Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2014

Αμιλιτη αγάπη -Κριτική από τον Κωστή Μακρή












Για το βιβλίο Αμίλητη Αγάπη

    (Εκδ. Πατάκη, 2014)*

Ο Κουτσογιάννης ήταν ένας από τους πλειο ώμορφους άντρες του τόπου μας κι από τους πλειο γερούς, κι αν και κουτσός έτρεχε τόσο που δεν τον έφτανε κανένας γερός, και δεν του γλύτωνε γίδι που να μην το πιάσει στην αρέντα. Ήταν αγέρας μοναχός. Λες και η κουτσαμάρα τούχε βγάλει φτερά.


Όταν λαλούσε ο Κουτσογιάννης την φλογέρα τον αφηκρούνταν όσοι βρίσκονταν κοντά του, με μεγάλη προσοχή και κρυφά, γιατί, άμα καταλάβαινε ότι τον αφηκριώνταν, έπαυε στην στιγμή το λάλημα. Είχαν παραλογίσει όλοι οι πιστικοί με την φλογέρα του κι έσκαζαν από την ζήλεια τους.


 Απόσπασμα από το διήγημα «Ο Κουτσογιάννης στα Γιάννινα» [1923]
του Χρήστου Χρηστοβασίλη (1861-1937).
Από την Ανθολογία Ελληνικού Διηγήματος 1900-1963,
Πρόλογος: Γεωρ. Βαλέτα, Επιμέλεια: Αντρέα Νενεδάκη
Έκδοσις: Γ. ΚΟΥΡΗ, ΣΤΑΔΙΟΥ 48, ΑΘΗΝΑΙ, 1963

