Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

«Γιατί γράφετε;» - και άλλες συναφείς ερωτήσεις


Ερωτήσεις σαν αυτές που αναφέρονται παρακάτω είναι αρκετά συχνές στους συγγραφείς. Παραθέτω λοιπόν τις δικές μου απαντήσεις σε μερικές από αυτές που μου ζητήθηκαν πάλι πρόσφατα, για τους φίλους που ενδιαφέρονται:

Γιατί γράφετε;
- Η πρώτη και βασική αιτία που γράφω είναι αυτή που αναφέρει ο Richard Bach στο βιβλίο του Illusions: «Κατά καιρούς, κάτι μ’ αρπάζει από το λαιμό και μου ψιθυρίζει επιτακτικά: Δε θα σ’ αφήσω να μου ξεφύγεις, αν δε με γράψεις, αν δεν με βάλεις στο χαρτί!» Τα λόγια του απαντούν για λογαριασμό μου σ’ αυτό το ερώτημα με τον καλύτερο τρόπο. Πέρα από τον βασικό αυτό λόγο, γράφω επίσης γιατί μου αρέσει η επικοινωνία με τους αναγνώστες μέσω των βιβλίων μου. Χαίρομαι όταν καταλαβαίνω, ή μου λένε οι ίδιοι ή μου γράφουν ότι τους κράτησαν καλή συντροφιά, ότι τα βρήκαν ενδιαφέροντα, τους πρόσφεραν αναγνωστική απόλαυση, ή τους έδωσαν την ευκαιρία να σκεφτούν διαφορετικά πάνω σ’ ένα θέμα.

Για ποιον γράφετε;

- Αρκετοί συγγραφείς, Έλληνες και ξένοι, όταν τους γίνει αυτή η ερώτηση, απαντούν ότι γράφουν για τον εαυτό τους. Αν αυτό ήταν αλήθεια πέρα για πέρα, τα κείμενά τους θα έπρεπε να μένουν στο συρτάρι, αφού μοναδικός τους προορισμός θα ήταν να διαβαστούν μόνο από τον ίδιο. Δύσκολα ωστόσο πείθεται κανείς ότι ένας λογοτέχνης γράφει μόνο και μόνο για να γεμίσει το συρτάρι του με χειρόγραφα. Αυτό γίνεται μόνο στην περίπτωση που κάποιος θέλει να κρατήσει προσωπικό ημερολόγιο. Ο συγγραφέας, πέρα από την επιτακτική του ανάγκη να εκφραστεί γραπτά, δεν μπορεί παρά να επιθυμεί την επικοινωνία με τους άλλους μέσω του γραπτού του, αφού «γράφω μια ιστορία, ένα μυθιστόρημα, ένα διήγημα, ένα ποίημα, ένα θεατρικό έργο» σημαίνει «λέω γραπτά κάτι σε κάποιον». Σε κάποιον, σε κάποιους, στους αναμενόμενους αναγνώστες μου λέω κι εγώ τα όσα γράφω γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, χωρίς να σημαίνει ότι σ’ αυτούς δεν μπορεί να περιλαμβάνεται και ο εαυτός μου.  Πιστεύω λοιπόν πως η φράση «γράφω για τον εαυτό μου» δηλώνει μάλλον κάτι διαφορετικό: ΄Ισως σημαίνει «απευθύνομαι στον εαυτό μου» την ώρα της γραφής, αλλά με τελικό σκοπό να κοινοποιήσω στους άλλους μέσα από ένα βιβλίο εκείνο που θα προκύψει, κι έτσι να επικοινωνήσω τελικά μαζί τους.

Ακούγεται συχνά ότι κάθε συγγραφέας γράφει διαρκώς το ίδιο βιβλίο. Πώς τη σχολιάζετε;


- Ο μόνος τρόπος να κατανοήσω αυτή την άποψη είναι να θεωρήσω ότι η φράση «γράφει διαρκώς το ίδιο βιβλίο» σημαίνει «έχει κατά βάθος τον προσωπικό του τρόπο να βλέπει πάντα τα πράγματα, το δικό του ύφος και ήθος, τη δική του θεώρηση της ζωής και των εκφάνσεών της, κάτι που τελικά αποτυπώνεται στα έργα του, είτε συνειδητά είτε όχι. Σημαίνει ότι έχει τις ατομικές του επιλογές ή εμμονές στο τι είναι σημαντικό και τι ασήμαντο, άρα τι αξίζει να ειπωθεί σε κάθε έργο του, με όποιο λογοτεχνικό είδος κι αν καταπιάνεται. Και οι περισσότεροι συγγραφείς δεν ασχολούνται μόνο με ένα είδος. Αν έγραφαν στην κυριολεξία το ίδιο βιβλίο, τότε λογοτέχνες θ’ αποκαλούσαμε μόνον εκείνους που γράφουν αποκλειστικά π.χ. ιστορικά έργα και μάλιστα της ίδιας εποχής, ή μόνο αυτοβιογραφικά, ή μόνο μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας, ή μόνο κοινωνικά,  κ.ο.κ.  

Πότε καταλάβατε ότι θα γίνεται συγγραφέας;
- Όταν αποφάσισα να ασχοληθώ συστηματικά με το γράψιμο, κάτι που το επιθυμούσα από παιδί, όταν πίστεψα ότι έχω αρκετή πείρα ζωής ώστε να μπορώ να πω κάτι αξιόλογο στον αναγνώστη και όταν κατάλαβα ότι πρέπει να εργαστώ σκληρά, για να του πω αυτό το κάτι με τον καλύτερο δικό μου τρόπο.

Ποιοι συγγραφείς ή ποια έργα θεωρείτε πως σας έχουν επηρεάσει;
- «Δασκάλους» μου θεωρώ την Πηνελόπη Δέλτα, τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και τον Νίκο Καζαντζάκη. Οι λόγοι που με κάνουν να δηλώνω κάτι τέτοιο εξηγούνται σ’ ένα κείμενό μου με τίτλο «Οι τρεις μεγάλοι μου δάσκαλοι», αναρτημένο στο blog μου εδώ: