Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

Στοιχεία λαϊκού παραμυθιού στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία για παιδιά


Από το βιβλίο «“Όπως και στ’ αηδόνια” - για την παιδική λογοτεχνία χωρίς ψευδαισθήσεις, Πατάκης 1995  http://www.loty.gr/meletimata_analyt_3.htm

Ο τίτλος αυτού του κειμένου ίσως δίνει την εντύπωση ότι προσεκτικά θα απαριθμήσω όλα τα στοιχεία των λαϊκών παραμυθιών που έχουν κατά καιρούς επισημανθεί, και με λεπτομέρειες θα αναφέρω κάθε τέτοιο στοιχείο που εντοπίζεται στη σύγχρονη πεζογραφία για παιδιά. Μπορεί και να περίμενε κανείς ότι θ' αναφερθώ, για παράδειγμα, στις 31 λειτουργίες των δρώντων προσώπων που καταγράφει ο Προπ, και θα επιχειρήσω κάποια συσχέτιση με τις λειτουργίες και τα πρόσωπα στη σύγχρονη παιδική μας λογοτεχνία.
     'Ενας συγγραφέας ωστόσο έχει πάντα τη δική του οπτική γωνία, τη δική του θέαση των πραγμάτων, τη δική του -συχνά απρόοπτη, παράδοξη ή και αιρετική-  άποψη, και αυτή θαρρώ πρέπει να καταθέτει, όταν μάλιστα για ένα θέμα σαν αυτό, που αφορά τη σχέση του παραμυθιού με τα επώνυμα λογοτεχνήματα για παιδιά, σεβαστοί καθηγητές, μελετητές και λαογράφοι έχουν δώσει εξαίρετα πονήματα. Εντελώς ενδεικτικά αναφέρω εδώ τις εργασίες της Καθηγήτριας του Πανεπιστημίου της Πάτρας κ. Μαρίας Μιράσγεζη: Λαογραφικά στοιχεία στην Παιδική Λογοτεχνία[1], Απόηχοι του παραμυθιού στην Παιδική Λογοτεχνία [2], Λαογραφία και Παιδική Λογοτεχνία[3], κ.ά.
     Δε θα ασχοληθώ λοιπόν ούτε με τα δομικά στοιχεία που ίσως έχουν κοινά τα λαϊκά παραμύθια και τα πεζογραφήματα για παιδιά ούτε με τα λαογραφικά στοιχεία που εντοπίζονται στην παιδική μας λογοτεχνία. Θα περιοριστώ στην επισήμανση τριών, κατ' αρχάς, κύριων -και καίριων- κατά τη γνώμη μου, χαρακτηριστικών των παραμυθιών. Σ' αυτά θα σταθώ πρώτα και θ' αναφέρω κείμενα όπου έκδηλα είναι τούτα τα χαρακτηριστικά.
     Είναι γνωστό και κοινά παραδεκτό λοιπόν ότι:
α) Στο παραμύθι υπάρχει πλοκή. "Κυρίως όταν λέγωμεν παραμύθι" τόνιζε ο Γ.Μέγας, "εννοούμεν μίαν έντεχνον διήγησην που έχει πλοκήν..." [4]
Ο Καθηγητής Μιχάλης Μερακλής
β) Στόχος του παραμυθιού είναι η τέρψη των αποδεκτών του. "Κοινός σκοπός (των παραμυθιών)" σημείωνε και πάλι ο Γ. Μέγας "είναι να τέρψουν τον ακροατήν" [5].
