Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

“Οργισμένα νιάτα” : Εκφάνσεις του θυμού στο μυθιστορηματικό έργο της Katherine Paterson και της Λότης Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου

Της Χρύσας Κοζανιτά
Διδάκτορος του Πανεπιστημίου Αθηνών

Σύμφωνα με πολλούς θεωρητικούς, της ψυχαναλυτικής κυρίως λογοτεχνικής κριτικής, η κινητήρια δύναμη κάθε μυθοπλαστικής αφήγησης, είτε αυτή απευθύνεται στο ενήλικο κοινό είτε στα παιδιά, είναι η επιθυμία. Αυτό, δηλαδή, που καθορίζει την έκβαση της πλοκής είναι η εκπλήρωση κάποιας επιθυμίας του ήρωα, ενώ οι κλιμακούμενες εντάσεις του κειμένου σφυρηλατούνται πάνω στη διαπάλη μεταξύ της επιθυμίας και της ικανοποίησής της.
     Όπως σημειώνει ο Peter Brooks στην αρχή κάθε αφηγήματος, η επιθυμία βρίσκεται πάντα εκεί, σε μία κατάσταση αρχικής αφύπνισης, που αργά αλλά σταθερά γίνεται όλο και πιο έντονη, ώστε να κινητοποιηθούν τα νήματα της πλοκής και να αναλάβουν δράση οι χαρακτήρες.[1]
     Εγκύπτοντας σε οποιοδήποτε λογοτεχνικό κείμενο για παιδιά ή νέους διαπιστώνει κανείς ότι, πράγματι, άλλοτε ρητά και απρόσκοπτα και άλλοτε υποδόρια, η δράση του παιδιού/ήρωα προσδιορίζεται από την επιθυμία του. Αυτή η επιθυμία μπορεί να είναι απτή και συγκεκριμένη, όπως για παράδειγμα η εύρεση κάποιου αντικειμένου, οπότε μιλάμε για μια επιθυμία – μοτίβο που έχει τις ρίζες της στις λαϊκές αφηγήσεις, ενώ άλλοτε μπορεί να εμποτίζει με τη δυναμική της τις σελίδες του κειμένου χωρίς ποτέ να κατονομάζεται, παρόλα αυτά όμως να ενεργοποιεί και να καθορίζει την εξέλιξη της δράσης. Για παράδειγμα, το κείμενο μπορεί να στηρίζεται πάνω στην πρωταρχική επιθυμία κάθε παιδιού για αγάπη, κατανόηση, αποδοχή, ισότιμη μεταχείριση κλπ.
     Τι συμβαίνει, όμως, όταν η ικανοποίηση αυτής της επιθυμίας παρακωλύεται; Όταν οι πιθανότητες πραγματοποίησής της ελαχιστοποιούνται; Τότε, με όρους ψυχολογίας, μιλάμε για τη ματαίωση, η οποία με τη σειρά της πυροδοτεί το συναίσθημα του θυμού.[2] Ο θυμός κατατάσσεται σε ένα από τα βασικά συναισθήματα του ανθρώπου και μπορεί να εκδηλωθεί με πλείστους τρόπους, ξεκινώντας από έναν απλό εκνευρισμό ή μια ήπια και ελεγμένη αντίδραση και φτάνοντας σε εκρηκτικές συμπεριφορές οργής και ανεξέλεγκτης επιθετικότητας.[3]
     Η αναπαράσταση του θυμωμένου παιδιού στα κείμενα παιδικής λογοτεχνίας είναι συχνότατη και πολύπλευρη. Δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς, αφού στη σύγχρονη παιδική λογοτεχνία και, πιο συγκεκριμένα στο είδος του μυθιστορήματος, η δυναμική παρουσίαση της εσωτερικότητας των μυθοπλαστικών χαρακτήρων είναι ένα από τα κύρια μελήματα των συγγραφέων.[4] Ιδιαίτερα οι σύγχρονοι συγγραφείς προσπαθούν να δημιουργήσουν αναγνωρίσιμους χαρακτήρες με τους οποίους ο αναγνώστης θα ταυτιστεί. Έτσι, σε ένα μεγάλο ποσοστό μυθιστορημάτων συναντάμε παιδιά οργισμένα, πότε με καταστάσεις από το οικογενειακό τους περιβάλλον και πότε από το ευρύτερο σχολικό ή φιλικό.
Katherine Paterson
 Το θυμωμένο παιδί έχει αναπαρασταθεί συχνά - πυκνά από τη Λότη Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου και την Katherine Paterson, δύο ευρύτατα αναγνωρισμένες συγγραφείς της Ελλάδας και της Αμερικής αντίστοιχα. Οι συγκεκριμένες συγγραφείς επελέγησαν για την παρούσα εργασία, γιατί η πορεία και το έργο τους παρουσιάζει πολλές κοινές συνισταμένες, οπότε η συγκριτική προσέγγιση που θα επιχειρηθεί εδώ να είναι εφικτή και παραγωγική.  
