Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2020

"Άσπρα, μαύρα, κίτρινα" της αλησμόνητης Ρένας Καρθαίου














 Άσπρα χέρια, μαύρα χέρια,
κίτρινα κι αθώα χεράκια,
όλα παίζουν με τα ίδια
παιχνιδάκια.

‘Ασπρα πόδια, μαύρα πόδια
κίτρινα τα ποδαράκια,
μες στα πάρκα κυνηγιούνται
σαν πουλάκια.

Άσπρα, μαύρα, κιτρινούλια,
τρέξτε να έρθετε κοντά μου,
σεις παιδάκια όλου του κόσμου
 και δικά μου.

 Ρένα Καρθαίου (1913 – 2005) 
Από την ποιητική συλλογή της «Μονοπάτια του Ήλιου»

Παρασκευή, 15 Μαΐου 2020

Πώς διαβάζαμε μαζί και άλλα πολλά!




 Το διάβασμα το αγαπώ με πάθος από τη νηπιακή μου ηλικία (ναι, καλά διαβάσατε, «νηπιακή»!). Ίσως αυτό να είναι κι ο κυριότερος λόγος που έγινα συγγραφέας. Πώς άρχισε και δεν τελείωσε ποτέ το πάθος εκείνο, λέω σήμερα να σας το διηγηθώ και να προσθέσω κάμποσα ακόμα. 
Όταν προσπαθώ λοιπόν να φέρω στον νου πώς άρχισε η «βιβλιομανία» μου, ξαναβλέπω αχνά μια εικόνα: Τον πατέρα μου, αδυνατισμένο και χλωμό από το λιγοστό φαγητό και τα βάσανα στ' άγρια χρόνια της Κατοχής, να διαβάζει τα βράδια κοντά στο χαμηλό φως μιας λάμπας. Δίπλα του, στο χαλί καθισμένος για να φτάνει και σ’ εκείνον το φως, ο αδερφός μου, δυο χρόνια μεγαλύτερός μου, αγκαλιά μ’ ένα βιβλίο ανοιχτό. Κάποια βράδια καθόταν κοντά στη λάμπα και η εξουθενωμένη μητέρα μας κάτι να διαβάσει, όταν ξέκλεβε λίγη ώρα από τη φροντίδα του σπιτιού, τα μπαλώματα και τα λιγοστά μαγειρέματα. «Μαζί» διάβαζαν και οι τρεις, μα καθένας το δικό του βιβλίο. «Τι κρίμα να μη διαβάζουν δυνατά ν’ ακούω κι εγώ» συλλογιζόμουν. Μα πού διάθεση για τέτοιο διάβασμα εκείνες τις δύσκολες ώρες…

«Στο κρεβάτι σου τώρα εσύ» άκουγα τη μαμά να μου λέει. «Πετσί και κόκαλο έχεις μείνει, θ’ αρρωστήσεις στο τέλος».

Αχ, και να ζούσαν οι γιαγιάδες μου και να μου διάβαζαν αγκαλιά ένα βιβλίο, συλλογιζόμουν εγώ. Μα οι γιαγιάδες μου δεν υπήρχαν, ούτε ο ένας παππούς. Κι ο άλλος ήταν άρρωστος και μακριά.

Πήγαινα λοιπόν για ύπνο, μα το έβλεπα πια ξεκάθαρα κάθε βράδυ πως, όταν διάβαζαν οι δικοί μου, έσβηνε από το πρόσωπό τους η θλίψη και η αγωνία από τα δεινά που είχε κουβαλήσει στον τόπο μας η τραγική εκείνη εποχή. Ευχαρίστηση έδειχνε η όψη τους. Λες και μέσ’ από τις σελίδες των βιβλίων κατάφερναν με τρόπο μαγικό να ξεφεύγουν για λίγο από τον εφιάλτη του πολέμου –δράκο φοβερό τον φανταζόμουν εγώ η τετράχρονη τότε– και να μπαίνουν σε τόπο αγαλλίασης.

Άρχισα λοιπόν να… ζηλεύω. Ήθελα το γρηγορότερο να μάθω κι εγώ να διαβάζω, για να νιώθω εκείνη την ευχαρίστηση, όχι να περιμένω να πάω σχολείο, για να μου μάθει η δασκάλα.

