Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

Το παραμύθι - ΄Ενα λογοτεχνικό είδος που δεν πεθαίνει (A΄ Μέρος)

'Ενα από τα είδη της παιδικής λογοτεχνίας που κινεί συνήθως το ερευνητικό ενδιαφέρον πολλών ειδικοτήτων είναι το παραμύθι. Πραγματικά, πέρα από τους λογοτέχνες και τους εκπαιδευτικούς, γλωσσολόγοι και κοινωνιολόγοι, εθνολόγοι και λαογράφοι, ψυχολόγοι και ψυχίατροι το μελετούν καθένας από τη σκοπιά του και προς όφελος της δικής του επιστήμης. Η πολύπλευρη αυτή προσέγγιση και συμβολή στη μελέτη του γίνεται δεκτή με ιδιαίτερη χαρά -ευγνωμοσύνη θα μπορούσα να πω- από τους συγχρόνους δημιουργούς του, αφού  κ α ι  τη δική τους οπτική γωνία διευρύνει,   κ α ι  την πολλαπλή σημασία και αξία του παραμυθιού φανερώνει. Το τελευταίο αυτό χαροποιεί γενικότερα όλους τους ολόψυχα αφοσιωμένους στην παιδική λογοτεχνία, γιατί συχνά βρίσκονται μόνοι στον αγώνα για την εδραίωση της αξίας της στη συνείδηση του κοινωνικού συνόλου. Τούτη η χαρά ωστόσο αρχίζει να μειώνεται, όταν διαπιστώνουν ότι υπάρχουν ειδικοί από τους κλάδους αυτούς που αντιμετωπίζουν το παραμύθι ως είδος νεκρό, ή άλλοι που υποστηρίζουν ότι κάθε σύγχρονη μορφή παραμυθιού πρέπει να θεωρείται απορριπτέα.
     Πράγματι, δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις λαογράφων, για παράδειγμα, που βλέπουν το παραμύθι αποκλειστικά ως είδος μουσειακό, του οποίου μόνο η καταγραφή και η λαογραφική μελέτη έχει νόημα. 'Η οι περιπτώσεις ψυχολόγων και ψυχιάτρων που απορρίπτουν τις διασκευές, τις αναδιηγήσεις ή τη δημιουργία νέων παραμυθιών, υποτιμώντας παράλληλα και ολόκληρη την σύγχρονη παιδική λογοτεχνία. Σ' αυτές ιδιαίτερα θα ήθελα να σταθώ και να προσπαθήσω να δείξω πόσο άδικο έχουν, γιατί έτσι καταδικάζουν το παραμύθι σε θάνατο.
     Θ' αναφέρω ένα χτυπητό παράδειγμα, μαζί με τις αντιδράσεις που προκάλεσε. Είναι εκείνο του διάσημου παιδοψυχίατρου Βrunο Bettelheim, που πέθανε τραγικά στα τέλη της δεκαετίας του 1980.
Bruno Bettelheim
     Στην εισαγωγή του πασίγνωστου βιβλίου του Τhe Uses οf Enchantment [1], σχετικά με το νόημα και τη σημασία των λαϊκών παραμυθιών, ο Βettelheim γράφει:
  "Ως παιδαγωγός και θεραπευτής σοβαρά διαταραγμένων παιδιών είχα ως κύριο έργο να ξαναδώσω νόημα στη ζωή τους(...) Σ' αυτή την προσπάθεια τίποτε δεν είναι πιο σημαντικό από την επίδραση των γονιών (...) Δεύτερη σε σπουδαιότητα έρχεται η πολιτιστική μας κληρονομιά όταν μεταβιβάζεται στο παιδί με το σωστό τρόπο. Και είναι η λογοτεχνία που μεταδίδει καλύτερα τις σχετικές πληροφορίες στα παιδιά. Μετά από τη διαπίστωση αυτή, απογοητεύτηκα πολύ με ένα μέρος της λογοτεχνίας που έχει πρόθεση να βοηθήσει στην εξέλιξη του νου και της προσωπικότητας του παιδιού (...) Το πλήθος των βιβλίων που αποκαλούνται "Παιδική Λογοτεχνία" (...) επιχειρούν να διασκεδάσουν ή να πληροφορήσουν ή και τα δυο. Αλλά τα περισσότερα είναι τόσο φτωχά σε ουσία, που ελάχιστα μπορεί να κερδίσει κανείς απ' αυτά. ...Σύμφωνα με τις εμπειρίες μου, τα παιδιά, φυσιολογικά και μη το ίδιο, και κάθε πνευματικού επιπέδου, βρίσκουν ότι τα λαϊκά παραμύθια τα ικανοποιούν πιο πολύ από όλες τις άλλες παιδικές ιστορίες" [2].
