Παρασκευή, 12 Απριλίου 2013

Σκέψεις για τη λογοτεχνία

B.Δ. Αναγνωστόπουλος

- με αφορμή τα μυθιστορήματα
της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου
Καναρίνι και μέντα και Ο κόκκινος θυμός

Του Ομότιμου Καθηγητή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας
Β.Δ. Αναγνωστόπουλου
 (Από το εξαντλημένο βιβλίο Το υφαντό της Πηνελόπης  – διαχρονικές αναγνώσεις για το έργο και την προσωπικότητα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Εργαστήρι Λόγου και Πολιτισμού Πανεπιστημίου Θεσσαλίας: Βόλος 2008).



Ι. ΄Ενα καλό βιβλίο είναι ένας καλός φίλος, γιατί μας συντροφεύει στο πέρασμα του χρόνου. Γι’ αυτό το διαβάζουμε και το ξαναδιαβάζουμε, κερδίζοντας σε κάθε ανάγνωση, μαζί με την αισθητική χαρά, γνώση, σοφία κι αλήθειες ζωής.
    Ξαναδιάβασα μέσα στις καλοκαιρινές διακοπές το μυθιστόρημα Καναρίνι και μέντα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου (Πατάκης, Αθήνα 1996). Η ιστορία πλέκεται γύρω από την τύχη του εντεκάχρονου Απελλή, ενός αγοριού που έχει ζήσει αρκετά χρόνια στο Λήδειο ΄Ιδρυμα και ένα καλοκαίρι ζει μαζί με τη «θεία» του Κλειώ στην Αθήνα, κοντά στο λόφο του Στρέφη. ΄Αλλους δικούς του ανθρώπους στην Αθήνα δεν έχει. Ανακάλυψε στη βιβλιοθήκη του σπιτιού της «θείας» τα Διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Του κινήθηκε η περιέργεια κι άρχισε να διαβάζει το διήγημα «Η φωνή του Δράκου», μια ιστορία που έμοιαζε πολύ με τη δική του. Μιλούσε για ένα παιδί που συναντούσε δυσκολίες, δεν έβρισκε πουθενά καταφύγιο, ένιωθε μόνο του. Από δω και πέρα για τον Απελλή ο Παπαδιαμάντης πήρε στην καρδιά του τη θέση του παππού. Σε αυτόν τον χάρτινο παππού Αλέξανδρο θα καταφεύγει και απ’ αυτόν θα ζητάει βοήθεια. «Η φωνή του Δράκου» είναι το διάμεσο που συνδέει και τους δύο. Η «θεία» Κλειώ ετοιμάζεται να φύγει μαζί με τον Τέλη, που αγαπά, για την Αφρική. Ο Απελλής τότε εγκαταλείπει το σπίτι και προσπαθεί να φτάσει στο Λήδειο ΄Ιδρυμα, όπου εκεί γνώρισε αγάπη και στοργή από τις «μητέρες» του. Γνωρίζει αρκετές περιπέτειες ώσπου να φτάσει στον προορισμό του. Η εξαφάνισή του δηλώνεται στην αστυνομία, στην τηλεόραση κτλ. Σαν φτάνει στο ΄Ιδρυμα, μαθαίνει από τη «μητέρα» Ειρήνη πως η Κλειώ δεν είναι «θεία» του, αλλά η πραγματική του μητέρα. «΄Οταν κλείνει ο Θεός μια πόρτα, λέει, ανοίγει ένα παράθυρο...»

           Το μυθιστόρημα έχει πολλές αφηγηματικές αρετές. Το νήμα της εξιστόρησης των γεγονότων δε χάνεται ούτε στιγμή από τον αναγνώστη, γεγονός που δημιουργεί την αναγνωστική αγωνία και το έντονο ενδιαφέρον για τη συνέχεια. Η πλοκή εξάλλου είναι στέρεα και καθαρή. Οι χαρακτήρες ακέραιοι και ψυχολογημένοι, ιδιαίτερα οι «περιθωριακοί» τσιγγάνοι. Όλα όμως αυτά τα στοιχεία, εσωτερικά ή εξωτερικά της γραφής, δεν είναι παρά βοηθητικά επινοήματα προκειμένου να αναδειχθεί κάτι βαθύτερο και ουσιαστικότερο που είναι – κατά τη γνώμη μου – η σχέση των νέων μας με τα κλασικά κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Η περιπετειώδης ιστορία του Απελλή είναι το πρόσχημα για να εμπλέξει η συγγραφέας σ’ αυτή μια άλλη παρόμοια ιστορία που δίνεται στο διήγημα του Παπαδιαμάντη. Η αληθινή τέχνη βοηθάει τη ζωή.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Το πρόβλημα σχετικά με την κατανόηση και οικείωση κειμένων παλαιότερων λογοτεχνών απασχολεί τους εκπαιδευτικούς, τους πνευματικούς ανθρώπους και όλους όσοι ενδιαφέρονται για τους μεγάλους της λογοτεχνίας μας... Χωρίς τους μεγάλους της νεοελληνικής Γραμματείας είμαστε σπίτι χωρίς θεμέλια, δέντρο χωρίς ρίζες. Το μυθιστόρημα Καναρίνι και μέντα προσφέρει την ευκαιρία για παρόμοιους προβληματισμούς. Και είναι  μια καινούρια ιδέα που κερδίζει η λογοτεχνία για παιδιά και νέους, χάρη στην έμπειρη και πρωτοπόρο συγγραφέα Λότη Πέτροβιτς.



