Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2016

Διδακτορική διατριβή Χρύσας Κοζανιτά



Η διδακτορική διατριβή της Χρύσας Κοζανιτά στο ΕΚΠΑ :

 Η δυναμική της πλοκής 
στο μυθιστορηματικό έργο για παιδιά και νέους 
της Katherine Paterson και της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου
Συγκριτική προσέγγιση

 
http://thesis.ekt.gr/thesisBookReader/id/30512#page/1/mode/2up

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2016

Κριτική - Γράφει η Εύη Τσιτιρίδου






(από το : http://www.evitsitiridou.me/2016/11/20/%cf%84%ce%bf-%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%af-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%bb%cf%8d%ce%ba%ce%b1%ce%b9%ce%bd%ce%b1%cf%82/


Υπάρχουν μερικά βιβλία που έχουν τη μαγική ικανότητα να μην σε αφήνουν να τα αφήσεις. Με την πρώτη ανάγνωση παίρνεις απλώς μια μυρωδιά, με τη δεύτερη αρχίζεις σιγά σιγά να διακρίνεις γεύσεις και μυρωδιές. Με την τρίτη σου ανοίγει η όρεξη και δεν ξέρω σε ποια χορταίνεις και πότε αρχίζεις σιγά σιγά να χωνεύεις την αναγνωστική εμπειρία που σου πρόσφεραν τόσο ευγενικά και πλουσιοπάροχα, ώστε να μεγαλώσεις λίγο περισσότερο, λίγο βαθύτερα. Ένα τέτοιο βιβλίο είναι και «Το φιλί της λύκαινας». Ο βίος και η πολιτεία ενός παππού, έτσι όπως τον αφηγείται στο δωδεκάχρονο εγγονό του. Και παράλληλα ο βίος και η πολιτεία μιας ελληνικής οικογένειας, της ίδιας της Ελλάδας αλλά και του κόσμου ολόκληρου στους πρόσφατους χρόνους, αρχής γενομένης από το 1939, έτος γέννησης του παππού Πέτρου Δίγκου.

Τα περισσότερα από τα θεμελιώδη ζητήματα που απασχολούν τον άνθρωπο θίγονται σε αυτό το βιβλίο. Οι προσωπικές και οικογενειακές σχέσεις, η αγωνία που έχεις ως παιδί να βρεις τον εαυτό σου και να ακολουθήσεις αυτό που πραγματικά ποθεί η ψυχή σου μεγαλώνοντας, τα προγονικά βάρη και κληρονομιές, ψυχικές και πνευματικές κυρίως, οι ευαίσθητες ισορροπίες στη σχέση άνδρα – γυναίκας και το αντίχτυπο που μπορεί να έχει ο άτσαλος, ανώριμος, συχνά εγωιστικός χειρισμός τους σε ένα γάμο, η στάση και οι επιλογές κάθε ανθρώπου ως πολίτη μπροστά σε αυτό που συμβαίνει στο μικρόκοσμό του, στη χώρα του, στην κοινωνία, στον πλανήτη, η ευθύνη για το φυσικό περιβάλλον που βάλλεται πανταχόθεν και ποικιλότροπα από τη μικρονοϊκότητα και την απληστία των εκάστοτε δυνατών, η αδιάκοπη αναμέτρηση του καλού με το κακό όπως εκφράζεται πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά και πολιτισμικά με τους πολέμους, την προσφυγιά, τις κοινωνικές αδικίες, την κατάλυση της δημοκρατίας, την απαξίωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αξιών και ιδανικών και τον ιδεολογικό και ηθικό μηδενισμό που ακολουθεί. Όλα αυτά χωράνε στην αφήγηση του παππού προς τον εγγονό και προς την Αγγελίνα, την παιδική του αγάπη που συναντά εντελώς απρόσμενα και κινηματογραφικά μετά από χρόνια, αφού όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος, για να συνυφανθεί και πάλι το νήμα της κοινής τους ζωής από εκεί που κόπηκε.