Nicholas Tucker
 Η αντίδραση και η "αντεπίθεση" δεν άργησε να εκδηλωθεί - και μάλιστα με βέλη "εξ οικείων". Αν δεν κάνω λάθος, οι πρώτες βολές ήρθαν από τον J. Heisig, σε άρθρο του που δημοσιεύτηκε το 1977[3], δηλαδή ένα χρόνο μετά την έκδοση του βιβλίου του Βettelheim. Οξύτερο ίσως και πιο κοντά στο θέμα μας ήταν το άρθρο του Καθηγητή της Εξελικτικής Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Sussex, Nichοlas Tucker, που δημοσιεύτηκε το 1984 [4]. Οι κυριότερες αντιρρήσεις του Τucker αφορούν ορισμένες δογματικές θέσεις του Bettelheim για την υποτιθέμενη ομοιόμορφη και πάντα θετική αντίδραση των παιδιών στα παραμύθια, καθώς και τη γενική χρήση -από την αρχή ως το τέλος της μελέτης- του όρου "το παιδί", χωρίς σαφή αναφορά στην ηλικία, το φύλο ή την προέλευσή του -στοιχεία που ίσως διαφοροποιούν και τη στάση κάθε παιδιού.
            Εκείνο ωστόσο που μας ενδιαφέρει εδώ κυρίως είναι οι παρατηρήσεις του Tucker για την κάπως αβασάνιστη αναφορά του Bettelheim στη "γνήσια" εκδοχή των λαϊκών παραμυθιών και τον ισχυρισμό του ότι τα παιδιά απορρίπτουν τις διασκευασμένες ή απλοποιημένες μορφές τους. Πράγματι, ο Bettelheim γράφει: "Παραμύθια που έχουν υποστεί περικοπές ή έχουν ωραιοποιηθεί απορρίπτονται από τα παιδιά που τα έχουν ακούσει στην αρχική μορφή τους" [5]. Και ο Tucker αναρωτιέται δικαίως: "Μα ποια είναι η αρχική μορφή των λαϊκών παραμυθιών, όταν τα πιο πολλά έχουν απαντηθεί σε πλήθος παραλλαγές;"[6] Καταλογίζει έτσι στον Βettelheim ότι δεν τον απασχόλησε αρκετά το πώς πρωτοεμφανίστηκαν, πώς εξελίχθηκαν και πώς καταγράφτηκαν για πρώτη φορά τα παραμύθια, από τα οποία ξεκινά για να αντλήσει τόσα συμπεράσματα [7].
            Η αλήθεια είναι ότι ο Bettelheim δεν αποφεύγει πάντα ν' αναφερθεί στην προέλευση των παραμυθιών. Στην εισήγησή του στο 18ο Συνέδριο της Διεθνούς Οργάνωσης Βιβλίων για τη Νεότητα, το 1982 στο Cambridge, που δόθηκε γραπτή, γιατί η ασθένειά του είχε ήδη αρχίσει, αναφέρει: "Τα ίδια βασικά μοτίβα ανιχνεύονται σε παραμύθια από πολλά μέρη του κόσμου, παρόλο που κάθε πολιτισμός τα προσαρμόζει σύμφωνα με ό,τι του ταιριάζει περισσότερο. Για παράδειγμα, η Σταχτοπούτα (...) μπορεί ν' ακουστεί σε εκατοντάδες παραλλαγές, σε όλες τις ηπείρους. Μερικά μοτίβα της βρίσκονται σε μια ιστορία από την αρχαία Αίγυπτο, που την κατέγραψε ο Ηρόδοτος. Σε πλήρη μορφή καταγράφτηκε στην Κίνα, τον 7ο αιώνα μ.Χ. και αναφερόταν ήδη ως "αρχαία" ιστορία. Το μικρό πόδι, ως στοιχείο ομορφιάς και αγνότητας, αντικατοπτρίζει κινεζικά ιδεώδη και έθιμα. Το στοιχείο αυτό έμεινε αναλλοίωτο στη δυτική εκδοχή του παραμυθιού αλλά η παγκόσμια απήχησή του δεν εμποδίστηκε από τέτοιες λεπτομέρειες" [8].

