίδωμα του ακροατηρίου και κατέβαλε μια τελευταία προσπάθεια ν’ απαλλαγεί. Του ξέσχισαν τα ενδύματα, τον τράβηξαν πολλοί μαζί και κατάφεραν τελικά να τον ανεβάσουν με τη βία στην προεδρική του έδρα σε ελεεινή κατάσταση. Οπότε ο γραμματέας του Δικαστηρίου άρχισε με βιάση ν’ απαγγέλλει τη θανατική καταδίκη που είχε ληφθεί κατά πλειοψηφία, ενώ ο Πολυζωίδης έκρυβε με απόγνωση το πρόσωπο μες στα χέρια του».

     Βαριά σιωπή έπεσε στον καλόν οντά του αρχοντικού των Χρηστομάνων. Απίστευτα, άθλια, τερατώδη τους φαίνονταν όλα τούτα.

     «Και πώς ματαιώθηκε τελικά η εκτέλεση;» απόρησε ο πατέρας.

     «Η στάση του Πολυζωίδη, με τη συμπαράσταση βέβαια και του Τερτσέτη, έκανε το θαύμα της» απάντησε ο γιατρός. «Η άρνησή του να υπογράψει τη θανατική καταδίκη των αγωνιστών αδυνάτισε το κύρος της απόφασης και βοήθησε τους πρέσβεις των ξένων δυνάμεων να καταλάβουν τη σκευωρία, να πειστούν για την αθωότητα των κατηγορουμένων. Ενημέρωσαν αμέσως τις Αυλές τους, προκλήθηκαν δυσμενέστατα σχόλια, έγιναν παρατηρήσεις στην Αντιβασιλεία... Ήταν έπειτα και το κύμα της λαϊκής αγανάκτησης που ξέσπασε. Η Αντιβασιλεία δεν τόλμησε να προχωρήσει στην εκτέλεση. Μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες μάλιστα κοινοποιήθηκε στους μελλοθάνατους ότι, εν ονόματι του Βασιλέως, τους χαρίζεται η ζωή και μεταβάλλεται η ποινή σε ισόβια κάθειρξη! Που σύντομα έγινε φυλάκιση για είκοσι χρόνια».

     «Λυπήθηκε ο Μεγαλοδύναμος το γένος μας!» μουρμούρισε η μητέρα. «Σκεφθείτε να είχε θανατώσει τους ελευθερωτές της, και άδικα μάλιστα, η ίδια τους η πατρίδα!»

     «Το θαύμα έγινε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή» πρόσθεσε ο επισκέπτης. «Φαντασθείτε ότι δύο μέρες πριν από την απόφαση κάποιοι στο Ναύπλιο είδαν το δήμιο να στήνει την γκιλοτίνα και να τροχίζει το φάσγανο το φονικό! Κανείς δεν πίστευε ότι θα γλιτώσουν, ούτε οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι βέβαια. Γνώριζαν καλά το μένος της Αντιβασιλείας εναντίον τους. Δε θα λησμονήσω ποτέ τα πρόσωπά τους την ώρα που διαβάστηκε η απόφαση. Από τα μάτια του Πλαπούτα έτρεχαν δάκρυα. Δίχως άλλο θα συλλογιζόταν ο δυστυχής την ορφάνια που άδικα περίμενε τα παιδιά του, έπειτα μάλιστα από τόσους ηρωικούς αγώνες για την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον τουρκικό ζυγό. Αντίθετα, ο Κολοκοτρώνης ήταν ατάραχος. Ποτέ δεν είχε φοβηθεί ο γενναίος αυτός το θάνατο, δε θα τον φοβόταν βέβαια εκείνη την ώρα! Ψιθύρισε μόνο το “Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου”...».
 

 Aπόσπασμα από το βιβλίο Η Προφητεία του κόκκινου κρασιού (Πατάκης 2008, 5η έκδοση 2013). Κρατικό βραβείο 2009.
 

http://www.i-read.i-teen.gr/book/i-profiteia-toy-kokkinoy-krasioy
http://lotypetrovits.blogspot.gr/2013/08/blog-post.html
http://patakis.gr/viewshopproduct.aspx?id=580767

Σάββατο, 28 Μαρτίου 2015

Από την έμπνευση ως τον αποχωρισμό του χειρογράφου (*)


 «Πώς σας έρχεται η έμπνευση για ένα βιβλίο;» με ρωτούν κάθε τόσο μεγάλοι και μικροί αναγνώστες. Και φαίνεται ότι αυτή την ερώτηση την ακούν διαρκώς οι συγγραφείς, παντού στον κόσμο. «Γιατί μας κάνουν τόσο συχνά αυτή την ερώτηση; Τι ρωτούν στην πραγματικότητα;» γράφει πχ. η Barbara Harrisοn. «Μας ζητούν να τους εξηγήσουμε κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί προφανές, αλλά δεν είναι˙ ρωτούν για την έμπνευση, τη φαντασία, το ταλέντο˙ μας ζητούν να τους εξηγήσουμε ένα μυστήριο».(1)
 
     Ας εξηγήσω λοιπόν κι εγώ το δικό μου «μυστήριο» σχετικά με την έμπνευση. Στη δική μου περίπτωση, «εν αρχή ην το ερέθισμα». Και αυτό μού το δίνει συνήθως ο κοινωνικός περίγυρος, η πρόσφατη ιστορία ή η σύγχρονη πραγματικότητα. 'Ενα ιστορικό γεγονός που ίσως έχει μισοξεχαστεί, μια σύγχρονη κατάσταση που κάποιους συγκινεί και κάποιους όχι, ή ένα περιστατικό που προκαλεί στιγμιαία το ενδιαφέρον και τραβά φευγαλέα την προσοχή των άλλων, μεγάλων ή μικρών, εμένα μπορεί να μου προσφέρει το εύρημα, την κεντρική ιδέα μιας ιστορίας γύρω από ένα θέμα από κείνα που με απασχολούν. Και υποθέτω πως έτσι συμβαίνει με πολλούς λογοτέχνες –πεζογράφους εν προκειμένω- είτε το συνειδητοποιούν είτε όχι. Τα θέματα που τους ενδιαφέρουν βρίσκονται από καιρό εντός τους και περιμένουν την έμπνευση για να τα ενεργοποιήσει, να τα «γονιμοποιήσει», ώστε να δημιουργηθεί ο πυρήνας ενός μυθιστορήματος.