***
«Δίπλα σου, ό,τι κι αν γίνει».
   Αυτή είναι η πρώτη φράση από το μυθιστόρημα Αμίλητη αγάπη της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη.
     Είναι μεγάλη κουβέντα αυτή, έχει μεγάλη δύναμη και με την πρώτη αυτή φράση υπονοείται ο τίτλος του βιβλίου. Γιατί τέτοια κουβέντα μόνο από άνθρωπο που αγαπάει βαθιά και χωρίς όρους μπορεί να ειπωθεί. Και ναι μεν δεν είναι το ίδιο με το: «Σ’ αγαπάω και θα σ’ αγαπάω ό,τι κι αν γίνει» αλλά αυτό το «δίπλα σου…», εξίσου δυνατό μοιάζει.
      Αν όμως από την άλλη πλευρά δεν έχει προηγηθεί ένα «στάσου δίπλα μου» σαν παράκληση, ή έστω ένα «stand by me», σαν του τραγουδιού; Που σίγουρα οι ήρωες πρέπει να το ξέρουν αν και είναι αρκετά παλιό τραγούδι. Θέλει ο άλλος να είμαστε δίπλα του ό,τι κι αν γίνει; Ακόμα κι αν δεν μας το έχει ζητήσει; Μήπως αυτό το υπονοούμενο «με χρειάζεσαι και γι’ αυτό θα είμαι δίπλα σου» είναι καταπιεστικό; Μήπως κρύβει έναν εγωιστικό μπάστακα που δε λέει να ξεκολλήσει από το πλάι μας «ό,τι κι αν γίνει»; Κι ας μη βιαστεί κάποιος να με κακοχαρακτηρίσει ότι τάχα υπονομεύω εξαρχής το βιβλίο για το οποίο ξεκίνησα να μιλάω. Γιατί  εννοείται ότι εγώ, ο υποψιασμένος -κι όχι πάντα καλοπροαίρετος- αναγνώστης, περιμένω να δω τα πώς και τα γιατί που θα οδηγήσουν την Ειρήνη να πει αυτή τη φράση στον Θέμη. Και με πόση ανιδιοτέλεια θα την πει. Κι αν πρέπει να την πει.
     Διαβάζω λοιπόν λαίμαργα τις υπόλοιπες σελίδες, αυτή την εξιστόρηση των πολλών (συν δέκα) ημερών, για να δω πώς θα με οδηγήσουν σ’ αυτή την πρώτη και σημαδιακή φράση και με τι είδους καλούδια θα την φορτώσουν. Και φτάνοντας στο τέλος του βιβλίου, γυρίζω ξανά στην αρχή με απαντημένες τις πιο πολλές ερωτήσεις μου και με την πρώτη φράση του βιβλίου να έχει γίνει τώρα ένα καλοτάξιδο καράβι που βγαίνει καμαρωτό απ’ το λιμάνι του για να αρμενίσει σ’ ένα πέλαγος λέξεων. Και εγώ, ο πονηρός αναγνώστης, χαμογελάω με χαρά γιατί τώρα ξέρω ότι έχει καλό φορτίο αυτή η φράση-καράβι. Κουβαλάει πίστη, ελπίδα και γνώση καλά θεμελιωμένες στο όνειρο, στην αγάπη και στην ενσυναίσθηση. Όπως κι όλο το βιβλίο.
     Εδώ θα μπορούσε να τελειώσει ένα μικρό σημείωμα για το βιβλίο Αμίλητη αγάπη της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου μαζί με την προτροπή να το διαβάσετε.
     Αλλά…
     Κάτι στο μυθιστόρημα αυτό, μου θύμισε τον «Κουτσογιάννη» του Χρηστοβασίλη που είχα διαβάσει παλιά. Αυτή η τρυφερότητα της συγγραφέως για τον Θέμη, αυτό το στόλισμά του και ο έπαινος στις ικανότητές του, που δείχνει ο ήρωας να τον αξίζει. Γι’ αυτό και πρόταξα ένα μικρό απόσπασμα απ’ αυτό το παλιό διήγημα των αρχών του περασμένου αιώνα.
     Είπα «μου θύμισε» κι όχι «θυμίζει». Γιατί έχουν αλλάξει πολύ οι εποχές από τότε. Έχει αλλάξει κι ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε πολλά πράγματα. Και πάνω σ’ αυτό και πολλά άλλα, έχω αρκετά να πω. Κι όποια ή όποιος βαριέται να διαβάσει, λυπάμαι… Δεν λέγονται με δυο λέξεις όλα, όπως το «Σε αγαπάω».
     Ο Θέμης δεν θα μπορούσε να είναι ―σήμερα― ένας «κουτσο-Θέμης». Όσο κι αν είναι «ένας από τους πλειο ώμορφους άντρες του τόπου μας κι από τους πλειο γερούς, κι αν και κουτσός έτρεχε τόσο που δεν τον έφτανε κανένας γερός». Όσο κι αν είναι τολμηρός και γενναίος, όπως το αποδεικνύει η στάση του απέναντι στους νταήδες και ψευτόμαγκες «εκφοβιστές» του Γρηγόρη, του συμμαθητή της Ειρήνης και της Όλγας. Όσο κι αν αναλαμβάνει δράση μέσα στο σχολείο για να τελειώνει μια και καλή με το bullying από κάποια στερημένα παιδιά απέναντι σ’ έναν αδύναμο. Όσο κι αν αυτός, ο Α.Μ.Ε.Α., αναλαμβάνει ρόλο super-hero.
     Όχι. Δεν θα μπορούσε να είναι κουτσο-Θέμης αυτό το παιδί. Θα ήταν άτοπο και άδικο. Όχι λόγω της «μη πολιτικά ορθής» διατύπωσης ―μόνο― αλλά, κυρίως, λόγω της στάσης της συγγραφέως απέναντι στους ανθρώπους με αναπηρία και εξαιτίας της σχέση της με τη γλώσσα, την παιδαγωγική και τη σημερινή λογοτεχνία για παιδιά και νέους.
      Το περίγραμμα της υπόθεσης είναι προσιτό σε όσους έχουν πρόσβαση στο διαδίκτυο ή μπορούν να διαβάσουν το σημείωμα στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.
Μέχρι τώρα έχω μιλήσει για την αγάπη που φανερώνει η Ειρήνη για τον Θέμη και την αναπηρία του Θέμη που δεν τον κάνει λιγότερο όμορφο και λιγότερο επιθυμητό από τους αρτιμελείς.
     Αυτός είναι κατά τη γνώμη μου ο άξονας του μυθιστορήματος. Αυτή είναι η ουσία της Αμίλητης αγάπης. Ο έρωτας ανάμεσα σε δυο ξεχωριστούς νέους ανθρώπους. Είναι η αγάπη που όλα τα νικά κι όλα τα υπομένει. Και σε όποιαν ή όποιον σκεφτεί ότι η αγάπη, ο έρωτας και οι σχέσεις των ανθρώπων είναι το θέμα πάαααρα πολλών βιβλίων ―αν όχι όλων― , θα ξαναπώ ότι η έννοια της πρωτοτυπίας εξαρτάται από το βάθος της γνώσης που έχουμε για όλα τα έργα της τέχνης και για όλη την ιστορία του είδους μας που δεν είναι και τόσο ζηλευτή στο σύνολό της.
     Για μένα, πρωτότυπο είναι κάθε καλό βιβλίο που με κρατάει κοντά του και με κάνει να θέλω να το ξαναδιαβάσω. Γιατί στην ιστορία που αφηγείται η Αμίλητη αγάπη υπάρχει αυτό το κάτι που είναι πάντα πολύ βαθύ, διαχρονικό και ουσιαστικό και που η μόνη του ―και επαρκής!― πρωτοτυπία είναι ότι κάθε φορά που συμβαίνει μοιάζει μοναδικό και πρωτοφανές στους νέους ερωμένους και εραστές. Κάθε φορά που δυο νέοι άνθρωποι ανακαλύπτουν τον έρωτα, ο κόσμος ξαναγεννιέται και ξαναχτίζεται· κι αυτό η συγγραφέας δείχνει να το ξέρει βιωματικά και να το διαχειρίζεται με την απλότητα που έρχεται κάθε φορά η άνοιξη. Ανθοφορία, καλοκαιρία και χαμόγελα. Χωρίς πολλά ταρατατζούμ. Και με πλαίσιο απόλυτα σύγχρονο. Με τις έννοιες της αναπηρίας, του σχολικού εκφοβισμού, την επανεμφάνιση φαινομένων φασισμού και ναζισμού και των οικονομικών συνθηκών ―έτσι όπως τις διαχειρίζεται η συγγραφέας― να το μετατρέπουν σε ένα σύγχρονο βιβλίο οδηγό για νέους αλλά και για μεγάλους αναγνώστες.
     Έχει αναλάβει βαρύ φορτίο η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου. Γιατί καθώς επιλέγει να μιλήσει με τη φωνή μιας έφηβης, της Ειρήνης, δεσμεύεται από την επιλογή της αυτή. Και είναι σπουδαίο επίτευγμα για μένα το ότι η γλώσσα που επιλέγει είναι απλή, στιβαρή, ευέλικτη, σαφής και δίχως εκζήτηση. Είναι η φωνή ενός κοριτσιού που του αρέσει το διάβασμα, του αρέσει να μαθαίνει και έχει την απαραίτητη σεμνότητα να μην κομπάζει γι’ αυτό.
     Ξέρει η συγγραφέας πού αρχίζει και πού τελειώνει ο λόγος ενός ταλαντούχου κοριτσιού που δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο απ’ αυτό που εμφανίζεται μέσα στο βιβλίο: ένα ευαίσθητο, διαβασμένο και ερωτευμένο νέο κορίτσι που μας παρασύρει στον κόσμο του. Το ξέρει αυτό η συγγραφέας και καταφέρνει να μας το δώσει με την απλότητα και την αμεσότητα που φτιάχνουν μέλι οι μέλισσες: χωρίς να σφίγγονται. Και έτσι, το ζητούμενο αρμονικής σύζευξης μυθοπλασίας, δομής, σχεδιασμού χαρακτήρων και γλώσσας, υπερβαίνει κατά πολύ την απλή αφήγηση ενός ακόμα love story για τηνέιτζερς. Γίνεται ένα ανθεκτικό και διαχρονικό crossover βιβλίο, που σημαίνει βιβλίο για όλες τις ηλικίες.
      Είναι φανερό ότι η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου είναι ερωτευμένη με τους ήρωές της. Κάτι που συμβαίνει και σε άλλα βιβλία της. Αλλά δεν φτάνει αυτό. Χρειάζεται η εμπειρία ζωής που διαθέτει και η συγγραφική της επάρκεια για να τους προσφέρει τη ζωή που θέλει γι’ αυτούς και που―κατά τη γνώμη της―  τους αξίζει  να έχουν. Και έτσι, φτιάχνει έναν Θέμη τόσο ζηλευτό και λαμπερό για τον αναγνώστη που σε καμιά σελίδα δεν μας αφήνει περιθώρια λύπησης για την αναπηρία του. Φτιάχνει μια Ειρήνη γοητευτική, απλή και ερωτεύσιμη. Που μας μιλάει με τη φωνή ενός ταλαντούχου κοριτσιού αλλά κοριτσιού.
     Ξέρει η συγγραφέας τη γλώσσα της αγαπημένης της έφηβης ηρωίδας και ούτε σε μια σελίδα δεν προδίδεται ξένος λόγος αλλά ούτε και δήθεν «μοντερνιές» που θα κολάκευαν έναν κάπως λιγότερο απαιτητικό αναγνώστη. Μπορεί να μας νευριάζει λίγο η Ειρήνη με την έλλειψη αυτοπεποίθησης που εκδηλώνει περιστασιακά. Μας έχει όμως συμμάχους της στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου και καταλαβαίνουμε την προσπάθειά της να αποδιώξει τους φόβους της και να μάθει πού επιτέλους κλίνει η ερωτική προτίμηση του Θέμη. Μέχρι να φτάσουν εκείνες οι όμορφες δέκα μέρες με τον έρωτα στην άνθισή του.
     Είναι καλό να ερωτεύεσαι τα δημιουργήματά σου. Και δεν είναι ασυνήθιστο. Δεν αρκεί όμως αυτό για να τους χαρίσεις τις αρετές που θα τα κάνουν ελκυστικά και γοητευτικά. Είναι απαραίτητο να κατέχεις τη γνώση των εργαλείων που θα πλάσουν με τρόπο φυσικό και πειστικό τους χαρακτήρες που ζουν και κινούνται με συνέπεια, πειστικότητα και καθαρά περιγράμματα μέσα στην ιστορία που φτιάχνεις και συμβάλλουν στην ολοκλήρωση του μύθου. Χαρακτήρες και ήρωες που μας γίνονται, πολύ πριν τελειώσει η ιστορία, γνώριμοι και οικείοι σαν συγγενείς και φίλοι ή γείτονες. Όχι καλοί απαραίτητα. Πάντα όμως συνεπείς με την αλήθεια που τους αναθέτει ο συγγραφέας.