Πώς κατάφερα τελικά τον πατέρα μου να με διδάξει ανάγνωση και πώς ακριβώς έγινε δεν θυμάμαι. Με κάθιζε άραγε δίπλα του ή μ’ έπαιρνε αγκαλιά και μου έδειχνε; Μου έμαθε πρώτα την αλφαβήτα ή όχι; Πρώτα να συλλαβίζω ή μήπως να λέω τις λέξεις ολόκληρες; Ολοζώντανα όμως θυμάμαι πως ήξερα πια να διαβάζω «νεράκι» όταν τον Σεπτέμβρη του 1943 πήγα στην Α΄ Δημοτικού. Και «ξεκοκάλιζα» με μανία ό,τι παραμύθι ή άλλο βιβλίο παιδικό έφτανε στα χέρια μου από τον αδελφό μου ή τα μεγαλύτερα ξαδέλφια μας. Ένα βιβλίο μάλιστα είχε γίνει ο μόνιμος σύντροφός μου: Το Παραμύθι χωρίς όνομα της Πηνελόπης Δέλτα, που το κρατούσα στην αγκαλιά μου όπως τις πάνινες κούκλες άλλα κορίτσια της ηλικίας μου. «Τώρα έχω κι εγώ γιαγιά να μου λέει παραμύθια και ιστορίες» έλεγα μέσα μου. «Πηνελόπη τη λένε κι εκείνη, όπως τη γιαγιά μου, όπως κι εμένα, που έτσι με βάφτισαν κι ας με φωνάζουνε Λότη».

Το διάβασμα «μαζί» του ίδιου βιβλίου, ωστόσο, μου είχε μείνει καημός. Έτσι, πολλά χρόνια αργότερα, όταν η κόρη κι ο γιος μου ήταν μικρά παιδιά, μια ιστορία ή ένα παραμύθι διαβάζαμε απαραίτητα κάθε βράδυ μαζί. Έπειτα ερχόταν η κουβέντα για όσα είχαμε διαβάσει κι όσα είχαν συμβεί στο σχολείο ή στο σπίτι την ημέρα εκείνη. Και τα «σπεροκαθίσματά» μας εκείνα τελείωναν με μια καληνύχτα.

Δεν ήταν λέξη απλή, τυπική η καληνύχτα εκείνη. Δεν ήταν μια σκέτη ευχή, σήμαινε πολύ περισσότερα. Ήταν κάτι σαν μυστική συμφωνία ότι θα συνεχίζαμε το διάβασμα και το επόμενο βράδυ∙ νοερή αποδοχή ότι η μέρα που είχε σβήσει –με χαρά ή λύπη, αδιάφορο– ήταν ένα ανεπανάληπτο μικρό κομμάτι της ζωής μας∙ κρυφή υπόσχεση ότι θ’ αντιμετωπίζαμε με χαμόγελο τη μέρα που θα ξημέρωνε, γιατί άξιζε να ζήσουμε τη μικρή περιπέτειά της.

«Μαζί» διαβάσαμε πλήθος βιβλία κι αργότερα με την εγγονή μου, πότε αγκαλιά, πότε καθισμένες δίπλα δίπλα στον καναπέ, όπως τότε με τα παιδιά μου. Κι απ’ ό,τι λέει, έφηβη τώρα πια, τα διαβάσματά μας εκείνα της έχουν μείνει αλησμόνητα.

«Έχω ακούσει όμως» μου είχε πει ένα βράδυ «ότι στα χρόνια τα παλιά, παιδικά βιβλία με παραμύθια υπήρχαν μόνο στις μεγάλες πόλεις, λίγα στις μικρές και καθόλου στα χωριά. Είναι αλήθεια πως είχαν μόνο σχολικά βιβλία τα παιδιά εκεί τότε;»