      'Οταν ο πυρήνας  δημιουργηθεί, τότε χρειάζεται η σάρκα της πλοκής για να τον ντύσει. ΄Ετσι το «ντύμα» - ο μύθος – αρχίζει να «γνέθεται». Και σύντομα είμαι σε θέση να γράψω μια μικρή, αρχική περίληψη της ιστορίας. Ωστόσο, τον τρόπο με τον οποίο θα εξελιχθούν τα πράγματα γνωρίζω ότι θα τον καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό οι χαρακτήρες που θα πάρουν μέρος στην υπόθεση. Εκείνοι θα ζήσουν τα γεγονότα – έστω και αν αυτό το “εκείνοι” σημαίνει “εγώ που θα μπω στο πετσί τους”. Επομένως εκείνοι θα αποφασίσουν για τις λεπτομέρειες, για το πώς ακριβώς θα κινηθούν και θα δράσουν.

      “Είναι πρόσωπα πραγματικά οι ήρωες των μυθιστορημάτων σας;” με ρωτούν κι εδώ μικροί και μεγάλοι. Τους εξηγώ πως έχουν γεννηθεί από την πραγματικότητα, αλλά έχουν τελικά πλαστεί από τη φαντασία μου. Τα πρώτα τους κύτταρα τις περισσότερες φορές είναι πραγματικά, ανήκουν σε μεγάλους ή μικρούς που γνώρισα στο παρελθόν ή ανήκουν στο στενό ή το ευρύτερο περιβάλλον μου τώρα.  Εξελίσσονται όμως, “μεγαλώνουν” διαφορετικά και γίνονται αλλιώτικα πρόσωπα. ΄Αλλοτε πάλι δημιουργούνται από τμήματα πραγματικών ανθρώπων, από κομμάτια και του ίδιου μου του εαυτού ακόμα, που τα συνθέτουν, τα ενσωματώνουν στο δικό τους εαυτό και διαμορφώνουν τη δική τους προσωπικότητα, καθορίζουν τη δική τους τη ζωή, αρχίζουν να υπάρχουν ως πρόσωπα ολοζώντανα.

     ΄Οπως κι αν δημιουργηθούν αρχικά, πρέπει στη συνέχεια να τους πλάσω στη φαντασία μου τόσο ζωηρά, ώστε να γνωρίζω και να μπορώ να περιγράψω κάθε τι που τους αφορά. Συχνά λοιπόν σκιαγραφώ την προσωπικότητά τους, καταγράφω τις ιδιομορφίες, τις συνήθειες, τα χαρακτηριστικά τους ή ό,τι άλλο κρίνω απαραίτητο για την ολοκλήρωση της παρουσίας τους.

     Το πλάσιμο των χαρακτήρων δεν είναι βέβαια κάτι εύκολο. Γι' αυτό κι όταν τελικά το πετύχω, έχω την αίσθηση ότι τα πρόσωπα που δημιούργησα έχουν αληθινή οντότητα, είναι για μένα πρόσωπα πραγματικά, που παραμένουν στον περίγυρό μου και αποτελούν τους "εκ φαντασίας" συγγενείς μου. Και τότε νιώθω πόσο δίκιο είχε ο Μπαλζάκ όταν ετοιμοθάνατος σιγοψιθύρισε "αν ήταν εδώ ο Μπιανσόν, θα μ' έκανε καλά!" Ο γιατρός Μπιανσόν, της Ανθρώπινης Κωμωδίας, ήταν για τον δημιουργό του το πιο κατάλληλο πρόσωπο για να δράσει σε κείνη την τόσο τραγική στιγμή!
 
Μένουν λοιπόν ολοζώντανοι κοντά μου οι χαρακτήρες που πλάθω, γι’ αυτό και συμβαίνει συχνά να μη βρίσκουν αρκετή την παρουσία τους σ' ένα μυθιστόρημά μου, αλλά να εισέρχονται και στα επόμενα, ή να εμφανίζονται φίλοι, γνωστοί, συγγενείς τους ανιόντες ή κατιόντες. 'Ετσι, τα μυθιστορήματά μου «διακλαδίζονται», χωρίς το ένα να είναι συνέχεια του άλλου. Κάθε φορά το θέμα, ο χρόνος και φυσικά οι κεντρικοί ρόλοι αλλάζουν (2).

Το να γράφω με τούτο τον δικό μου τρόπο, μιλώντας για τους δικούς μου «συγγενείς εκ φαντασίας» είναι για μένα μια ανάγκη εσωτερική, αλλά κι ένα παιχνίδι που με γοητεύει και θέλω να το μοιραστώ με τους αναγνώστες μου. Τους καλώ νοερά λοιπόν ν' ανακαλύψουν τα νήματα που συνδέουν τα μυθιστορήματά μου. Να συμπληρώσουν, αν το επιθυμούν, βιβλίο με βιβλίο, το πανόραμα των χαρακτήρων που πλάθω, σαν ένα «παζλ» που η ολοκλήρωσή του θα τους προκαλέσει ευχαρίστηση, θα τους δώσει τη χαρά της αληθινής γνωριμίας με πρόσωπα που ίσως αγάπησαν ή και ταυτίστηκαν μαζί τους, με φίλους που τους κράτησαν συντροφιά, τους παρηγόρησαν ή τους βοήθησαν έστω και λίγο να γνωρίσουν καλύτερα τον εαυτό τους ή να κατανοήσουν περισσότερο τους άλλους.

      'Οταν οι χαρακτήρες είναι έτοιμοι, αρχίζει η πρώτη γραφή. Και δεν είναι λίγες οι φορές που μπορεί να τελειώσει σύντομα, σε μερικούς μήνες. 'Ομως την πρώτη αυτή γραφή συνήθως την ακολουθεί μια δεύτερη, μια τρίτη... 'Οταν η αυθόρμητη κίνηση και η δράση των χαρακτήρων τελειώσει, όταν η ιστορία φτάσει στο τέλος της, αρχίζει η αγωνία της επεξεργασίας  - το σμίλεμα των προσώπων, ο έλεγχος της ροής, οι αλλαγές και οι βελτιώσεις εδώ κι εκεί, η επιλογή του πραγματικά ουσιώδους και η απόρριψη του επουσιώδους, ή οι προσθήκες που κρίνονται απαραίτητες, ιδίως όταν υπάρξει σκόπιμη ολιγόχρονη αποστασιοποίηση από το γραπτό, ώστε να το δει κανείς πιο εύκολα με μάτι αντικειμενικό. ΄Ολο αυτό μπορεί να κρατήσει μήνες, χρόνο ίσως...