ΙΙ. α. Πιστεύω ότι το καλό μυθιστόρημα αφήνει με το τέλος της ανάγνωσης στην ψυχή του αναγνώστη ένα βαθύ αίσθημα πληρότητας, μια βαθιά ικανοποίηση και υψηλή συγκίνηση. Είναι ακόμα μια πλημμύρα χαράς για την αποκατάσταση της ηθικής τάξης στον κόσμο της ιστορίας, όπως συμβαίνει στην τραγωδία αλλά και στο παραμύθι. Είναι εύλογο ο αναγνώστης να γίνεται κομμάτι της ιστορίας με τις σφοδρές συγκρούσεις και τις περιπέτειες των μυθιστορηματικών προσώπων, ν’ ακολουθεί τα βήματα τους και ν’ ανησυχεί για την τύχη τους. Θα ’λεγα ότι στο παιχνίδι αυτό της περιπέτειας, που στήνει (και γνωρίζει εκ των προτέρων) ο παντογνώστης συγγραφέας, ο αναγνώστης δεν είναι απλά παρατηρητής αλλά συμπάσχει με τους «παίχτες» και λυτρώνεται μαζί τους. Αυτή την «των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν» ένιωσα στο μυθιστόρημα Ο κόκκινος θυμός (Πατάκης 2004, σελ.271). Στο τέλος  επέρχεται η νηνεμία όπως μετά από μια θαλασσοθύελλα η ηρεμία ή μετά από έναν βαρύ χειμώνα η άνοιξη. Είναι η αλάνθαστη συνταγή του λαϊκού παραμυθιού: σε παίρνει με την ιστορία του και σε απογειώνει και ύστερα από πολλά μικρά και μεγάλα εμπόδια σε επαναφέρει στη γη δημιουργώντας ένα αίσθημα ανακούφισης, ασφάλειας και ισορροπίας.

     β. Η Πέτροβιτς μένει πιστή, χωρίς παρεκκλίσεις, σε ορισμένες αρχές που εφαρμόζει στην Τέχνη της όχι μόνο της αφήγησης αλλά και γενικότερα της τεχνικής. Έχω διαβάσει όλα τα μυθιστορήματά της και παρακολουθώ με ενδιαφέρον την τύχη των ηρώων και των ηρωίδων της από μυθιστόρημα σε μυθιστόρημα. Έτσι, νομίζω, αναπτύσσεται μια ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στον αναγνώστη και τον ήρωα. Βλέπει πώς εξελίσσεται μέσα από καινούργια δεδομένα, πώς αντιμετωπίζει τις δυσκολίες, πώς ωριμάζει, πώς αντιδρά κ.λπ. Λ.χ. ο 17χρονος Απελλής είναι πρωταγωνιστής στο Ο κόκκινος θυμός αλλά και στο προηγούμενο βιβλίο Καναρίνι και μέντα, όταν ήταν 11 χρόνων.Τον συναντάμε, επίσης, στα βιβλία Ποιος θα γράψει για το σκύλο μας;, Το μυστήριο του καλοκαιρινού Αγιοβασίλη και Τα τέρατα του λόφου. Άλλωστε όλο το μυθιστορηματικό σύμπαν της Πέτροβιτς δομείται (και γεννάται) μέσα στον ιστό εφτά οικογενειών που συνδέονται με δεσμούς οικογενειακούς ή φιλίας και καλύπτουν χρονικά όλον τον 20ο αιώνα, από τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο έως τις ημέρες μας. Και είναι φυσικό τα θέματα των μυθιστορημάτων της να είναι διαχρονικά και σύγχρονα, όπως ειρήνη και πόλεμος, κατοχή, αντίσταση, προσφυγιά, μετανάστευση, εφηβεία, ναρκωτικά, διαζύγιο, ρατσισμός, κοινωνικές συγκρούσεις κ.α. Θεωρώ, επίσης, πολύ έξυπνη την ιδέα να δοθούν στο τέλος του βιβλίου πληροφορίες για τα μυθιστορήματα και κυρίως για τους ήρωές τους και πώς και πού διαπλέκονται στις ιστορίες. Τέλος, πιστεύω ότι θα μπορούσε να γίνει σε επίπεδο διατριβής μελέτη φιλολογική για το συνολικό corpus αυτών των μυθιστορημάτων.