γ) Στο παραμύθι θριαμβεύει η δικαιοσύνη και η ηθική ομορφιά, με άλλα λόγια υπάρχει καλό τέλος. 'Οπως παρατηρεί ο Καθηγητής Μιχ. Μερακλής, "(στο παραμύθι)... στο μυθικό αυτό κοσμοείδωλο, υπάρχει ένας στοιχειώδης αλλά αμετακίνητος κώδικας συμπεριφοράς που αυτός δεν είναι μυθικός αλλά βασίζεται στη βαθύτερη φύση -ή τουλάχιστον ανάγκη- του ανθρώπου να ζητάει δικαιοσύνη. Είπαν πως είναι το παραμύθι (και πραγματικά είναι) διήγηση με ευχάριστο τέλος, ακριβώς γιατί είναι διήγηση λυτρωτική και καθαρτική" [6]. Και ο Καθηγητής Β.Δ. Αναγνωστόπουλος συμπληρώνει: "(το παραμύθι) δεν καταλήγει κατ' ανάγκη σε ηθικό δίδαγμα αλλά η όλη αφήγηση... τονίζει την υπεροχή του καλού πάνω στο κακό." [7]
     Τα τρία τούτα χαρακτηριστικά είναι αναμφίβολα και γνωρίσματα όσων πεζογραφημάτων εντάσσονται στην παιδική λογοτεχνία, όπως πλήθος λογοτεχνικά κείμενα το αποδεικνύουν. Μπορεί βέβαια ν' αναρωτηθεί κανείς: Και δεν εντοπίζονται τέτοια χαρακτηριστικά και στα σύγχρονα λογοτεχνήματα για μεγάλους;
Alan Garner
     Φοβούμαι πως οι υπάρχουσες πληροφορίες μάς οδηγούν στο συμπέρασμα ότι κατά κανόνα (με τις απαραίτητες εξαιρέσεις φυσικά) όχι, δεν υπάρχουν -ή τουλάχιστον δεν συνυπάρχουν και τα τρία αυτά χαρακτηριστικά. Η πλειονότητα των λογοτεχνών σε παγκόσμια κλίμακα δείχνουν να έχουν εγκαταλείψει την προσπάθεια να τέρψουν πραγματικά τον αναγνώστη, να του διηγηθούν ιστορίες όπου υπάρχει μύθος με αρχή μέση και τέλος, όπου τελικά το κακό δεν θριαμβεύει πάντα, το καλό δεν νικιέται πάντα. Ο γνωστός 'Αγγλος συγγραφέας παιδικών βιβλίων Alan Garner παρατηρεί: "Δε βρήκα τίποτα στα μυθιστορήματα του 20ού αιώνα που να με αφορά, ενώ, αντίθετα, όλα με αφορούσαν στις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες. Θυμούμαι πόσο με εντυπωσίασε το ότι κάποιος 'Ελληνας, πριν από δυο χιλιάδες χρόνια και πλέον, είχε γράψει κάτι που με βοήθησε να καταλάβω τον τρόπο που συμπεριφερόταν σήμερα η μητέρα της αρραβωνιαστικιάς μου..." Και καταληγει: "Τα σύγχρονα μυθιστορήματα είναι γραμμένα από υπερδιανοούμενος με αφηρημένη σκέψη για άλλους διανοούμενους με επίσης αφηρημένη σκέψη. Κανείς δε μου λέει, εμένα του αναγνώστη, "σ' αγαπάω". Δε βρήκα τίποτα το θεμελιώδες, τίποτα που να βιώνεται πραγματικά, να ξεπερνιέται, να σώζεται. Η κάθαρση είναι σχεδόν ανύπαρκτη".[8]
    Ο επαρκής σημερινός αναγνώστης δε θα δυσκολευτεί, υποθέτω, να διαπιστώσει ότι τα λεγόμενα του Garner αφορούν σε σημαντικό βαθμό και τη δική μας πραγματικότητα. Οι περισσότεροι από τους σύγχρονους λογοτέχνες μας που συνειδητά απευθύνονται σε ενήλικες αρκούνται να στήνουν με τα κείμενά τους έναν καθρέφτη στο πρόσωπο του αναγνώστη για ν' αναγνωρίσει τα προσωπικά του ή τα κοινωνικά αδιέξοδα. Και τούτο με τρόπο διόλου αγαπητικό για τον αποδέκτη, χωρίς καμιά αχτίδα φωτός στο τέλος, χωρίς ίχνος ελπίδας, χωρίς την ελάχιστη αίσθηση κάθαρσης.
     'Iσως μπορεί να αντιτάξει κανείς εδώ, ότι από τους σημαντικότερους σκοπούς με τους οποίους μπορούμε να χρεώσουμε τη γνήσια λογοτεχνία είναι η διερεύνηση της ανθρώπινης εμπειρίας κι ο εμπλουτισμός των ανθρωπίνων συναισθημάτων και αντιλήψεων. Και αυτά δεν προκαλούν πάντα ευχαρίστηση στον αναγνώστη με την τρέχουσα έννοια, λύτρωση ή άμεσα αισθητή τέρψη, αλλά προβληματισμό και βαθύτερη κατανόηση του εαυτού και των άλλων. Συχνά ωστόσο, στην προσπάθειά τους οι σύγχρονοι λογοτέχνες να πετύχουν αυτούς τους στόχους, δεν καταλήγουν παρά στη δική τους και μόνο εκτόνωση και ανακούφιση από τα δικά τους άγχη, τις δικές τους αποτρόπαιες μνήμες, τη δική τους ανασφάλεια ή απελπισία. Και βέβαια όλ' αυτά σε περιτύλιγμα, συνήθως, υποτιθέμενου "ρεαλισμού", όπως αποκαλείται η τάση για παρουσίαση χυδαιοτήτων και χρήση βωμολοχιών [9].