     'Οταν γίνεται λόγος για την επεξεργασία του κειμένου, για την αγωνία του  εργαστηρίου, για δεύτερη, τρίτη γραφή, για την έγνοια της γλώσσας, υπάρχουν δημιουργοί που υποστηρίζουν ότι κάτι τέτοιο προδίδει την αρχική έμπνευση και νοθεύει το γνήσιο λογοτέχνημα. Σε τέτοιες περιπτώσεις έρχονται στο νου μου τούτες οι γραμμές του 'Εντγκαρ 'Αλαν Πόε, σχετικά με την ποιητική δημιουργία:

          Συχνά σκέφτομαι πόσο ενδιαφέρον ανάγνωσμα θα ήταν να έγραφε ένας συγγραφέας και να ανέλυε βήμα προς βήμα τη διαδικασία με την οποία κάθε μία σύνθεσή του έφτασε στην πληρότητά της. Το γιατί ένα τέτοιο κείμενο δεν έχει ποτέ δοθεί στον κόσμο δεν μπορώ να το καταλάβω. 'Iσως η παράλειψη αυτή να οφείλεται στη ματαιοδοξία των συγγραφέων παρά σ' ο,τιδήποτε άλλο. Οι περισσότεροι συγγραφείς προτιμούν ν' αφήνουν να εννοηθεί ότι συνθέτουν συνεπαρμένοι από ένα είδος υψηλής παραφροσύνης έχοντας μιαν εκστατική διαίσθηση. Και ασφαλώς θα έφριτταν αν ο κόσμος αφηνόταν να κρυφοκοιτάξει πίσω από το σκηνικό και να δει την επεξεργασία...".(3)

     Και μια σύγχρονη ξένη συγγραφέας σημειώνει:
     «Ο πολύς κόσμος πιστεύει ότι η τέχνη είναι απόλυτα προϊόν έμπνευσης. Αυτό πιστεύουν και πολλοί νεαροί αναγνώστες, που φαντάζονται τους συγγραφείς σ’ ένα είδος απευθείας μυστικής σύνδεσης με τα χείλη της Μούσας που τους  ψιθυρίζει. Η φαντασίωση αυτή υποστηρίζεται και από συγγραφείς, οι οποίοι, μη μπορώντας να περιγράψουν καλύτερα τη δημιουργική διαδικασία, λένε φράσεις όπως ‘‘Θεέ μου, οι χαρακτήρες μου αρχίζουν να μιλούν και ποτέ δεν ξέρω τι πρόκειται να πούνε’’. Ειλικρινά δεν πιστεύω σ’ αυτή τη φαντασίωση. Δε συμβαίνει κάτι τέτοιο σε μένα και δεν πιστεύω πως συμβαίνει αλήθεια και στους άλλους συγγραφείς... ΄Οταν γράφω κάτι, το γράφω με περίσκεψη. Μπαίνει σε κίνηση πολύς μηχανισμός όταν ο συγγραφέας συνθέτει παραγράφους και αυτό είναι – ή πρέπει να είναι, κατά τη γνώμη μου – το αποτέλεσμα συνειδητής δουλειάς ενός  μυαλού..... Η ρήση ‘‘δεν μπορείς να βγάλεις αίμα από την πέτρα’’ δε λέει την αλήθεια. Μπορείς. ΄Ισως το πεις μαγεία, όμως εγώ το λέω τέχνη» (4).

 


 Αίμα από την πέτρα δεν έβγαλε και ο Τσέχοφ; Γράφει ο ΄Αγγελος Τερζάκης:
«Λένε τον Γκόρκι αυτοδίδαχτο επειδή δεν έκανε άρτιες σπουδές. Αλλά μήπως διδάσκεται η Τέχνη; Πού τη σπούδασε ο Τσέχοφ; Στην Ιατρική Σχολή; ΄Εγινε δάσκαλος με την εσωτερική, επίμονη καλλιέργεια της έμφυτης καλαισθησίας του, με το να φιλοσοφεί εξαντλητικά πάνω στη δουλειά του» (5).
 
Επίπονη ή όχι, εξαντλητική ή όχι, η επεξεργασία κάποτε τελειώνει. Κι έρχεται  τότε η ώρα για τον αποχωρισμό του χειρογράφου. Ο J.B. Pristley είπε κάποτε: «Η δεύτερη περίοδος ευφορίας (του συγγραφέα) είναι όταν έχεις ολοκληρώσει τη δουλειά σου και νιώθεις σαν να έφυγε ένα βάρος από τους ώμους σου. Μέσα στο σωρό των χειρογράφων βλέπεις τότε κάτι μοναδικό, κάτι που δημιουργήθηκε μια για πάντα. ΄Επειτα το χειρόγραφο φεύγει για τον εκδότη και τον τυπογράφο κι αρχίζεις να αναρωτιέσαι για το έργο σου. Η ελπίδα αναχωρεί και με την άφιξη των δοκιμίων για διορθώσεις η απελπισία επιστρέφει...» (6).
 
     Αυτή την αγωνία του συγγραφέα για το αποτέλεσμα της δουλειάς του, αυτή την απελπισία του, πολλοί την παρομοιάζουν με την κατάθλιψη της λοχείας. ΄Οπως κι αν είναι, γεγονός παραμένει ότι το στάδιο αυτό κανένας πραγματικός συγγραφέας, πιστεύω, δεν το αποφεύγει. Είναι κάτι σαν το «τρακ» που έχουν και οι πιο διάσημοι ηθοποιοί πριν από την παράσταση, όσο απίστευτο κι αν θεωρούν οι θεατές κάτι τέτοιο. Θα παίξουν καλά; Θα ικανοποιήσουν το κοινό; Οι προηγούμενες τυχόν επιτυχίες ποτέ δεν είναι εγγύηση.Τις περισσότερες φορές ο συγγραφέας αισθάνεται απελπισμένος στη σκέψη ότι ίσως δεν κατάφερε ό,τι ακριβώς επιθυμούσε, ανησυχεί μήπως το πνευματικό του τέκνο δεν έχει τη δύναμη να επιζήσει στον κόσμο της λογοτεχνίας, όπως η λεχώνα ανησυχεί με το παραμικρό για την ικανότητα του νεογέννητου να επιζήσει και να βρει τη θέση του αργότερα στην κοινωνία. Υποσυνείδητα υποφέρει για τον αποχωρισμό της από το έμβρυο.