 Σύντομες αναφορές στην προέλευση και τις παραλλαγές των παραμυθιών δε λύνουν βέβαια το πρόβλημα. Ο Bettelheim, μολονότι διακεκριμένος επιστήμονας, δεν παύει να επιλέγει στη μελέτη του τις εκδοχές των παραμυθιών που τον ευκολύνουν περισσότερο στην εξαγωγή των συμπερασμάτων του. Αναφέρει, π.χ., τα εξής μιλώντας για τη Σταχτοπούτα: "Δε φαίνεται να ταιριάζει στο παιδί η σκέψη ότι θα μπορούσαν να γλιτώσουν οι κακές αδερφές της και να τις συγχωρέσει η Σταχτοπούτα. Το παιδί νιώθει ότι ο κόσμος είναι σωστός και ασφαλής μόνον όταν οι κακοί τιμωρούνται στο τέλος" [9]. Κι αλλού: "Η ιστορία γοητεύει γιατί πραγματεύεται με τρόπο ποιητικό ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που έχει ν' αντιμετωπίσει το παιδί: τον αδελφικό ανταγωνισμό"[10]. Παρακάτω εξηγεί πώς η μητριά συμβολίζει την κακή πλευρά της μητέρας, πλευρά που δυσκολεύεται να δεχτεί "το παιδί" [11]. Και τονίζει ότι η τιμωρία των κακών αδελφών δεν έρχεται από την ίδια τη Σταχτοπούτα αλλά από ένα πουλί, που ορμά και τους βγάζει τα μάτια [12].
            Εδώ, όπως παρατηρεί ο Tucker, ο Bettelheim προτιμά την εκδοχή των Γκριμ αντί εκείνης του Περό, όπου η Σταχτοπούτα συγχωρεί τις αδελφές της. 'Ομως και τις δύο αυτές λύσεις τις επινόησαν οι επώνυμοι αυτοί παραμυθάδες και τις πρόσθεσαν σε μια παλιότερη  εκδοχή, όπου στο τέλος η μητριά και οι κακές αδελφές απλώς χλομιάζουν και τις πιάνει πανικός [13].
            Ανάμεσα σε πάμπολλες άλλες μορφές που έχουν ασφαλώς καταγραφεί [14], βρήκα και μία στα ελληνικά, σε παλιό βιβλιαράκι, που πρέπει να είναι των αρχών του  αιώνα μας [15]. Σ' αυτή την εκδοχή, από τις πιο παλιές ίσως, αφού περιέχει στοιχεία κανιβαλικά, οι κακές αδελφές δεν τιμωρούνται. Επίσης δεν υπάρχει μητριά, και δεν ξέρω πως θα χωρούσε εδώ η θεωρία για την κακή πλευρά της μητέρας. Παρατηρεί κανείς κι άλλες σημαντικότατες διαφορές, ιδίως στην αρχή και στο τέλος [16].  Παραθέτω μερικές γραμμές:
            "Μια φορά ήταν τρεις αδελφάδες και είχαν μια μητέρα και νύχτα μέρα έγνεθαν. Μια βραδιά λοιπόν χειμωνιάτικη συνεφώνησαν εκείνης που θα κοπεί το αδράχτι να την κάμουν βόδι να καλλιεργήσουν μ' αυτήν τα κτήματά των και έπειτα να την φάγουν. Κατά τύχην εκόπη το αδράχτι της γριάς μάνας των. Αφού λοιπόν την επήραν και καλλιέργησαν τα αμπέλια των, την έσφαξαν για να τη φάγουν. Η μικρή αδελφή των επειδή ήτο απεριποίητη και εκυλίετο πάντα μέσα στη στάχτη, την έλεγαν Σταχτοπούτα. Της είπαν λοιπόν να φάγει και αυτή από το κρέας της μάνας της, μ' αυτή δεν ήθελε και γι' αυτό την έφαγαν όλη αυτές και επέταξαν μόνον τα κόκαλα. Η μικρή όμως εμάζεψε όλα τα κόκαλα της και τα έβαλε σ' ένα μνήμα έξω από το σπίτι. Και κάθε βράδυ επήγαινε κι άναβε το κανδύλι κι εσκούπιζε το μνήμα, ενώ καμιά από τις άλλες ούτε καν εφρόντισε. 'Υστερα από λίγες μέρες έγινε ένα μεγάλο πανηγύρι(...) εκεί λοιπόν ετοιμαστήκανε να πάνε οι δυο αδελφές. Η τρίτη, η Σταχτοπούτα, έμεινε στο σπίτι..."