      Την ικανότητα αυτή την έχει πολλές φορές καταδείξει και αποδείξει η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου στα έργα της. Ξέρει να δημιουργεί λογοτεχνικές παρέες και σόγια που μας μπάζουν κι εμάς μέσα στους κύκλους τους και στις ιστορίες τους ακόμα κι αν μας μοιάζουν μακρινά και ξένα. Δεν θα κάνω σύγκριση με άλλους αριστοτέχνες ―πολύ πιο παλιούς αλλά και νεότερους― του σύγχρονου μυθιστορήματος, αλλά είναι κι αυτό ένα κριτήριο ποιότητας. Το πόσο δηλαδή μπορεί ένας συγγραφέας να αυγατίσει το φαντασιακό μας σόι.
     Μετά από την ανάγνωση ενός άρτιου μυθιστορήματος, όπως η Αμίλητη αγάπη, στην παρέα μου έχουν ήδη προστεθεί η Ειρήνη και ο Θέμης. Και μιλάω για τους δυο τους γιατί ξέρω ότι αυτοί θα αντέξουν περισσότερο από την Όλγα ή τον Γρηγόρη. Χωρίς να θέλω να συγκρίνω ανόμοια πράγματα, θα πω μόνο ότι για πολλά χρόνια θεωρούσα μακρινό ξαδερφάκι μου τον Τομ Σόγιερ και ζήλευα τη σχέση του με την Μπέκυ Θάτσερ. Και από μια ηλικία και πέρα έμαθα να συγκρίνω ―ή να “μετράω”― με τις αρετές του Ηλίθιου, του Ντοστογιέβσκη, κάποιους έντιμους ανθρώπους που έχω γνωρίσει.
      Κάπως έτσι και με την Αμίλητη αγάπη. Σελίδα τη σελίδα αρθρώνεται η αγάπη, που κρύβεται πίσω από την Ειρήνη και την πρωτοπρόσωπη αφήγησή της, με το έμπειρο σμίλεμα όλων των χαρακτήρων του βιβλίου. Aκόμα και των αρνητικών.
      Με στρατηγικές σκακιέρας, που ταιριάζουν στη σκακιστική δεινότητα του Θέμη, με βοηθήματα ποιητικά και διακειμενικά που φανερώνουν τον σεβασμό της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου για τα σημαντικά αναγνώσματα, που τα θεωρεί ―και έτσι τα αξιοποιεί― θεμέλια παιδείας, συγκίνησης, αυτογνωσίας και εφηβικών ερωτικών σκιρτημάτων που μπορούν να οδηγήσουν σε μια ώριμη και δοτική σχέση. Είτε είναι ο «Μεγάλος Ερωτικός» του Μάνου Χατζιδάκι, με τον Δημήτρη Ψαριανό και τη Φλέρυ Νταντωνάκη, οι μεσάζοντες για τη γνωριμία μας με τα «Λιανοτράγουδα», το «Άσμα Ασμάτων» και άλλα μνημεία του λόγου, είτε η ευρυμάθεια του Θέμη για τη μυθολογία και το άρμα του Ήλιου με τα θαυμαστά του άλογα, είτε η λέξη «αγάπη» σαν αφορμή για να μας παρουσιαστούν μερικοί στίχοι του Σεφέρη και του Τάσου Λειβαδίτη. Χωρίς ούτε μια στιγμή να ξεχνάει ο ώριμος αναγνώστης όλων των ηλικιών ότι ακόμα κι ένα μικρό παιδί μπορεί να χρησιμοποιεί στη γλώσσα του δάνεια από τραγούδια, ποιήματα ή παραμύθια χωρίς να εμποδίζεται να είναι αυτό το ίδιο παιδί που κάθε φορά μιλάει στη γλώσσα του.
     Αυτή άλλωστε η αγάπη για τα «κείμενα-λέξεις» είναι που οδηγεί τη συγγραφέα στην «εμφύτευση» ή «μπόλιασμα» ονομάτων και ηρώων από άλλα βιβλία της στα κείμενά της, δημιουργώντας με τα χρόνια, και με τα βιβλία της, μια «ταπισερί» υφασμένη από διαλεχτά νήματα, κλωστές και παραστάσεις που όλα μαζί συνθέτουν και απεικονίζουν μια νέα και τελείως προσωπική «λογοτεχνική πατρίδα».
     Κάθε σχόλιο, κριτική (ευμενής ή δυσμενής), έπαινος ή παρουσίαση ενός βιβλίου είναι μια υποκειμενική στάση απέναντι σε κάτι που διαβάσαμε μόνοι μας. Είναι μια νέα μικρή ιστορία που έχει σαν αφορμή την ανάγνωση μιας άλλης ιστορίας. Σίγουρα μας επηρεάζει ο «πρότερος έντιμος βίος» του συγγραφέα, σίγουρα διαφορετικά αναφερόμαστε σε κάποιον που για πρώτη φορά διαβάζουμε κείμενό του. Κι αν τώρα παίρνω το θάρρος κι εγώ να γράψω μερικά λόγια για την Αμίλητη αγάπη της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, αυτό το χρωστάω στην παράξενη συγκίνηση που μου πρόσφερε διαβάζοντάς το και που με μετέφερε πίσω σε εφηβικούς έρωτες και σε δυνατές φιλίες. Όχι και τόσο νοσταλγικά (μια και είμαι ακόμα «too young to die» αν και «too old to rock’n roll») αλλά σαν δικαίωση και σαν οραματισμό για ένα μέλλον με κάπως πιο πλούσιες αναγνωστικές αναφορές για τους σημερινούς νέους.
     Θέλω μέσα από το κείμενό μου αυτό -που περισσότερο «δοκίμιν αναγνωστικής αγάπης» είναι και δεν διεκδικεί τίτλους λογοτεχνικής κριτικής-, να μοιραστώ με όσες και όσους το διαβάσουν τη χαρά μου για μια αναγνωστική απόλαυση που είχε την καθαρότητα και την απλότητα ενός καλού σπιτικού κυριακάτικου φαγητού. Χωρίς πολλές σάλτσες, βαριά μπαχαρικά και περιττά στολίσματα. Χωρίς εξυπνακίστικη φιγούρα ενός δήθεν νεανικού λόγου που πολλές φορές είναι τόσο ξένος με την πλειονότητα των σημερινών νέων όσο ξένος ήταν κι ο καρπαζοεισπράκτορας Τζανετάκος ή ο «τεντιμπόης» Βουτσάς (σαν φιγούρες στις παλιές Ελληνικές ταινίες) με τα παλικαράκια της ηλικίας τους.
     Θέλω ακόμα με το σημείωμα αυτό να πω και στη συγγραφέα ότι μου αρέσει ο τρόπος να κρατάει το ουσιώδες και μ’ αυτό να κάνει καλά τη δουλειά της. Σαν μια καλή μαγείρισσα που μ’ έναν παλιό πλάστη και υλικά απ’ το περιβόλι της κι απ’ το κελάρι της φτιάχνει χίλιων λογιών πεντανόστιμες πίτες με γνώση και ευαισθησία. Χωρίς ούτε μια στιγμή να κάνει φιγούρα για τις γνώσεις και τις δυνατότητές της που υπερβαίνουν την ίδια της τη γενιά.
     Μπήκα και στη διαδικασία να φανταστώ πώς θα ήταν να συζητάω -αν το είχα διαβάσει σαν παιδί- με φίλους και φίλες μου γι’ αυτό το βιβλίο και για τα οικουμενικά θέματα που αγγίζει. Θα παραδεχτώ ότι μου ήταν ευκολότερο να φανταστώ κουβέντες με φίλες. Τα νέα αγόρια εμποδίζονται από μια δομική αιδημοσύνη να παραδεχτούν τις ευαισθησίες τους. Και θα είχα τόσα να πω! Για τον Θέμη, για την Ειρήνη, για την Όλγα. Για τον Γρηγόρη και τα προβλήματά του, για τον σχεδόν μυθικό Απελλή.
     Μέχρι δηλαδή που έφτασα στο σημείο να ζηλεύω αναδρομικά, για την τύχη του  τον Θέμη, ξεχνώντας το αναπηρικό του αμαξίδιο. Τον ζήλεψα για τον θαυμασμό που προκαλούσε στα κορίτσια. Τον ζήλεψα για την αντρειά του να αντιμετωπίζει εκείνους τους δυστυχισμένους ψευτο-νεοναζί με ακομπλεξάριστη τόλμη και με μεγάλη ψυχική δύναμη. Τον ζήλεψα και για τις δέκα μέρες που με την Ειρήνη… Αλλά αυτά, καλύτερα να τα διαβάσετε.
     Αυτό που έχω να πω είναι πως δεν είναι καθόλου μικρό συγγραφικό επίτευγμα το να με κάνει να τον ζηλέψω η συγγραφέας! Όπως είχα ζηλέψει έναν συμμαθητή μου στο Γυμνάσιο που είχε κάνει εγχείρηση σκωληκοειδίτιδας και είχε αδυνατίσει και ήθελα να κάνω κι εγώ εγχείριση για να αδυνατίσω άκοπα (όπως νόμιζα τότε).
     Διάβασα την Αμίλητη αγάπη όπως θα τη διάβαζα στα δεκατέσσερα ή δεκαέξι μου, όταν διάβαζα άλλα κι άλλα. Αβίαστα και χωρίς το «τάμα» να το τελειώσω επειδή έτσι πρέπει. Αλλά και χωρίς να ξεχνάω την τωρινή μου ηλικία που έχει πολλών δεκαετιών εφηβείες στην καμπούρα της. Την καλλιεργώ αυτή την ικανότητα που την ανίχνευσα αρκετά μικρός. Να διαλέγω και να παίρνω όλα τα χρώματα και τα αρώματα των βιβλίων που διαβάζω και μου αρέσουν.
     Πάντως την καταβρίσκω μ’ αυτήν την εκλεκτική προσαρμοστικότητά μου και γι’ αυτό φχαριστιέμαι διαβάζοντας από Αστερίξ και Λούκι Λουκ μέχρι Σοπενάουερ και Νίτσε, ανάλογα με την ώρα και τη μέρα. Και στην Αμίλητη αγάπη βρήκα τις γεύσεις και τα αρώματα από πολλών ηλικιών χάρες. Να ξεκαθαρίσω κάτι όμως: το ότι η Αμίλητη αγάπη είναι ένα ευρέως φάσματος βιβλίο οφείλεται στη συγγραφέα κι όχι στις δικές μου αναγνωστικές συνήθειες.
       Είμαι ρεαλιστής. Είμαι αισιόδοξος. Το σύμπαν θα αργήσει να πεθάνει και για αρκετό καιρό ακόμα ―πολλούς αιώνες ή χιλιετίες ελπίζω―, παρόλη τη βία, το αίμα, την ανόητη κακία και όλο αυτό το σύστριγγλο των βλακών που μολύνει τον πλανήτη μας, θα υπάρχουν άνθρωποι στη Γη μας που θα αναζητούν την αγάπη που μιλάει, την αγάπη που αντέχει, την αγάπη που νικά κι όλα τα υπομένει. Και θα την υπηρετούν. Αυτούς, τους λέω καλούς ανθρώπους. Δεν θυμάμαι ποιος είχε πει ότι η λογοτεχνία είναι η μόνη πραγματική ιστορία της ανθρωπότητας που έχουμε, ή κάτι τέτοιο.
     Το μυθιστόρημα Αμίλητη αγάπη είναι μια φανταστική ιστορία φτιαγμένη με πραγματικά υλικά ή μια πραγματική ιστορία φτιαγμένη με φανταστικά υλικά; Κάθε μυθιστόρημα είναι νομίζω- και τα δύο. Και αυτό που μπορεί να κάνει, όπως μόνο η καλή λογοτεχνία το μπορεί, είναι να μας δείχνει έναν άλλο κόσμο με εμάς μέσα του. Μερικές φορές όπως είμαστε και άλλες όπως θέλουμε να γίνουμε. Καθώς η φαντασία μπορεί να γεννήσει πράξεις και οι πράξεις μπορούν να πλουτίζουν τη φαντασία.
      Η λογοτεχνία δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Είναι ικανή όμως να μας δείχνει κάποια ζητούμενα που μπορούν με τη σειρά τους να αλλάξουν τις καθημερινές μας κοινωνικές, ανθρωπιστικές και πολιτικές επιλογές. Κι αυτή είναι, ίσως, η εκπαιδευτική της συμβολή στην αργή ―πολύ αργή, π’ ανάθεμά την!― εξέλιξη του ανθρώπινου είδους. Και, όπως ο Θέμης και η Ειρήνη του μυθιστορήματος, μπορεί (πάλι καθώς ελπίζω) να μας οδηγήσει να μιλήσουμε και να (συμ)πράξουμε για την αγάπη. Και είναι ευθύνη δικιά μας να διαλέξουμε το αν, το πότε και το σε ποιούς θα πούμε: «Δίπλα σου, ό,τι κι αν γίνει».
     Τελικά, η Αμίλητη αγάπη της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, από τις Εκδόσεις Πατάκη, δεν είναι και τόσο αμίλητη. Μπορεί να μιλήσει σε όλες τις ηλικίες και σε πολλές γλώσσες. Αν όμως έχετε νέα παιδιά κοντά σας, εγγόνια, φίλους, παιδιά φίλων, χαρίστε τους το βιβλίο αυτό. Αξίζει να το διαβάσουν και να το διαβάσετε.
Δημοσιεύτηκε στο :
     

Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

Λογοτεχνία και βιώματα

– μια σύντομη προσωπική ματιά (*)




 Συχνά μικροί και μεγάλοι αναγνώστες, όταν συναντήσουν τον συγγραφέα κάποιου ή κάποιων λογοτεχνικών βιβλίων που διάβασαν, ρωτούν αν έχουν συμβεί πραγματικά τα όσα εξιστορεί στα μυθιστορήματα ή στα διηγήματά του, αν είναι περιστατικά της δικής του ζωής, αν είναι βιώματά του – εφόσον βέβαια πρόκειται για πεζογραφήματα με αναφορές στη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα ή σε πρόσφατα ιστορικά γεγονότα.
     ΄Εχοντας επισκεφθεί τα τελευταία 30 και πλέον χρόνια γύρω στα 1.000 σχολεία συνολικά (που σημαίνει τουλάχιστον 2.000 τάξεις με μέσον όρο 25 μαθητές η κάθε μια), αλλά και δεκάδες βιβλιοθήκες, όπου συνομίλησα με μεγάλο αριθμό αναγνωστών, δε θυμάμαι ούτε μία τέτοια συνάντηση που να μη μου υπέβαλε την παραπάνω ερώτηση κάποιο από τα παιδιά, ή κάποιος από τους μεγάλους, εκπαιδευτικούς ή γονείς, αν έτυχε να παρακολουθεί τη συζήτηση, σε σχέση με βιβλία μου του είδους που αναφέραμε.
     Ιδού λοιπόν τα όσα εξηγώ, με τα οποία ίσως να συμφωνήσουν πολλοί συνάδελφοί μου:
     Κατ’ αρχάς ευχαριστώ για την ερώτηση, την οποία θεωρώ κολακευτική για κάθε δημιουργό. Τις περισσότερες φορές σημαίνει ότι ο αναγνώστης βρήκε τόσο πειστική, τόσο αληθοφανή την πλοκή του μυθιστορήματος ή του διηγήματος, ώστε υποθέτει πως δεν μπορεί να πρόκειται για επινόηση, θα πρέπει όντως να έχουν συμβεί στην πραγματικότητα τα όσα διάβασε και μάλιστα να είναι βιώματα του συγγραφέα.
     Ακολουθούν οι απαραίτητες εξηγήσεις.  Τα βιώματα, δηλώνω, είναι πολύτιμα για κάθε συγγραφέα, όμως αυτά και μόνο δεν αρκούν. Προσωπικές εμπειρίες μπορεί να υπάρχουν, πρέπει ωστόσο να μεταπλαστούν, να υποστούν την απαραίτητη μετουσίωση. Για να εξηγήσω, στα παιδιά κυρίως, την ανάγκη της μυθοπλασίας (που είναι απαραίτητη ακόμα και στις αυτοβιογραφίες ως ένα βαθμό[1]), φέρνω το παράδειγμα της παρασκευής του ψωμιού. Το αλεύρι, το προζύμι, το νερό, το αλάτι, είναι υλικά "πραγματικά", όμως δε μεταβάλλονται σε ψωμί αν απλώς τα τοποθετήσουμε σε μια πήλινη λεκάνη. Χρειάζεται ζύμωμα γερό, πλάσιμο ώστε να πάρει το σχήμα που θέλουμε και ψήσιμο προσεκτικό για να μεταβληθούν τα υλικά σε ψωμί, προϊόν εξίσου πραγματικό. Ζύμωμα είναι για το λογοτέχνη η επίπονη ανάμειξη της πραγματικότητας με τη φαντασία. Πλάσιμο είναι η απόφασή του για το είδος του λογοτεχνήματος που θα προσπαθήσει να δημιουργήσει. Και ψήσιμο - που συχνά και δικό του μαρτύριο αποβαίνει - είναι η αγωνία του εργαστηρίου. Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις όπου μπαίνουν αυτούσια στα μυθιστορήματα κάποια περιστατικά, αν ταιριάζουν κι αν βρουν τη σωστή τους θέση στην πλοκή. ΄Οπως βάζουμε σταφίδες καμιά φορά στο ψωμί και γίνεται σταφιδόψωμο.
     ΄Οταν μιλώ με παιδιά του γυμνασίου για το ίδιο θέμα, τους διαβάζω καμιά φορά τα όσα είχε γράψει σε άρθρο του ο  Τέλλος ΄Αγρας:
     «Ο πεζογράφος ξεκινά απ’ το περιβάλλον. Το επεξεργάζεται στον εαυτό του και πάλι γυρίζει σ’ αυτό. Είναι τότε ο καλός σπορεύς, που σπέρνει μέσα στην πραγματικότητα τους σπόρους της φαντασίας. ΄Ομως οι σπόροι πρέπει να πιάσουν, “να σύρουν ρίζες”, όπως λέγει ο λαός. Και θα σύρουν ρίζες οι σπόροι, μόνον αν είναι από κείνα τα κοινά στοιχεία, τόσο της τέχνης όσο και της ζωής. Από κείνα που δεν ξεύρεις ακριβώς αν είναι της ζωής στοιχεία ή της τέχνης. Γιατί σ’ αυτά τελειώνει η μια κι απ’ αυτά αρχίζει η άλλη. Και πότε νομίζεις πως η τέχνη τα παίρνει έτοιμα από τη ζωή γι’ απαρχές της, πότε πάλι πιστεύεις πως από την τέχνη τα μιμείται η ζωή. Μυστική διαπίδυση ανάμεσα τέχνης και ζωής. “Σημεία υφής” θα μπορούσε να τα ονομάσει κανείς αυτά τα στοιχεία, γιατί γύρω τους πιάνεται κι υφαίνεται ο πλαστικός ιστός της πεζογραφίας κι αυτόν τον πλαστικόν ιστόν θα μπορούσε να τον ονομάσει, στο σύνολό του, μίμηση.
     »Γιατί μη νομίσει κανείς ότι αρκεί να πάρει στα χέρια του μολύβι και χαρτί κι ότι αρκεί ν’ αρχίσει να γράφει ό,τι βλέπει κι ό,τι ακούει, κι έτσι τα βρήκεν όλα! Αυτή είναι πραγματικότης, δεν είν’ όμως τέχνη. Η τέχνη, ναι, την χρειάζεται την πραγματικότητα, αλλ’ η πραγματικότης δεν είναι τέχνη, παρά σπανίως».[2]
     ΄Αλλοτε πάλι τους μιλώ για τα όσα γράφει ο Παλαμάς στην «Ποιητική» του, ως αντίδραση στις κατηγορίες που είχε  διατυπώσει εναντίον του ο Χατζόπουλος, ότι είναι εγκεφαλικός και ανειλικρινής ποιητής, επειδή η έμπνευσή του δεν προέρχεται πάντα από δικά του ψυχικά παθήματα. Λέει:
     «Η ειλικρίνεια δεν έχει νόημα στην τέχνη. Γιατί ο καλλιτέχνης – μην τρομάζετε – είναι και υποκριτής. Δώστε στη λέξη υποκριτής όλη τη δυνατή καλολογική βαρύτητα... Αντιπροσωπεύω ανθρώπους. Τα δικά μου τα βλέπω σαν ξένα και γι’ αυτό τα τραγουδώ και τα ξένα τραγουδώντας δικά μου τα κάνω».
     Υπάρχουν ωστόσο συγγραφείς που, σύμφωνα με τις ομολογίες τους, μπορούν να γράφουν μόνο για όσα έχουν ζήσει προσωπικά. Βέβαια, η “ανάπλαση” του προσωπικού μύθου μπορεί να είναι ευεργετική για τον συγγραφέα, αφού, σύμφωνα με την αφηγηματική ψυχολογία, «ανακατατάσσει» έτσι το βίο του και δίνει νέο νόημα στη ζωή του. Ως προς το αποτέλεσμα και την ποιότητα του έργου, ωστόσο, με βάζει σε σκέψεις, γιατί ενέχει κάποιους κινδύνους. Ο Νίκος Καζαντζάκης, γνωρίζοντας καλά τους κινδύνους αυτούς, έγραψε κάποτε στη Ρίτα Μπούμη-Παππά:
     "Θα ’θελα να μετουσιώνατε ακόμα περισσότερο τη ζωή και να μη γράφετε πριχού νιώσετε πως η ζωή μέσα Σας έχει γίνει παραμύθι. Εκεί που τελειώνει η ζωή κι αρχίζει να βυθίζεται στην περιοχή του ονείρου, από κει αρχίζει η Τέχνη. Τα πριν απ' το σημείο αυτό είναι σίγουρα ιδιωτική εξομολόγηση".[3]
     Μια πολύ αυστηρότερη θέση ως προς τους αυτοβιογραφούμενους συγγραφείς έχει διατυπωθεί σε φιλολογική σελίδα αθηναϊκής εφημερίδας ως εξής: «Σίγουρα δεν είναι πραγματικοί συγγραφείς όσοι απλώς αναπαράγουν προσωπικές ιστορίες. Οι πραγματικοί συγγραφείς εφευρίσκουν πραγματικότητες»[4].
     Για όλους τους λόγους που ανέφερα, με πείθουν περισσότερο οι συγγραφείς που, πέρα από τα προσωπικά τους βιώματα, με τις ειδικές "κεραίες" που εξυπακούεται ότι διαθέτουν οι προικισμένοι λογοτέχνες, έχουν την ικανότητα να συλλαμβάνουν και να νιώθουν ως δικά τους και τα βιώματα των άλλων. Διότι έτσι μπορούν να "ζουν" και σε διαφορετικές καταστάσεις ή εποχές. Και ευτυχώς που υπάρχουν τέτοιοι δημιουργοί. Διαφορετικά δεν θα είχαμε, λόγου χάρη, ιστορικά μυθιστορήματα - για να μην αναφέρουμε τις αρχαίες τραγωδίες, τα σεξπηρικά έργα ή πλήθος άλλα γνωστά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας που δεν αναφέρονται στην εποχή ή στα προσωπικά βιώματα των δημιουργών τους.
     Προσωπικά, θέλω να πιστεύω ότι όπου και όταν μετέφερα προσωπικά βιώματα στα διηγήματα ή μυθιστορήματα που έχω γράψει  η ζωή μέσα μου είχε γίνει παραμύθι”, ότι είχε πια “βυθιστεί στην περιοχή του ονείρου”, όπως συμβούλευε ο Καζαντζάκης. Ας αναφέρω μερικά παραδείγματα:
    Στο βιβλίο μου Ο μικρός αδελφός, βασίζεται σε προσωπικές εμπειρίες και πραγματικά περιστατικά που έζησε ο πατέρας μου ως έφηβος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όντας ένας από τους 70.000 'Ελληνες που σύρθηκαν όμηροι στη γη των τότε εχθρών μας. Τα πάθη του σε κείνη τη φρικτή δίχρονη ομηρεία, οι οδυνηρές περιπέτειες των Μακεδόνων, οι κακουχίες που στοίχισαν τη ζωή σε 58.000 από αυτούς και ο τρόπος που κατόρθωσαν να γυρίσουν τελικά στην Ελλάδα μόνον οι 12.000 που επέζησαν, ήταν η αληθινή, συγκλονιστική ιστορία που διηγόταν στον αδελφό μου κι εμένα, αντί για παραμύθι, τα κρύα βράδια της Κατοχής, όπως αργότερα και στη μικρή αδελφή μου. Iστορία σκληρή, σε χρόνια σκληρά ενός ακόμα Παγκοσμίου Πολέμου, που τυράννησε και σημάδεψε τη δική μας παιδική ηλικία. Το καλό τέλος της ιστορίας του -ο γυρισμός, το αντάμωμα με τους δικούς του, η αρχή μιας νέας ζωής στην Αθήνα- μας έδινε κουράγιο κι ελπίδα ότι και τα δικά μας βάσανα, ο δικός μας πόλεμος που κατέτρωγε τα παιδικά μας χρόνια, θα τέλειωνε μια μέρα και η ειρήνη θα επέστρεφε στον τόπο μας.
     Πολλά χρόνια αργότερα, όταν ο πατέρας μου έφυγε για πάντα, κατάλαβα πως η ιστορία του εκείνη, τα βιώματά του ανταμωμένα με τα δικά μου κι η αγάπη του για τη Μακεδονία έμεναν μέσα μου απέθαντα, ολοζώντανα. Και ήθελα να τα γράψω για τα παιδιά μου, για τα παιδιά της Ελλάδας, να μη χαθούν, να μη σβήσουν κάποτε μαζί μου κι αυτά. 'Ετσι έγινε κι έπλασα τον Μικρό Αδελφό, "παιδί" μου πνευματικό αλλά και "αδέρφι", αφού στο αφήγημα του πατέρα μου "Σερραίων Ομηρεία"[5] στηρίχτηκε και σ’ εκείνα που άκουγα παιδί από το στόμα του.
     Ως τότε, μία και μόνη φορά είχα πάει στις Σέρρες, στα εφηβικά μου χρόνια. Όταν βρέθηκα για δεύτερη φορά εκεί, το βιβλίο είχε μόλις εκδοθεί. Και τότε ο τόπος μού φάνηκε εφιαλτικά γνωστός. 'Ηξερα, θαρρείς, από πάντα πού ακριβώς είχαν πέσει οβίδες το 1916. 'Ήξερα πού βρισκόταν το παλιό Νοσοκομείο των Σερρών, πώς ήταν η πόλη τότε προτού καταστραφεί για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα χρόνια, πού βρισκόταν του παππού μου το κτήμα, πού απλωνόταν η λίμνη του Αχινού προτού την αποξηράνουν το 1928. 'Ήξερα από ποιο χωματόδρομο είχαν ξεκινήσει οι Σερραίοι όμηροι τον Iούνιο του 1917 -ήμουν τότε κι εγώ εκεί σίγουρα, είχα πάει κι εγώ μαζί με τον πατέρα μου σ’ εκείνη την ομηρεία, μόριο μέσα στα σπλάχνα του, στο μυαλό του, στα κόκαλά του. Τα είχα ζήσει, τα είχα δει με τα δικά του τα μάτια όλα εκείνα που έγραφα στο βιβλίο μου.
     Ωστόσο, με τα δικά μου τα μάτια είχα δει και κάτι ακόμα: την αγάπη για τον συνάνθρωπο και τη λαχτάρα για την ειρήνη. ΄Ετσι, η δική μου ιστορία είχε μέσα της έντονα και τούτα τα δύο στοιχεία. Στο βιβλίο μου πρωταγωνιστούν δύο αδέλφια, ο 17χρονος 'Αγγελος και ο 12χρονος Αλέξανδρος, που ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος τα χωρίζει από τους γονείς τους. Υπόσχεση δίνει ο 'Αγγελος να πάει πίσω στη μάνα του το μικρό του αδελφό, μα σέρνεται όμηρος στη γη του εχθρού, τον χάνει και οδυνηρότατες περιπέτειες αρχίζουν. Αγωνιώντας για την τύχη του μικρού, θα τον αναγνωρίζει κάθε τόσο στο πρόσωπο των παιδιών που τον έχουν ανάγκη -στον εξάδελφο πρώτα, έπειτα στον συμπολίτη, αργότερα στον συμπατριώτη, στον σύμμαχο και τελικά στο παιδί του εχθρού. Με άλλα λόγια, στο δικό μου μυθιστόρημα η ζωή του πατέρα μου εκείνα τα χρόνια “μετουσιώθηκε σε παραμύθι”, με την έννοια που έδινε ο Καζαντζάκης στη φράση.
     Αργότερα, σκηνές και μνήμες αχνές από τα μαύρα χρόνια της Κατοχής, που τα έζησα στην προσχολική και πρώτη σχολική μου ηλικία, βρήκαν τρόπο να «τρυπώσουν» στο μυθιστόρημά μου Τραγούδι για τρεις. Κι έγιναν διηγήματα στο βιβλίο μου Ο καιρός της σοκολάτας. Η παιδική και η εφηβική μου ηλικία, ανταμωμένη με την νηπιακή και την παιδική ηλικία της πρόωρα χαμένης αδερφής μου, μετουσιώθηκε στο Ένα αγγελάκι στα Εξάρχεια, βιβλίο που μπορεί να χαρακτηριστεί «μυθιστορηματική βιογραφία» - «μετουσιωμένη σε παραμύθι» όμως, θα πρόσθετα.
     Κι ακόμα, πλήθος πραγματικά περιστατικά, που έχω ζήσει η ίδια, ή που έζησαν φίλοι ή γνωστοί μου και ήταν σαν να τα έζησα προσωπικά, βρήκαν τη θέση τους στο Σπίτι για πέντε, στο Γιούσουρι στην τσέπη, ή στο Για την άλλη πατρίδα. Αλλά και πραγματικά ιστορικά γεγονότα, καθώς και συμβάντα παρμένα και από τη σύγχρονη πραγματικότητα υπάρχουν στα βιβλία μου Στο τσιμεντένιο δάσος, Λάθος, Κύριε Νόιγκερ!, Καναρίνι και μένα, Τα τέρατα του λόφου, Ο κόκκινος θυμός. Κι ακόμα, σε κομμάτια από τη ζωή των προγόνων μου, μνήμες και περιστατικά που έφτασαν ως εμένα από στόμα σε στόμα «μετουσιωμένα σε παραμύθι» κι αυτά, αποτέλεσαν βασικά στοιχεία για τα κοινωνικο-ιστορικά μυθιστόρημά μου Η προφητεία του κόκκινου κρασιού και Στη σκιά της πράσινης βασίλισσας, που γράφτηκαν «βυθισμένα στην περιοχή του ονείρου».
     Τελειώνοντας, παραθέτω μια φράση της διακεκριμένης συγγραφέως παιδικών/νεανικών βιβλίων και κριτικού Mοllie Hunter: «Δεν υπάρχει βιβλίο που να λέει κάτι αξιόλογο, αν πρώτα αυτό το κάτι δεν το είπε η ζωή στο συγγραφέα του∙ που πρέπει μέσα του να έχει σχηματίσει τη δική του φιλοσοφία, τις δικές του ιδέες, το δικό του πνεύμα. Τούτη η βασική διαδικασία πρέπει να έχει συντελεστεί από πριν, για να είναι δυνατή η λογοτεχνική δημιουργία […] και λόγω ειδικών ευθυνών, η αλήθεια τούτη αφορά πολύ περισσότερο το συγγραφέα που θέλει να γράψει για παιδιά"[6]. Ας μου επιτραπεί να διευκρινίσω και να συμπληρώσω (αυτό άλλωστε προσπάθησα να πω με όλα όσα ανέφερα παραπάνω): Αυτό το «κάτι» μπορεί να το πει στον συγγραφέα η ζωή απευθείας ή μέσω των άλλων – συγγενών, φίλων γνωστών ή ακόμη και αγνώστων, ακόμη και εχθρών. Ή μέσω των όσων διάβασε και αφομοίωσε κι έκανε δικά του με τις ιδιαίτερες ικανότητες που είναι προικισμένος, μέσω των όσων κατάφερε να «βιώσει» από άλλες εποχές, από άλλους κόσμους. Της φαντασίας ή της πραγματικότητας.
 