 ΄Ερχεται όμως η εποχή που το βιβλίο εκδίδεται πια και κυκλοφορεί, βρίσκει την απήχηση που του αρμόζει, μεγάλη ή μικρή. Και τότε, σαν παιδί που στέκεται στα πόδια του, παίρνει τον δικό του δρόμο. Ο πνευματικός «γονιός» του δεν μπορεί πια παρά να το παρακολουθεί από μακριά. Και να σκέφτεται τα γνωστά λόγια του Καρόλου Ντίκενς: "Αν στο βιβλίο μου έδωσα κάτι που μπορεί να χαρίσει μια στάλα χαράς ή παρηγοριάς σε γέρους ή μικρούς στις ώρες της δοκιμασίας, τότε θα πιστέψω πως κάτι κατάφερα - κάτι που θ’ αναθυμάμαι με ικανοποίηση στη μετέπειτα ζωή".

(*) Αναρτήθηκε στο 9ο τεύχος του ηλ. περιοδικού Fractal





Σημειώσεις:
 
1.  Στο άρθρο της « Bread, Blood, and Wings»,  στον τόμο Origins of story, ed. Barbara Harisson and Gregory Maguire, New York: McElderry Books, 1999,  σελ. 142.
2.  Σχετική είναι η διδακτορική διατριβή της ΄Ελενας Στανιού, που εκπονήθηκε  στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας με θέμα: «Διακειμενικότητα και χαρακτήρες στο μυθιστορηματικό έργο της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου».
3. Βλ. τo δοκίμιό τoυ "Η φιλοσοφία της σύνθεσης", περιοδικό ΕΥΘΥΝΗ, τ. 33, τόμoς Γ', Σεπτ. 1974,  σελ. 434.
4.  Jennifer Armstrong: “Blood from a Stone”, The Horn Book Magazine, Sept.-Oct. 2000, σελ.611-612.
5. ΄Αγγελου Τερζάκη: Σε καμπή της ιστορίας. Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα: 1995, σελ. 150-151
6. Αναφέρεται στο Author! Author!, επιμέλεια: Richard Findlater, Faber and Faber, London: 1984, σελ. 174.

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2015

Η Αναστασία Ευσταθίου για την «Αμίλητη αγάπη»

( στο http://www.kosvoice.gr/%CE%BF-%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%B1-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CE%BD%CE%AD%CE%BF%CF%85%CF%82  15.3.2015 )




Τρία εφηβικά πρόσωπα με κοιτούν από το εξώφυλλο με μια αθωότητα και σοβαρότητα μαζί. Πίσω τους ένας πίνακας του Ντε Κύρικο. Αγωνιώ να ανοίξω το βιβλίο να χαθώ μέσα του. Να με τυλίξει η γλυκιά μυρωδιά του. Να αφεθώ στο πανηγύρι των λέξεων. Το γυρίζω ανάποδα και διαβάζω την περίληψη στο οπισθόφυλλο. Το εισιτήριο για το αναγνωστικό ταξίδι. Τρεις έφηβοι με διαφορετικές ανάγκες. Μια ιστορία δυνατής φιλίας και απέραντης αγάπης.
     Σε όλο το βιβλίο αυτή η αγάπη είναι η πρωταγωνίστρια. Η αγάπη για τη μάθηση. Η αγάπη για τη ζωή. Η αγάπη για τη συγγραφή. Η αγάπη για τον άλλο, τον διαφορετικό. Κι αυτή η αγάπη, «η αμίλητη», όπως θέλει ο τίτλος του βιβλίου, θα γίνει συνειδητή πράξη κι επιλογή ζωής.
Όλα ξεκινούν όταν η Ειρήνη Κυνηγού έρχεται να φοιτήσει σε νέο σχολείο.   Εκεί γνωρίζει την Όλγα, η οποία τη βοηθά να προσαρμοστεί στο νέο σχολικό περιβάλλον και να αναδείξει τις καλύτερες πλευρές του χαρακτήρα της. Αργότερα στην παρέα  μπαίνει και  ο Θέμης,  ένα μεγαλύτερο αγόρι με κινητικά προβλήματα και ιδιαίτερες ανάγκες μα με θέληση και ισχυρή προσωπικότητα. Έχει χάσει τον πατέρα του από πέντε ετών και κυκλοφορεί με αναπηρικό αμαξίδιο. Χτίζεται ανάμεσά τους μια όμορφη δυνατή φιλία, που αναδεικνύει τους «κρυμμένους θησαυρούς» των τριών φίλων. Η «αχώριστη τριάδα», όπως αυτοαποκαλούνται, πορεύεται στα σχολικά χρόνια ενωμένη.
     Οι τρεις φίλοι αντιμετωπίζουν μαζί τις δυσκολίες κι ο ένας δίνει κουράγιο στον άλλο με αποκορύφωση την προστατευτική ασπίδα που βάζει ο Θέμης για τον Γρηγόρη, ένα παιδί που πέφτει θύμα σχολικού εκφοβισμού. Έχουν πολλά κοινά στοιχεία οι τρεις τους. Αγαπούν το διάβασμα, το σκάκι, την καλή μουσική, την τέχνη. Ερωτεύονται και καρδιοχτυπούν, όπως όλοι οι έφηβοι. Η Ειρήνη ερωτεύεται τον Θέμη κι ο έρωτας μετατρέπεται σε αγάπη όχι αδελφική, όπως εξομολογείται «Η αδελφική αγάπη δεν σε κάνει να ανατριχιάζεις όταν σε αγγίζει ο άλλος. Δε σε πιάνει ταχυκαρδία όταν είναι να πας να τον συναντήσεις».
     Με τον καιρό, ο καθένας παίρνει το δρόμο του. Η Όλγα βαδίζει τα μονοπάτια της αρχαιολογίας. Ο Θέμης, χάρη στον προστάτη του, που του καλύπτει τα έξοδα της θεραπείας του και του παραχωρεί σπίτι να μείνει, ακολουθεί τη νομική επιστήμη στο Χάρβαρντ.         
     Η συγγραφέας, με περίσσια τέχνη, εντάσσει την ιστορία της Τριάδας, Ειρήνης- Θέμη-Όλγας, σε ένα βιβλίο που συγγράφει η Ειρήνη. Μέσα από τα γραπτά της αφηγείται τους έρωτες και τις απογοητεύσεις της φίλης της, τα χτυποκάρδια, αλλά και την κοινή πορεία με τον Θέμη, μέχρι να φτάσουν εκεί, στην άλλη άκρη του ωκεανού, ενήλικες πια, που τους προστάζουν τα όνειρά τους. Το κουβάρι της αφήγησης ξετυλίγει με την πένα της η Ειρήνη. Η Ειρήνη λατρεύει το γράψιμο. «Τα παιδιά τις νιώθουν τις λέξεις. Είναι απαλές; Σκληρές; Στρογγυλές; Αιχμηρές;.. Τα παιδιά τις μυρίζουν τις λέξεις. Οι λέξεις είναι η γύρη στ’ άνθη των πραγμάτων». Και οι μεγάλοι τις νιώθουν τις λέξεις. Έχουν ανάγκη να αφεθούν στη θαλπωρή ενός καλού λογοτεχνικού βιβλίου.
     Ένας βαθύς ανθρωπισμός ποτίζει όλο το βιβλίο. Αξίες, όπως σεβασμός στα άτομα με αναπηρία, αλληλεγγύη, φιλία, προσφορά στον άνθρωπο που έχει ανάγκη και το δικαίωμα στη ζωή είναι διάχυτες. Ένα βιβλίο με γοργή γραφή, επεισόδια που χτίζουν  μια πλοκή που διαπραγματεύεται καυτά ζητήματα της σύγχρονης κοινωνίας σαν αυτά του σχολικού εκφοβισμού, της βίας αλλά και της ανθρωπιάς και της φιλίας.
     Η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου με την εμπειρία και τη βαθιά γνώση της συγγραφέα της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας με τη νηφάλια πένα της στέκεται πάνω απ’ τα γεγονότα χωρίς εξάρσεις και διδακτισμούς, χωρίς εύκολες συνταγές αντιμετώπισης. Ένα βιβλίο που τρέχει στο χρόνο να συναντήσει τη ζωή. Οι έφηβοι θα το απολαύσουν.

