Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

Αχ, αυτά τα παιδιά που δε μας ακούνε!


Ο Ιούλιος, το δεύτερο παιδί του Καλοκαιριού και της Ζέστης, το πρώτο πράγμα που άκουσε όταν γεννήθηκε στη χώρα του παππού του του Χρόνου ήταν το τραγούδι ενός τζιτζικιού. ΄Εσκυψε στη γη, είδε το τζιτζίκι σκαρφαλωμένο στο πιο ψηλό κλαρί ενός πανύψηλου δέντρου και του φώναξε με λαχτάρα:
     - Ε, φίλε! Να κατέβω μια μέρα να μου μάθεις κι εμένα να τραγουδάω;
     - Μετά χαράς, αποκρίθηκε το τζιτζίκι. ΄Ελα νωρίς αύριο το πρωί ν’ αρχίσουμε τα μαθήματα.
     Το άλλο πρωί όμως άδικα το τζιτζίκι τραγουδούσε και περίμενε. Ο Ιούλιος το ξέχασε. Μόλις ξημέρωσε, έπιασε φιλίες με το Λιοπύρι κι άρχισαν αντάμα να τσουρουφλίζουν στη γη τους ανθρώπους...
     Το τρελό παιχνίδι  κράτησε ως το απόγευμα. Κι όταν βασίλεψε ο ήλιος, ο Ιούλιος γύρισε σπίτι του κατάκοπος και ιδρωμένος.
     - Ε, τι έγινες; του φώναξε νυσταγμένο το τζιτζίκι από το ψηλό το κλαρί. Δεν είπες πως θα έρθεις να σε μάθω να τραγουδάς;
     - Θα έρθω αύριο, αποκρίθηκε ο Ιούλιος κι έβαλε να πιει νερό πολύ παγωμένο.
     - Ιούλιε, μην πίνεις ιδρωμένος τόσο παγωμένο νερό! τον ορμήνεψε ο παππούς του ο Χρόνος, που ήταν – καταπώς έλεγαν – κι ο καλύτερος γιατρός. Αύριο μπορεί να σε πονάει ο λαιμός σου.
     Ο Ιούλιος όμως δεν τον άκουσε….
 
Το άλλο πρωί, το τζιτζίκι του κάκου τραγουδούσε και περίμενε, τραγουδούσε και περίμενε... Όταν άνοιξε τα μάτια του ο Ιούλιος, ένιωσε το κεφάλι του βαρύ, το λαιμό του να τον πονάει και το κορμί του να ζεματάει ολόκληρο.
      - Το παιδί ψήνεται στον πυρετό, ανησύχησε η μαμά του η Ζέστη.
      - Να του βάλουμε θερμόμετρο, είπε ο μπαμπάς του το Καλοκαίρι.
 Το θερμόμετρο έδειχνε σαράντα και ένα!
      - Πρέπει να μείνει στο κρεβάτι και να κάνει γαργάρες, είπε τη γνώμη του κι ο παππούς ο Χρόνος, σαν καλός γιατρός που ήταν. 'Εχει αμυγδαλές!...
 
(Aπό το βιβλίο Τα παιδιά του Καλοκαιριού, της σειράς "Ιστορίες με τους 12 μήνες"