Μη φανταστείτε, ωστόσο, ότι με αυτό το βαρυσήμαντο περιεχόμενο το ίδιο το βιβλίο είναι βαρύ και ασήκωτο ως ανάγνωσμα. Κάθε άλλο. Και εδώ δεν μπορείς παρά να υποκλιθείς μπροστά στην εξαίρετη τέχνη του λόγου της κυρίας Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου. Η γραφή της, τα υπέροχα ελληνικά της, απλή και άμεση, ρέει στρωτά, γλυκά και αγαπητικά σαν ποταμάκι μέλι που ευφραίνει, κινητοποιεί και εμψυχώνει τον αναγνώστη. Ακόμη κι όταν περιγράφει τον πόνο, το θυμό, την κακουχία, τη δυστυχία, τον όλεθρο, την απώλεια, δεν σε αφήνει να πληγωθείς. Έχει τον τρόπο της να σε κρατά δυνατό και ήρεμο στις επάλξεις, χωρίς, ωστόσο, να σου χαϊδεύει τ’ αυτιά. Γιατί τα μηνύματα που θέλει να περάσει τα περνάει, όσο δύσκολα και σκληρά κι αν είναι, ισορροπώντας αριστοτεχνικά ανάμεσα στην ωμότητα του ρεαλισμού και στην παρηγορία του φανταστικού. Ο λόγος της, με την τρυφερότητα και την ευγένεια που εκπέμπει, είναι πραγματικά ιαματικός και θεραπευτικός όχι μόνο για το παιδί αναγνώστη αλλά και για κάθε αναγνώστη. Ίσως ακόμη περισσότερο για τον ενήλικο. 

Και κάτι ακόμη που πραγματικά με ανακούφισε: ο εγγονός Φραγκής είναι ένα «κανονικό» παιδί. Ένας προέφηβος που σκέφτεται, μιλά, συμπεριφέρεται, όπως ένα παιδί της ηλικίας του. Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί στα βιβλία που απευθύνονται στους εφήβους και τους νέους οι συνομίληκοί τους ήρωες είναι απαραίτητο και προτιμητέο να εμφανίζονται μονίμως οργισμένοι, βίαιοι, κακότροποι, βαριεστημένοι και βρομόστομοι. Ακόμη κι αν αυτά τα χαρακτηριστικά συνιστούν –κανείς δεν αντιλέγει- μία όψη της εφηβείας, υπάρχει και το είδος της εφηβικής αντίδρασης και «επανάστασης» που γίνεται αθόρυβα, αβίαστα, ανθρώπινα και ίσως πιο ουσιαστικά. Και πιστεύω ότι η καλή λογοτεχνία δύναται να προσφέρει αυτήν ακριβώς την πολύτιμη υπηρεσία: να αναδεικνύει όλες τις πλευρές της ανθρώπινης υπόστασης το ίδιο εμπεριστατωμένα και αποκαλυπτικά και κυρίως να προτείνει, με τον τρόπο της, την επιθυμητή.