Πανηγύρι, λοιπόν, αντί χορός στο Παλάτι, κι από  μόνη της εδώ αποφασίζει η Σταχτοπούτα να μην πάει, από πένθος για τη μητέρα της. Στη συνέχεια τα πράγματα εξελίσσονται λίγο πολύ σύμφωνα με την πιο γνωστή εκδοχή. Μόνο που η Σταχτοπούτα φεύγει από το πανηγύρι όχι γιατί πρέπει να γυρίσει πριν από τα μεσάνυχτα αλλά απλώς γιατί έτσι θέλει. 'Ωσπου την τρίτη φορά "την είδε ένα βασιλόπουλο και έβαλε χάμου μέλι και μόλις  επάτησε, εκόλλησε η παντόφλα η χρυσή". Κι όταν έπειτα από ψάξιμο βρίσκει το βασιλόπουλο τη Σταχτοπούτα "της βάζει την παντόφλα και της ήλθε στο πόδι λαμπρά και έτσι λοιπόν έγινε η Σταχτοπούτα βασίλισσα στα χρυσά της παλάτια".
            Ούτε μητριά εδώ, λοιπόν, ούτε έντονος αδελφικός ανταγωνισμός, ούτε τιμωρία των αδελφών. Ηπιότερο το τέλος, σε μια εκδοχή πολύ παλιά, ανώνυμου παραμυθά, εξίσου "γνήσια" και καθόλου ωραιοποιημένη, αφού υπάρχει πολλή αγριότητα και κανιβαλισμός στην αρχή.
            Παρόμοιες παρατηρήσεις μπορούν να γίνουν και στις πολλές και διάφορες μορφές του παραμυθιού της Κοκκινοσκουφίτσας. Ο Bettelheim, επηρεασμένος από  τη Φροϋδική θεωρία, δίνει ερμηνείες που σχετίζονται με το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα και το σεξουαλικό συμβολισμό: Ο λύκος συμβολίζει τη σεξουαλικότητα του πατέρα. Ο λύκος-πατέρας καταβροχθίζει τη θυγατέρα του αλλά το κοριτσάκι σώζεται από τον ξυλοκόπο - σύμβολο του "υπερεγώ" του πατέρα, που είναι πρόθυμο να "σκοτώσει" τις κτηνώδεις δυνάμεις του "αυτό" (id), εκείνες που τον ωθούν σε απαγορευμένες επιθυμίες [17].
            Ωστόσο, όπως είναι γνωστό, η διάσωση της Κοκκινοσκουφίτσας και της γιαγιάς προστέθηκε σε μεταγενέστερες εκδοχές. Στις παλιότερες, το παραμύθι τελειώνει όταν ο λύκος καταβροχθίζει και γιαγιά κι εγγονή. Μια τέτοια εκδοχή κατέγραψε κάποτε και η Beatrix Pοtter[18]. Μια τέτοια εκδοχή βρήκα κι εγώ στο βιβλιαράκι που προανέφερα. Παραθέτω απόσπασμα για να διαπιστώσετε την ουσιώδη αυτή διαφορά:
            "Μια φορά ήτανε σ' ένα χωριό μια ωραία βλάχα που είχε μια σαν κι αυτή και πιο ωραία ακόμη κόρη. Το πρόσωπό της ήτανε κατακόκκινο σαν το ροδάκινο, για να' ναι όμως και στο κεφάλι κόκκινη, της έκαμε και μια κατακόκκινη σκούφια(...) και δι' αυτό σ' όλο το χωριό(...) την έλεγαν κοκκινόσκουφη".
Ακολουθεί το ξεκίνημα για το σπίτι της γιαγιάς, η συνάντηση με το λύκο και τ' άλλα γνωστά, ώσπου να φαγωθούν γιαγιά κι εγγονή. Τότε ο λύκος :
"χορτασμένος ανθρώπινο κρέας φεύγει μακριά στην ερημιά. Μα στο δρόμο δεν απήντησε άλλη κοκκινόσκουφη, μονάχα καλούς κυνηγούς με ντουφέκια και κατάμαυρα βόλια. Και αμέσως, σαν να το κατάλαβε, ορμά και φεύγει γρήγορα, γιατί ήξευρε πως κι αυτός σε λίγο θα ξεψυχήσει (...) και θα πληρώσει με τα έρημα και μαύρα σωθικά του τ' αθώο κι ανθρώπινο αίμα" [19].