   γ. Η επιτυχία ενός λογοτεχνικού κειμένου εξαρτάται εν πολλοίς από την τεχνική του, τις τεχνικές μεθόδους αφήγησης, που ποικίλλουν από συγγραφέα σε συγγραφέα. Θα επισημάνω ορισμένες τέτοιες τεχνικές στο μυθιστόρημα Ο κόκκινος θυμός.
   1. Ο τίτλος, αίφνης, μας δίνει στοιχεία λειτουργικά, το χρώμα και το συναίσθημα, εικόνα και ψυχολογία, δίνει την εντύπωση του πίνακα. Αυτό συνδέεται οργανικά με την ιστορία, αφού ο Απελλής στους πίνακες που ζωγραφίζει βγάζει πολύ θυμό χρησιμοποιώντας το κόκκινο χρώμα. Θυμό για τον φυσικό πατέρα του που εγκατέλειψε τη μητέρα του, την Κλειώ, και τον ίδιο και τώρα ζει σε νέα οικογένεια, με τον Τέλη (πατριό) και τη Νεφέλη (ετεροθαλή αδελφή).
  2. Παραμονές Χριστουγέννων τα πράγματα αλλάζουν πλοκή. Εμφανίζεται στον ορίζοντα των σπουδαστικών προσδοκιών του Απελλή ο «μάγος» τεχνοκριτικός Τζίσεν, ελληνοκαναδός και του προσφέρει υποτροφία για σπουδές στο Μόντρεαλ Καναδά. Ποιος όμως είναι αυτός ο απροσδόκητος Τζίσεν; Ο Απελλής, που προετοιμάζεται για το πολυτεχνείο, προβληματίζεται σοβαρά με την άρνηση της μητέρας του (για τον Τζίσεν). Βρίσκουν κάποια στοιχεία για τον «μάγο» στο ίντερνετ αλλά παραμένει το βαθύτερο μυστήριο η ταυτότητά του. Και αυτή η τρόπον τινά  αστυνομικής υφής υποψία διαβρέχει όλη την ιστορία και, φυσικά, προσθέτει αναγνωστικό ενδιαφέρον και σασπένς.
   3. Αν ήθελα να ξεχωρίσω δύο ιστορίες εγκιβωτισμένες στο πλαίσιο του βασικού μύθου, θα διάλεγα του Απελλή και του Λάζαρου. Με πολλή σοφία εδώ παρακολουθούμε δυο διαφορετικές ιστορίες προσώπων που όμως οι δρόμοι τους συναντήθηκαν τυχαία, πριν από 7 χρόνια περίπου, στο βιβλίο Καναρίνι και μέντα και τώρα συναντώνται στο «Στέκι», στα Εξάρχεια. Ιδιαίτερα η ιστορία του Λάζαρου είναι συγκλονιστική, αναφερόμενη στον τραυματισμό του κατά την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο, τον Ιούλιο του 1974.
Κάρολος Ντίκενς
   4. Είναι επιτυχημένο εύρημα να χρησιμοποιηθεί, τρόπον τινά, ως καμβάς της ιστορίας του Απελλή το μυθιστόρημα του Ντίκενς  Οι μεγάλες προσδοκίες. Άλλωστε η Πέτροβιτς έχει συνηθίσει να προπαγανδίζει τεχνηέντως το βιβλίο μέσα στα βιβλία της, όπως λ.χ. στο Γιούσουρι στην τσέπη τον Καρκαβίτσα ή στο Καναρίνι και μέντα τον Παπαδιαμάντη κ.ά.
  5. Πέρα από το κεντρικό θέμα του βιβλίου, που είναι η μεγάλη απόφαση των νέων για το επαγγελματικό τους μέλλον και επί του προκειμένου η απόφαση του Απελλή αν θα δώσει εξετάσεις στο πολυτεχνείο ή θα ακολουθήσει τη ζωγραφική, συναντούμε και άλλα ενδιαφέροντα θέματα, όπως είναι οι συζητήσεις γύρω από την τέχνη, τη ζωγραφική, τη μουσική, αλλά και για τα βότανα, την παραολυμπιάδα του  2004, τα ναρκωτικά κ.ά.