     Στα μυθιστορήματά τους για παιδιά και νέους βρίσκουμε μια πληθώρα χαρακτήρων που εκνευρίζονται, θυμώνουν και οργίζονται στην προσπάθειά τους να κατανοήσουν τον εαυτό τους και τους γύρω τους. Η επιλογή των κειμένων τα οποία θα εξεταστούν εδώ δεν ήταν εύκολη, γιατί σε όλα σχεδόν τα μυθιστορήματα των δύο συγγραφέων, η σκιαγράφηση του θυμωμένου παιδιού έχει λειτουργικό χαρακτήρα. Μετά από προσεχτική μελέτη, καταλήξαμε στα Γιούσουρι στην τσέπη και Ο κόκκινος θυμός  από την πλευρά της Πέτροβιτς και  στα  Η τρομερή Γκίλυ και Η γέφυρα για την Τεραμπίθια της Πάτερσον, πιστεύοντας ότι η εξέταση και η αντιπαραβολή τους θα μας οδηγήσουν σε γόνιμα συμπεράσματα.
     Ξεκινώντας με το Γιούσουρι στην τσέπη της Πέτροβιτς, συναντάμε την κεντρική ηρωίδα Πηνελόπη, που βρίσκεται στην οριακή ηλικία των δώδεκα ετών, στο μεταίχμιο μεταξύ παιδικότητας και εφηβείας. Περιμένει μάλιστα να γίνει και βιολογικά «κοπέλα κανονική», ώστε να μην τη θεωρεί μικρή η αδελφή της. [5] Κι ενώ ξεκινάει τις καλοκαιρινές της διακοπές με σχέδια για ατέλειωτη ξενοιασιά πλάι στη θάλασσα και πολύ παιχνίδι, τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως τα είχε φανταστεί. Τα μεγαλύτερα παιδιά της παρέας τη θεωρούν μικρή και αγοροκόριτσο, ενώ τα μικρότερα είναι σχεδόν μωρά για να παίξει μαζί τους.
     Τα πράγματα χειροτερεύουν ακόμα περισσότερο όταν ο Άρης, ένα αγόρι μόνο δύο χρόνια μεγαλύτερό της, δείχνει να αδιαφορεί τελείως για τη ύπαρξή της, ενώ εκείνη περίμενε ότι οι δυο τους θα κάνουν καλή παρέα.
     Έτσι, η Πηνελόπη, με ματαιωμένα τα όνειρά της, προτιμάει να μένει μόνη και όπως χαρακτηριστικά σχολιάζει η μητέρα της να γίνεται «αχινός»:
«Όταν η Πηνελόπη τρομάξει, όταν λυπηθεί πολύ για κάτι ή όταν θυμώσει, γίνεται «αχινός» … γιατί μοιάζει, λέει, σα να βγάζει αγκάθια και δεν «πιάνεται» από πουθενά. Δε θέλει να τη ρωτάνε τι έχει, νευριάζει με το παραμικρό ή κάθεται αμίλητη και κοιτάει απέναντι».[6]
     Η ηρωίδα θυμώνει όταν δεν της δίνουν σημασία, όταν την αφήνουν έξω από τη συζήτηση και όταν βλέπει τη μεγαλύτερη αδελφή της να κάνει όλα εκείνα τα περίεργα που δεν τα καταλαβαίνει καθόλου, να χτενίζεται με τις ώρες μπροστά στον καθρέφτη, να αλλάζει μαγιό, να λούζεται με χαμομήλι για να ξανθύνουν τα μαλλιά της κλπ. Δεν καταλαβαίνει τους άλλους, αλλά στην πραγματικότητα δεν καταλαβαίνει τον ίδιο της τον εαυτό που από τη μια θέλει να νοικιάσει ποδήλατο στη θάλασσα και να κάνει βουτιές με τις ώρες, όπως ακριβώς όταν ήταν μικρό κοριτσάκι, κι απ’ την άλλη όταν βλέπει τον Άρη νιώθει κάτι χαρούμενο «κάπου εκεί, πάνω από το στομάχι, στο στέρνο, στο λαιμό – δεν ήξερε πού ακριβώς».[7] 
     Η Πηνελόπη, βέβαια, φροντίζει και καλύπτει το θυμό της πίσω από τα «αγκάθια του αχινού» ή τουλάχιστον τον ελέγχει κάνοντας απλώς μούτρα και απαιτώντας από τους άλλους να την αφήσουν ήσυχη μέχρι να της περάσει. Αυτός που εκδηλώνει απροκάλυπτα το θυμό του είναι ο Άρης, που κάθε μέρα φροντίζει να κάνει και μια τρέλα, σα να επιδιώκει να τρομoκρατεί τους γύρω του.