Τρίτη, 17 Μαρτίου 2015

Από την Ελισσάβετ Π. Δεδε για "Τα τέρατα του λόφου"

http://stonasterismotouvivliou.blogspot.gr/2015/03/blog-post_33.html

 

Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, "Τα Τέρατα Του Λόφου"


                                    Είδος :Εφηβική Λογοτεχνία(Κοινωνικό)
                                  Βαθμολογία: 10/10 (Κάθε βιβλίο βαθμολογείται στην κατηγορία του)
                                                                                      
                       


Το 2002 η Λότη Πέτροβιτς- Ανδρουτσοπούλου ήρθε σαν...προφήτης να μας χαρίσει έναν ηχηρό, κοινωνικό προβληματισμό με το περίβλημα ενός καταιγιστικού εφηβικού μυθιστορήματος, που επιφυλάσσει πλήθος συναισθημάτων και ανατροπές μέχρι τις τελευταίες του σελίδες.
         Τα "Τέρατα Του Λόφου"(εκδ.Πατάκης) είναι ένα ξεχωριστό- πρωτίστως πολιτικό- μυθιστόρημα που προεικόνισε τη μετεξέλιξη της κοινωνίας στην επόμενη από αυτό δεκαετία, κι αφορά μικρούς αλλά και μεγάλους με έναν  μοναδικό τρόπο...

ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η παρέα που τέλη του '80 μας συγκίνησε στο "Σπίτι Για Πέντε", στο "Τραγούδι για Τρεις"...ενηλικιώνεται και τη σκυτάλη παίρνει η επόμενη γενιά!
        Σκηνικό και πάλι η γνώριμή μας γειτονιά του Στρέφη- με πλήθος βιοπαλαιστών και μεταναστών, που καθένας κουβαλά τη δική του ιστορία,και τα "δικά του ηλιοβασιλέματα" στην καρδιά του...
       Ο Φίλιππος και η Χριστίνα ("Σπίτι Για Πέντε") προετοιμάζουν τον γάμο τους, γεγονός που προσμένουν ανυπόμονα η Όλγα, κόρη του καθηγητή Νόιγκερ ("Λάθος, κύριε Νόιγκερ"), κι η Ειρήνη, κόρη του Σωτήρη και της Κόνης Κυνηγού ("Τσιμεντένιο Δάσος"), αφού πρόκειται να συνοδεύουν ως παράνυφοι.
Μια άδικη δολοφονία και μια απαγωγή όμως θα ανατρέψουν πλήρως το χαρούμενο σκηνικό, αποκαλύπτοντας ένα εφιαλτικό κύκλωμα νεοναζισμού, με έδρα στη Γερμανία, που απειλεί να μολύνει συνειδήσεις και ζωές αθώων.
Έκτοτε θα ξετυλιχθεί μια κοινωνική περιπέτεια που θα εμπλέξει πλήθος προσώπων, προσφέροντας εναλλασσόμενα συναισθήματα.
  Ο κίνδυνος θα καραδοκεί παντού κι η μάχη θα είναι ανελέητη με διακύβευμα το φως της αγάπης κόντρα στο μίσος και τον φασισμό, που δυστυχώς δεν εξέλειψε μετά το πέρας του Πολέμου...


ΣΧΟΛΙΟ
Πρόκειται για ένα από τα καλύτερα νεανικά μυθιστορήματα των τελευταίων χρόνων, που έρχεται να αφυπνίσει μικρούς και μεγάλους!
Μια εκπληκτική περιπέτεια ηθικών και πολιτικών προεκτάσεων, που κομίζει το αντιρατσιστικό της μήνυμα, όχι μέσα από ωραιοποιημένες ηθικολογίες και αποστειρωμένους διδακτισμούς, αλλά μέσα από συγκλονιστικά γεγονότα κι εντονότατη δράση, που καθιστούν τις ευγενείς ιδέες αίτημα δικαίωσης των ηρώων και -μέσω εκείνων- και της ίδιας μας της συνείδησης. 