(*) Δημοσιεύτηκε στο ηλ. περιοδικό Διαδρομές, τ.114, Καλοκαίρι 2014.


[1]   Ο Βασίλης Αλεξάκης, σε πρόσφατη συνέντευξη που έδωσε στην Ελένη Γκίκα, στο ηλεκτρονικό περιοδικό www.diavasame.gr  λέει: “…εγώ δεν πιστεύω ότι υπάρχουν βιβλία αυτοβιογραφικά. Δεν λένε ψέματα οι άνθρωποι, αλλά απ’ τη στιγμή που γράφεις, είσαι σε έναν άλλον κόσμο! Άρα και η αυτοβιογραφία αν είναι καλή, αναπόφευκτα θα μοιάζει με ένα μυθιστόρημα! Τα κακά μυθιστορήματα μοιάζουν με αυτοβιογραφίες!»
2 Στον τόμο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης πρόλογος – επιμέλεια: Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος. Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1979, σελ.145.
3    Βλ. ΤΡIΚΑΛIΝΑ, 4oς τόμoς, σελ. 11, Τρίκαλα 1984.
4  Από το άρθρο της Λώρης Κέζα «Στην εποχή της γραφομανίας», ΤΟ ΒΗΜΑ, Νέες Εποχές, Κυριακή, 7 Ιουλίου 1996, σελ.46/14
[5]   Σερραϊκά Χρονικά, 6ος Τόμος, 1973.
[6]   Mollie Hunter: Talent is not enough, New York, Harper & Row, 1976, σελ. 30.

 

Σάββατο, 19 Ιουλίου 2014

Ξημερώνοντας η μαύρη μέρα, 20.7.1974


 Ξημερώνοντας η μαύρη μέρα...


«…΄Ενιωσε να τον ξυπνάει αλαφιασμένη η μητέρα. Μάζευε σαν τρελή κάτι ρούχα, Παράξενες βροντές ακούγονταν που του τράνταζαν το κρεβάτι. Τα τζάμια έτριζαν, η μητέρα κάτι του φώναζε, να ντυθεί… να φύγουν… να γλιτώσουν… Πετάχτηκε τρομαγμένος. Να γλιτώσουν; Από τι; Δεν απαντούσε. Μιλούσε βιαστικά στα κορίτσια. Η Δανάη έντυνε κιόλας τη μικρή, που σιγόκλαιγε φοβισμένη.
     Ξάφνου τραντάχτηκαν πάλι. ΄Ετρεξε στο παράθυρο. Η θάλασσα είχε γεμίσει μαύρα καράβια.
   - Καίγεται το δάσος! όρμησε στο δωμάτιο η Ναταλία. Δείτε! Ρίχνουν στο βουνό!
   - Γρήγορα! Γρήγορα! ξεφώνισε η μητέρα. Είπαν τα ξαδέλφια να κάνουμε γρήγορα.
     Ούτε κατάλαβε ο Τέλης πότε βγήκαν, πού έτρεξαν, ποιοι τους πήραν. Θυμάται μονάχα πως μπήκαν σ’ ένα αυτοκίνητο. Θυμάται τις φλόγες που έβγαιναν από το δάσος, τις βροντές που δεν έλεγαν να σταματήσουν, ανακατωμένες με βόμβο από αεροπλάνα και τον κόσμο να φωνάζει: «Απόβαση! Απόβαση!...»
     ΄Επειτα βρέθηκαν σ’ ένα υπόγειο, κάπου πιο πέρα, μακριά απ’ την πόλη. Ακούστηκε πάλι βόμβος από αεροπλάνα. Και πολυβόλα. Κι αμέσως τα σπίτια, οι δρόμοι, τα χωράφια τριγύρω να τραντάζονται. Δυο γυναίκες που έστεκαν πλάι του άρχισαν να σταυροκοπιούνται λαχταριασμένες.
   - Βόμβες! Φώναξε η μητέρα έντρομη. Θε’ μου, μας βομβαρδίζουν!
     Δε θυμόταν πόσες ώρες έμειναν έτσι κλεισμένοι. Στο μυαλό του χαράζονταν μονάχα φωνές από πανικόβλητα γυναικόπαιδα, ουρλιαχτά από λαβωμένους, θόρυβοι από κανόνια, βόμβες και πολυβόλα...
     Προς το σούρουπο κάποιος άγνωστός ήρθε και τους έβγαλε από το υπόγειο. Το άγριο θέαμα που χίμηξε στα μάτια τους μόλις ξεμύτισαν τους έκοψε τη μιλιά. Σκέπασε ο Τέλης τα μάτια του απ’ τη φρίκη. ΄Εσφιξε η μητέρα πάνω της την Ηλέκτρα, της έκρυψε το πρόσωπο να μη δει. Η Δανάη έσκυψε το κεφάλι και κρεμάστηκε στο μπράτσο της Ναταλίας. Πτώματα… Πτώματα κομματιασμένα, μαζεμένα σε μια γωνιά, με καμένες τις σάρκες, μαυρισμένες σαν από κάρβουνο… Κάποιοι έτρεχαν μ’ ένα φορείο στα χέρια. Και μια φριχτή, πνιγερή μυρουδιά από καμένο τους έφραζε την ανάσα…» *

 
* Απόσπασμα από το βιβλίο Για την άλλη πατρίδα  
      http://www.loty.gr/mythistorima_analyt_2.htm
      http://www.i-read.i-teen.gr/book/gia-tin-alli-patrida
      http://www.youtube.com/watch?v=BgB5eWmBCuE
      http://www.patakis.gr/viewshopproduct.aspx?id=176561

Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2014

Αμίλιτη αγάπη-Κριτική από την Τέσυ Μπάιλα

Τέσυ Μπάιλα


Αμίλητη Αγάπη
(Εκδ. Πατάκη, 2014)*
Τρεις φίλοι, ο Θέμης, η Όλγα, η Ειρήνη. Ανάμεσά τους μια μεγάλη φιλία και μια αγάπη σιγαλή, αμίλητη, ταυτόχρονα απέραντη και ανιδιοτελής, έτσι ακριβώς όπως πρέπει να είναι η αγάπη. Τα συναισθήματά τους θα τους ενώσουν σε μια κοινή πορεία, σε μια φιλία που θα σταθεί απέναντι στα κοινωνικά φαινόμενα της εποχής. Ο σχολικός εκφοβισμός, η βία, ο νεοναζισμός, ο ρατσισμός, η βαναυσότητα, όλα όσα διαχρονικά καλείται να αντιμετωπίσει η ελληνική κοινωνία είναι μερικά από τα θέματα, τα οποία πραγματεύεται η Λότη Πέτροβιτς στο βιβλίο της: «Αμίλητη Αγάπη», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.
     Γνώριμοι από παλαιότερα βιβλία της Λότης Πέτροβιτς οι ήρωες αυτού του βιβλίου στέκονται με ειλικρίνεια μπροστά από τον αναγνώστη και τον καλούν να σκεφτεί τη δική του θέση απέναντι στις αδικίες και στην κοινωνική έκπτωση.
 Ο Θέμης είναι ένα αγόρι διαφορετικό αφού ζει, ονειρεύεται και  δημιουργεί πάνω σε μια αναπηρική καρέκλα. Καθηλωμένος αλλά αποφασισμένος να συμπορευτεί με τους υπόλοιπους ανεξάρτητα από τις προσωπικές του δυσκολίες. Η Ειρήνη θα τον ερωτευτεί κι εκείνος θα την αγαπήσει παράφορα αλλά η αγάπη τους θα παραμείνει σιωπηλή, ανομολόγητη, απροσδόκητα αμίλητη, αφού και οι δύο μόνο στο τέλος θα παραδεχτούν ο ένας στον άλλο το θορυβώδες απόηχο της σιωπής αυτής. Ο αναγνώστης θα αφουγκραστεί πόσο ισχυρός μπορεί να είναι ο δεσμός της αγάπης.  Εκείνης της αγάπης που είναι ικανή να σβήσει κάθε πιθανή ατέλεια, οποιοδήποτε συναίσθημα μειονεξίας μπορεί να νιώσει κάποιος όταν βιώνει μια σωματική αναπηρία.
     Οι διαπλαστικές ικανότητες μιας αφήγησης έχουν συχνά τη δύναμη να μεταφέρουν στον αναγνώστη τις εμπειρίες, τις αξίες και τα διδάγματα εκείνα που μπορούν να μορφοποιήσουν, σε μεγάλο βαθμό, την προσωπικότητά του. Ο αναγνώστης τούτου του βιβλίου θα εφοδιαστεί με το ήθος της διαφορετικότητας του Θέμη και θα τολμήσει νέα κινήματα ψυχής, συμμετέχοντας σε μια διαδικασία αφομοίωσης των ηθικών εκείνων αξιών που φέρουν οι γενιές και τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούν, όταν καλούνται να αντιμετωπίσουν τη βία, το ρατσισμό, την αναπηρία, είτε πρόκειται για σωματική είτε, κυρίως, για την ανέλπιδη πνευματική που μαστίζει την κοινωνία μας.
     Η συγγραφέας καταπιάνεται πάντα με θέματα που απασχολούν τον έφηβο, θέματα κοινωνικά που με μαεστρία γίνονται η αφορμή για μια εφοδιαστική ανάγνωση και καταγράφει μέσα από αυτά, τον παλμό του εφηβικού προβληματισμού, με τρόπο αβίαστο αλλά ισχυρό. Συναρμολογεί λέξεις, μέσα στις οποίες η ελληνική γλώσσα ζωντανεύει λιτά και απολαυστικά.
     Το βιβλίο είναι γραμμένο με τη φρεσκάδα και την ορμή της νεανικής εκφοράς. Μεταδίδει έτσι την αισιοδοξία της νεότητας των ηρώων του και ταυτόχρονα προβληματίζει και ανασταίνει συναισθήματα και εμπειρίες. Και μοιάζει να αρέσκεται η συγγραφέας σε ένα παιχνίδι με τον αναγνώστη της, κατατάσσοντάς το στην εφηβική λογοτεχνία. Επειδή, ενώ το βιβλίο προορίζεται για τους εφήβους, αναμφίβολα  είναι ένα ανάγνωσμα που μπορεί να λειτουργήσει με τον ίδιο μορφωτικό τρόπο και στους ενήλικες αναγνώστες του και η Λότη Πέτροβιτς Ανδρουτσοπούλου  στοχεύει εξίσου και σ’ αυτούς με τη βαθιά συναίσθηση ότι μόνο όταν ξαναβρούμε την εφηβική αθωότητα μέσα μας μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα καταφέρουμε να αλλάξουμε ό,τι δεν αποδέχεται η συνείδησή μας.
     Εξάλλου, διαβάζεται από όλους με το ίδιο, αμείωτο ενδιαφέρον και γίνεται η αφορμή για ένα πλούσιο αναγνωστικό ταξίδι. Άλλωστε, η φιλία, η αγάπη, η συνοδοιπορία, η ειλικρίνεια, η αισιοδοξία, η αλληλεγγύη, η αρμονική συνύπαρξη, η πνευματική και συναισθηματική ανάταση, η ελπίδα και ο αλτρουισμός είναι αξίες, οι οποίες μπορούν και ίσως είναι απολύτως αναγκαίο στις μέρες μας, να επαναπροσδιοριστούν σε κάθε αναγνωστική ομάδα, σε ανθρώπους μεγαλύτερων ηλικιών,  κάτι που, είναι σίγουρο, η συγγραφέας έχει κατά νου, όταν γράφει τα βιβλία της.
*Δημοσιεύτηκε στο ηλ. περιοδικό:

Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2014

Σφαιρική παρουσίαση των χαρακτήρων και των αφηγηματικών σχημάτων στο μυθιστορηματικό έργο της Λότης Πέτροβιτς*

Της Έλενας Χ. Στανιού
Διδάκτορος του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας
«Η τέχνη της αφήγησης, άρρηκτα συνυφασμένη με τη μυθοπλασία, συναντά την πλήρωση των δυνατοτήτων της στο πλούσιο έργο της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου», αναφέρει χαρακτηριστικά η Τζίνα Καλογήρου. Και συνεχίζει τονίζοντας πόσο άνετα κινείται, τόσο στο χώρο του παραμυθιού όσο και στο χώρο του μυθιστορήματος, λόγω της μεγάλης της συγγραφικής εμπειρίας. Σε όλα της τα έργα η Πέτροβιτς δημιουργεί με ιδιαίτερη δεξιότητα την πλοκή. Οι ανισοχρονίες, η συνεπαγωγή και η συνέπεια στη διάρθρωση των γεγονότων, το κλίμα του μυστηρίου και της εναγώνιας αναμονής συντελούν στη σαγήνευση του αναγνώστη και τροφοδοτούν το ενδιαφέρον του από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα1.
  