     Τούτες οι σκέψεις μάς οδηγούν στην επισήμανση ενός ακόμα χαρακτηριστικού των παραμυθιών: στην έλλειψη χυδαίου τρόπου αφήγησης, ακόμα και όταν ιστορούνται αιμομιξίες ή άλλες ακραίες καταστάσεις. Η αθυροστομία που περιείχαν κάποιες ευτράπελες λαϊκές διηγήσεις, που ακούγονταν πιο συχνά στα θαλασσινά ταξίδια για να γελάσουν και να ξεδώσουν οι ναυτικοί -μια αθυροστομία "αριστοφανικού τύπου" μπορούμε ίσως να πούμε-, σπάνια εισχωρούσε και στα γνήσια παραμύθια. Και ασφαλώς δεν εξέπιπτε σε σημερινού τύπου αισχρολογία, που συνήθως μας σερβίρεται αναίτια και με σοβαροφάνεια, και που εύκολα ο αναγνώστης καταλαβαίνει πως πρόκειται απλώς για "μανιώδη θήρα βωμολόχου αιφνιδιασμού", όπως εύστοχα τη χαρακτήριζε ο Χουρμούζιος [10], τάση ξένη προς την παιδική λογοτεχνία.
    Υπάρχει όμως, κατά τη γνώμη μου, ακόμη ένα χαρακτηριστικό στα παραμύθια που εύκολα ανιχνεύεται και στα πεζογραφήματα για παιδιά: είναι η αντιμετώπιση της ζωής από τη θέση του αδύναμου, του μικρού, ή του ανίσχυρου, και ταυτόχρονα η θέαση του κόσμου και των όντων με ματιά καθαρή, άμεση, συχνά απρόοπτη, ανοιχτή στο θαυμασμό, στη φαντασία και στο όνειρο -δηλαδή ματιά που σήμερα την ονομάζουμε παιδική και που απουσιάζει, κατά κανόνα, από την άλλη λογοτεχνία.
     Ξεκάθαρη πλοκή λοιπόν που τέρπει τον αναγνώστη, κάθαρση, επικράτηση της δικαιοσύνης, ελπιδοφόρο τέλος, αγαπητική σχέση με τον αναγνώστη, απουσία χυδαιότητας, ματιά ανεπιτήδευτη, "θαυμαστική", θέαση των πραγμάτων από την πλευρά του αδυνάτου - νά κάποια σημαντικά στοιχεία του παραμυθιού, ιδού και τα κύρια γνωρίσματα των σύγχρονων πεζογραφημάτων για παιδιά.
     Θα ευχόμουν να είχα την άνεση ν' αναφέρω εδώ σύντομη περίληψη εκατό τουλάχιστον συγχρόνων μυθιστορημάτων και διηγημάτων για παιδιά, ώστε από δείγμα ικανό να φανεί ανάγλυφα η ύπαρξη των χαρακτηριστικών που αναφέραμε. 'Ομως δεν μπορώ παρά να περιοριστώ σε σύντομη μνεία μερικών έργων, με την ελπίδα ότι οι ενδιαφερόμενοι θα θελήσουν να τ' αναζητήσουν και να διαπιστώσουν την αλήθεια των όσων υποστηρίζω. Για παράδειγμα:
Γαλάτεια Σουρέλη
 
- Στο Εμένα με νοιάζει (Πατάκης) της Γαλάτειας Σουρέλη, ένα άρτιο λογοτέχνημα που πραγματικά τέρπει τον αναγνώστη, οι προσπάθειες ενός δασκάλου και των μαθητών του καρποφορούν, έπειτα από σκληρό αγώνα, πολλές περιπέτειες και απογοητεύσεις, κι έτσι σώζεται ένα ολόκληρο χωριό.