     Η προκλητική συμπεριφορά του είναι ακόμα ένας λόγος που θυμώνει την Πηνελόπη, η οποία θα αργήσει να μάθει τους λόγους που τον εξωθούν σε αυτή. Τελικά, μαθαίνει  ότι μια φίλη του Άρη είναι πολύ άσχημα τραυματισμένη σε νοσοκομείο στην Αθήνα, χωρίς να υπάρχει καμιά ελπίδα σωτηρίας. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Ο θυμός του αγοριού έχει ακόμα βαθύτερα αίτια. Καθώς περνούν οι μέρες και τα δυο παιδιά πλησιάζουν το ένα το άλλο, ο Άρης της εκμυστηρεύεται ότι η Άννα δεν είναι πραγματική του μητέρα, αλλά η δεύτερη γυναίκα του πατέρα του. Η δική του μητέρα πέθανε όταν εκείνος ήταν ακόμα μωρό.[8]     
     Στο κείμενο αυτό η συγγραφέας καταπιάνεται με το θυμό δύο ηρώων της, αναλύει τα αίτιά του, περιγράφει τις αντιδράσεις που  προκαλεί και εντέλει προσπαθεί, εκ μέρους των ηρώων της, να βρει λύσεις ώστε να τον αντιμετωπίσει. Εξαιρετικό ενδιαφέρον έχει  η σύγκριση του θυμού αγοριού και κοριτσιού. Το κορίτσι οχυρώνεται σε μια μυστική συνομιλία με τον εαυτό του, απευθύνει κατηγορίες σε όλους γύρω του, αλλά ποτέ δεν εξωτερικεύει τις σκέψεις του. Αντιθέτως, το αγόρι προσπαθεί να εκτονώσει το θυμό του με τις απερισκεψίες του, δείχνοντας ότι δεν εκτιμά καθόλου ούτε τον εαυτό του αλλά ούτε και τους γύρω του. Κι εδώ μπορεί να αναρωτηθεί κανείς αν ο διαφορετικός τρόπος εκδήλωσης του θυμού ανάμεσα στα δύο φύλα είναι τυχαίος και συμπτωματικός ή αν έχει τις ρίζες του στην ανατροφή των παιδιών από την οικογένεια και στα μηνύματα που αυτά λαμβάνουν για το τι είναι κοινωνικά αποδεκτό και τι όχι.


    Στο δεύτερο βιβλίο της Πέτροβιτς, τον Κόκκινο θυμό ο δεκαεφτάχρονος Απελλής βρίσκεται στην τελευταία τάξη του Λυκείου και η επαγγελματική του αποκατάσταση είναι κάτι που τον απασχολεί ζωηρά. Το κληρονομημένο από τη μητέρα του ταλέντο στη ζωγραφική είναι δεδομένο, αλλά από κοινού έχουν αποφασίσει ότι το καλύτερο γι’ αυτόν θα ήταν να σπουδάσει αρχιτεκτονική.
     Όλα θα ήταν καλά αν ένας διάσημος κριτικός τέχνης δεν επικοινωνούσε ξαφνικά με τον Απελλή. Ζητάει να τον συναντήσει και τον πληροφορεί ότι έχει όλα τα προσόντα για μια υποτροφία στη Σχολή Καλών Τεχνών του Μόντρεαλ. Ο Απελλής ενθουσιάζεται με την απρόσμενη ευκαιρία, αλλά ταυτοχρόνως αγχώνεται γιατί ξέρει ότι η μητέρα του δε θα ακούσει με χαρά αυτά τα σχέδια. Η σχέση των δυο τους είναι πολύ ιδιαίτερη και συναισθηματικά φορτισμένη και έχουν περάσει πολλά με σημαντικότερο ότι η Κλειώ γέννησε τον Απελλή στα δεκάξι της και αφού ο πατέρας του την είχε εγκαταλείψει μόλις είχε μάθει για την εγκυμοσύνη της.
     Η ιδιαίτερη οικογενειακή κατάσταση του Απελλή, ο πατέρας που δεν γνώρισε ποτέ, η αδυναμία που έχει στη μητέρα του και τα νέα για την υποτροφία που θα τον απομακρύνουν από κοντά της, δημιουργούν έναν εκρηκτικό αναβρασμό μέσα του που απεικονίζεται εύγλωττα στον πίνακα που δουλεύει αυτόν τον καιρό. Είναι ένας πίνακας με περίεργα σχήματα, στον οποίο χρησιμοποιεί υπερβολικά όλα τα έντονα κόκκινα.[9]
     Η φίλη του η Νιόβη και ο πατριός του ο Τέλης ερμηνεύουν με τον ίδιο τρόπο τον πίνακα, λέγοντας ότι τους μεταδίδει μια αίσθηση ταραχής και θυμού.[10] Ο ίδιος απορεί και αναρωτιέται :
«Μα τι στην ευχή είχαν πάθει κι ο πατριός του και η Νιόβη κι ερμήνευαν έτσι το έργο του; Ο ίδιος δεν ένιωθε κανένα θυμό,   […] Τούτη την ώρα χίλια δυο άλλα αισθανόταν : Έγνοια να συνέλθει και να σταθεί στα πόδια της η Κλειώ, ανυπομονησία να συναντήσει το «μάγο», αγωνία κι αμφιβολία για τις εξελίξεις που θα ακολουθούσαν …Κι ακόμα, οίστρο να τελειώσει τον πίνακά του, λαχτάρα να βρεθούν περισσότερο με τη Νιόβη κάπου οι δυο τους τούτες τις μέρες – αυτά, μάλιστα, τα παραδεχόταν! Ο θυμός πού χωρούσε;»[11]