Και ποιος ο ρόλος της λύκαινας σε αυτήν την ιστορία; Εδώ αναδεικνύεται το…φιλί της έμπνευσης, η εύνοια της Μούσας και η μαστοριά της συγγραφέα. Ο τρόπος που αξιοποιεί το εύρημα του μικρού λύκου, τον οποίο σώζει από βέβαιο θάνατο και περιθάλπει και υιοθετεί ο παππούς, για να τον αναγάγει σε σύμβολο και να τον εμπλέξει πολύτροπα αλλά τόσο ταιριαστά στην αφήγησή της και στις περιπέτειες των ηρώων της, είναι αξιοθαύμαστος. Η λύκαινα της συγγραφέα είναι πανταχού παρούσα και τις αγωνίες και προσδοκίες μας εκπληρούσα. Μπορεί να είναι η μητέρα τροφός, η γυναίκα σύντροφος, η λατρεμένη κόρη, ο ανεκπλήρωτος παιδικός μας έρωτας, η πατρίδα που άλλοτε μας συντρίβει και μας δαγκώνει κι άλλοτε μας χαϊδεύει στοργικά και μας στερεώνει ξανά στα πόδια μας, ο καλός καγαθός ή ο κακός κι ανάποδος εαυτός μας. Ή μπορεί να είναι και μία πραγματική λύκαινα: μία μοναδική εκπρόσωπος της άγριας φύσης, αυτής που αδιάκοπα, αδιάκριτα και αδάκρυτα απομυζούμε καταστρέφοντάς την, ακρίτως θεωρώντας ότι είναι ανεξάντλητη και ότι ως παντοδύναμο και νοήμων είδος δεν θα έχουμε συνέπειες. Το λογοπαίγνιο, η αλληγορία, ο συμβολισμός διατρέχουν ολόκληρο το βιβλίο, κεντούν αριστοτεχνικά την πλοκή του και κρατούν αμείωτο και συνεχές το ενδιαφέρον του αναγνώστη.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό του βιβλίου που αγάπησα πολύ, είναι οι μικρές παρεκβάσεις που συναντά ο αναγνώστης διάσπαρτες στην κυρίως αφήγηση και της προσδίδουν ιδιαίτερη ζωντάνια, ενώ παράλληλα εξακοντίζουν ριπές νέας μάθησης στις ήδη υπάρχουσες γνωστικές του αποσκευές αλλά και γνήσιας συγκίνησης στο θυμικό του. Καθώς οι περιπέτειες του παππού κατά τις ταραγμένες δεκαετίες της νεότητάς του εξελίσσονται σε μία προσωπική Οδύσσεια, μια εγχώρια αλλά και παγκόσμια περιπλάνηση, μια σειρά από μικρότερες αφηγήσεις μέσα στην κεντρική αφήγηση συνιστούν μία ιδιότυπη ιστοριογραμμή με οικογεωγραφικές, πολιτιστικές, λαογραφικές και ψυχολογικές προεκτάσεις. Όπως αυτή για την ασίγαστη διαμάχη μεταξύ Χιλής και Περού με αφορμή την πατρότητα του ποτού Πίσκο Σάουερ, για τον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης και τη συνομιλία του με το λύκο, για τη λίμνη Ουακατσίνα στο Περού και το σοφό γέρο πρόσφυγα από το Θιβέτ που παρομοίαζε τον ανθρώπινο πόνο με το αλάτι στο νερό, για την ερμηνεία της έκλειψης της σελήνης από τη σουηδική μυθολογία, για την ιστορία του Βορειοηπειρώτη μετανάστη στη Μελβούρνη με τη λύκαινα και την απροσδόκητη φιλία της με το γερασμένο γαϊδαράκο, για την ιστορία του αγρότη στη Βραζιλία που για ό,τι του συνέβαινε μονολογούσε «καλό, κακό ποιος ξέρει;». Γιατί όπως λέει στον «τελευταίο σταθμό» του και ο ποιητής «…κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα…» (Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα, φιλ. επιμ. Γ.Π. Σαββίδης, Ίκαρος, Αθήνα 1972, σ. 214-215).

Με γοητεύει πάντα ο τρόπος που η κυρία Λότη (ας μου επιτραπεί η αναφορά σε αυτήν με το μικρό της όνομα, καθώς την έχω κοντά μου μέσω του έργου της από τότε που ξεκίνησα να διαβάζω και τη νιώθω μέλος της οικογένειάς μου κατά κάποιον τρόπο) δεν σκιαγραφεί απλώς τους ήρωές της γράφοντας: ζει και συμπάσχει μαζί τους και αυτό δημιουργεί την κοινή τους μυθ-ιστορία. Έχουν γίνει πάμπολλες αναλύσεις για το ιδιαίτερο αυτό χαρακτηριστικό της γραφής της από τους πλέον ειδικούς, μπορείτε πάντα να ανατρέξετε σε αυτούς. Το βιβλίο της αυτό τελειώνει με μία απώλεια. Ο παππούς εγκαταλείπει τα εγκόσμια ήρεμα, τρυφερά, με τους αγαπημένους του στο πλάι του, ολοκληρώνοντας έναν κύκλο ζωής που δεν του λείπει τίποτα και που αναδεικνύει όλη την ομορφιά, τα φανερά και κρυφά νοήματα και τη μοίρα της ανθρώπινης ύπαρξης. Όμως, τι περίεργο! Δεν νιώθεις λύπη, δεν μένει μια πικρή γεύση στα χείλη σου, δεν αισθάνεσαι ότι έχασες κάποιον ή κάτι αγαπημένο, ή ακόμη ότι το βιβλίο και η θαλπωρή και απόλαυση που σου προσέφερε, πάνε και τελείωσαν. Αντίθετα, σε πλημμυρίζει μια γαλήνη και μια ευωχία. Νιώθεις πλούσιος, προικισμένος, ευλογημένος. Νιώθεις τυχερός ως άνθρωπος. Και συνεχίζεις τη μέρα ή τη νύχτα σου μηρυκάζοντας ευτυχισμένος τις σελίδες του…