   δ. Άλλο στοιχείο που προσθέτει βάθος και ποιότητα στο λόγο είναι η ιδεολογία, το σύστημα των ιδεών που διαπερνούν φανερά ή υπόγεια το έργο. Η ποιότητα των ιδεών κρίνεται από την ικανότητα του συγγραφέα, να αξιοποιήσει λογοτεχνικά τις δικές του ιδέες αλλά και άλλων. Ο κίνδυνος ελλοχεύει πάντοτε στην υπερβολική χρήση απόψεων και θέσεων ή στην ανεπίκαιρη και αναιτιολόγητη χρήση. Στον Κόκκινο θυμό υπάρχει αυτή η ποιότητα των ιδεών με μια διάθεση γνωμολογική- όχι η εκζήτηση- και εκπηγάζει από μια ευρύτερη κουλτούρα σχετικά με το βιβλίο και την τέχνη. Είναι διάχυτο το πνεύμα της ανθρωπιάς και της αλληλεγγύης, του σεβασμού στον άνθρωπο και ιδιαίτερα στον «πληγωμένο», του διαλόγου, της δημοκρατικής συμπεριφοράς, της πίστης και του καθημερινού αγώνα, της τέχνης κλπ. Είναι φυσική λοιπόν η επίκληση κάποιων σοφών λόγων, όπως:

 - Μείνε ακίνητος και κάνε το μήλο, . Σεζάν (σ. 66).
- Όταν ο Θεός κλείνει μια πόρτα, ανοίγει ένα παράθυρο (σ. 86).
- Τύχη είναι το ψευδώνυμο που χρησιμοποιεί ο Θεός όπου δε θέλει να βάλει την υπογραφή του (σ. 106).
- Η τέχνη δεν έχει πατρίδα, όμως οι δημιουργοί κι όσοι ασχολούνται μ’ αυτήν έχουν (σ. 161).
- Για τα δάκρυά μας δεν υπάρχει λόγος να νιώθουμε ντροπή. Είναι βροχή τα δάκρυα πάνω στη σκόνη που σηκώνεται απ’ την καρδιά μας, Ντίκενς (σ.170).
- Όταν τραβώ μια γραμμή θέλω να νιώθω ότι έχει μέσα της αίμα, Πικάσο (σ.197).
- Ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα, Ελύτης (σ.211).

Ουμπέρτο ΄Εκο
   ε. Με τη λογοτεχνία, λέει ο Ουμπέρτο Έκο, ζούμε περισσότερο και περισσότερα, εννοώντας ότι μας δίνεται η ευκαιρία, μέσα από τη δράση και τις περιπέτειες των ηρώων, να γνωρίσουμε και να «ζήσουμε» και άλλες άγνωστες πτυχές της ανθρώπινης ζωής. Η αναγνωστική αυτή πράξη διευρύνει και βαθαίνει τη γνώση και το συναίσθημα, αυξάνει τον πλούτο της ψυχής και καλλιεργεί κατά πολλούς τρόπους τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου. Ένα κοινωνικό λ.χ. μυθιστόρημα, όπως Ο κόκκινος θυμός μας κάνει κοινωνούς σε φαινόμενα κοινωνικής παθογένειας ή προβλήματα που ενδεχομένως, να μη μας έχουν απασχολήσει πριν. Γιατί, οφείλουμε να τονίσουμε, το σύγχρονο μυθιστόρημα, πέρα από την άλλη λειτουργία και προσφορά του, έχει ρόλο τρόπον τινά διαφωτιστή, διαφωτίζει τον αναγνώστη σε θέματα ιστορικά, κοινωνικά κλπ. Έτσι ερμηνεύεται και η άνθηση του ιστορικού και κοινωνικού μυθιστορήματος τις τελευταίες δύο δεκαετίες και η μεγάλη απήχηση που έχουν στο αναγνωστικό κοινό. Άλλωστε ένα καλό μυθιστόρημα ανταμείβει κάθε αναγνώστη, μοιράζει το αντίδωρο της χαράς και της γνώσης απλόχερα όπως μοιράζει το αντίδωρο ο παπάς στην εκκλησία σε όλους τους εκκλησιαζόμενους. Έχω τη βεβαιότητα ότι το μυθιστόρημα Ο κόκκινος θυμός της Λότης Πέτροβιτς είναι γαλαντόμο στα αντίδωρα προς τους αναγνώστες. Διαθέτει λογοτεχνική γραφή, ώριμο λόγο, ενδιαφέρον θέμα, άριστη τεχνική και προπάντων πλούσιο ιδεολογικό κόσμο. Και απευθύνεται προς όλους τους αναγνώστες.