     Προφανώς, ο Απελλής έχει φροντίσει να καταχωνιάσει τον γερά ριζωμένο θυμό του κάπου πολύ βαθιά και αρνείται να παραδεχτεί την ύπαρξή του. Τελικά, όταν τα προβλήματα διευθετούνται και το κείμενο βαδίζει προς το τέλος του, η συγγραφέας δεξιοτεχνικά προτείνει τον τρόπο με τον οποίο μπορεί κανείς να εκλογικεύσει και να δαμάσει το θυμό του. Δεν είναι παρά στην τελευταία σελίδα του μυθιστορήματος που ο Απελλής τελειώνει πια τον πίνακα:
 «Όταν έβαλε την τελευταία πινελιά, έκανε δυο βήματα πίσω και κοίταξε το έργο του με ικανοποίηση. Στο κέντρο, δέσποζε τώρα ένα σχήμα πυρίμορφο, κάτι σαν κόκκινη φλόγα. «Πύρινη αγάπη», έτσι θα τ’ ονομάτιζε. Γιατί τώρα ήταν σίγουρος, αγάπη άχνιζε ο πίνακάς του. Τ’ άλλα σχήματα, τα οργισμένα, έδειχναν να λιώνουν κάτω απ’ τη φλόγα. Ο πορφυρός θυμός είχε σβήσει».[12]
     Η Katherine Paterson, η διάσημη συγγραφέας από την απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, έχει  δώσει κατά καιρούς ανάλογα δείγματα οργισμένων ηρώων. Η Γκίλυ, η εντεκάχρονη ηρωίδα του μυθιστορήματος Η τρομερή Γκίλυ είναι το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα.  
     Παιδί μεγαλωμένο σε ίδρυμα, το μόνο που έχει να θυμάται από την άχαρη ζωή της είναι οι μετακινήσεις από τη μία ανάδοχη οικογένεια στην άλλη. Εύλογα, έχει αναπτύξει κάποιες προσωπικές άμυνες, που στην περίπτωσή της μεταφράζονται σε επιθετικότητα. 
     Η καινούρια της ανάδοχη μητέρα είναι η Μέιμ Τρότερ και η Γκίλυ δεν βλέπει την ώρα να τη γνωρίσει και να της κάνει τη ζωή δύσκολη. Αρχικά, γίνεται φόβος και τρόμος για τον Γουίλιαμ Έρνεστ, το μικρότερο αγόρι που ζει κι αυτό μαζί με την Τρότερ.[13] Ύστερα γίνεται διάσημη στο καινούριο της σχολείο ως το κορίτσι που κατάφερε να δείρει έξι αγόρια ταυτόχρονα.[14] Η Τρότερ, όμως, που το μόνο που έχει να προσφέρει είναι αγάπη και τρυφερότητα, αποδεικνύεται δύσκολος αντίπαλος. Ωστόσο, η Γκίλυ δεν τα παρατάει εύκολα γιατί:
«[…] γιατί θα γίνω κι εγώ μαλθακή και ηλιθία. Ό, τι έπαθα με τους Ντίξον. Την άφησα να με ξεγελάσει με τις γλύκες και τα νταντέματα. Την έλεγα Μαμά κι έπεφτα στην αγκαλιά της όποτε ήθελα να κλάψω. Θεέ μου! Μου έλεγε ότι ήμουν το μωράκι της, αλλά όταν μετακόμισαν στη Φλόριντα με παράτησαν μαζί με την υπόλοιπη σαβούρα τους». [15]    
    Με ψυχογραφική δεινότητα η Paterson ιχνηλατεί το συναισθηματικό κόσμο της Γκίλυ και την επιθετικότητά της που δεν είναι παρά τρόπος άμυνας απέναντι σ’ αυτούς που ίσως την πληγώσουν. Η Γκίλυ βλέπει σε κάθε άτομο ξεχωριστά μια απειλή, γιατί αυτό την έχουν διδάξει οι εμπειρίες της ως τώρα.
 «Η Γκίλυ ήξερε βαθιά μέσα της ότι αν έμενε για πολύ ακόμα, αυτό το μέρος θα την έκανε άνω κάτω. Λίγο η τρέλα που επικρατούσε στο σπίτι, λίγο η τρέλα στο σχολείο της, και η Γκίλυ θα καταντούσε σύντομα σαν τον Γ. Ε., μαλθακή και άχρηστη – κι αν είχε κάτι διδαχτεί απ’ αυτή τη ζωή, ήταν πως για να επιβιώσεις πρέπει να είσαι σκληρός. Αλλιώς την είχες πατήσει».[16]
     Η αγάπη και εδώ λειτουργεί καταλυτικά. Στο τέλος του κειμένου η μικρή ηρωίδα μεταλλάσσεται. Οι εμπειρίες που έζησε δίπλα στην τρομερή Τρότερ την έκαναν να αναθεωρήσει κάποιες από τις μέχρι πρότινος ακλόνητες θέσεις της. Να αναγνωρίζει το καλό εκεί που υπάρχει. Έτσι, μπορεί πλέον και νιώθει καλά με τον εαυτό της, όχι γιατί σκαρφίστηκε μια ακόμα ζαβολιά, αλλά γιατί με τη σωστή συμπεριφορά της κατάφερε να κάνει την Τρότερ περήφανη.[17] Η ανάδοχη μητέρα, με την αγάπη και την ανιδιοτέλειά της, μαλάκωσε το θυμό του κοριτσιού και πλησίασε την απρόσιτη καρδιά του.
   Στο τελευταίο βιβλίο που θα εξετάσουμε,την Γέφυρα για την Τεραμπίθια , ο Τζες έχει την ατυχία να είναι το μόνο αγόρι ανάμεσα σε τέσσερις αδερφές,[18] γεγονός που μόνο προβλήματα του δημιουργεί. Αν και μόλις δέκα χρονών, έχει επωμιστεί όλες τις βαριές δουλειές στο σπίτι, ενώ οι δύο μεγαλύτερες αδελφές του «ξεγλιστρούν από τις αγγαρείες με την ίδια ευκολία που κυλάει το νερό ανάμεσα στα δάχτυλα».[19]
      Αυτό όμως που τον πονάει περισσότερο είναι οι αγκαλιές των γονιών και η τρυφερότητα που μπορούν να απολαμβάνουν οι αδελφές του ενώ ο ίδιος όχι. Ενδεικτικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα :
«Ο Τζες παρακολούθησε τον πατέρα του να σταματάει το φορτηγό και ν’ ανοίγει την πόρτα για να σκαρφαλώσει η Μέιμπελ. Γύρισε τα μάτια του αλλού. Τυχερό παιδί. Θα χωνόταν στην αγκαλιά του και θα τον φιλούσε. Ο Τζες πονούσε βαθιά μέσα του κάθε φορά που ο πατέρας του έπαιρνε τα μικρά στους ώμους ή έσκυβε και τ’ αγκάλιαζε. Του φαινόταν πως απ’ τη μέρα που γεννήθηκε τον θεωρούσαν πολύ μεγάλο για όλα αυτά».[20]
     Με ματαιωμένη τη φυσιολογική ανάγκη της ηλικίας του για στοργή, ο Τζες έχει εφεύρει δικούς του τρόπους για να εκτονώνει το θυμό του. Ο πρώτος είναι η εξαντλητική προπόνηση στο τρέξιμο και ο δεύτερος η ζωγραφική. Όποτε του μένει λίγος χρόνος, ξαπλώνει στο κρεβάτι του, τραβάει κάτω απ’ το στρώμα ένα μπλοκ κι αρχίζει να ζωγραφίζει.[21] Όπως στον Κόκκινο θυμό, έτσι κι εδώ η ζωγραφική γίνεται το μέσο με το οποίο μπορεί κανείς να εκτονώσει την ένταση και τα αρνητικά του συναισθήματα, το προπέτασμα πίσω από το οποίο το άτομο κρύβεται από τις καταστάσεις και τα πρόσωπα που το εξοργίζουν.
     Όλα αυτά μέχρι να εμφανιστεί η Λέσλι, ένα κορίτσι που μετακομίζει σ’ ένα γειτονικό σπίτι. Σιγά – σιγά αναπτύσσεται μια πολύ δυνατή φιλία μεταξύ των παιδιών, μια φιλία που γεμίζει συναισθηματικά και τους δυο τους. Ο Τζες είναι ευτυχισμένος και ώρες – ώρες απορεί πώς ένα κορίτσι σαν τη Λέσλι περνάει τόσες ώρες μαζί του.[22] Εκείνη, όμως, του είχε πει ξεκάθαρα τη γνώμη της γι’ αυτόν από την πρώτη μέρα που τον γνώρισε :
«Είσαι το μόνο αγόρι που αξίζει πραγματικά σ’ αυτό το καταραμένο σχολείο».[23]
     Οι δυο τους μοιράζονται πολλές ώρες ξενοιασιάς και πραγματικής ευτυχίας. Ιδρύουν το δικό τους μυστικό βασίλειο, την Τεραμπίθια, κι εκεί ο άτολμος και συνεσταλμένος Τζες στέφεται βασιλιάς. Στο πρόσωπο της Λέσλι, το αγόρι βρήκε ένα άτομο στο οποίο μπορεί να εκμυστηρευτεί τις ανησυχίες και τα όνειρά του, χωρίς να κινδυνεύει να γελοιοποιηθεί. Κι η Λέσλι, που σε τίποτα δε μοιάζει με τα υπόλοιπα κορίτσια του σχολείου της, βρήκε ένα φίλο που τη δέχεται έτσι ακριβώς όπως είναι.