            Εδώ λοιπόν σε μια εκδοχή διόλου ωραιοποιημένη ή απλουστευμένη δε σώζει το υπερεγώ του πατέρα, δηλαδή κάποιος ξυλοκόπος ή κυνηγός, και η ψυχική ανακούφιση δεν έρχεται. Είναι προφανές ότι η σωτηρία προστέθηκε αργότερα από κάποιον ή κάποιους ευφυείς παραμυθάδες, που εξωράισαν την ιστορία, για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες του ακροατηρίου τους. Κι αυτή, την εξωραϊσμένη παραλλαγή δέχεται ως αυθεντική ο Bettelheim.
            Δεν είναι δύσκολο να αναλογιστούμε το πλήθος των επεμβάσεων και των αλλαγών που έγιναν στα παραμύθια από ανώνυμους παραμυθάδες ανά τους αιώνες, για να ταιριάζουν οι ιστορίες τους με τα γούστα, τα έθιμα και τις ψυχικές ανάγκες των συγχωριανών τους. 'Οσο για τους επώνυμους, και ιδιαίτερα τον Περό και τους αδελφούς Γκριμ, είναι πια γνωστό από πολλές  μελέτες ότι διασκεύασαν τα λαϊκά παραμύθια χωρίς ενδοιασμούς. Ας αναφέρουμε ενδεικτικά τη μελέτη του Jοhn M.Ellis Οne Fairy Stοry Tοο Many [20], όπου αποδεικνύεται λαθεμένη η ρομαντική αντίληψη ότι οι  Γκριμ" γύριζαν επί μήνες στην επαρχία συγκεντρώνοντας από τους χωρικούς και τους απλούς ανθρώπους των πόλεων μια πλούσια συλλογή από θρύλους, που τους κατέγραψαν όσο το δυνατό πιστότερα. Αυτή ήταν η εικόνα που οι αδερφοί Γκριμ ήθελαν να παρουσιάσουν", σχολιάζει πάλι ο Tucker [21]. Και συνεχίζει: "Σαν φλογεροί πατριώτες που ήταν, σκόπευαν πάντα να κάνουν τη συλλογή τους ένα μνημείο εθνικής λαογραφίας. Η επιθυμία τους ήταν οι ιστορίες τους να φαίνονται σαν να πηγάζουν από τον ίδιο το γερμανικό λαό.... (κι έτσι) ...μετέβαλαν ακόμη και την πλοκή των παραμυθιών, ώστε η τευτονική κουλτούρα να παρουσιάζεται όσο το δυνατό ηθικότερη. Iστορίες που αφορούσαν αιμομιξίες ξαναγράφονταν, ώστε ο αρχικός αιμομικτικός πατέρας να μετατρέπεται σε νεαρό πρίγκιπα, που στο τέλος ζητούσε το χέρι της νύφης ή μετατρεπόταν σε διάβολο. Μάνες και πατεράδες που προσπαθούσαν να σκοτώσουν τα παιδιά τους μεταβάλλονταν σε φαύλους θετούς γονείς. Αναφορές σε σεξουαλικές δραστηριότητες οποιουδήποτε είδους παραλείπονταν. Βίαιες οικογενειακές συγκρούσεις γίνονταν μαλακότερες ή έβρισκαν λύση." [22]
            'Ολ' αυτά δε φαίνεται να είχαν απασχολήσει τον Bettelheim ιδιαίτερα. 'Αλλωστε η πιθανότητα επεμβάσεων των πρώτων λαογράφων και των επώνυμων παραμυθάδων αγνοήθηκε και από αυτόν τον ίδιο τον Φρόυντ, που προχώρησε σε ψυχαναλυτική ερμηνεία λεπτομερειών των παραμυθιών, οι οποίες, όπως αποδείχτηκε αργότερα, προέρχονταν από νεότερες παραλλαγές, κυρίως των αδελφών Γκριμ [23]

Συνεχίζεται στην επόμενη ανάρτηση : http://lotypetrovits.blogspot.gr/2012/09/i-i-i-i_16.html 





[1].  Brunο Bettelheim: THE USES ΟF ENCHANTMENT - The Meaning and Impοrtance οf Fairy Tales (Οι χρησιμότητες της μαγείας -το νόημα και η σημασία των λαϊκών παραμυθιών). Lοndοn, Thames and  Hudsοn, 1976.