Της εξήγησα πως ήταν αλήθεια. Πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και μια δυο δεκαετίες μετά, δύσκολα έφταναν παιδικά εξωσχολικά βιβλία στα μικρά μέρη της πατρίδας μας. Τα περισσότερα παιδιά τελείωναν μόνο το Δημοτικό. Όσα όμως «έπαιρναν τα γράμματα», καθώς έλεγαν οι μεγάλοι, δηλαδή τα πήγαιναν καλά με τα μαθήματα, πήγαιναν και στο Γυμνάσιο, συχνά και στο Πανεπιστήμιο. Πρόκοβαν σε όλους τους τομείς, κάποιοι γίνονταν και βουλευτές, ακόμα και πρωθυπουργοί καμιά φορά! Τα άλλα παιδιά έμεναν στον τόπο τους και βοηθούσαν τους γονείς τους, γιατί οι αγροτικές δουλειές ήταν πολλές και δύσκολες. Όλα όμως ήξεραν παραμύθια, ίσως περισσότερα από τα παιδιά των πόλεων. Γιατί υπήρχαν οι γιαγιάδες και οι παππούδες που τα μάζευαν τα βράδια και τους έλεγαν όσα παραμύθια και ιστορίες είχαν φτάσει ως εκείνους από γενιά σε γενιά. «Κατείχαν» λοιπόν έναν ολόκληρο πνευματικό θησαυρό που τον «μοίραζαν» στα εγγόνια τους, συχνά και στους μεγάλους.

Υπέροχο βέβαια το «μαζί» εκείνο μικρών και μεγάλων, πολύτιμη η ομαδική συμμετοχή στα «σπεροκαθίσματα», όπως τα έλεγαν, δηλαδή στην ομαδική ακρόαση παραμυθιών την «εσπέρα», το βράδυ. Αυτό δε σήμαινε όμως ότι δεν έπρεπε κάποτε να υπάρχουν παντού κι εξωσχολικά παιδικά βιβλία, μα και περιοδικά, όπως στις πόλεις.

Όταν κάποτε λοιπόν άρχισαν να γίνονται καλύτερα τα πράγματα στην πατρίδα μας, αποφάσισε το Υπουργείο Παιδείας να εκδώσει και να μοιράζει δωρεάν σε όλα τα παιδιά της Ελλάδας ένα περιοδικό για κείνα, για να περνούν ευχάριστα τις ελεύθερες ώρες τους. Έτσι, το 1979 άρχισε να κυκλοφορεί κάθε μήνα σε όλη την Ελλάδα το περιοδικό «Χελιδόνια» για τα παιδιά του Δημοτικού κι ένα αντίστοιχο για τα μεγαλύτερα, του Γυμνασίου. Ανάρπαστο γινόταν το περιοδικό εκείνο! Κυκλοφορούσε σε 300.000 αντίτυπα και κράτησε δυο χρόνια. «Βιβλίο» το έλεγαν όσα παιδιά στα μέρη τα μικρά δεν είχαν ξαναδεί περιοδικό παιδικό. Και θεωρώ τιμή μεγάλη που μετείχα στην άμισθη συντακτική επιτροπή των «Χελιδονιών*», μαζί με σπουδαίους ανθρώπους της παιδικής μας λογοτεχνίας, όπως η Ρένα Καρθαίου, ο Κωνσταντίνος Δεμερτζής, ο Χάρης Σακελλαρίου, η Γαλάτεια και ο Γιώργος Σουρέλης.

«Και σταμάτησαν τότε ν’ ακούν όλα μαζί τα παιδιά παραμύθια από γιαγιάδες και παππούδες;» ανησύχησε η εγγονή μου.

Τη βεβαίωσα πως όχι, τα παραμύθια δεν έπαψαν τότε να λέγονται από τους γεροντότερους και να τ’ ακούν «μαζί» τα παιδιά. Αν συνεχίζεται ως τις μέρες μας αυτό δεν είμαι βέβαιη, το ελπίζω μόνο. Κι εύχομαι να μη σταματήσει ποτέ. Γιατί η προφορική παράδοση είναι θησαυρός ανεκτίμητος. Κι εκείνο το «μαζί» από πολλές πλευρές πάντα πολύτιμο! Για κείνο που είμαι βέβαιη είναι ότι πανέμορφα και λαχταριστά παιδικά εξωσχολικά βιβλία φτάνουν παντού. Αρκεί να θέλει κανείς να γνωρίσει τη μαγεία τους, να τα διαβάσει μόνος ή «μαζί» με άλλους. Και τότε θα έχει πολλά να κερδίσει που κανένα άλλο μέσο επικοινωνίας δεν του προσφέρει.

*Περισσότερα για τα «Χελιδόνια» και τα ελλ. παιδικά περιοδικά,




Αναρτήθηκε από τις Εκδόσεις Πατάκη στο https://www.facebook.com/EkdoseisPataki/posts/10159766800538852?__tn__=K-R
#dialexekosmo
15 Mαΐου │Παγκόσμια Ημέρα της Οικογένειας