Σάββατο, 29 Φεβρουαρίου 2020

Γράφει η Γιώτα Κεφαλά: «Ο χορός του μαύρου πελαργού»*



 Ο παππούς του δεκατριάχρονου Φάνη, Νικόλαος Αστρινός, εξαφανίζεται ξαφνικά ένα βράδυ από το σπίτι, ενώ βλέπουν παρέα τηλεόραση και οι γονείς του Φάνη απουσιάζουν. Ο παππούς αναγκάστηκε να συγκατοικήσει με την οικογένεια του γιου του μετά την ασθένεια της γιαγιάς και τη μεταφορά της στη Θεσσαλονίκη, προκειμένου να υποβληθεί σε μια ειδική θεραπεία από την κόρη της και γιατρό, Μάρθα. Μετά τη μετακόμιση στο σπίτι του γιου του έπεσε σε κατάθλιψη εξαιτίας της έλλειψης της συντρόφου του και της απομάκρυνσης από την κατοικία του. Εκείνο το βράδυ, λοιπόν, εξαφανίζεται και, όπως θα μάθουμε στη συνέχεια, μαζί με ένα φίλο του από το Σύλλογο Ποντίων πηγαίνει στη Θεσσαλονίκη να δει την αγαπημένη του σύζυγο και τον παιδικό του φίλο Πέτρο, ο οποίος είναι σοβαρά άρρωστος και νοσηλεύεται στο νοσοκομείο. Όλο αυτό το χρονικό διάστημα που ο παππούς βρίσκεται στο σπίτι του γιου του γράφει σε ένα τετράδιο και το βράδυ πριν εξαφανιστεί λέει στον εγγονό του να μην πετάξουν το γραπτό του, αλλά να το διαβάσει, προκειμένου να καταλάβει όσα έχουν γίνει στη ζωή του. Ο Φάνης εκείνο το πρώτο βράδυ της εξαφάνισης αρχίζει να διαβάζει το τετράδιο του παππού του και ταξιδεύει στο παρελθόν.

Ο παππούς γράφει στον εγγονό του σε πρώτο πρόσωπο και αφηγείται τη ζωή του. Με λιτή γραφή αναφέρεται στην προσφυγιά των γονιών του το 1922, στον πόλεμο του 1940 και στη φτώχεια που ακολούθησε τα μεταπολεμικά χρόνια. Ο παππούς ήθελε να σπουδάσει φιλολογία , αλλά δυστυχώς η ζωή τα έφερε έτσι και μετά το θάνατο του πατέρα του στράφηκε στη θάλασσα και μπάρκαρε. Εξάλλου αυτή ήταν απόφαση δική του και του κολλητού του Πέτρου: αν αποτύγχαναν και δεν κατόρθωναν να πραγματοποιήσουν ό,τι ονειρεύονταν, θα γίνονταν ναυτικοί. Ο παππούς Νικόλας, λοιπόν, θα φύγει και θα ταξιδέψει μακριά, αλλά θα τα φέρει έτσι η ζωή και κάποια στιγμή που θα βρεθεί για λίγο στην Ελλάδα, θα γνωρίσει την αγαπημένη του σύζυγο, θα παντρευτούν και κείνος θα ξαναφύγει. Η ανατροπή στη ζωή του, όμως, θα συμβεί στην Πολωνία, όπου εκεί, αποκλεισμένος λόγω των πολιτικών ταραχών, θα χάσει το ναυτικό του φυλλάδιο και την ταυτότητά του, θα θεωρηθεί νεκρός και θα περάσει πολλές ταλαιπωρίες μέχρι να επιστρέψει κοντά στην οικογένεια του. 

Η Λότη Πέτροβιτς με το μυθιστόρημα «Ο χορός του μαύρου πελαργού» γράφει μια ιστορία που συνδέει το παρόν με το ιστορικό παρελθόν. Οι νεαροί αναγνώστες θα ταξιδέψουν μέσα από την αφήγηση του παππού Νικόλα σε γεγονότα που αφορούν τόσο την Ελλάδα όσο και την παγκόσμια ιστορία. Τα γεγονότα αυτά, όμως, δε δίνονται μέσα από τη στεγνή ιστορική αφήγηση, αλλά μέσα από τη λογοτεχνική γλώσσα και εντάσσονται αρμονικά στην υπόθεση του βιβλίου. 

Ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου είναι ο παππούς Νικόλας, αν και η παρουσία του γίνεται αισθητή μόνο μέσω των γραπτών του . Η σχέση του όμως με τον εγγονό του είναι αυτή που κινεί τα νήματα της ιστορίας. Η συγγραφέας βασίζεται στη σχέση παππού-εγγονού για να πλέξει την υπόθεση του βιβλίου. Η σχέση αυτή είναι ουσιαστική και βαθιά συναισθηματική –και αυτό φαίνεται και στον τρόπο με τον οποίο μιλά για τον παππού ο Φάνης, καθώς αναπολεί όλες τις στιγμές που έχουν περάσει μαζί. Ο Φάνης διαβάζοντας τα γραπτά του παππού μαθαίνει πως νιώθει ο ηλικιωμένος πια παππούς του, ο οποίος έχοντας φτάσει στα γεράματα διαπιστώνει με τη σοφία των ηλικιωμένων ότι δε θέλει να είναι πια βάρος για τα παιδιά του. Νιώθει ότι είναι ένας άχρηστος άνθρωπος που θα φέρνει δυσκολίες σ’ αυτά και θα θυμίζει βρέφος. Ότι η ζωή των γερόντων είναι σαν των μωρών, αλλά ενώ τα μωρά προκαλούν χαρά οι γέροι είναι βαρετοί και αποτελούν βάρος με την ύπαρξη τους. Σε αυτό το σημείο κάνει αναφορά στον όρο αντιπελάργηση και εξηγεί στο Φάνη τη σημασία του. «…Αντιπελάργηση ή αντιπελαργισμός, τους είπε, σημαίνει ανταπόδοση φροντίδας και στοργής απ’ τα παιδιά προς τους γονείς. Και την είπαν έτσι αυτή την ανταπόδοση, γιατί απ’ την αρχαία εποχή, αλλά και τη βυζαντινή, παρατηρούσαν οι άνθρωποι ότι οι πελαργοί, όταν ο γονιός τους πια γεράσει και γυμνωθεί απ’ τα φτερά του, τον κρατούν ανάμεσά τους και τον ζεσταίνουν με τα δικά τους φτερά. Τον φροντίζουν, του ετοιμάζουν φαγητό, κι όταν πρέπει να πετάξει, τον σηκώνουν πότε ο ένας από δεξιά και πότε ο άλλος από αριστερά με τη φτερούγα τους…»

Το βιβλίο κλείνει με μια δυνατή σκηνή: οι Πόντιοι χορεύουν Σέρα- τον πυρρίχιο χορό των αρχαίων Ελλήνων, όπως λέει ο παππούς. Και κει ξεχωρίζει ο Νικόλας Αστρινός, ο λεβέντης παππούς, που μοιάζει με μαύρο πελαργό, καθώς είναι ντυμένος με τα ρούχα των Ποντίων και χορεύει καμαρωτός. Γιατί όπως λέει η συγγραφέας μέσω του ήρωα της: « Οι Πόντιοι το έχουν στο αίμα τους να μην το βάζουν κάτω. Γονατίζουν από βάσανα, διώξεις και ξεριζωμούς, ακόμη και από γενοκτονίες, αλλά πάντα ξαναστέκονται στα πόδια τους….»

(*) Εκδ. Πατάκη 2019, 128 σελ.

Σημ.: Αναρτήθηκε στο :