       Ο αναγνώστης, σε κάθε έργο της Πέτροβιτς – που αποτελεί μέρος μιας μεγάλης ενιαίας αφήγησης –, αντλεί την αίσθηση του ενιαίου, αλλά και του δημιουργικού αποσπάσματος, ώστε κάθε φορά να περιμένει το επόμενο σε μια πορεία συμπλήρωσης του όλου. Και αυτό, γιατί συναντά ήρωες από κάποιο μυθιστόρημα και σε διαφορετική ηλικία, σε άλλα μυθιστορήματά της. Έτσι, το λογοτεχνικό γεγονός βρίσκεται εν δυνάμει σε αυτό το ενιαίο μυθιστόρημα, όπου πραγματοποιείται σταδιακά και η μυθιστορηματική ενηλικίωση των ηρώων2.
      Σύμφωνα με την ίδια τη συγγραφέα, όταν δημιουργήσει τον πυρήνα του μυθιστορήματος, σειρά έχει η πλοκή, μια πλοκή ενδιαφέρουσα και συναρπαστική. Γράφει μία σύντομη περίληψη της ιστορίας ή, ακόμη, τη χωρίζει πρόχειρα σε ενότητες ή κεφάλαια. Αν και το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα εξαρτάται κυρίως από τους χαρακτήρες που θα πάρουν μέρος στην υπόθεση.3. Η Λότη Πέτροβιτς λέει χαρακτηριστικά ότι «όταν ο πυρήνας ενός μυθιστορήματος δημιουργηθεί, τότε χρειάζεται η σάρκα της πλοκής για να τον ντύσει. Ωστόσο, το πώς ακριβώς θα εξελιχθούν τα πράγματα θα το καθορίσουν οι χαρακτήρες, οι οποίοι θα ζήσουν τα γεγονότα και θ’ αποφασίσουν πώς και πότε θα κινηθούν και θα δράσουν»4.
    
     Οι χαρακτήρες της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, όπως λέει η ίδια, έχουν γεννηθεί από την πραγματικότητα, αλλά τελικά πλάστηκαν από τη φαντασία της. Τα πρώτα τους κύτταρα τις πιο πολλές φορές είναι πραγματικά, ανήκουν σε μεγάλους ή μικρούς που γνώρισε στο παρελθόν, ανήκουν στο στενό ή ευρύτερο περιβάλλον της. Όμως εξελίσσονται, μεγαλώνουν διαφορετικά και γίνονται άλλα πρόσωπα. Άλλοτε πάλι αποτελούν τμήματα πραγματικών ανθρώπων ή του ίδιου της του εαυτού, και διαμορφώνουν τη δική τους προσωπικότητα, καθορίζουν τη ζωή τους και αρχίζουν να υπάρχουν ως πρόσωπα ολοζώντανα. Στη συνέχεια τους πλάθει με τη φαντασία της τόσο ζωντανά, ώστε να μπορεί να περιγράψει κάθε τι που τους αφορά. Σκιαγραφεί την προσωπικότητά τους, καταγράφει τις ιδιομορφίες, τις συνήθειες, τα χαρακτηριστικά τους. Μάλιστα, εμφανίζονται τόσο ζωντανοί, που σαν παλιοί γνώριμοι συνεχίζουν τη μυθιστορηματική τους πορεία και στα επόμενα κείμενά της5.
 Σημαντικό ρόλο παίζει, κατά τη γνώμη της συγγραφέως, ο τρόπος αφήγησης και παρουσίασης των χαρακτήρων, ο τρόπος περιγραφής των γεγονότων και των καταστάσεων, αλλά και ο τρόπος παρουσίασης και δράσης των ηρώων. Έτσι, τις πιο πολλές φορές παρακάμπτει την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, όπως και την τριτοπρόσωπη αφήγηση του παντογνώστη αφηγητή, και από την οπτική γωνία ενός παιδιού μόνο, καθώς και την ευθύγραμμη πορεία της ιστορίας, με μερικές απλές αναδρομές στο παρελθόν [Ο μικρός αδερφός (1976), Για την άλλη πατρίδα (1978), Ζητείται μικρός (1982), Στο τσιμεντένιο δάσος (1981), Ιστορίες που ταξιδεύουν (1986)], προχώρησε στα εξής:
  • Στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση περισσότερων του ενός ηρώων [Σπίτι για πέντε (1987), Λάθος, κύριε Νόιγκερ! (1989)] ή στην ανάμιξη τριτοπρόσωπης και πρωτοπρόσωπης αφήγησης ή εσωτερικού μονολόγου [Τραγούδι για τρεις (1992), Γιούσουρι στην τσέπη (1994)], ώστε να απεικονίζεται όσον το δυνατόν πιο ολοκληρωμένα η πολυπλοκότητα της πραγματικότητας.
  • Στο συνδυασμό διαφορετικών αφηγηματικών χρόνων και στη μείξη παρόντος και παρελθόντος [Τραγούδι για τρεις (1992), Γιούσουρι στην τσέπη (1994), Λάθος, κύριε Νόιγκερ! (1989)], ώστε να διευρύνεται η έννοια του χρόνου και να συλλαμβάνεται, όσο γίνεται, η διαφορετική για την κάθε ροή βίωση και σημασία του6.
     Ωστόσο, όπου κρίνεται απαραίτητο από το ύφος και τη μορφή του μυθιστορήματος, επιλέγεται και η πρωτοπρόσωπη, αλλά και η τριτοπρόσωπη αφήγηση. Έτσι, η πρωτοπρόσωπη αφήγηση που συναντάμε στα μυθιστορήματα Σπίτι για πέντε, Λάθος, κύριε Νόιγκερ!, Τραγούδι για τρεις και Ποιος θα γράψει για το σκύλο μας; είναι η αυτοδιηγητική αφήγηση, η αφήγηση των προσωπικών εμπειριών του αφηγητή. Με τον τρόπο αυτό προβάλλεται η προσωπική αλήθεια καθενός από τους ήρωες, δίνεται έμφαση στην προσωπικότητα και το χαρακτήρα του, ενώ προσδίδεται αμεσότητα και ζωντάνια στο λόγο7.
     Στο μυθιστόρημα Σπίτι για πέντε, τέσσερα πρόσωπα με τέσσερις διακοπτόμενους και επανερχόμενους μονολόγους, δηλαδή μέσα από πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ξετυλίγουν μία ιστορία με κωμικοτραγικά γεγονότα. Δύο παιδιά και δύο ενήλικες αφηγούνται την ιστορία με διαφορετικό κειμενικό λόγο ο καθένας, δηλαδή προφορικό ημερολόγιο, επιστολή και τηλεφωνήματα. Κάθε αφηγητής εστιάζει στα πρόσωπα που απασχολούν και επηρεάζουν τη ζωή του8. Είναι, δηλαδή, αξιοπρόσεχτο το ότι το κείμενο αυτό δουλεύει μία ιστορία από τέσσερις διαφορετικές σκοπιές. Ο εξωτερικός μύθος είναι κοινός για τα τέσσερα πρόσωπα του έργου, όπως κοινό είναι και το σπίτι που θα τα ενώσει, με συνδετικό κρίκο, ωστόσο, το πέμπτο αναμενόμενο πρόσωπο. Μέχρι τότε όμως, το κάθε άτομο κουβαλά μέσα του τη δική του ανάγνωση της ιστορίας, τον δικό του μονόλογο, που θέλει να εγγραφεί κάπου, να γίνει αφήγημα9.

     Η σαφής διάκριση του σκηνικού ανάμεσα στο καθημερινό υλικό της κοινής ιστορίας των προσώπων και στην έγγραφη προβολή της δεν αποκλείει και τη συχνή αλληλοεμπλοκή τους. Γιατί η κοινή ιστορία λειτουργεί πάντα ως νωπή ανάμνηση στο νου των προσώπων. Υπάρχει, δηλαδή, το καθημερινό σκηνικό ως πρώτη ύλη, αλλά αναδιαμορφώνεται σε κάθε ανάγνωση, ανάλογα με το πρόσωπο που σχολιάζει και καταθέτει τις εμπειρίες του. Οι φωνές που «ακούγονται» στο κείμενο διηγούνται μία εν εξελίξει ιστορία. Οι χρόνοι της αφήγησης δεν είναι μόνο παρελθοντικοί, γιατί δεν αποτυπώνουν μόνο κάτι που συνέβη, αλλά και κάτι που συμβαίνει εκείνη τη στιγμή10.
      Ο επαναληπτικός τρόπος αφήγησης, ο οποίος αναπαράγει περισσότερο από μία φορά κάτι που συνέβη, συνδέεται με τη γενικότερη τεχνική του επιστολικού μυθιστορήματος και ανάγεται στον 18ο αιώνα. Σύμφωνα με αυτό, σημειώνεται μία μετατόπιση της προοπτικής της γραφής από τον μονόλογο του παντογνώστη συγγραφέα προς τη διαλογική περιφέρεια της άποψης των μυθιστορηματικών προσώπων. Οι διαδοχικές αναγνώσεις της πραγματικότητας, μέσα από την οπτική των προσώπων που τη συνιστούν, ξεπερνούν, χωρίς να καταργούν, τον πρωτογενή αντικειμενικό ρεαλισμό, προς μία υποκειμενικότερη πολυφωνία. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα αφήγημα εξωτερικής εστίασης, με αφηγητές –που λειτουργούν συγχρόνως ως εξωτερικοί παρατηρητές– τα ίδια τα πρόσωπα του έργου. Έτσι, το προφορικό ημερολόγιο έρχεται να αποτυπώσει στην ταινία του μαγνητοφώνου –που λειτουργεί σαν ένα είδος καταφύγιου εξομολόγησης των μυθιστορηματικών προσώπων που το χρησιμοποιούν– ό,τι θα αποτυπωνόταν άλλοτε στο χαρτί ως επιστολή ή σελίδα ημερολογίου. Μάλιστα, ο Philippe Lejeune θα πει για το μαγνητόφωνο: «Κάθε άνθρωπος κουβαλά μέσα του κάτι σαν πρόχειρο τετράδιο, συνεχώς αναδιαμορφούμενο, της αφήγησης της ζωής του: είναι αυτό που προσπαθεί να αιχμαλωτίσει, με το μαγνητόφωνο, η προφορική ιστορία»11. Ταυτόχρονα, σημειώνονται και τηλεφωνήματα και γράμματα από τους γονείς-χαρακτήρες της ιστορίας. Όλα όμως καταγράφουν την πραγματικότητα των ηρώων από την οπτική γωνία του καθενός. Μια πραγματικότητα σύγχρονη και αληθοφανή, όπου ο νεαρός αναγνώστης θα μπορούσε πολύ εύκολα να αναγνωρίσει στα πρόσωπα των ηρώων κάποια πρόσωπα γνωστά του, που το καθένα σηκώνει μέσα του κάποιο φορτίο από μνήμες τις οποίες θέλει να ξεπεράσει για κάτι καινούργιο, για μιαν άλλη, πιο όμορφη ζωή12.
     Στο μυθιστόρημα Λάθος, Κύριε Νόιγκερ!, οι ήρωες αφηγούνται ταυτόχρονα την ιστορία μέσα από διαφορετικούς κειμενικούς τύπους (αναφορές, επιστολές, ημερολόγιο, αφήγηση) στους οποίους κάθε αφηγητής εστιάζει στους υπόλοιπους μυθιστορηματικούς χαρακτήρες13. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα με άρτια δομή και εσωτερική ισορροπία, με πλούσια και σύνθετη πλοκή, αλλά και ενδιαφέρον θέμα, όπου ζωντανεύουν στη μνήμη και ανακαλούνται ιστορικά πρόσωπα, γεγονότα, αρχαιολογικές μαρτυρίες, βυζαντινές και –ιδιαίτερα– του αιώνα μας. Τα πρόσωπα, ηθικά άρτια και ολοκληρωμένα, ξεκάθαρα τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά, χρησιμοποιούν με ωριμότητα και τέχνη την ελληνική γλώσσα απευθυνόμενα όχι μόνο σε νεαρούς, αλλά και σε ενήλικες αναγνώστες14.