 
- Στο Για τον πατέρα (Πατάκης) της Καλλιόπης Σφαέλλου, ένα δεκατριάχρονο αγόρι αναζητεί και τελικά βρίσκει τον χαμένο πατέρα του, αγνοούμενο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Πλοκή έντονη, έκβαση αίσια, τελικά τέρψη για τον αναγνώστη κι εδώ.
Ειρήνη Μάρρα
- Στο Μάνα δεν είναι μόνο μία (Ψυχογιός) της Φράνσης Σταθάτου, και στα Μια ιστορία για δύο (Καστανιώτης) της Ειρήνης Μάρρα και Το κορίτσι με τις δύο μητέρες (ΑΣΕ) του I.Δ. Ιωαννίδη, το θέμα "υιοθεσία" και "θετή μητέρα" δημιουργεί κρίσιμες καταστάσεις, συγκινεί τον αναγνώστη, τον φέρνει σε επαφή με πλευρές της σκληρής πραγματικότητας αλλά δεν τον αφήνει μετέωρο, διαφαίνεται ρύθμιση δίκαιη που έρχεται ύστερα από ενδιαφέρουσα πλοκή.
- Στα S.Ο.S. Κίνδυνος (Καστανιώτης) της Νίτσας Τζώρτζογλου και Το ταξίδι που σκοτώνει (Καστανιώτης) του Μάνου Κοντολέων, παιδιά προεφηβικής κι εφηβικής ηλικίας, μέσα από δυσάρεστες περιπέτειες, έρχονται αντιμέτωπα με τη μάστιγα των ναρκωτικών, βιώνουν τραγικά περιστατικά, όμως δίνουν μάχη και τελικά βρίσκουν διέξοδο προς τη ζωή.
Λίτσα Ψαραύτη
- Στα Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου (Κέδρος) της 'Αλκης Ζέη, Το Διπλό ταξίδι (Πατάκης) της Λίτσας Ψαραύτη, Απο κει βγαίνει ο ήλιος (Ακρίτας) της Ζωής Κανάβα, Το σύνθημα: σαράντα κόσκινα (Μόκας-Μορφωτική) της Σούλας Ροδοπούλου, μέσα στη δίνη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, τα παιδιά ζουν ώρες τραγικές, γνωρίζουν απαίσιες όψεις της ζωής, αποκτούν τις φρικτές εμπειρίες που κομίζουν πάντα οι ένοπλες συγκρούσεις, οσμίζονται το θάνατο, αλλά επιβιώνουν, μεγαλώνουν, ωριμάζουν.
- Στα "Ο κόσμος βαριέται να διαβάζει θλιβερές ιστορίες" (Κέδρος) της Μαρούλας Κλιάφα, "Ο κήπος με τ' αγάλματα" (Καστανιώτης) της Ελένης Σαραντίτη, "Τα ξύλινα σπαθιά" (Πατάκης) του Παντελή Καλιότσου, προβλήματα κοινωνικά έρχονται στο προσκήνιο, μα με τρόπο που κινεί το ζωηρό ενδιαφέρον του νεαρού αναγνώστη και αφήνει να φανεί το δίκαιο, με πλοκή όπου πρωταγωνιστούν ξεχωριστοί τύποι παιδιών, άρτια παρουσιασμένοι, γι' αυτό και ικανοί να τέρψουν τους αποδέκτες.
- Στις συλλογές διηγημάτων Ο ήλιος με τα κρόσια του Σπύρου Τσίρου (Κέδρος), Αγριολούλουδα για σένα (Εκδόσεις των Επτά) του Δημ. Μανθόπουλου, Μισά τις στεριάς, μισά της θάλασσας (Μίνωας) της Σοφίας Φίλντιση, καταγράφονται πικρές στιγμές από τη ζωή των παιδιών, δυσκολίες ασήμαντες ίσως στα μάτια των ενηλίκων, ουσιαστικές όμως για τους μικρούς αναγνώστες, με τρόπο που κρατά το ενδιαφέρον τους και δεν τους στερεί την ελπίδα.
