Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2018

Για τον καιρό της σοκολάτας...


«… Όταν ήμουν παιδί, τρελαινόμουν για σοκολάτα. Μόνο που σπάνια έβρισκα έστω κι ένα μικρό κομμάτι – τόσο δύσκολη εκείνη η εποχή. Ίσως γι’ αυτό ακόμα και τώρα μια σοκολάτα πάντα τη λαχταράω, πάντα με ξεκουράζει, πάντα με παρηγορεί έπειτα από κάποια στενοχώρια, όπως εκείνα τα χρόνια.
      Για τα χρόνια εκείνα σου μιλώ λοιπόν σ’ αυτό το βιβλίο, διηγούμαι ιστορίες που έζησα, ιστορίες αληθινές που ίσως να σου φανούν απίστευτες, όπως τα παραμύθια... Πίσω από τις γραμμές τους κρύβεται ένα κομμάτι της νεότερης Ιστορίας μας, μια εποχή που όσα βιβλία κι αν γράφτηκαν γι’ αυτή ποτέ δε θα είναι αρκετά. Αξίζει τον κόπο, νομίζω λοιπόν, τούτο το ταξίδι στο χρόνο, σε μια τόσο καθοριστική για την Ελλάδα ιστορική περίοδο, μέσα κι απ’ τις δικές μου μαρτυρίες. Θα σε βοηθήσει να τη ζήσεις για λίγο με τη φαντασία σου, να μπεις στο κλίμα της, να τη γνωρίσεις ακόμα καλύτερα. Σημαντικό αυτό. Γιατί σίγουρα θα έχεις ακούσει πως όποιος δεν ξέρει καλά την Ιστορία του τόπου του μοιάζει με δεντράκι που προσπαθεί να μεγαλώσει δίχως ρίζες…»
http://www.loty.gr/mythistorima_analyt_15.htm
http://www.i-read.i-teen.gr/book/o-kairos-tis-sokolatas
http://www.patakis.gr/viewshopproduct.aspx?id=230551 )


Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2018

Πικρές αναμνήσεις…


  «… Η άσκηση αεράμυνας έγινε ένα μεσημέρι, στις αρχές Δεκεμβρίου 1951, όπως το έγραφε η εφημερίδα. Όλος ο κόσμος είχε από μέρες ενημερωθεί για το τι ακριβώς θα συνέβαινε, για να μη θορυβηθεί αδίκως…Τα παιδιά σχόλασαν από τις 12, νωρίς γύρισε κι ο μπαμπάς, έκλεισαν τα καταστήματα, άδειασαν οι δρόμοι...

Κι άξαφνα, μέσα στη μεσημεριάτικη εκείνη νέκρα, ακούστηκε όπως τότε, στον πόλεμο, ο δυνατός, στριγγός, απαίσιος ήχος της μεγάλης μαύρης σειρήνας από την ταράτσα της μπλε πολυκατοικίας των Εξαρχείων.

 Το «αγγελάκι» έκλεισε τ’ αφτιά του. Την ίδια στιγμή είδε την αδερφή του να κουλουριάζεται, να τρέμει σύγκορμη και να ξεσπάει σε κλάματα... Η σειρήνα είχε άξαφνα ζωντανέψει στο μυαλό της μνήμες φρικτές από την Κατοχή: Το κατέβασμα στο καταφύγιο που μύριζε υγρασία και μούχλα, κάθε φορά που σήμαινε συναγερμός˙ τη λαχτάρα και τον τρόμο που έβλεπε στα πρόσωπα των μεγάλων˙ τους ρακένδυτους πεινασμένους που έψαχναν με απόγνωση στα σκουπίδια μήπως και βρουν να βάλουν κάτι στο στόμα τους˙ τον άγριο κρότο από τις μπότες των Ναζί, που της φαίνονταν ίδιοι δράκοι των παραμυθιών, και τους γκεσταπίτες που μπήκαν εκείνη τη μέρα στο σπίτι κι άρπαξαν τον μπαμπά˙ τους άξαφνους πυροβολισμούς τις νύχτες και τα ματωμένα  κορμιά των αγωνιστών της αντίστασης που έβλεπε συχνά πεσμένα στο δρόμο το άλλο πρωί πηγαίνοντας στο σχολείο - στην πρώτη κι έπειτα στη δευτέρα δημοτικού˙ το φόβο του θανάτου και την καθημερινή αγωνία που κράτησε τέσσερα ολόκληρα χρόνια... Κι έκλαιγε, έκλαιγε ασταμάτητα για όλ’ αυτά και μαζί για τα παιδικά μικρά της χρόνια, που πέρασαν μέσα στη φρίκη, τον τρόμο και τη στέρηση...»

(απόσπασμα από το βιβλίο ‘Ένα αγγελάκι στα Εξάρχεια,