Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

Γιατί γράφουμε κοινωνικά μυθιστορήματα για παιδιά


[Από το βιβλίο μου Η παιδική λογοτεχνία στην εποχή μας (Καστανιώτης 1990 /εξαντλημένο) σελ. 131-136]
Το ερώτημα «Γιατί γράφετε για παιδιά;» τίθεται συχνά στους συγγραφείς παιδικών λογοτεχνικών βιβλίων παντού τον κόσμο. Γι’ αυτό και αποτέλεσε το κύριο θέμα ενός από τα συνέδρια της Διεθνούς Οργάνωσης Βιβλίων για τη Νεότητα-ΙΒΒΥ (www.ibby.org)[1]. Ακόμα συχνότερα και με εντονότερο ενδιαφέρον τίθεται σε σχέση με τα κοινωνικά μυθιστορήματα, ίσως γιατί αυτά έχουν ιδιαίτερη απήχηση στα μεγάλα παιδιά και κινούν περισσότερο την περιέργεια των ενηλίκων.
     Σ’ αυτό το συγκεκριμένο ερώτημα, για τα κοινωνικά μυθιστορήματα, θα προσπαθήσω να δώσω τη δική μου απάντηση.
     Το πρώτο και βασικό που πρέπει να τονιστεί είναι ότι στην ουσία δεν υπάρχει «γιατί» στην εσωτερική ανάγκη που αισθάνεται κανείς να γράψει, να ζωγραφίσει, να σμιλέψει ένα άγαλμα, να συνθέσει μουσική. Είναι μια ανάγκη για έκφραση ή ακόμα και για «παιχνίδι της φαντασίας», στην οποία ο δημιουργός δεν μπορεί ή δε θέλει ν’ αντισταθεί.
     Πρέπει τώρα να σημειώσουμε μερικά «δεν», τα οποία έχω τη γνώμη ότι βοηθούν να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα και να οδηγηθούμε σε μια λογική απάντηση. Οι συγγραφείς παιδικών λογοτεχνημάτων, λοιπόν:
     - Δεν γράφουν κοινωνικά μυθιστορήματα μόνο για τα παιδιά αλλά για να διαβαστούν και από τους μεγάλους. Σύμφωνα με μια πασίγνωστη πια ρήση, «το καλό παιδικό βιβλίο διαβάζεται εξίσου ευχάριστα και από τους ενηλίκους». Στις μέρες μας, μάλιστα, με την πληθώρα των βιβλίων για μεγάλους, που είναι γεμάτα βωμολοχίες, απαισιοδοξία, ξεπερασμένα πολιτικά μηνύματα και λογής στοιχεία ξένα προς την αληθινή τέχνη και απωθητικά για τον αναγνώστη, ένα καλό βιβλίο «για παιδιά» είναι μια πραγματική όαση.
     - Δεν γράφουν κοινωνικά μυθιστορήματα για να «διδάξουν» τα παιδιά, ούτε για να τα βοηθήσουν να γράφουν καλύτερες εκθέσεις, ή να συμπληρώσουν τις γνώσεις που τους δίνει το σχολείο. Αυτά μόνο ως έμμεσα οφέλη μπορούν να προκύψουν, αφού μιλούμε για λογοτεχνία. Περισσότερο ενδιαφέρει τους συγγραφείς η επικοινωνία μέσω της Τέχνης, ο πλουτισμός του ψυχικού κόσμου των παιδιών με τις εμπειρίες, τις σκέψεις, τις εικόνες, τις καταστάσεις που, ως λογοτέχνες, είναι σε θέση να τους παρουσιάσουν προσφέροντας ευκαιρίες για ταύτιση. Το σημαντικό που μπορεί έτσι να προκύψει είναι να αποκτήσουν τα παιδιά την ικανότητα να μπαίνουν στη θέση των άλλων, μια ικανότητα πολύτιμη, που θα τα βοηθήσει να έχουν κατανόηση και να ζουν σε αρμονία με τους συνανθρώπους τους στην κοινωνία.