Ελένη  Βαλαβάνη
- Στα Το θυμωμένο ποτάμι του Χάρη Σακελλαρίου (Gutenberg), Το κόκκινο της Ανατολής (Kέδρος) της 'Αννας Γκέρτσου-Σαρρή, Ταξίδι στ' Ανάπλι (Δωδώνη) της Ελένης Βαλαβάνη, Τα κοριτσάκια με τα ναυτικά (Πατάκης) της Ελένης Δικαίου, οι νεαροί αναγνώστες καλούνται να βιώσουν έντονα περιστατικά του πρόσφατου ή του απώτερου ιστορικού παρελθόντος που προσφέρουν νόημα ζωής και διευρύνουν τους πνευματικούς τους ορίζοντες
Αγγελική Βαρελλά
- Στα 'Εξι εναντίον ενός (Πατάκης) της Αγγελικής Βαρελλά, Το μυστικό του κόκκινου σπιτιού (Ελευθερουδάκης) της 'Αλκης Γουλιμή, Το αίνιγμα του πύργου (Κέδρος) της Κίρας Σίνου, ομάδες παιδιών αναλαμβάνουν μόνα τους να λύσουν κάποιο μυστήριο με τρόπο που ικανοποιεί απόλυτα τους μικρούς αναγνώστες.

- Στα Ο δάσκαλος με το βιολί και τ' άστέρι ('Αγκυρα) της Θέτης Χορτιάτη, Μικρή καλοκαιρινή ιστορία (Κέδρος) της Ευγενίας Φακίνου, Αυγουστιάτικο Φεγγάρι (Πατάκης) της Βούλας Μάστορη, Τα στενά παπούτσια (Πατάκης) της Ζωρζ Σαρή, Η εποχή των υακίνθων (Πατάκης) της Τούλας Τίγκα, 'Ακου, φίλε! (΄Αγκυρα) του Αντώνη Δελώνη, η ζωηρή πλοκή οδηγεί τα παιδιά-αναγνώστες να ψηλαφήσουν τα αρνητικά τους συναισθήματα για πρόσωπα συγγενικά ή φιλικά τους, τα προβλήματα που τους δημιουργεί κάποιος θάνατος, η οικογένεια ή το περιβάλλον τους, την αναστάτωση που προκαλεί στον ίδιο τους τον εαυτό το μεγάλωμά τους, και τελικά να φτάσουν σε ορθότερη αναγνώριση και πληρέστερη κατανόηση των πραγμάτων που άμεσα τα αφορούν.
Μνημόνευσα ήδη 30 τίτλους βιβλίων και αντίστοιχο αριθμό συγγραφέων, μα πάμπολλοι είναι εκείνοι που θα μπορούσα να προσθέσω[11]. Δεν μπορεί φυσικά να υποστηριχτεί ότι τα έργα που αναφέρθηκαν είναι όλα ίσης ποιότητας. Ασφαλώς θα υπάρχουν διαφορές απόψεων ως προς τον βαθμό της λογοτεχνικής τους αξίας. Πρόκειται πάντως για έργα που έχουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο διακριθεί -έχουν αγαπηθεί από τα παιδιά κι έχουν γνωρίσει αλλεπάλληλες εκδόσεις, έχουν τιμηθεί με βραβεία ή επαίνους στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, μερικά έχουν μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες- με λίγα λόγια έχουν κατακτήσει τη θέση τους στην παιδική μας λογοτεχνία. Ωστόσο το σημαντικό εδώ είναι ότι πρόκειται για έργα σύγχρονων παραμυθάδων. Γιατί έτσι νομίζω πρέπει ν' αποκαλούνται οι δημιουργοί στα έργα των οποίων ευδιάκριτα είναι τα χαρακτηριστικά των παραμυθιών που προαναφέραμε.
Κίρα Σίνου
     Ας σημειωθεί εδώ πως αν οι δημιουργοί που μνημόνευσα απευθύνονται ενσυνείδητα πρωτίστως στα παιδιά, τούτο δε σημαίνει ότι αυτοδεσμεύονται με οποιοδήποτε τρόπο, ή ότι πρόθεσή τους είναι να αρέσουν τα όσα γράφουν μόνο σε παιδιά. Απλώς, όπως οι παλιοί παραμυθάδες, διηγούνται τις ιστορίες τους από ανάγκη να εκφραστούν και να τέρψουν το κοινό. Και ο τρόπος που τους ταιριάζει, για να πετύχουν το σκοπό τους, είναι τα αφηγήματα με ξεκάθαρη κι ενδιαφέρουσα πλοκή, εκείνα που μιλούν ίσως για πράγματα θαυμαστά ή φοβερά, μαγευτικά ή τρομακτικά, χαρούμενα ή θλιβερά, μα στο τέλος δεν επιτρέπουν στο κακό να επικρατήσει, δεν αφήνουν τον αναγνώστη χωρίς ελπίδα για το μέλλον. Και αυτό σημαίνει αγάπη για κείνον που διαβάζει το βιβλίο τους. 'Οπως αγάπη για το ακροατήριο σήμαινε και η κατάληξη των διηγήσεων του παλιού παραμυθά "κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα", όταν κι εκείνος και οι ακροατές του ήξεραν πως δεν καταλήγουν πάντα έτσι τα πράγματα στη ζωή. Εκείνο που είχε σημασία ωστόσο ήταν να φύγουν οι ακροατές από την πλατεία του χωριού, τους φούρνους ή τα σπεροκαθίσματα παρηγορημένοι, ψυχικά συντροφευμένοι, με καινούριο θάρρος και δύναμη για ν' αντιμετωπίσουν τον συχνά μίζερο βίο τους, με κουράγιο για να παλέψουν και να τον βελτιώσουν.