Η ευτυχία, όμως, δεν κρατά πολύ. Η Λέσλι θα πάθει ένα σοβαρό ατύχημα που θα αποβεί μοιραίο για τη ζωή της. Το παράξενο κορίτσι μπήκε και βγήκε στη ζωή του Τζες σαν ένα όνειρο, σαν ένα άπιαστο πουλί. Κι ο Τζες είναι πολύ μικρός για να μπορέσει να το καταλάβει. Τα συνταρακτικά νέα τον συντρίβουν. Μια πλημμύρα συναισθημάτων σαρώνουν τον εσωτερικό του κόσμο, με πρώτο το θυμό. Όταν ο Τζες συνειδητοποιεί ότι δεν πρόκειται να ξαναδεί τη Λέσλι σκέφτεται οργισμένος:
«Τον είχε ξεγελάσει. Τον είχε κάνει ν’ αφήσει πίσω τον παλιό του εαυτό και να πλησιάσει τον δικό της κόσμο. Και όταν αυτός βρισκόταν μετέωρος ανάμεσα στους δύο αυτούς κόσμους, εκείνη τον εγκατέλειψε κι έμεινε μόνος, σαν αστροναύτης στο φεγγάρι. Μόνος».[24]  
    Ο θυμός του αγοριού είναι οξύς και οδυνηρός και τον ωθεί σε ανεξέλεγκτες και παρορμητικές αντιδράσεις. Ο Τζες φτάνει να γίνει πολύ επιθετικός απέναντι στις αδερφές του και να χειροδικήσει στη Μέιμπελ, ενώ σε μια προσπάθεια του πατέρα του να τον ηρεμήσει δηλώνει ότι μισεί τη Λέσλι και μακάρι να μην την είχε γνωρίσει ποτέ.
     Τελικά, με την αγάπη των γύρω του, που πρώτη φορά ο Τζες τη νιώθει να αναβλύζει από παντού, από κάθε τους λέξη και κάθε τους κίνηση, το αγόρι θα καταφέρει να εκλογικεύσει το θυμό του και να καταλαγιάσει τον πόνο του.
     Στην ψυχολογία, το αντίδοτο του θυμού είναι η ταύτιση (empathy), η ικανότητα, δηλαδή, να κατανοείς τον άλλο, τις σκέψεις και τα συναισθήματά του σα να είσαι εσύ αυτό το πρόσωπο.[25] Μέσω της ταύτισης, το άτομο καταφέρνει να απεγκλωβιστεί από τους περιορισμούς που του επιβάλλει το εγώ του και να δει τις καταστάσεις και από την πλευρά του άλλου. Η διαδικασία αυτή, παρόλο που δεν είναι εύκολη στην εφαρμογή της και χρειάζεται εξάσκηση, αποτελεί βασική προϋπόθεση στην αποτελεσματική διαχείριση του θυμού. 
     Τι γίνεται, όμως, στην περίπτωση των παιδιών και των εφήβων, που το εγώ τους είναι το κέντρο του κόσμου τους;[26] Εδώ έρχεται η εναλλακτική λύση που προτείνουν οι δύο συγγραφείς, έτσι όπως προκύπτει από τα μυθιστορήματα που εξετάσαμε. Κι αυτή η εναλλακτική είναι η αγάπη, μια σταθερή και αδιαμφισβήτητη αξία που διαπερνάει με τη δυναμική της και τα τέσσερα κείμενα, δίνει προοπτική στο το μύθο και τον οδηγεί στη λύση του.
     Η αγάπη παρουσιάζεται σαν ένας όρος – ομπρέλα, που περικλείει έννοιες όπως η ανιδιοτέλεια, η ταύτιση και η έξοδος από τον εαυτό μας. Η αγάπη που λειτουργεί απλωτικά προς τους άλλους και αποτελεί τη μόνη ρίζα και το θεμελιακό αίτιο κάθε κοινωνικότητας.[27] Έτσι, η Πηνελόπη θα μάθει ότι πρέπει να παραμερίσει τα δικά της προβλήματα για να βρει το δρόμο προς την καρδιά του άλλου, ενώ ο Άρης, ο ακόμα πιο «δύσκολος» έφηβος, θα καταλάβει ότι όσο αντίξοες κι αν είναι οι συνθήκες που καλείσαι να αντιμετωπίσεις, πάντα βοηθάει να τις μοιράζεσαι με αυτούς που σε αγαπούν. Ο Απελλής, μετά από τη γνωριμία και το διάλογο με τον πατέρα του, θα διαπιστώσει ότι ποτέ δεν πρέπει να βγάζεις συμπεράσματα πριν ακούσεις και την άποψη της άλλης πλευράς. Η τρομερή Γκίλυ, χάρη στην αγάπη της ανάδοχης μητέρας, θα βιώσει συναισθήματα πρωτόγνωρα, που λίγο πρωτύτερα ούτε φανταζόταν ότι διέθετε, και ο Τζες θα κρατήσει την αγάπη της Λέσλι, ζεστή ανάμνηση μέσα του και πυξίδα στην πορεία του προς την ενηλικίωση.  