     - Δεν γράφουν κοινωνικά μυθιστορήματα για να «αποκαλύψουν» όλα τα δεινά αυτού του κόσμου. Αυτό δεν αποκλείεται να συμβαίνει ως ένα βαθμό, αν το απαιτεί η πλοκή. Αλλά δεν είναι θεμιτό να αποτελεί την κύρια αιτία συγγραφής ενός μυθιστορήματος για παιδιά. Ο λογοτέχνης δεν είναι δημοσιογράφος, για να «ξεσκεπάζει» τα στραβά που πρέπει να διορθωθούν, ούτε δημόσιος κατήγορος, για να «καταγγέλλει» τους ενόχους. Τα παιδιά ούτε υπεύθυνα είναι για τα κοινωνικά προβλήματα που υπάρχουν τριγύρω τους ούτε ικανά ακόμα να προτείνουν ή να επιβάλουν λύσεις, άρα δεν είναι οι κατάλληλοι αποδέκτες τέτοιων καταγγελιών. ΄Αλλωστε, ας μην ξεχνάμε τι είχε πει ο Γκαίτε για την Τέχνη: «΄Οπου ο σκοπός μυρίζει, το έργο όζει!»

Καλύτερα όμως να φέρω ένα συγκεκριμένο παράδειγμα: Το βιβλίο μου Στο τσιμεντένιο δάσος έχει ως θέμα τα ναρκωτικά. Κύριος σκοπός μου, όταν το έγραφα, δεν ήταν να αποκαλύψω τη μάστιγα στη μεγαλύτερη δυνατή έκταση. ΄Ηθελα να «βάλω στο χαρτί» την ιστορία που γεννήθηκε μέσα μου από το ερέθισμα «παιδί-ναρκωτικά». ΄Εχοντας τότε παιδιά στην προεφηβική και την εφηβική ηλικία, το θέμα αυτό με είχε συγκλονίσει. ΄Ηταν φυσικό λοιπόν να θέλω να γράψω γι’ αυτό. Και εφόσον «ιδανικούς αναγνώστες» είχα στο μυαλό μου παιδιά στην ηλικία των παιδιών μου, ήταν φυσικό η ιστορία να είναι ειπωμένη έτσι, ώστε να τους αρέσει, να τα συναρπάζει, να πλουτίζει τις εμπειρίες τους, τις γνώσεις τους για τον κόσμο, χωρίς να τα πανικοβάλλει ή να τα απελπίζει – να έχει δηλαδή τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν ένα βιβλίο «για παιδιά». Εκείνο που, κατά τη γνώμη μου, θα ήταν αφύσικο και απαράδεκτο, ήταν να τους μιλούσα με ύφος «διδακτικό» ή να τους αράδιαζα όσες γνώσεις μπορούσα να συγκεντρώσω γύρω από τα ναρκωτικά, να καταγγείλω πιθανούς ή απίθανους φταίχτες και άλλα παρόμοια σε κοινό αναρμόδιο – τα παιδιά – με άλλα λόγια να παραστήσω τον εισαγγελέα.
Το μόνο που βρήκα θεμιτό ήταν να διαλέξω το χνάρι ενός παλιού δοκιμασμένου παραμυθιού – της Κοκκινοσκουφίτσας – για να πω την ιστορία μου, επειδή, όπως έχουν αποδείξει διάσημοι παιδοψυχολόγοι, δρα αιώνες τώρα προειδοποιητικά.
     Το γιατί έκανα την κάπως περιοριστική αυτή επιλογή δεν είναι δύσκολο να το καταλάβει κανείς. Την εποχή που γράφτηκε το βιβλίο – το πρώτο της ελληνικής Παιδικής Λογοτεχνίας για το θέμα των ναρκωτικών – οι ενήλικοι διαπληκτίζονταν ακόμη αν πρέπει ή όχι να μιλά κανείς στα παιδιά γι’ αυτά. Οι διαφορετικές απόψεις ακούγονταν σε όλα τα επίπεδα, από συζητήσεις σε συναθροίσεις απλών γονιών, ως τις γνωματεύσεις ειδικών σε συνέδρια διεθνών οργανισμών. ΄Ηθελα λοιπόν να βρω έναν αδιαφιλονίκητο τρόπο να διηγηθώ την ιστορία μου και να θίξω το θέμα που με ενέπνεε.  