Μάνος Κοντολέων
     Το να είναι όμως κανείς σύγχρονος παραμυθάς σημαίνει ότι συμμερίζεται σε αρκετό βαθμό και τη μοίρα των παλιών παραμυθάδων. Θέλω να πω πως, αντίθετα απ' ό,τι πιστεύεται και μολονότι τα παιδικά και νεανικά βιβλία του καιρού μας έχουν το όνομα του συγγραφέα ευδιάκριτα γραμμένο στο εξώφυλλό τους, τα παιδιά σπάνια το θυμούνται. Συνήθως πολύ λίγο ενδιαφέρονται για το ποιος έγραψε ένα βιβλίο που διάβασαν, τους άρεσε και πιθανώς το ξαναδιάβασαν. Το διήγημα ή το μυθιστόρημα γίνεται κτήμα τους, όπως κτήμα του έκανε τα παραμύθια το ακροατήριο του παραμυθά, αφήνοντας τ' όνομά του στη λήθη. Τα ονόματα των συγγραφέων βιβλίων για παιδιά τα γνωρίζουν καλά μόνον οι εκδότες, οι βιβλιοθηκονόμοι, οι μελετητές, οι φοιτητές ίσως, καμιά φορά και οι γονείς. Τα χαριτωμένα περιστατικά που βεβαιώνουν αυτό που υποστηρίζω εδώ είναι πολλά. Σας αναφέρω ένα:
     'Οπως και άλλοι συνάδελφοί μου, συχνά επισκέπτομαι σχολεία και μιλώ για βιβλία με τα παιδιά. Τα ρωτώ αν διάβασαν κάποιο βιβλίο τελευταία ή αν θυμούνται κάποιο βιβλίο που να τους άρεσε πολύ. Μερικά -λίγα σχετικά- είναι πραγματικοί βιβλιοφάγοι, κι έτσι μαζί με τους τίτλους των βιβλίων που αγάπησαν θυμούνται και τους συγγραφείς. 'Αλλα δυσκολεύονται. Αναφέρουν μ' ενθουσιασμό κάποιο βιβλίο, θυμούνται την υπόθεση, είναι σε θέση να πουν για ποιο λόγο τους άρεσε τόσο, μα το όνομα του συγγραφέα το έχουν λησμονήσει. Και το απρόσμενο είναι ότι συμβαίνει συχνά ο συγγραφέας να στέκεται μπροστά τους!
     "Εμένα, κυρία, μου άρεσε πολύ ένα βιβλίο που διάβασα και το λένε Στο τσιμεντένιο δάσος!", ή "Ο μικρός αδελφός!" ή "Σπίτι για πέντε!" έχω ακούσει συχνότατα να μου λένε. Μα όταν ρωτήσω "Ποιος το έγραψε;" δεν είναι λίγες οι φορές που έρχεται η χαριτωμένη απάντηση: "Α... δε θυμάμαι!" Το πράγμα παύει να είναι αστείο και γίνεται μάλλον θλιβερό, όταν παρόμοια άγνοια για τους δημιουργούς των παιδικών βιβλίων δηλώνουν γονείς ή ακόμα και δάσκαλοι!