Ο παππούς Πέτρος από «Το φιλί της λύκαινας» της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου και «Ο ψεύτης παππούς» της Άλκης Ζέη εκπροσωπούν επάξια την τρίτη ηλικία στη λογοτεχνία μας και συνιστούν ένα αχτύπητο δίδυμο ηρώων μοναδικά προσιτών και αγαπημένων μέσα στο μεγαλείο τους. Είναι οι παππούδες που όλοι θα θέλαμε να έχουμε. Παραδοσιακοί και μοντέρνοι ταυτόχρονα. Με τα παραμύθια τους και με τις διαδικτυακές τους “εξορμήσεις”. Και το πιο καταπληκτικό είναι ότι η δυναμική τους ξεφεύγει από τα όρια της φαντασίας και της έμπνευσης των δημιουργών τους και εισχωρεί αβίαστα στα προσωπικά μας βιώματα. Γιατί κάποιοι από μας μπορεί και να τους είχαμε πραγματικά…

Θα μπορούσα να γράψω σελίδες πολλές για «Το φιλί της λύκαινας». Θα ήθελα κάποια στιγμή να το δω στον κινηματογράφο ως ταινία ή ως προσεγμένη τηλεοπτική σειρά για όλη την οικογένεια. Νομίζω ότι θα το σκέφτομαι και θα ανατρέχω σε αυτό για καιρό, για μια ζωή. Ότι θα το κουβεντιάζω στο γιο μου και -αν αξιωθώ να γίνω γιαγιά- και στο εγγόνι μου. Ότι θα το προτείνω στους μαθητές μου και στους γονείς των μαθητών μου ανεξαρτήτως ηλικίας. Ότι θα προσπαθήσω να το αφομοιώσω όσο πιο εποικοδομητικά μπορώ και να το χτίσω ραχοκοκαλιά στη δική μου τη ζωή και στην εξέλιξή μου ως γραφιά. Κι ότι θα ευγνωμονώ όλους αυτούς τους παππούδες και τους εγγονούς που μας αποδεικνύνουν με τους λόγους και τις πράξεις τους ότι η ζωή συνεχίζεται εκθαμβωτικά όμορφη και γεμάτη χυμούς σε πείσμα κάθε αντιξοότητας. Κι ας μην έχουν «ποτέ τελειωμό τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου», όπως έγραψε ο μέγας Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο αριστουργηματικό διήγημά του “Το μοιρολόι της φώκιας”.


Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2016

ΔΙΑΒΑΣΜΑΤΑ - Γράφει η Έλενα Αρτζανίδου*


Πες ένα βιβλίο: Το φιλί της λύκαινας, Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, εξώφυλλο: Κατερίνα
Χαδουλού, εκδ.Πατάκη.

Γιατί! Είναι μια ολοκληρωμένη, δυνατή ιστορία πλημμυρισμένη από εικόνες της Μακεδονίας. Από τη γη της που μοσκοβολάει ,από την Ιστορία της που δίνει ταυτότητα στο σήμερα.

Μια ιστορία όπου, ο λύκος και η λύκαινα άλλοτε συμβολικά, άλλοτε αλληγορικά καθορίζουν την πορεία τόσο των ηρώων όσο και των αληθινών ανθρώπων.
   Ο παππούς Πέτρος, ο εγγονός, ο Φραγκής μαζί με την Κάλυ, τη λύκαινα, μπαίνουν στο κέντρο της σκηνής και καλούν κοντά τους τον αναγνώστη να τους ακούσει, μόνο που ο αυτός δεν μένει μόνο θεατής, αντίθετα συμπάσχει με όσα άθελα ή ηθελημένα βίωσαν και οι τρεις και κυρίως με όσα έζησε και συνεχίζει ο παππούς, ο Πέτρος.
   Ο αναγνώστης παράλληλα παρακολουθεί από κοντά όσα συνέβησαν στη νεώτερη ιστορία της χώρας μας, αλλά και σε χώρες όπως η Χιλή, η Αργεντινή, το  Περού και η Πολωνία.
   Μια ιστορία που οι σχέσεις ανάμεσα σε πατέρα και κόρη συνεχίζουν μέχρι τέλους να δοκιμάζονται.
  Μια ιστορία που ευαισθητοποιεί και προτείνει την προστασία του λύκου καθώς το αδικημένο πλάσμα μας κοιτά στα μάτια και ζητά την ανθρώπινη παρέμβασή.
   Μια ιστορία για την ύπαιθρο, στην περίπτωση του βιβλίου η πεδιάδα των Σερρών, που κρατά, όπως και άλλες πεδιάδες, τη λύση αρκεί οι νέοι να θελήσουν να εργαστούν καινοτομώντας.
   Μια ιστορία που η Ιστορία μας είναι το κλειδί για την εξέλιξη μας.
   Μια ιστορία με λέξεις λιτές, διαλόγους πλούσιους, σημερινούς  και ζωντανούς.
   Μια ιστορία που οι εικόνες εναλλάσσονται και τα συναισθήματα  έντονα και ποικίλα.
   Μια ιστορία που ήρθε «για καλό ή κακό» που μόνο σα διαβαστεί, ο αναγνώστης θα φωνάξει το ΌΜΟΡΦΟ που εισέπραξε.
   Το φιλί της λύκαινας, «ένα διαμάντι της λογοτεχνίας» που σκαρφαλώνει ψηλά και κοντά σε άλλα ακριβά λογοτεχνικά πετράδια που ανασαίνουν και θα ανασαίνουν για πάντα.