     Κάποιες τέτοιες λύσεις, νομίζω, βρίσκουν και άλλοι συγγραφείς, για να πουν στα παιδιά τις ιστορίες που γεννιούνται μέσα τους από τη σύγχρονη ζωή, για να γράψουν μυθιστορήματα με θέματα κοινωνικά, χωρίς να ξεχνούν την ευθύνη που συνεπάγεται η δουλειά τους, αλλά και χωρίς να προδίδουν την τέχνη τους. ‘Εχω τη γνώμη ότι οι συγγραφείς αυτοί δεν διανοούνται καν ότι μπορούν ή πρέπει να «σώσουν» την κοινωνία ή τα παιδιά με τα μυθιστορήματά τους. Ασφαλώς γνωρίζουν ότι τα κοινωνικά προβλήματα κατανοούνται, συνειδητοποιούνται καλύτερα με τη λογοτεχνία, αλλά δε λύνονται με αυτήν ή τουλάχιστον μόνο με αυτήν. Αν κάτι τέτοιο ήταν τόσο εύκολο, τότε και το κακό θα είχε εκλείψει από τον κόσμο από τον καιρό που οι αρχαίες τραγωδίες τελείωναν με την «κάθαρση».
Γιώργος Θεοτοκάς
 Στο σημείο αυτό θα ήθελα να παραθέσω μερικές γραμμές του Γιώργου Θεοτοκά, που διαφωτίζουν το θέμα μας με τρόπο μοναδικό. Γράφει λοιπόν:
     «Θέλω ν’ αποφύγω μια παρεξήγηση που τη βλέπω να έρχεται. Δε λέω: η Τέχνη για την Τέχνη. Τουναντίον πιστεύω πως η τέχνη γίνεται για τους άλλους […] Η Τέχνη είναι μια προσφορά, χαρίζει στους άλλους ό,τι πολυτιμότερο έχει ο δημιουργός μέσα του, τους βοηθεί να γνωρίσουν βαθύτερα τον εαυτό τους, τους κάνει να συναισθανθούν την αξία της ζωής […] Εκείνο που αρνούμαι είναι η κοινωνική αντίληψη της Τέχνης με την τρέχουσα έννοια αυτής της λέξης «κοινωνική». Δεν μπορώ να θέσω κοινωνικούς ωφελιμιστικούς σκοπούς σ’ αυτό το ξεχείλισμα εσωτερικών δυνάμεων που κάνει την αληθινή δημιουργία»[2].
      Σαν συμπέρασμα λοιπόν μπορούμε, νομίζω, να σημειώσουμε ότι οι συγγραφείς γράφουν κοινωνικά μυθιστορήματα για παιδιά, για τους ίδιους λόγους που γράφουν οποιοδήποτε άλλο είδος Παιδικής Λογοτεχνίας. Και γράφουν για παιδιά ίσως επειδή, όπως είχε γράψει ο C.S. Lewis, «μια ιστορία για παιδιά είναι η καλύτερη μορφή τέχνης, για να πεις αυτό που έχεις να πεις»[3].
     Ακόμα κι αν δεν συμφωνεί κανείς με τη ρήση του Lewis, δεν μπορεί παρά να παραδεχτεί ότι η Παιδική Λογοτεχνία, όπως όλη η Λογοτεχνία και κάθε Τέχνη είναι μια ομορφιά. Αν χρεωνόταν με την υποχρέωση να λειτουργήσει ως «σωτήρας της κοινωνίας», μόνο με τη δύναμη της ομορφιάς της θα ήταν ικανή να επιτελέσει τέτοιο έργο. ΄Αμποτε να γινόταν τέτοιο θαύμα! Είθε να δικαιωνόταν ο Ντοστογιέαφσκι που έλεγε ότι «η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο»!

[1] Βλ. http://www.literature.at/viewer.alo?objid=14828&page=1&viewmode=fullscreen
[2] Γ. Θεοτοκά: Ελεύθερο Πνεύμα, σελ. 52-53.
[3] C.S. Lewis: “On Three Ways of Writing for Children” στο Only Connect  με διάφορα δοκίμια και επιμέλεια της Sheila Egoff, Oxford University Press, Canada 1080, σελ. 208.