Σάββατο, 18 Απριλίου 2020

Τι ακούγεται στις εκκλησιές για τα στοιχεία της Φύσης το πρωί του Μ. Σαββάτου



(Απόσπασμα από το βιβλίο Στη σκιά της πράσινης βασίλισσας*)

Όταν αναλογίστηκε λοιπόν ο μοναχός Λεόντιος ο δενδρίτης ότι ήτανε αμαδρυάδα  η οπτασία που είχε δει, βάλθηκε να θρηνεί και να χτυπιέται απελπισμένος.
     «Αλίμονό μου» έκραζε «τι έπαθα ο δυστυχής! Δαιμόνιο, στοιχειό ακάθαρτο και πονηρό ήταν αυτό που είδα. Το πνεύμα το κακό που έπρεπε να διώξω από το δέντρο ήταν το συναπάντημα. Τώρα ποτέ μου δε θα λυτρωθώ, δε θα συχωρεθώ ποτέ.»
     Και δώσ’ του να σπαράζει.
     Τότε η παλιά εκείνη δρυς κατάλαβε πως ήταν ώρα πια για τη δική της τη φωνή. Αναθυμήθηκε την ευλογία την αρχαία που είχε να μαντεύει, να γνωρίζει και να λέει αυτά που πρέπει, όποτε πρέπει, με το θρόισμα της φυλλωσιάς της. Και βάλθηκε να του μιλάει με τον τρόπο που ήξερε.
     Πρώτα τον μάλωσε που αποκαλούσε την αμαδρυάδα  πνεύμα κακό κι ακάθαρτο. ΄Ηταν, του είπε, σαν να κατηγορούσε την ψυχή του δέντρου. Αλλά η ψυχή ενός δέντρου, όπως φρονούσε κείνη με τη σοφία που κατείχε, δε γίνεται ποτέ να είναι πονηρή. Όπως δεν είναι πονηρές και οι ψυχές που έχουν όλα τα στοιχεία της Δημιουργίας. Γι΄ αυτό και, έμψυχα όλα καθώς είναι, στις μεγάλες άγιες στιγμές καλούνται από τα κείμενα τα ιερά να υμνήσουν και να ευλογήσουν το Δημιουργό τους. Αν δεν τα είχε πρόχειρα στη μνήμη του, ας διάβαζε ο Λεόντιος, λόγου χάρη, στη Γραφή την ΄Αγια που κρατούσε τα όσ’ ακούγονται στις εκκλησιές το Μέγα Σάββατο, όταν πιστοί και ψάλτες κι ιερείς ψάλλουνε κατανυκτικά τον ύμνο των Τριών Αγίων Παίδων και σύμπασα η φύση αγαλλιάζει :

          «Εὐλογεῖτε πάντα τὰ ἔργα Κυρίου τὸν Κύριον… Εὐλογεῖτε ὕδατα πάντα τὰ ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν… Εὐλογεῖτε ἥλιος καὶ σελήνη, ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ… φῶς καὶ σκότος, νύκτες καὶ ἡμέραι… πᾶς ὄμβρος καὶ δρόσος, πάντα τὰ πνεύματα… πῦρ καὶ καῦμα, ψῦχος καὶ καύσων… δρόσοι καὶ νιφετοί, πάγοι καὶ ψῦχος… πάχναι καὶ χιόνες, ἀστραπαὶ καὶ νεφέλαι… γῆ, ὄρη καὶ βουνοί, καὶ πάντα τὰ φυόμενα ἐν αὐτῇ… πηγαί, θάλασσα καὶ ποταμοί, κήτη καὶ πάντα τὰ κινούμενα ἐν τοῖς ὕδασι.... πάντα τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, τὰ θηρία καὶ πάντα τὰ κτήνη, τὸν Κύριον ὑμνεῖτε, καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας…»

      Του θύμισε ύστερα πως είναι δέντρα και οι δυο τους. Εκείνη δέντρο φυσικό και ορατό, που έχει τις ρίζες της στη γη. Πνευματικό εκείνος. Που η ρίζα του είναι στον ουρανό. ΄Αρα λογίζονται αδέρφια μια κι έχουνε κοινό Δημιουργό. Είναι λοιπόν πέρα για πέρα  άδικο ν’ αποκαλεί  δαιμόνιο την αμαδρυάδα, την ψυχή της.
     Στο τέλος, μάντισσα καθώς ήταν όπως όλες οι βελανιδιές, του θύμισε και κάτι από τη ζωή του: Πώς όμοια με τους εικονοκλάστες, που τόσο τους απεχθανόταν, είχε κι εκείνος κάποια μέρα καταστρέψει έργα τέχνης, καλλιμάρμαρους ναούς κι αγάλματα περίτεχνα, νομίζοντάς τα μιαρά. Και δεν του πέρασε στιγμή από το νου ότι, όπως τα έργα τα καλά του Υψίστου, έτσι και των ανθρώπων τα καλλιτεχνήματα κανείς δεν έχει το δικαίωμα να τα συντρίβει…

 *Στη σκιά της πράσινης βασίλισσας, Εκδ. Πατάκη 2012