Οπισθόφυλλο: Ένας µυστηριώδης ασυνήθιστος παππούς περνάει µε τον δωδεκάχρονο εγγονό του ένα καλοκαίρι όλο απρόοπτα. Παρέα τους µια λύκαινα αλληγορική, µια λύκαινα συµβολική, µα και µια λύκαινα µικρή και ολοζώντανη! Τ’ απρόσµενα που τους συµβαίνουν και οι ιστορίες οι αληθινές που αφηγείται ο παππούς πλέκουν µια υπόθεση απροσδόκητη, υφασµένη από οικογενειακές παρεξηγήσεις αλλά και κοινωνικές συγκρούσεις που τις έζησε από κοντά κι ακόµα καθορίζουν τον ταραγµένο κόσµο µας.

Ποιος το έγραψε: Η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου πολυβραβευμένη και «Κυρία της λογοτεχνίας». Το έργο της πλούσιο και ποικίλο προκαλεί χρόνια το ενδιαφέρον για μελέτη των θεωρητικών, αλλά και των νεώτερων δημιουργών  αν θέλουν να μάθουν και να κερδίσουν.
    Η βιβλιογραφία της Λότης Πέτροβιτς, είναι μια σχολή που αναπνέει και διεκδικεί.
   Η πρωτοπρόσωπη γραφή που επιλέγει και στο  Φιλί της λύκαινας, κάνει την ιστορία της να σου καίει την ψυχή, να σε αρπάζει κυριολεκτικά μαζί της και να σε παρασύρει πότε σε δρόμους και Άλση της Πρωτεύουσας,  πότε σε ξένους τόπους και κυρίως να σου συστήνει και πάλι τη Μακεδονία μέσα από το δικό της πρίσμα εστιάζοντας στην Ιστορία ,στη δύναμη της γης, στον Στρυμόνα ,στις μυρωδιές αλλά και στο πονεμένο ουρλιαχτό των λύκων που αιώνες ήταν εκεί, μαζί και χώρια από τον άνθρωπο και τις ιστορίες του.
   «Το φιλί της λύκαινας» από την πένα της συγγραφέως, είναι ένα μωσαϊκό από μικρές ψηφίδες που γεννούν δάκρυα χαράς, ζωής, πόνου, συγχώρεσης ενώ αναπαριστούν την Ιστορία που μπορεί ο έφηβος, και όχι μόνο, αναγνώστης να μην άκουγε ή μάθαινε και ποτέ.
   Η Λότη Πέτροβιτς, για πολλοστή φορά συνεπαίρνει τον αναγνώστη και τον προκαλεί να αναζητήσει όλο το έργο της.

Εξώφυλλο: Η Κατερίνα Χαδουλού έστησε έναν πίνακα καλώντας τον αναγνώστη να τον προσέξει για να ανακαλύψει τα μυστικά της ιστορίας.

Ωραία παράγραφος:  "… Βγήκα και φώναξα την Αγγελίνα, που καθόταν έξω με μια διπλανή κυρία. Σηκώθηκε αμέσως, κάπου τηλεφώνησε και σε λίγο άνοιξε η πόρτα και φάνηκε η μητέρα μου.
Κάθισε δίπλα στον παππού όλο αγωνία, έπιασε τον σφυγμό του, έστειλε την Αγγελίνα να φωνάξει έναν γιατρό συγκεκριμένο… Ύστερα έσκυψε στ’αριστερό του χέρι με τα σωληνάκια και το φίλησε εκεί ακριβώς που ήταν το σημάδι του Σαντιάγο…
   Βράχηκε το χέρι του παππού από τα δάκρυά της, κάτι του έλεγε, κάτι ψιθύριζε, δεν άκουγα τι μες στ’αναφιλητά της… Εκείνος φαίνεται άκουγε. Γαλήνευε το πρόσωπό του λίγο λίγο. Ο βήχας του σταμάτησε.
   «Έλα κι εσύ κοντά» μου είπε σιγά.
   «Να λέτε στους ανθρώπους σας συχνά ότι τους αγαπάτε, να μην το ξεχνάτε!» μας ψιθύρισε…" (σελ. 216).