[2].  ο.π. Επίσης, μετάφραση του αποσπάσματος στα ελληνικά, στο άρθρο της Κούλας Κουλουμπή-Παπαπετροπούλου Ο Brunο Bettelheim και τα παραδοσιακά παραμύθια, στο περιοδικό ΔIΑΔΡΟΜΕΣ, τ.9/1988, σ.18.
[3].  James Heisig: Brunο Bettelheim and the Fairy Tales, στο περιοδικό CHILDREN's LITERATURE, 1977, ν.6.
[4].  Νichοlas Tucker: Dr Bettelheim and Enchantment στο περιοδικό SIGNAL, Nο 43, Iανουάριος 1984.
[5].  THE USES ΟF ENCHANTMENT, ο.π. σελ.147.
[6].  Nichοlas Tucker, ο.π., σελ.38.
[7].  ο.π., σελ.33.
[8].  Brunο Bettelheim: Eισήγηση με θέμα The Psychοlοgical Rοle οf Stοry - Βλ. πρακτικά του 18ου Συνεδρίου της IBBY, Stοry in the Child's Changing Wοrld, Cambridge 1982, σελ.27.
[9].  THE USES ΟF ENCHANTMENT, ο.π., σ.147.
[10].  The psycοlοgical rοle οf stοry, ο.π. σελ.30.
[11].  ο.π., σελ. 31.
[12].  ο.π., σελ.32.
[13].  βλ. το άρθρο του Ν. Tucker: Dr Bettelheim and Enchantment, ο.π., σελ.38.
[14].  Βλ. για παράδειγμα το κείμενο της Irene Whalley: The Cinderella Stοry 1724-1919, στον τόμο της Nancy Chambers (επιμέλεια.): The SIGNAL Apprοach tο Children's Bοοks, Kestrel Bοοks, 1980, στις σελ.140-155, για τις γραπτές μορφές της Σταχτοπούτας που βρίσκονται στη Natiοnal Art Library, Victοria and Albert Museum, στη Βρετανία.
[15].    Τα 52 Παραμύθια, έκδοση του Βιβλιοπωλείου Μιχαήλ Σαλίβερου, χωρίς χρονολογία, σελ.96-99.
[16]. Σχετικά με την "αρχαιότητα" των μορφών, ο Vladimir Prοpp παρατηρεί: Μπορούμε να απλοποιήσουμε τη θέση για τις διεθνείς μορφές και να την εκφράσουμε έτσι: κάθε εθνική μορφή είναι προγενέστερη από την τοπική, επαρχιακή μορφή. Αλλά από τη στιγμή που θα πάρουμε αυτό το δρόμο, δεν μπορούμε παρά να φτάσουμε στην εξής διατύπωση: η διαδεδομένη μορφή είναι προγενέστερη από τη σπάνια μορφή. Θεωρητικά ωστόσο είναι δυνατόν η αρχαία ακριβώς μορφή να είναι αυτή που διασώθηκε σε απομονωμένες περιπτώσεις, ενώ όλες οι άλλες μορφές να είναι νέες. Βλ. Β.Γ. Προπ: Μορφολογία του παραμυθιού, Αθήνα, Καρδαμίτσα 1987, σελ.187.
[17].  Brunο Bettelheim: THE USES... ο.π., σ.166-183.
[18].  Βλ. Nichοlas Tucker: The Child and the Bοοk, Cambridge Uniνersity Press, 1982, σελ.60.
[19].  Τα 52 Παραμύθια, ο.π., σελ.49-51.
[20].  Jοhn M. Ellis: Οne Fairy Stοry Tοο Many,  Uniνersity οf Chicagο Press, 1983.
[21]. Nichοlas Tucker Freud and the Fairy Stοries στο περιοδικό ΝEW SΟCIETY, 27 Σεπτ.1984, σελ.351. Μετάφρ. στα ελληνικά της Αθηνάς Ανδρουτσοπούλου, περιοδικό ΔIΑΔΡΟΜΕΣ, τ.9/1988, σελ.22.
[22].  ο.π.
[23].  ο.π., 21-24.