     Τόσο η Πέτροβιτς όσο και η Paterson ιχνηλατούν με περισσή οξυδέρκεια την παιδική ψυχή για να καταλήξουν στο κοινό συμπέρασμα ότι ο θυμός αποτελεί την υγιή αντίδραση του παιδιού όταν συναντά δυσκολίες στην ικανοποίηση των επιθυμιών του. Αντιπροτείνοντας το δίπολο θυμός – αγάπη στο δίπολο της σύγχρονης ψυχολογίας θυμός – ταύτιση δομούν κείμενα που ανοίγονται σε ψυχολογικός βάθος. Με τη δύναμη της τέχνης τους, αποτυπώνουν παραστατικά τις δοκιμασίες που αναπόφευκτα θα υποστεί το κάθε παιδί, ώστε να μπορέσει να μετατρέψει το αναρχικό και πρωτόγονο εγώ του, αυτό του ο Freud ονομάζει Id, σε ένα ηθικό εγώ, το οποίο θα βρίσκεται σε αρμονία με τις επιταγές της πραγματικότητας, το αντίστοιχο Ego του Freud.[28]  
     Τα κείμενα που εξετάστηκαν αντανακλούν την πνευματική εντιμότητα του δημιουργού τους, που δεν περιγράφει έναν κόσμο εξιδανικευμένο και μαγευτικό, αλλά έναν κόσμο, όπου ο καθένας από μας θα κληθεί να αντιμετωπίσει οριακές καταστάσεις, μεγάλα πάθη, ακόμη και το θάνατο.[29] Κείμενα που πραγματεύονται ανθρώπινες πράξεις, οι οποίες διαμορφώνονται σε ψυχολογική βάση. Το παιδί / ήρωας δεν είναι παθητικός δέκτης αλλά καλλιεργεί δυναμικές σχέσεις με τον περίγυρό του.[30] Έτσι, τα κείμενα αυτά γίνονται πολύτιμα στοιχεία κοινωνικοποίησης του νεαρού ατόμου, στοιχεία που θα το στηρίξουν στη δύσκολη πορεία του προς την ενηλικίωση και την πραγμάτωση του εαυτού.  Και συνάμα αποδεικνύουν περίτρανα τη θέση του Freud ότι η περιγραφή της ψυχικής ζωής του ανθρώπου είναι το πραγματικό  πεδίο κυριαρχίας του καλλιτέχνη.[31]
     Στο τέλος, τόσο η Πέτροβιτς όσο και η Paterson προβάλλουν με δυναμισμό την κατάφαση τις ζωής και τις μεγάλες αξίες που, ακόμα και στη σημερινή εποχή της ολοκληρωτικής έκπτωσης αξιών, αυτές βρίσκονται πάντα εκεί. Μόνο που ο καθένας από μας πρέπει να αγωνιστεί για να τις κερδίσει. Άλλωστε, κοινή συνισταμένη των τεσσάρων μυθιστορημάτων αποτελεί ο τρόπος με τον οποίο οι  συγγραφείς λυτρώνουν τους ήρωες τους από το θυμό. Και αυτός ο τρόπος δεν είναι άλλος από την αγάπη.
     Πέρα από τις ψυχολογικές και κοινωνιολογικές παραμέτρους που ανιχνεύτηκαν ως τώρα, ο παιδικός θυμός γίνεται εργαλείο στα χέρια των συγγραφέων, που ενεργοποιεί τη μυθοπλασία και τις μυθοπλαστικές συγκρούσεις. Λόγοι συντομίας δε μας επιτρέπουν να εξετάσουμε αυτό το πεδίο ενδελεχώς. Επιγραμματικά μόνο αξίζει να τονιστεί ότι και στα τέσσερα μυθιστορήματα τα νήματα της πλοκής ξεδιπλώνονται παράλληλα με το θυμό του ήρωα ή, αντίστροφα, ο θυμός ακολουθεί επακριβώς τις υπαγορεύσεις της πλοκής.
     Σε κάθε περίπτωση ο αφηγητής εκθέτει την ιστορία του παρουσιάζοντας συγχρόνως το θυμό του ήρωα που, αρχικά, είναι ήπιος αλλά παρών. Καθώς κλιμακώνονται οι συγκρούσεις συσσωρεύεται και ο θυμός, ο οποίος εκρήγνυται στο σημείο ακριβώς που κορυφώνεται και η πλοκή. Ακολουθεί η άμβλυνση των συγκρούσεων που θα οδηγήσει την ιστορία στη λύση της, με το θυμό, υιοθετώντας την ίδια καθοδική πορεία, να καταλαγιάζει.  
     Η Paterson διατείνεται πως όταν γράφει μια ιστορία δεν προσπαθεί να κάνει τους αναγνώστες της καλύτερους. Το μόνο που κάνει είναι να τους προσφέρει έναν απόλυτα προσωπικό χώρο, για να ξεκουράσουν την ταλαιπωρημένη τους ψυχή.[32] Σ’ εμάς μένει να επεκτείνουμε το σχόλιο λέγοντας ότι και οι δύο συγγραφείς γνωρίζουν πολύ καλά πώς να κατασκευάσουν αυτό το «χώρο αναψυχής» για το παιδί. Κι αυτή η γνώση τους δεν οφείλεται τόσο στις γνώσεις ψυχολογίας που διαθέτουν όσο στο γνήσιο καλλιτεχνικό τους ταλέντο, που καταφέρνει και μετουσιώνει την ανθρώπινη εμπειρία σε τέχνη και δημιουργεί κείμενα λογοτεχνικά, γι’ αυτό τόσο δημοφιλή και αγαπητά. 