      Στο μυθιστόρημα Για την άλλη πατρίδα, το οποίο βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά, σε αληθινές ιστορίες προσφύγων που μετακινήθηκαν στην πενταετία 1970-1975, μέσα από τα μηνύματα αγάπης, ειρήνης, ανθρωπιάς, πίστης στην ελευθερία και στη ζωή και αγάπης για την πατρίδα, που είναι διάχυτα σε όλο το κείμενο, οι χαρακτήρες του διαγράφονται στέρεα και ολοκληρωμένα. Έχουν ψυχική δύναμη και αντοχή, δύναμη για αντίσταση στην εμπλοκή των καιρών, ενώ γενικά τους διακρίνει μία εσωτερική αρχοντιά. Σε όλο το έργο οι χαρακτήρες είναι σφικτά δεμένοι με έναν στέρεο κρίκο, το πάθος για γυρισμό στην ελεύθερη πατρική γη, κάτι που θα προσπαθήσουν να πετύχουν ακόμη και με οποιαδήποτε δοκιμασία και θυσία. Το ύφος του μυθιστορήματος είναι απλό, με έναν, ωστόσο, δυνατό ρεαλισμό, που τον προσδίδουν ιδιαίτερα οι ζωντανοί και λιτοί διάλογοι. Η περιπετειώδης πλοκή, αλλά και το συναίσθημα της αισιοδοξίας και απαισιοδοξίας που διαδέχονται το ένα το άλλο, η χαρά, ο πόνος, η ελπίδα και η απογοήτευση, η προσμονή για κάτι καλύτερο, η δραματικότητα και η επικαιρότητα που παρουσιάζει το κείμενο κάνουν το μυθιστόρημα ιδιαίτερα συναρπαστικό15.
     Στα μυθιστορήματα Καναρίνι και μέντα και Ο κόκκινος θυμός οι χαρακτήρες παρουσιάζονται ακέραιοι και ψυχολογημένοι, δημιουργώντας στον αναγνώστη ένα αίσθημα πληρότητας, βαθιά ικανοποίηση και υψηλή συγκίνηση, βιώνοντας τις σφοδρές συγκρούσεις και τις περιπέτειες των μυθιστορηματικών προσώπων, καθώς ακολουθούν τα βήματά τους και ανησυχώντας για την τύχη τους. Ωστόσο, με την ολοκλήρωση του κειμένου επέρχεται ένα αίσθημα ανακούφισης, ασφάλειας και ισορροπίας. Στον Κόκκινο θυμό, όπως και στο Μυστήριο του καλοκαιρινού Αγιοβασίλη, η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη και πρωτοπρόσωπη στους πλούσιους διαλόγους και ενισχύεται με διάφορα μέσα, όπως επιστολές, συνεντεύξεις σε εφημερίδες, το λεξικό ζωγράφων, το διαδίκτυο, CD, κ.ά. Ακόμη, ιδιαίτερης προσοχής χρήζει και η ιδεολογία του κειμένου, κατά την οποία γίνεται αισθητό ένα διάχυτο πνεύμα ανθρωπιάς, αλληλεγγύης, σεβασμού στον άνθρωπο16. Ας μην ξεχνάμε δε, ότι τα λογοτεχνικά κείμενα, ιδιαίτερα αυτά που απευθύνονται στο νεανικό αναγνωστικό κοινό, αποτελούν φορείς κοινωνικών αξιών και συμπεριφορών της απτής πραγματικότητας, αλλά και ουσιαστικά μέσα κοινωνικοποίησης και διαμόρφωσης ιδεολογικών στάσεων του αναγνώστη17.
     Στον Κόκκινο θυμό η οπτική του αναγνώστη ταυτίζεται με τον νεαρό πρωταγωνιστή Απελλή – έτσι, υπάρχει η δυνατότητα να εισερχόμαστε στον εσωτερικό του κόσμο. Άξονας του μυθιστορήματος Ο κόκκινος θυμός είναι η αγάπη. Και η συγγραφέας δομεί όλο το μυθιστόρημα πάνω σε δύο φαινομενικά αντιθετικά συναισθήματα, την αγάπη και το θυμό, που ίσως, μερικές φορές, να ταυτίζεται με το μίσος. Και τα δύο είναι έντονα, ταράζουν, συγκλονίζουν και σημαδεύουν τον αναγνώστη, βάφουν τη ζωή του με κόκκινο, το χρώμα που ερεθίζει την όραση και επιβάλλεται στη μνήμη, καθώς βλέπει να καταγράφονται στις σελίδες αυτού του βιβλίου σχέσεις αγάπης που προκαλούν θυμό. Η συγγραφέας κυριολεκτικά τις «ζωγραφίζει», αν σκεφτεί κανείς ότι η ζωγραφική είναι η μεγάλη αγάπη που ενώνει τα τέσσερα κεντρικά πρόσωπα αυτού του μυθιστορήματος: Ο Απελλής και η Κλειώ, η μητέρα του, μοιράζονται το ίδιο εργαστήρι. Η Νιόβη θα τραβήξει το ενδιαφέρον του Απελλή στην αυλή του σχολείου, την ώρα που ζωγραφίζει στο μπλοκ της μια μεγάλη σκουριασμένη άγκυρα, ριγμένη στη στεριά. Ο Μάικ Τζίσεν, ο βιολογικός του πατέρας, θα γνωρίσει τον Απελλή μέσα από τους πίνακές του, ενώ, όπως θα αποκαλυφθεί στο τέλος, η γνωριμία του με τη 15χρονη τότε Κλειώ είχε γίνει στη Σχολή Ηλιάδη, όπου παρακολουθούσαν και οι δύο μαθήματα ζωγραφικής. Όλες οι διαπροσωπικές σχέσεις στο κείμενο αυτό υφαίνονται γύρω από τη σχέση μητέρας-γιου, όπως αυτή προβάλλεται στους δύο πίνακες που κυριαρχούν στο λογοτέχνημα: Ο ένας ανήκει στην Κλειώ και απεικονίζει τον Απελλή 11 χρονών, με ένα ψάθινο καπέλο. Ο πίνακας αυτός δεσπόζει στον κεντρικό χώρο του σπιτιού και αποτυπώνει ξεκάθαρα την αγάπη που τρέφει η Κλειώ για το γιο της. Είναι ένα έργο που περιλαμβάνεται σε όλες τις ατομικές εκθέσεις της, αλλά πάντα με την ένδειξη «Δεν πωλείται». Ο άλλος πίνακας είναι έργο του Απελλή. Είναι ο «κόκκινος θυμός», στον οποίο αποτυπώνει, χωρίς ο ίδιος να το έχει συνειδητοποιήσει, τα συναισθήματα που τον προκαλούν. Η Νιόβη είναι εκείνη που θα αποκρυπτογραφήσει πρώτη αυτό το έντονο συναίσθημα18:
     «–Δεν ξέρω τι έχεις κατά νου, εγώ πάντως βλέπω ήδη ζωγραφισμένο κάποιο έντονο συναίσθημα, καλά κρυμμένο κάτω από μια φαινομενική αταξία, είπε η Νιόβη συλλογισμένη»19.
      Κλειώ και Απελλής, μάνα και γιος. Πρόκειται για δύο κόσμους με κοινή αρχή. Είναι δύο όντα με αυτόνομη πορεία στη ζωή, άρα και στην τέχνη. Δεν είναι τυχαίο που οι δύο πίνακες διαφοροποιούνται ως προς την τεχνοτροπία: Ο εξπρεσιονισμός της Κλειώς και ο κυβισμός του Απελλή έχουν κοινό πεδίο συνάντησης την τέχνη της ζωγραφικής. Η Κλειώ εκφράζει την αγάπη της και ο Απελλής το θυμό του, έναν θυμό που προκαλείται από τον ασφυκτικό κλοιό της αγάπης. Βέβαια, η αποκάλυψη της ταυτότητας του Μάικ Τζίσεν θα διώξει για πάντα αυτό το αρνητικό συναίσθημα από την ψυχή του Απελλή και αυτή η λύτρωση θα αποτυπωθεί στον τελειωμένο πίνακα:
     «Στο κέντρο δέσποζε τώρα ένα σχήμα πυρίμορφο, κάτι σαν κόκκινη φλόγα. «Πύρινη αγάπη», έτσι θα τ’ ονομάτιζε. Γιατί τώρα ήταν σίγουρος, αγάπη άχνιζε ο πίνακάς του. Τ’ άλλα σχήματα, τα οργισμένα, έδειχναν να λιώνουν κάτω απ’ τη φλόγα. Ο πορφυρός θυμός είχε σβήσει»20.
     Στο βιβλίο Τα τέρατα του λόφου παρατηρείται εναλλαγή του ετεροδιηγητικού αφηγητή με ένα από τα βασικά πρόσωπα της ιστορίας, την Ειρήνη, η οποία στέλνοντας στη γιαγιά της στην Αμερική ηλεκτρονικά μηνύματα παρέχει στον αναγνώστη πληροφορίες για όσα συμβαίνουν στη δική της ζωή, καθώς και στων άλλων λογοτεχνικών προσώπων. Το αναγνωστικό ενδιαφέρον διατηρείται αμείωτο, καθώς τα κρισιμότερα γεγονότα αποδίδονται μέσα από την οπτική των προσώπων τα οποία αφορούν21. Έτσι, στα Τέρατα του λόφου η συγγραφέας εναλλάσσει, σε ένα προς ένα στα είκοσι κεφάλαια του βιβλίου, την τριτοπρόσωπη αφήγηση με μεταβλητή εστίαση στην πρωτοπρόσωπη επιστολικής μορφής αφήγηση, με αφηγήτρια την Ειρήνη. Με τις αφηγηματικές αυτές τεχνικές ανανεώνεται η μορφή του νεανικού μυθιστορήματος, καθώς η συγγραφέας προσπαθεί με επιτυχία, μέσα από την εναλλαγή των αφηγητών και μέσα από τη μεταβλητή εστίαση σε διάφορους ήρωες, να σηματοδοτήσει την τόσο σύνθετη πραγματικότητα που διέπει τις ανθρώπινες σχέσεις. Μάλιστα, ο έφηβος αναγνώστης με αυτόν τον τρόπο αναγνωρίζει τη συνθετότητα των κοινωνικών καταστάσεων και των ιδεολογικών συγκρούσεων που καθορίζουν τις ανθρώπινες συμπεριφορές22.