Μην... "απογοητευθείτε" επειδή οι κεντρικοί ήρωες είναι δύο κορίτσια,δυο έφηβες. Η ιστορία επιφυλάσσει πολλούς ακόμη ενδιαφέροντες χαρακτήρες κι αφορά εξίσου και αγόρια, διαθέτοντας όλα τα στοιχεία για να τα συγκινήσει!
Η παρουσία των χαρούμενων παρανύμφων καλλιεργεί απλώς έντονα μια ξεγνοιασιά, που θα "τραυματισθεί" με ασύλληπτη βιαιότητα στη συνέχεια. Η ένταση θα παραμένει αμείωτη και η τροπή των πραγμάτων επιφυλάσσει σπαρακτικές στιγμές αλλά και αγωνία.

Η αφήγηση γίνεται με εναλλαγή προσώπων και ύφους. Έχουμε αξιοποίηση κάθε επικοινωνιακού μέσου-μονολόγου, διαλόγου, ημερολογίου,ως και...e-mail. Αυτό συμβάλλει στη σκιαγράφηση των χαρακτήρων και επιτείνει την εξέλιξη της πλοκής. 
Μέθοδος προσφιλής στη Λότη Πέτροβιτς, που τη γνωρίσαμε στο πρωτοποριακό τότε "Σπίτι Για Πέντε", όπου κάθε πρόσωπο κατέθετε την άποψη του για τα πράγματα με διαφορετικό τρόπο (τηλεφώνημα, επιστολή, μαγνητοφώνηση).
Ένα στοιχείο δομικό για μια πολύπλευρη εφηβική ιστορία είναι ο ερωτισμός...Έτσι κι εδώ υπάρχει ρομαντισμός , αλλά όχι εξιδανίκευση.
Η ερωτική διάθεση υφέρπει απολαυστικά, τρυφερά, σχεδόν αυτοσαρκαστικά, και σε πλήρη εναρμόνιση προς την ηλικία των ηρώων, χωρίς να εκβιάζει από αυτούς μια πρόωρη ωρίμανση. Ένα κομμάτι του προκύπτει εύλογα από την περιπετειώδη εξέλιξη των πραγμάτων. Ο απόηχος μένει άλλοτε ως διάψευση, άλλοτε ως μακροπρόθεσμη υπόσχεση, όπως στη ζωή μιας έφηβης 13 χρονών...

Το θεαματικό όμως στα "Τέρατα Του Λόφου" είναι η πολιτική διορατικότητα. Μια δεκαετία πριν το βιβλίο της Λότης Πέτροβιτς πρόσφερε μια περιεκτική ενημέρωση σχετικά με την ανάπτυξη και τη δράση του νεοναζισμού στην Ευρώπη, κατατοπίζοντας μικρούς κ μεγάλους αναγνώστες σχετικά με το φαινόμενο, κι ενεργοποιώντας το πολιτικό τους κριτήριο.
      Μέσα από τα "Τέρατα Του Λόφου", το 2003 η συγγραφέας απηύθυνε μια αγωνιώδη προειδοποίηση στην κοινωνία για τον σπόρο του φασισμού που συνέχιζαν να εκτρέφουν η λήθη, η απάθεια και ο εγωκεντρισμός .    Ίσως δεν... προσέξαμε την κραυγή αυτή όσο θα έπρεπε και με ένα χαμόγελο "καταχωνιάσαμε" το μυθιστόρημα αυτό στα χρονικά της νεανικής βιβλιογραφίας, σαν ένα... ξεχασμένο πορτρέτο.
     Έτσι, η κοινωνία ως άλλος "Ντόριαν Γκρει", ανυποψίαστη, συνέλεγε αχόρταγα πρόσκαιρες ηδονές κι ευδαιμονισμό επίπλαστο, ώσπου εφιαλτικά ζωντάνεψαν όσα πριν έμεναν απλά "σελίδες ενός δυνατού μυθιστορήματος"...
Η έκπτωση των αξιών,η περιχαράκωση στο ατομικό συμφέρον, η οικονομική κρίση και μια ανεξέλεγκτη εισροή μεταναστών, χωρίς εξορθολογισμό, επέφεραν έναν ηθικό μετασχηματισμό της κοινωνίας κι ανέδειξαν στο προσκήνιο ακριβώς αυτήν τη μισαλλόδοξη πτυχή της πολιτικής ζωής, που πρόσκειται στον ολοκληρωτισμό και δυστυχώς μεταφράστηκε σε απτά εγκλήματα κατά της ζωής και της αξιοπρέπειας με μίσος προς το αδύναμο και το διαφορετικό.

Είναι αυτή η στιγμή που ο συγγραφέας γίνεται κήρυκας τον ιδανικών και μπροστάρης τολμηρός, όταν οι άλλοι λουφάζουν κι ενδίδουν, "αποστολή" την οποία η Λότη Πέτροβιτς υπηρετεί χρόνια τώρα...

       Σαν αποκορύφωμα ήρθαν τα "Τέρατα Του Λόφου" να αναμετρηθούν "προνοητικά" με "δράκους χειροπιαστούς", που κανείς μας δεν υποψιαζόταν πως θα αποκτούσαν ονοματεπώνυμα και θα στιγμάτιζαν τόσο αιματηρά την πολιτική μας ζωή.
        Στο βιβλίο της αυτό η συγγραφέας πετυχαίνει τη σύζευξη μιας περασμένης αθωότητας με το φρενήρες παρόν και ένα ζοφερό μέλλον, που είναι στο χέρι όλων μας να αλλάξουμε , ξεκινώντας από τον μικρόκοσμο της γειτονιάς μας, του σχολείου, των καθημερινών συναναστροφών.
Δε θα αναλύσω το ζήτημα του νεοναζισμού,που είναι στο επίκεντρο,λοιπόν, διότι αξίζει να το ανακαλύψετε μέσα από το εξαίσιο αυτό βιβλίο, που παρέχει μια καλή ιστορική αναδρομή και ηθική αφύπνιση.