Απευθύνεται: Σε έφηβους και ενήλικες που αναζητούν ιστορίες που με το τέλος τους θα τους αναγκάσουν να συνομιλήσουν με τον εαυτό τους, με τον άλλον και στη συνέχεια θα τους οδηγήσουν να ψάξουν όλα εκείνα τα αστεράκια που μπήκαν από τη συγγραφέα και ζητούν και άλλες απαντήσεις.
Το προτείνεις; Το προτείνω στο σπίτι, στο σχολείο, σε Βιβλιοθήκες, στο ταξίδι με το πλοίο, στις διακοπές.

(*) συγγραφέας-εκπαιδευτικός/ardjanidou.psichogios.gr/

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2016

Νοέμβρης το φτωχόπαιδο

 
   « Όταν ο Νοέμβρης ήρθε στον κόσμο, τα δυο μεγαλύτερα αδέρφια του, ο Σεπτέμβρης και ο Οκτώβρης, είχαν φύγει στην ξενιτιά. Οι γονείς του είχαν φτωχύνει και δύσκολα τα έβγαζαν πέρα. Το αραχνοΰφαντο φουστάνι της μητέρας του της Βροχής είχε τόσο ξεφτίσει, που είχαν μείνει μονάχα τα κρόσσια. Και τα χρώματα που είχε για να ζωγραφίζει ο πατέρας του το Φθινόπωρο είχαν σωθεί από καιρό.
 ΄Ετσι η κυρα-Βροχή ξενόπλενε, πότε δω, πότε κει, όλη μέρα. Και το Φθινόπωρο είχε παρατήσει τη ζωγραφική κι έβαφε γκρίζα την πλάση με το μεροκάματο.
    - Αχ! αναστέναζε κάθε τόσο. Αχ, και να μπορούσα να ξαναπιάσω την τέχνη μου, τι θάλασσες και βουνά θα ζωγράφιζα…
       Τον άκουγε η Βροχή και σπάραζε η καρδιά της. Παραπάνω δε γινότανε να δουλέψει, όσο κι αν προσπαθούσε. Τι άλλο να έκανε, για να ξεφύγει ο καλλιτέχνης ο άντρας της απ’ το μεροκάματο; Δεν μπορούσε να τον ακούει ν’ αναστενάζει. Την έπιανε το παράπονο.
      Και τότε στη γη άρχιζε να βρέχει.
      Ο Νοέμβρης έβλεπε τους γονείς του θλιμμένους και λυπόταν κι αυτός κατάκαρδα. «Μόλις μεγαλώσω λιγάκι, θα βρω μια δουλειά να τους ξεκουράσω» υποσχόταν στον εαυτό του. «Θέλω κάποτε να τους δω και τους δυο να χαμογελάνε».
      Όμως η ζωή γινόταν ολοένα και δυσκολότερη. Το φως λιγόστευε, η μέρα μίκραινε, δυνάμωναν οι αέρηδες και θέριευε το κρύο. Η Βροχή με το πλύσιμο κουραζόταν πολύ. Και το Φθινόπωρο έβαφε, όλο έβαφε, αλλά η πλάση θαρρείς και δεν είχε πουθενά τελειωμό.
    - Αχ! βαριαναστέναζε. Πάει η ζωγραφική μου. Πάνε τα ωραία μου χρώματα και τα ωραία σχέδια που είχα στο νου μου. Δε θα ξαναζωγραφίσω ποτέ πια, φαίνεται…
      Τ’ άκουγε τούτα τα λόγια η Βροχή και πολύ πικραινόταν. Ο άντρας της ήταν ζωγράφος σπουδαίος και τα μόνα πινέλα που έπρεπε να πιάνει στα χέρια του ήταν τα πινέλα της ζωγραφικής. Δεν μπορούσε να τον νιώθει να βαριαναστενάζει. Την έπαιρναν τα δάκρυα.
      Και τότε στη γη έπιανε μπόρα γερή… »   
 
 
 
 (Απόσπασμα από το βιβλίο Τα παιδιά του Φθινόπωρου (Σειρά: Ιστορίες με τους 12 μήνες, Πατάκης, 20η έκδ. 2015. Εικονογράφηση με κολάζ της Λ.Π.

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2016

Ο καστανάς της Πλατείας Κλαυθμώνος


   Έλαβα προ καιρού στην ηλεκτρονική μου διεύθυνση, μέσω φίλου, το κείμενο που ακολουθεί και νομίζω πως αξίζει να το διαβάσουν οι φίλοι μου, μέρες που είναι:
Σαν ελάχιστη προσφορά στη μνήμη  των αγωνιστών του 1940, σας αποστέλλω την παρακάτω ιστορία που δημοσιεύεται στο τεύχος του Οκτωβρίου της Ναυτικής Ελλάδος:
    «Ήμουν στο Ναυτικό το 1952 και βρισκόμουν στην Πλατειά Κλαυθμώνος, όχι όπως είναι σήμερα. Οι νεότεροι δεν γνωρίζουν πάρα πολλά από τα παλιά και απορούν όποτε ακούν ορισμένα γεγονότα του τότε. Εκείνη τη στιγμή έπεφτε ο ήλιος και θα γνωρίζετε ότι με τη δύση του γίνεται υποστολή της σημαίας. Τότε το Υπουργείο Ναυτικού ήταν εκεί και η σημαία κυμάτιζε ακόμα στο κτήριο. Σήμερα είναι άλλες υπηρεσίες του Ναυτικού.
     Τότε πάντα κάθε πρωί, θα θυμούνται οι παλιοί, γινόταν έπαρση σημαίας και σταματούσαν τα πάντα, όπως και στη δύση του ηλίου, που γινόταν υποστολή. Ήταν ωραίες, απίθανες, οι στιγμές που ζούσαν τότε οι άνθρωποι…
     Το άγημα αποδόσεως τιμών ήταν στο χώρο του και ακούμε το σαλπιγκτή να δίνει το σύνθημα για την υποστολή της σημαίας. Το άγημα παρουσιάζει όπλα. Ο αξιωματικός χαιρετά και παίζεται ο Θούριος. Όλοι οι παριστάμενοι εκεί και οι περαστικοί, όπως και εγώ, σταθήκαμε σε στάση προσοχής. Αποδίδεις με αυτό τον τρόπο την τιμή στο ιερό μας σύμβολο, στη γαλανόλευκη σημαία.
     Εκείνη τη στιγμή που ο αρμόδιος αξιωματικός χαιρετά, η ματιά του πέφτει λοξά, βλέπει κάτι παράξενο και η ψυχή του ταράζεται για αυτό που θα σας πω παρακάτω.
     Τελειώνοντας η διαδικασία της υποστολής της σημαίας, οι διαβάτες συνεχίζουν το δρόμο τους, ενώ εγώ παρέμεινα από συνήθεια λίγο ακόμα. Τότε βλέπω το νεαρό αξιωματικό να κατευθύνεται θυμωμένος προς ένα γεροδεμένο πλανόδιο καστανά. Βλέπετε τότε η πλατεία ήταν κενή και στις γωνίες ήταν πάντα στιλβωτές (λούστροι ) και καστανάδες που τώρα μας λείπουν. Και του είπε :  
     «Γιατί δεν σηκώθηκες όρθιος για να τιμήσεις τη σημαία μας; Δεν έχεις φιλότιμο!»
      Ο άνθρωπος έμεινε βουβός κι εγώ παρακολούθησα έντρομος και φοβερά συγκλονισμένος το τι έγινε…
      Ο καστανάς έγινε κατακόκκινος και άρχισε να τρέμει. Ήθελε να φωνάξει, αλλά βλέπω με έκπληξη ότι συγκρατείται. Και σκύβοντας το κεφάλι άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Συνέρχεται όμως γρήγορα, σκουπίζει τα δάκρυά του και με δύναμη πολλή στα χέρια του (αυτά ήταν γερά ) στυλώνει το σώμα του δυνατά, σπρώχνει τον πάγκο του με τα κάστανα και φωνάζει με όλη την ψυχή του στο νεαρό αξιωματικό:
    «Πώς να σηκωθώ, κύριε;  Της τα έδωσα της Πατρίδας και τα δύο!»
     Και σηκώνει τα μπατζάκια του παντελονιού, όπου φάνηκαν δύο πόδια κομμένα πάνω από το γόνατα.
     Και ξαναρχίζει να κλαίει.
     Ο κόσμος, όπως και εγώ, κλαίει γύρω του και χειροκροτεί, όμως περισσότερο από όλους κλαίει ο νεαρός αξιωματικός. Την ίδια στιγμή γίνεται κάτι το αλησμόνητο. Ο  αξιωματικός σκύβει, αγκαλιάζει, φιλά τον καστανά, και στη συνέχεια στέκεται ευθυτενής μπροστά στον ήρωα, φέρνει το δεξί του χέρι στην άκρη του γείσου του πηλικίου του και τον χαιρετά στρατιωτικά. Του απονέμει «τας κεκανονισμένας τιμάς» που δεν μπόρεσε εκείνος τυπικά να αποδώσει στη σημαία μας, γιατί της χάρισε και τα δύο πόδια στα βορειοηπειρώτικα βουνά, για να μπορεί να κυματίζει σήμερα ψηλά η κυανόλευκη σε λεύτερη πατρίδα…
Δημήτρης Ντούλιας
Πλωτάρχης Π.Ν. ε.α.»     