     Σκέφτομαι με λίγη πίκρα ότι κανείς ενήλικος που θ' αποφάσιζε να πάει ν' ακούσει ένα συγγραφέα για μεγάλους δε θ' αγνοούσε ένα από τα πιο γνωστά του έργα. (Σκεφτείτε π.χ. αν θα ήταν δυνατόν ένας ακροατής του Σαμαράκη ν' αγνοούσε ότι ο ομιλητής είναι ο συγγραφέας του Αρνούμαι που κάποτε το διάβασε και του άρεσε!) Με παρηγορεί αμέσως η σκέψη ότι κανείς δεν ξέρει και κανείς ποτέ δε θα μάθει ποιος πρωτοείπε την Κοκκινοσκουφίτσα.
     Και η συζήτηση στο σχολειό προχωρεί, μια συζήτηση όπου οι εκπλήξεις δεν τελειώνουν. Πολλές από τις ερωτήσεις των παιδιών αφορούν τον τρόπο και τις πηγές εμπνεύσεις του συγγραφέα. 'Ετυχε λοιπόν αρκετές φορές να μου γίνει και τούτη η απροσδόκητη ερώτηση: "Εκτός από το Σπίτι για πέντε, σας έχει εμπνεύσει άλλο βιβλίο η τηλεόραση;"
     Αδιανόητο για τον μικρό μου αναγνώστη ότι δεν προηγείται πάντα η εικόνα, με την οποία ανελέητα και καθημερινά μάς κατακλύζει η παντοδύναμη τηλοψία, ότι ευτυχώς συμβαίνει ακόμα -και πολύ συχνά μάλιστα- να προηγείται το γραφτό του σύγχρονου παραμυθά. Βέβαια κανείς ενήλικος αναγνώστης του Κώστα Μουρσελά, για παράδειγμα, δε θα έκανε ποτέ τη σκέψη ότι το βιβλίο του Βαμμένα κόκκινα μαλλιά το εμπνεύστηκε από την ομώνυμη σειρά, που κάποιο άλλο, μυστηριώδες πρόσωπο την είχε γράψει πρώτα για την τηλεόραση!
     'Αγνωστοι συχνότατα λοιπόν οι συγγραφείς παιδικών βιβλίων στο πλατύ κοινό τους, όση κυκλοφορία και αν έχουν -και συχνά έχουν ευρύτατη- τα βιβλία τους. Παραγνωρισμένοι από τον Τύπο που απαξιώνει -εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων- να παραχωρήσει μόνιμες στήλες κριτικής παιδικού βιβλίου στις λογοτεχνικές σελίδες. Παρεξηγημένοι και από κάποιους λόγιους και πνευματικούς ανθρώπους του τόπου μας -λίγους ευτυχώς- που από ελλιπή πληροφόρηση ή απλή άγνοια περιφρονούν την παιδική λογοτεχνία, έναν κλάδο που γνωρίζει πια παγκόσμια αναγνώριση[12]  και γίνεται ολοένα και περισσότερο αντικείμενο επιστημονικής έρευνας και μελέτης ανά τον κόσμο, αλλά και διδασκαλίας στα Πανεπιστήμια.
     Παρ' όλα αυτά οι σύγχρονοι παραμυθάδες εξακολουθούν να δουλεύουν με υπομονή και επιμονή. Προσπαθούν να ψυχαγωγήσουν -με την πραγματική έννοια της λέξης- τους αναγνώστες τους, γνωρίζοντας ότι η παραδοχή από το πλατύ κοινό, η επωνυμία, η φήμη, η αναγνώριση των κόπων τους ίσως δε θα έρθει ποτέ. Δεν νοιάζονται όμως, όπως δεν νοιάζονταν και οι παλιοί παραμυθάδες. Συνεχίζουν το έργο τους. Γιατί τους αρέσει να διηγούνται και να τέρπουν, να συντροφεύουν και να παρηγορούν το κοινό τους.
     'Iσως ο αναγνώστης μου ν' αναρωτιέται γιατί δεν περιορίστηκα στην εξέταση των στοιχείων παραμυθιού στα σύγχρονα πεζογραφήματα για παιδιά και μίλησα και για τους συγγραφείς τους. Το έκανα από πεποίθηση ότι μόνο αν υπάρχουν δημιουργοί που έχουν κάποια κοινά σημεία με τους παλιούς παραμυθάδες, μπορούμε να ανιχνεύσουμε και στοιχεία παραμυθιού στο έργο τους, δηλαδή στη σύγχρονη παιδική λογοτεχνία.
     Και τέτοιοι δημιουργοί πιστεύω πως υπάρχουν.

Σημειώσεις:


[1]. Βλ. περιοδικό ΔIΑΔΡΟΜΕΣ, τ.1, 'Ανοιξη 1986.