Αν η αξεπέραστη Ζωρζ Σαρρή συνετέλεσε στην ιστορική μνήμη της νέας γενιάς, αναδεικνύοντας τους αγώνες του έθνους για Λευτεριά και Ειρήνη, η Λότη Πέτροβιτς τής πήρε επάξια τη σκυτάλη και μέσα από μια σειρά κοινωνικών βιβλίων έθιξε τα κυριότερα προβλήματα που απασχολούν σήμερα τη μέση ελληνική οικογένεια, φιλοτεχνώντας μια πλήρη τοιχογραφία της μεταπολιτευτικής Ελλάδας δια μέσου της 20ετιας! Με τα βιβλία της η Πέτροβιτς σμίλεψε στις παιδικές ψυχές τον δημοκρατικό πολίτη του αύριο.
        Η Λότη Πέτροβιτς- Ανδρουτσοπούλου δυόμιση δεκαετίες πρωτοστατεί στις επάλξεις της κοινωνικής ευθύνης που συνεπάγεται το δημόσιο βήμα της συγγραφής κι είναι συγκλονιστικό που από το 2002 εντόπισε τα ανησυχητικά σημάδια και δεν τα αγνόησε, αλλά μας τα φώναξε σαν "οίστρος σωκρατικός" μέσα στο εκκωφαντικό μας "συμπόσιο".
Ας αφουγκραστούμε την κραυγή της, έστω και τώρα, κι ας θωρακίσουμε την ψυχή των παιδιών μας με τη "γνώση που σε μας άργησε τόσο πολύ να'ρθει", όπως σημειώνε στα 1972  η ποιήτρια,αγωνίστρια Ρένα Χατζιδάκη στην Κατάσταση Πολιορκίας του Θεοδωράκη...
Ως βιβλιοκριτικός, δασκάλα και αφυπνισμένος πολίτης σας καλώ όλους να διαβάσετε οπωσδήποτε τα "Τέρατα Του Λόφου" και- πέρα από την απόλαυση μιας συναρπαστικής περιπέτειας- να διαφυλάξετε τη πολύτιμη γνώση και το διαχρονικό μήνυμα της αγάπης στον άνθρωπο,ως κίνητρο του αγώνα για μια δικαιότερη κοινωνία χωρίς μίσος και ρατσισμό!

