Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

«Αυτά που θα σας πω δεν τα ξέρουν πολλοί…»


(Απόσπασμα από το βιβλίο Ο κόκκινος θυμός*)

 
«…-΄Ημουν στην Κρήτη, κοριτσάκι μου, είπε κείνος σιγά. Εκεί έκανα τη θητεία μου. Και το καλοκαίρι του 1974 βρέθηκα στην Κύπρο.
    - Στην Κύπρο; πετάχτηκε τώρα ο Απελλής. Το καλοκαίρι της εισβολής δηλαδή; Εκείνη τη φοβερή εποχή εννοούσατε χτες;
    Πάλι «ναι» τους έγνεψε ο Λάζαρος, μα ζωηρά τούτη τη φορά.
   - ΄Εχετε δίκιο, μαύρη εποχή πραγματικά, τα ξέρω τα γεγονότα, συνέχισε ο Απελλής. Μου τα έχει διηγηθεί ο πατριός μου, τα έζησε ο ίδιος παιδί.
   - Τότε ίσως έχεις ακούσει και για τη μάχη στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας. Σου έχει πει για κείνο το μακελειό;
   - ΄Οχι πολλά. Ο πατριός μου ήταν στην Κερύνεια. Από κει ξεσπιτώθηκε με την οικογένειά του. Ο πατέρας κι ο θείος του πολέμησαν με κάποιες ομάδες, όχι όμως μέσα στη Λευκωσία.
   - Λοιπόν ακούστε, μια κι επιμένετε, αναστέναξε ο Λάζαρος. Αυτά που θα σας πω δεν τα ξέρουν πολλοί. Κι απ’ όσους τα ξέρουν,  μερικοί επιμένουν να τ’ αγνοούν. ΄Οταν μαθεύτηκε η εισβολή, ήρθε διαταγή στη μονάδα μου στην Κρήτη να φύγουμε αμέσως, να πάμε να ενισχύσουμε την άμυνα των Κυπρίων. Άλλες μονάδες είχαν κιόλας ξεκινήσει με πλοία. Εμείς επιβιβαστήκαμε σε μεταγωγικά αεροπλάνα. ΄Οταν φτάσαμε πάνω από το αεροδρόμιο της Λευκωσίας, επικρατούσε στο έδαφος τέτοια σύγχυση, που οι δικοί μας πέρασαν τ’ αεροσκάφη για εχθρικά κι άρχισαν να μας ρίχνουν.
   - Αν είναι δυνατόν! έφριξε η Νιόβη
   - Και όμως είναι, κορίτσι μου. Δεν μπορείς να φανταστείς τι μακελειό γινόταν εκείνες τις ώρες γύρω και μέσα στη Λευκωσία. Το αποτέλεσμα είναι ότι μόνο δυο τρία αεροσκάφη από την Κρήτη κατάφεραν να προσγειωθούν, ανάμεσά τους και το δικό μας. Το ένα ξαναγύρισε αμέσως πίσω. Εμείς πεταχτήκαμε από το δικό μας έξω, και το τι αντίκρισαν τα μάτια μας είναι απερίγραπτο. Πέσαμε πάνω σε πτώματα, σε τραυματίες, σε άντρες ακρωτηριασμένους φριχτά που βογκούσαν και ζητούσαν βοήθεια. Η μάχη με τους εισβολείς να συνεχίζεται λυσσαλέα στο αεροδρόμιο κι εμείς να προσπαθούμε μέσα στη φωτιά να ενωθούμε με τους δικούς μας. Κόλαση σου λέω, κόλαση πραγματική!
    Έκλεισε τα μάτια, σαν να ήθελε να διώξει την εικόνα της φρίκης που είχε ζωντανέψει στη μνήμη του.
    - Τελικά, συνέχισε με σπασμένη φωνή,  λίγοι σώθηκαν από μας, όλοι τραυματισμένοι, μερικοί πολύ σοβαρά - του λόγου μου ανάμεσά τους, ο πιο βαριά πληγωμένος. Μας μάζεψαν οι Κύπριοι, με κίνδυνο της ζωής τους μας κουβάλησαν στο νοσοκομείο της Λευκωσίας. Κι εκεί αρχίσαμε να μπαινοβγαίνουμε στα χειρουργεία, ώσπου ν’ αφαιρέσουν όλα τα βλήματα από τα κόκαλα και τις σάρκες μας.
    - Φαντάζομαι τι πόνους θα είχατε, ταράχτηκε η Νιόβη.
    - Φοβερούς, κοριτσάκι μου, αφόρητους. Και το χειρότερο δεν ήταν αυτό. Ήταν ο ψυχικός κλονισμός που είχαμε υποστεί. Νιώθαμε πως μάταια τα είχαμε τραβήξει όλ’ αυτά. Η μεταφορά μας στην Κύπρο αποδείχτηκε φιάσκο. Κι ο αγώνας, η μάχη που δώσαμε με τέτοια λύσσα, μια σκέτη παραφροσύνη. Όλοι μιλούσαν για προδοσία. Ήταν τα χρόνια της χούντας, βλέπεις, κι όλα ήταν πιθανά.
   - Ούτε κείνοι που έρχονταν από την Κρήτη με πλοία δεν πρόφτασαν να βοηθήσουν; απόρησε η Νιόβη.
   - Οι μονάδες εκείνες ποτέ δεν έφτασαν στην Κύπρο, κοριτσάκι μου. ΄Οταν πλησίαζαν στη μεγαλόνησο, πήραν μια περίεργη διαταγή να γυρίσουν να υπερασπιστούν, λέει, τη Ρόδο. Ωστόσο στη Ρόδο δε συνέβαινε τίποτα. Ο κόσμος σεργιάνιζε αμέριμνος στην παραλία. Καταλαβαίνεις δηλαδή τι έγινε. Εμείς, στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας, είχαμε πλησιάσει το θάνατο χωρίς λόγο, σαν πρόβατα επί σφαγή. Είχαμε ζήσει όλη εκείνη τη φρίκη για ένα τίποτα, για κάτι που ήταν από πριν αποφασισμένο απ’ όσους κρατάνε στα βρώμικα χέρια τους τις τύχες του κόσμου…»