[2].  Bλ. περιοδικό ΔIΑΔΡΟΜΕΣ, τ.9,  'Ανοιξη 1988.
[3]. Βλ. Λαογραφία, Δελτίο της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, τόμος ΚΛ', σ.367.
[4]. Βλ. Νέστορα Μάτσα: Το περιβόλι με τα χαμένα παραμύθια, στη σελ.36, Εστία, χ.χ.ε.
[5]. ο.π.
[6]. Βλ. το άρθρο του Το παραμύθι και το παιδαγωγικό του περιεχόμενο, στο περιοδικό ΔIΑΔΡΟΜΕΣ, τ.2, Καλοκαίρι 1986.
[7]. Βλ. Τάσεις και Εξελίξεις της Παιδικής Λογοτεχνίας στη δεκαετία 1970-1980, Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1982, σελ.92.
[8]. Βλ. Aidan Chambers: An interνiew with Alan Garner, στον τόμο The Signal Apprοach tο Children's Bοοks, (με διάφορα δοκίμια), επιμέλεια Nancy Chambers, Kestrel Bοοks, 1980, στη σελ. 307.
[9].  Η στροφή προς το ιστορικό μυθιστόρημα με διαφορετικό ύφος και ήθος που παρατηρείται τελευταία και σε ξένες χώρες και στον τόπο μας (π.χ. Θα υπογράφω Λουί της Ρέας Γαλανάκη) μας επιτρέπει να ελπίζουμε ότι η τάση αυτή θα εξασθενίσει.
[10].  Βλ. Αιμ.Χουρμούζιος: Ο αφηγηματικός λόγος, οι Εκδόσεις των Φιλων 1979, σελ. 256 και 262.
[11]. Π.χ. διηγήματα/μυθιστορήματα των Γεωργίας Ανεζίνη-Λεράκη, Μαρίας Βελετά-Βασιλειάδου, Μαρίας Γουμενοπούλου, Πέπης Δαράκη, Μάρως Λοϊζου, Νένας Κοκκινάκη, Κατερίνας Μουρίκη, Γιάννη Μπάρτζη, Λιλής Μαυροκεφάλου, Αγγελικής Νικολοπούλου, Δήμητρας Παϊζη-Πρόκου, Γαλάτειας Παλαιολόγου, Αυγής Παπάκου, Ηρώς Παπαμόσχου, Γιολάντας Πατεράκη, Νένας Πάτρα, Αναστασίας Περιστεράκη-Ψυχογιού, Λέλας Πεταλά-Παπαδοπούλου, Ναννίνας Σακκά-Νικολακοπούλου, Βεατρίκης Κάντζολα-Σαμπατάκου, 'Αννας Σαφιλίου, Χρήστου Σκανδάλη, Φιλομήλας Βακάλη-Συρογιαννοπούλου, Δημήτρη Φερούση, Λείας Χατζοπούλου-Καραβία και πολλών άλλων. Φυσικά θα μπορούσαν να προστεθούν εδώ και πεζογραφήματα, τα οποία οι εκδότες ή οι συγγραφείς τους δεν τα εντάσσουν στην παιδική λογοτεχνία, συμβαίνει όμως να έχουν τα στοιχεία που προαναφέραμε. Αντίθετα, δεν θα μπορούσαν να αναφερθούν έργα που οι εκδότες ή οι συγγραφείς τους τα προορίζουν για παιδιά, δεν έχουν όμως τα παραπάνω βασικά χαρακτηριστικά.
[12]. Το παγκόσμιο ενδιαφέρον για την παιδική λογοτεχνία αποδεικνύεται από τη δραστηριότητα των 76 εθνικών τμημάτων της Διεθνούς Οργάνωση Βιβλίων για τη Νεότητα (IΒΒΥ), την παρακολούθηση των ανά διετία διεθνών συνεδρίων της από εκατοντάδες ειδικούς, μελετητές, ερευνητές και δημιουργούς, από την τακτική διοργάνωση διεθνών εκθέσεων για το παιδικό βιβλίο, την από μακρού θέσπιση διεθνών βραβείων, και την έκδοση ειδικών θεωρητικών περιοδικών που υπερβαίνουν τα 200 ανά τον κόσμο (βλ. περιοδικό ΔIΑΔΡΟΜΕΣ τ.35, Φθινόπωρο 1994, σελ.242).