                                                          Ελισσάβετ Π. Δέδε

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

Το πόσουμ και το φίδι*

Ένα πρωί που ο ήλιος έλαμπε στον ουρανό, το πόσουμ τίναξε τη γούνα του, έστρωσε την τσέπη που είχε στην κοιλιά, έπλυνε τη μουσούδα του και αποφάσισε να πάει να δει τι γίνεται ο φίλος του ο κυρ Κούνελος.
     Ξεκίνησε λοιπόν όλο χαρά, μα εκεί που περπατούσε, ακούει ξάφνου μια φωνή:
     - Βοήθεια! Βοήθεια!
     Το πόσουμ κοντοστάθηκε. Από πού ερχόταν άραγε η φωνή; Κοιτάζει εδώ, κοιτάζει εκεί, και βλέπει ένα φίδι, μισοβγαλμένο από μια τρύπα. ΄Ενα τεράστιο τούβλο είχε στην πλάτη και δεν μπορούσε διόλου να συρθεί.
     Τρόμαξε το πόσουμ κι έκανε να φύγει, γιατί το ήξερε καλά. Από το φίδι, ζωάκια σαν εκείνο κινδυνεύουν.
     - Βοήθα με, καλό μου πόσουμ! του φώναξε τότε το φίδι. Μη φεύγεις! Βγάλε μου αυτό το τούβλο από την πλάτη, σε παρακαλώ!
     - ΄Απαπαπαπα! έκανε το πόσουμ. Αν γίνει τέτοιο πράγμα, αλίμονό μου! Είσαι κακός και ύπουλος. Αν έρθω και σ’ ελευθερώσω, θα χιμήξεις και θα με δαγκώσεις. ΄Ολοι το ξέρουν πως πρέπει να φυλάγεται κανείς από τα φίδια.
     - Μπορεί να κάνουν λάθος, πού το ξέρεις; - όλο γλύκα του αποκρίθηκε το φίδι.
     Το πόσουμ δίστασε ακόμα λίγο, μα ήταν και πονετικό ζωάκι, έτσι στο τέλος το λυπήθηκε το ερπετό. ΄Αρπαξε λοιπόν ένα χοντρό κλαρί, έδωσε μια στο τούβλο, το πέταξε από την πλάτη του φιδιού κι έφυγε τρέχοντας καλού κακού, μη φάει καμιά δαγκωνιά.
     Δεν είχε πάει μακριά, και να σου ακούγεται ξανά το φίδι να φωνάζει:
     - Βοήθεια! Βοήθεια!
     «Σαν τι να θέλει πάλι;» αναρωτήθηκε το πόσουμ. Κι έτσι πονετικό που ήταν, ξαναγύρισε να δει.
     - Βοήθα με, καλό μου πόσουμ, να φτάσω ως το δέντρο εκείνο το ψηλό, ν’ ανέβω να λιαστώ! του ζήτησε το φίδι. Πάγωσα τόση ώρα ο μισός μέσα στην τρύπα, πιάστηκα κιόλας με το τούβλο που μου πλάκωνε την πλάτη και δεν μπορώ να κουνηθώ.
     - ΄Απαπαπα! μαζεύτηκε το πόσουμ. Αν κάνω τέτοιο πράγμα, πάω χαμένο! ΄Ετσι κι έρθω κοντά να σε βοηθήσω, θα χιμήξεις και θα με δαγκώσεις. Όλοι το ξέρουν πως πρέπει να φυλάγεται κανείς από τα φίδια.
     - Μπορεί να κάνουν λάθος όμως, πού το ξέρεις; μίλησε ξανά το φίδι όλο γλύκα.
     ΄Ετσι το πόσουμ πείστηκε να το βοηθήσει άλλη μια φορά. Πήρε πάλι το χοντρό κλαδί, έδωσε μια στο φίδι να πάει προς το δέντρο, κι έπειτα το ’βαλε στα πόδια, γιατί ποτέ δεν ξέρεις με τα φίδια τι μπορεί να σου συμβεί.
      Και τότε ακούστηκε τρίτη φορά το φίδι να φωνάζει. Βοήθεια ζητούσε πάλι και το πόσουμ το πονετικό δεν άντεξε ν’ ακούει τη φωνή του. Πλησίασε ξανά.
     - Αχ, πώς κρυώνω! κουλουριάστηκε το φίδι. Καλέ μου φίλε, στο δέντρο που με πέταξες δεν τα κατάφερα ν’ ανέβω, έτσι που είμαι παγωμένος.
     - Και τι θέλεις από μένα τώρα; ρώτησε το πόσουμ.
     - Αν δεν κάνω λάθος, έχεις μια τσέπη στην κοιλιά σου, σαν τα καγκουρό. Καλά δε λέω;
     - Καλά το λες, του αποκρίθηκε το πόσουμ.
     - Βάλε με λοιπόν στην τσέπη τη ζεστή σου να συνέλθω!
     Κατατρόμαξε το πόσουμ. ΄Ακου στην τσέπη του το φίδι!
     - ΄Απαπα! Αν κάνω κάτι τέτοιο, σίγουρα θα με δαγκώσεις!
     - Κι αν κάνεις λάθος; - μέλι έσταζε ξανά το στόμα του φιδιού. Δεν είναι κρίμα να πεθάνω από το κρύο;
     - Είναι κρίμα, συμφώνησε το πόσουμ το πονετικό.
     ΄Ετσι, το πήρε και το έβαλε στην τσέπη του. Μα μόλις πήγαν πάρα κάτω και ζεστάθηκε το φίδι, έβγαλε το κεφάλι και του σφύριξε:
     - Την έπαθες, κουτό ζωάκι! Τώρα θα σε δαγκώσω, δε γλιτώνεις!     
     - ΄Οχι! ΄Οχι! φώναξε το πόσουμ τρομαγμένο. ΄Ελα στα συγκαλά σου! Εμένα θα δαγκώσεις; ΄Εμένα θα σκοτώσεις που σε βοήθησα τόσες φορές;
     - Το ήξερες, δεν το ήξερες πως κινδυνεύεις από μένα; γέλασε το φίδι. Είμαι κακός και ύπουλος, μονάχο σου το είπες. Τα μπλεξίματα μαζί μου τι τα ήθελες; Τώρα θα πεθάνεις!
     Το πόσουμ το καημένο κατάλαβε πως δε γινόταν να ξεφύγει. Το φίδι από την τσέπη της κοιλιάς του δε θα έβγαινε με τίποτα.
     - Πριν με δαγκώσεις, κάνε μου τουλάχιστον μια τελευταία χάρη, παρακάλεσε το πόσουμ. ΄Ασε με να δω προτού πεθάνω τον καλό μου φίλο το κουνέλι!
     «Τι έχω να χάσω;» συλλογίστηκε το φίδι. «Ζεστά είν’ εδώ μέσα, μπορώ να περιμένω λίγο. ΄Ας του κάνω το χατίρι».
     Μια και δυο λοιπόν έφτασαν στο σπίτι του κυρ Κούνελου. Χτύπησαν την πόρτα και μόλις άνοιξε ο νοικοκύρης, άρχισε το πόσουμ να του εξηγεί τα όσα είχαν γίνει. Του είπε για το φίδι που είχε μες στην τσέπη του, για τα καλά που του είχε κάνει και για τη δαγκωνιά που το περίμενε.
     - Το φίδι έχει δίκιο, είπε στο τέλος. Δικό μου είναι το λάθος. Το ήξερα πως κινδυνεύω αν το πλησιάσω. Γι’ αυτό, καλά να πάθω, τώρα θα πεθάνω.
      Χαμογέλασε ο κυρ Κούνελος κάτω από τα μουστάκια του. Κι έκανε πως δεν καταλαβαίνει.
     - ΄Οτι το φίδι είναι σπουδαίο ερπετό και ότι πάντα έχει δίκιο το έχω ακουστά, κούνησε το κεφάλι τάχατες με θαυμασμό. Μα, καλέ μου φίλε, κάπως μπερδεμένα μου τα λες. Πάμε καλύτερα εκεί που το πρωτοσυνάντησες να μου εξηγήσεις πώς το βρήκες, για να καταλάβω πιο καλά το πόσο δίκιο έχει.
     - Μετά χαράς, του αποκρίθηκε το πόσουμ.
     Μπροστά λοιπόν εκείνο, με το φίδι μες στην τσέπη, και πίσω του ο κυρ Κούνελος, έφτασαν μπροστά στην τρύπα του φιδιού.
     - Τώρα να μου πείτε απ’ την αρχή πώς ξεκινήσαν όλα και πού βρισκόταν ο καθένας από σας.
     - Εγώ στο δρόμο περπατούσα, μίλησε το πόσουμ πρώτο.
     - Κι εγώ ήμουν μισός μέσα στην τρύπα και μισός απ’έξω, σφύριξε μετά το φίδι.
     - Παράξενο μου φαίνεται αυτό που ακούω, έξυσε τ’ αυτιά του το κουνέλι. Πώς ήσουν δηλαδή ακριβώς; Για δείξε μου να καταλάβω!
     - Να σου δείξω, λέει το φίδι.
     Και γλιστράει ευθύς από την τσέπη τη ζεστή του πόσουμ, σέρνεται στο χώμα και χώνεται στην τρύπα ως τη μέση.
     Τότε ο κυρ Κούνελος παίρνει το τούβλο το μεγάλο και το βάζει βιαστικά πάνω στην πλάτη του.
     - ΄Ετσι δεν ήσουν; το ρωτάει.
     - ΄Ετσι, λέει το φίδι.
     -  Ε, λοιπόν, εκεί θα μείνεις! αγριεύει ο κυρ Κούνελος. Γιατί φέρθηκες απαίσια στον ευεργέτη σου και σου αξίζει αυτή η τιμωρία.
     Γυρίζει έπειτα στο πόσουμ, που τον κοίταζε ακόμα τρομαγμένο, και του λέει:
     - Κι εσύ, άμυαλο πόσουμ, γυρεύοντας ποτέ να μην πηγαίνεις, φίδι στον κόρφο σου ποτέ μην ξαναβάλεις και τους κακούς ποτέ μην εμπιστεύεσαι! Πάμε τώρα να σου κάνω το τραπέζι.
     - Σ’ ευχαριστώ, καλέ μου φίλε, είπε το πόσουμ. Είσαι ο σωτήρας μου, αυτό θα το θυμάμαι σ’ όλη μου τη ζωή.
Κι αλήθεια το θυμόταν, δεν το ξέχασε ποτέ. ΄Οπως δεν ξέχασε ποτέ και τις καλές τις συμβουλές που του είχε δώσει το κουνέλι την ημέρα εκείνη.

-----------------------

* Από το βιβλίο Ο βάτραχος, η γάτα και το φίδι – Αφροαμερικάνικα παραμύθια (εικόνες: Δημήτρης Φούσέκης)
 
http://www.loty.gr/paramith_analyt_30.htm
http://www.patakis.gr/viewshopproduct.aspx?id=585022