Στο μυθιστόρημα Ένα αγγελάκι στα Εξάρχεια έχουμε μία πολυσύνθετη λειτουργία του παντοδύναμου αφηγητή. Το αυτοδιηγητικό στοιχείο έργων της συγγραφέως, όπως είναι το Γιούσουρι στην τσέπη και το Λάθος, Κύριε Νόιγκερ!, εδώ μεταλλάσσεται ως προς τη συμμετοχή του αφηγητή στην ιστορία. Η αφήγηση είναι δευτεροπρόσωπη, όπου το δεύτερο πρόσωπο υποκρύπτει το συγγραφικό εγώ, το οποίο δηλώνεται και από την Πηνελόπη, την αδερφή της Ρούλης και συγγραφέα του μυθιστορήματος. Κρατώντας την απόσταση που επιθυμεί από τα γεγονότα, παρουσιάζεται, από τη μια μεριά, ως ετεροδιηγητικός αφηγητής, αλλά αφού υπάρχει ταυτοπροσωπία μεταξύ αυτού και της αδερφής της κεντρικής ηρωίδας είναι ταυτόχρονα και ομοδιηγητικός23.
 
   Ο μυθιστορηματικός κύκλος της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, που είχε ανοίξει με το μυθιστόρημα Ο μικρός αδερφός, κλείνει με το μυθιστόρημα Η προφητεία του κόκκινου κρασιού. Στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα, μέσα από τις ιστορικές μνήμες που ανασύρει για πρόσωπα και γεγονότα, ο αναγνώστης παρακολουθεί τα αφηγηματικά πρόσωπα να εναλλάσσονται στο παρόν και το παρελθόν, κάτι που προσδίδει ποικιλία στο λόγο και κάνει ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα την εξιστόρηση των γεγονότων24. Οι ψυχολογικά άρτιοι, δομημένοι και ακέραιοι χαρακτήρες του μυθιστορήματος ακολουθούν την τριτοπρόσωπη αφήγηση που επιλέγει η συγγραφέας, σκιαγραφώντας την έντονη προσωπικότητα και τη δυναμική παρουσία τους μέσα στο κείμενο, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στον αναγνώστη να παρακολουθήσει τη ροή και την εξέλιξη των γεγονότων, κερδίζοντας ταυτόχρονα σημαντικές εμπειρίες που αφορούν τόσο στους ήρωες και την ιστορία τους όσο και στον ίδιο τον εαυτό τους25.
*Η παρούσα εργασία αποτελεί τμήμα της Διδακτορικής Διατριβής που εκπόνησε η συγγραφέας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, με Επιβλέπουσα την κ. Τασούλα Τσιλιμένη, Αν. Καθ. Παν. Θεσσαλίας. H Διατριβή της ΄Ελενας Στανιού υποστηρίχτηκε στις 24.6.2014 και έλαβε τον βαθμό «άριστα».
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1.      Καλογήρου, Τ. (2006), «Το πρίσμα και το κάτοπτρο: Η συγκρότηση της αφήγησης στα παραμύθια της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου Κάθε μέρα παραμύθι, κάθε βράδυ καληνύχτα», στο: Γ. Παπαντωνάκης (επιμ.), Πρόσωπα και προσωπεία του αφηγητή στην ελληνική παιδική και νεανική λογοτεχνία της τελευταίας τριακονταετίας (σσ. 131-146).
2.      Παπαδάτος, Γ. (2008), «Ένα αγγελάκι στα Εξάρχεια ή οι δυνατότητες της αφήγησης των άστρων», στο: Β. Δ. Αναγνωστόπουλος (επιμ.), Το υφαντό της Πηνελόπης – Διαχρονικές αναγνώσεις για την προσωπικότητα και το έργο της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου (σσ. 173-178), Βόλος: Εκδόσεις Εργαστηρίου Λόγου και Πολιτισμού.
3.      Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Λ. (2002), Το μικρόβιο της ευεξίας – Γράφοντας βιβλία για παιδιά (σ. 117), Αθήνα: Πατάκης.
4.      Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Λ. (1998), «Ο συγγραφέας βιβλίων για παιδιά μπροστά στη λευκή σελίδα», στο: Ι. Ν. Βασιλαράκης (επιμ.), Σύγχρονες οπτικές και προοπτικές της λογοτεχνίας για παιδιά και νέους (σσ. 45-57), Αθήνα: Τυπωθήτω-Γιώργος Δαρδανός.
5.      Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Λ. (2002), Το μικρόβιο της ευεξίας – Γράφοντας βιβλία για παιδιά (σσ. 118-119), Αθήνα: Πατάκης.
6.      Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Λ. (1998), «Ο συγγραφέας βιβλίων για παιδιά μπροστά στη λευκή σελίδα», στο: Ι. Ν. Βασιλαράκης (επιμ.), Σύγχρονες οπτικές και προοπτικές της λογοτεχνίας για παιδιά και νέους (σσ. 45-57), Αθήνα: Τυπωθήτω-Γιώργος Δαρδανός.
7.      Γεωργοπούλου, Α. (1999), «Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση στο μυθιστορηματικό έργο της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου», περ. Διαδρομές (Χειμώνας 1999), 56, 302.
8.      Παπαντωνάκης, Γ. Δ. (2009), Θεωρίες λογοτεχνίας και ερμηνευτικές προσεγγίσεις κειμένων για παιδιά και για νέους (σσ. 412, 418, 445-446), Αθήνα: Πατάκης. Βλ. σχετικά και Μ. Καρπόζηλου, Μ. (2002), Το παιδί στην χώρα των βιβλίων (σ. 76), Αθήνα: Καστανιώτης.
9.      Βασιλαράκης, Ι. Ν. (2005), Γλώσσα και πράξη της παιδικής λογοτεχνίας – Δοκίμια-Αναγνώσεις κειμένων (σ. 204), Αθήνα: Gutenberg.
10.  Βασιλαράκης, Ι. Ν. (2005), Γλώσσα και πράξη της παιδικής λογοτεχνίας – Δοκίμια-Αναγνώσεις κειμένων (σ. 205), Αθήνα: Gutenberg.
11.  Philippe Lejeune, Ρ. (1986), Moi aussi (p. 32), Paris: Seuil.
12.  Βασιλαράκης, Ι. Ν. (2005). Γλώσσα και πράξη της παιδικής λογοτεχνίας – Δοκίμια-Αναγνώσεις κειμένων (σσ. 205-209), Αθήνα: Gutenberg.
13.  Παπαντωνάκης, Γ. Δ. (2009), Θεωρίες λογοτεχνίας και ερμηνευτικές προσεγγίσεις κειμένων για παιδιά και για νέους (σ. 446), Αθήνα: Πατάκης.
14.  Αναγνωστόπουλος, Β. Δ. (2008), «Λάθος, Κύριε Νόιγκερ!», στο: Β. Δ. Αναγνωστόπουλος (επιμ.), Το υφαντό της Πηνελόπης – Διαχρονικές αναγνώσεις για την προσωπικότητα και το έργο της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου (σσ. 61-63), Βόλος: Εκδόσεις Εργαστηρίου Λόγου και Πολιτισμού.
15.  Κολιός, Χ. (2008), «Για την άλλη πατρίδα», στο: Β. Δ. Αναγνωστόπουλος (επιμ.), Το υφαντό της Πηνελόπης – Διαχρονικές αναγνώσεις για την προσωπικότητα και το έργο της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου (σσ. 147-150), Βόλος: Εκδόσεις Εργαστηρίου Λόγου και Πολιτισμού.
16.  Αναγνωστόπουλος, Β. Δ. (2008), «Σκέψεις για τη λογοτεχνία με αφορμή τα μυθιστορήματα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου Καναρίνι και μέντα και Ο κόκκινος θυμός», στο: Β. Δ. Αναγνωστόπουλος (επιμ.), Το υφαντό της Πηνελόπης – Διαχρονικές αναγνώσεις για την προσωπικότητα και το έργο της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου (σσ. 66-71), Βόλος: Εκδόσεις Εργαστηρίου Λόγου και Πολιτισμού.
17.  Τσιλιμένη, Τ. (2009), «Έμφυλες αναπαραστάσεις στο Ανθολόγιο λογοτεχνικών κειμένων για το Νηπιαγωγείο του ΥΠΕΠΘ», περ. Διαδρομές (Άνοιξη 2009), 93, 30-53.
18.  Τζαφεροπούλου, Μ.-Μ. (2008), «Ο κόκκινος θυμός», στο: Β.Δ. Αναγνωστόπουλος (επιμ.), Το υφαντό της Πηνελόπης – Διαχρονικές αναγνώσεις για την προσωπικότητα και το έργο της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου σσ. 194-201 ), Βόλος: Εκδόσεις Εργαστηρίου Λόγου και Πολιτισμού.
19.  Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Λ. (2007), Ο κόκκινος θυμός (σ. 113), Αθήνα: Πατάκης.
20.  Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Λ. (2007), Ο κόκκινος θυμός (σ. 270), Αθήνα: Πατάκης.
21.  Ηλία, Ε. (2009), «Η σύγχρονη ελληνική κοινωνία σε πρόσφατα λογοτεχνικά έργα της Αγγελικής Βαρελά και της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου», στο: Τ. Τσιλιμένη (επιμ.), Σύγχρονα κοινωνικά θέματα στην ελληνική παιδική και νεανική λογοτεχνία Ξεκλειδώνοντας τα μυστικά της σημερινής κοινωνίας (σσ. 149-157), Βόλος: Εκδόσεις Εργαστηρίου Λόγου και Πολιτισμού.
22.  Ακριτόπουλος, Α. Ν. (2009), «Βία, ρατσισμός και εγκληματικότητα στο σύγχρονο νεανικό μυθιστόρημα», στο: Τ. Τσιλιμένη (επιμ.), Σύγχρονα κοινωνικά θέματα στην ελληνική παιδική και νεανική λογοτεχνία – Ξεκλειδώνοντας τα μυστικά της σημερινής κοινωνίας (σσ. 77-90), Βόλος: Εκδόσεις Εργαστηρίου Λόγου και Πολιτισμού.
23.  Παπαδάτος, Γ. (2008), «Ένα αγγελάκι στα Εξάρχεια ή οι δυνατότητες της αφήγησης των άστρων», στο: Β. Δ. Αναγνωστόπουλος (επιμ.), Το υφαντό της Πηνελόπης – Διαχρονικές αναγνώσεις για την προσωπικότητα και το έργο της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου (σσ. 173-178), Βόλος: Εκδόσεις Εργαστηρίου Λόγου και Πολιτισμού.
24.  Αναγνωστόπουλος, Β. Δ. (2008), «Χυμένο κόκκινο κρασί…», στο: Β. Δ. Αναγνωστόπουλος (επιμ.), Το υφαντό της Πηνελόπης – Διαχρονικές αναγνώσεις για την προσωπικότητα και το έργο της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου (σσ. 203-205), Βόλος: Εκδόσεις Εργαστηρίου Λόγου και Πολιτισμού.
25.  Τσιλιμένη, Τ. & Σταυρουλάκη, Ε. (2008), «Αφήγηση ιστοριών: Ο φυσικός τρόπος μέσα από τον οποίο μαθαίνουμε τον κόσμο μας και τα συναισθήματά μας», περ. Διαδρομές (Καλοκαίρι 2008), 90, 49-53.
 ΣΗΜ.: Ολόκληρη η διατριβή της Δρος ΄Ελενας Στανιού :
http://thesis.ekt.gr/thesisBookReader/id/38266#page/1/mode/2up