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2016

Ο Οκτώβρης κι ο παππούς του

 «... Τον Οκτώβρη τον έστελναν οι γονείς του από μικρό, κάθε μέρα στον παππού του τον Χρόνο.
  - Ο παππούς σου γερνάει και πρέπει κάποιος να του κρατάει συντροφιά, του είχε πει ο πατέρας του το Φθινόπωρο.
  - Ο παππούς σου πονάει και πρέπει κάποιος να τον παρηγορεί, για να ξεχνάει τ’ αρθριτικά, του είχε πει η μαμά του η Βροχή.
    Έτσι ο Οκτώβρης πήγαινε στον παππού κάθε απόγευμα… Από την πρώτη κιόλας ημέρα, πήρε ένα συννεφένιο σκαμνάκι και κάθισε δίπλα του.
   Ο παππούς Χρόνος χάρηκε τόσο, που δάκρυσε από χαρά. Και την ίδια στιγμή ψιχάλισε λίγο στη γη.
    - Παππού, τον ρώτησε ο Οκτώβρης, ο κόσμος λέει πως είσαι γιατρός. Γιατί δε φτιάχνεις μονάχος του ένα γιατρικό να σου περάσουν τ’ αρθριτικά;
    - Ό,τι γιατρικό και να φτιάξω, παιδάκι μου, τ’ αρθριτικά δεν περνάνε με τούτη την υγρασία, του αποκρίθηκε ο Χρόνος ...
    - Μη στενοχωριέσαι, παππού, είπε ο Οκτώβρης. Κάποτε θα τη διώξουμε την Υγρασία. Τον παππού μου εγώ δε θέλω να τον τυραννάει κανείς!
     Ο παππούς συγκινήθηκε. Δάκρυσε με τα λόγια του εγγονού του. Και την ίδια στιγμή έπιασε ψιχάλα γερή κάτω στη γη...
  Σαν πέρασαν λίγες μέρες, χειροτέρεψε ο παππούς Χρόνος.                                                               
   - Παππού, είπε ο Οκτώβρης, ο κόσμος λέει πως, όταν πονάει κανείς, πρέπει να μη σηκώνεται διόλου από το κρεβάτι, Γιατί δεν αφήνεις τη συννεφένια σου πολυθρόνα και να πέσεις στο συννεφένιο σου στρώμα;
   - Όπου και να ξαπλώσω, παιδάκι μου, ο πόνος είναι χρόνιος, δεν θα μ’ αφήσει, απάντησε ο Χρόνος…
   - Να δεις, παππού, που μια μέρα τον Πόνο θα τον νικήσουμε, είπε ο Οκτώβρης. Ως τότε όμως είναι καλύτερα να πλαγιάσεις.
      Ο Χρόνος, για να μη στενοχωρήσει το εγγόνι του, αποφάσισε να ξαπλώσει. Κρακ, κρακ, κρακ έκαναν αμέσως τα κόκαλά του. Δάκρυσε από τον πόνο ο παππούς, Και την ίδια στιγμή στη γη άρχισε να ψιλοβρέχει.
                                    ………………………………………
(Απόσπασμα από το βιβλίο Τα παιδιά του Φθινόπωρου - Σειρά «Ιστορίες με τους 12 μήνες»,  Πατάκης, 20η εκδ. 2015 - http://www.loty.gr/paramith_analyt_10.htm )