     Στη σημερινή εποχή, που τα δείγματα της παιδικής οργής και επιθετικότητας ολοένα και αυξάνονται, που τόσο μελάνι χύνεται για την ανάλυση των αιτίων που τις προκαλούν και για τους ορθότερους τρόπους αντιμετώπισής τους,  η αναπαράσταση του θυμού από τις δύο συγγραφείς αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον.  Στο έργο τους, ο θυμός δεν συνιστά παρεκκλίνουσα συμπεριφορά αλλά φυσιολογικό πέρασμα, δεν απαιτεί αντιμετώπιση αλλά κατανόηση. Τόσο από τους άλλους όσο και από το ίδιο το υποκείμενο. Και ο αναγνώστης που θα αφεθεί στο μυθιστορηματικό τους σύμπαν, πέρα από την τέρψη που θα αντλήσει, θα έρθει αντιμέτωπος με τον δικό του «κόκκινο θυμό», βιώνοντας την ανάγνωση του μυθιστορήματος ως εμπειρία και μαθητεία ζωής.
  Επιπροσθέτως, τα τέσσερα βιβλία που εξετάστηκαν εδώ συνιστούν ακλόνητο παράδειγμα στη θέση του Peter Hunt ότι η παιδική λογοτεχνία με τον πλούτο και την ποικιλομορφία της ξεπερνά τις ισχύουσες διαχωριστικές γραμμές, ειδολογικές, ακαδημαϊκές κ.ά. και τείνει να γίνει επιμέρους αντικείμενο επιστημών, όπως η βιβλιοθηκονομία, η παιδαγωγική και η ψυχολογία,[33] οι οποίες εδραιώνουν μάλλον παρά απαξιώνουν τη λογοτεχνική αξία των κειμένων. Στη σύντομη αυτή μελέτη ελπίζουμε να διαφάνηκε ότι το έργο τόσο της Πέτροβιτς όσο και της Paterson προσφέρει μοναδικές προκλήσεις για ερμηνεία, απ’ όποια σκοπιά κι αν το προσεγγίσει κανείς.

 (Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαδρομές τ.92, Χειμώνας 2008, σελ. 52-63)



[1] Peter Brooks, Reading for the plot – Design and Intention in Narrative, London, Harvard University Press, 1992, σ. 38.
[2] Martin Herbert, Ψυχολογικά Προβλήματα Παιδικής Ηλικίας, τόμος Β΄, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 1989, σ. 27.
[3] K.T. Strongman, The Psychology of Emotion : From Everyday Life to Theory, West Sussex, Wiley, 2003, σ. 109.
[4] Γιάννης Μητροφάνης, «Ειδολογικές διεμβολίσεις στις αφηγηματικές δομές του κοινωνικού μυθιστορήματος για παιδιά της τελευταίας εικοσαετίας», Το Σύγχρονο Ελληνικό Παιδικό – Νεανικό Μυθιστόρημα, [επιμ. Τασούλα Τσιλιμένη] , Αθήνα, Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2004, σ. 63.
[5] Λότη Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου, Γιούσουρι στην τσέπη, Αθήνα, Πατάκης, 1994, σ. 40.
[6] Ό.π., σ. 23.
[7] Ό.π., σ. 50.
[8] Ό.π., σ. 92.
[9] Λότη Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου, Ο κόκκινος θυμός, Αθήνα, Πατάκης, 2004, σ.30.
[10] Ό.π., σ. 125.
[11] Ό.π., σ. 126.
[12] Ό.π., σ. 270.
[13] Katherine Paterson, Η τρομερή Γκίλυ, Αθήνα, Άγκυρα, 20053, σ. 43.
[14] Ό.π., σ. 37.
[15] Ό.π., σ. 86.
[16] Ό.π., σ. 74.
[17] Ό.π., σ. 172.
[18] Katherine Paterson, Η γέφυρα για την Τεραμπίθια, Αθήνα, Άγκυρα, 2007, σ.10.
[19] Ό.π., σ. 16.
[20] Ό.π., σ. 30.
[21] Ό.π., σ. 22.
[22] Ό.π., σ. 89.
[23] Ό.π., σ. 45.
[24] Ό.π., σ. 162.
[25] Bernard Golden, Healthy Ange : How to Help Children and Teens Manage their Anger, New York, Oxford University Press, 2003, σ. 12.
[26] Sigmund Freud, The basic writings of Sigmund Freud, New York, Modern Library, 1938, σ. 16.
[27] Ζωή Κανάβα, «Το στοιχείο της αγάπης στην παιδική λογοτεχνία», Παιδική Λογοτεχνία – Θεωρία και Πράξη, τ. Β΄, [επιμ. Άντα Κατσίκη – Γκίβαλου], Αθήνα, Καστανιώτης, 1994, σ. 238.
[28] Sigmund Freud, ό.π., σ. 12.
[29] Βασίλης Φίλιας, «Κοινωνικά πρότυπα και αξίες της Παιδικής Λογοτεχνίας στη μεταβατική κοινωνία της εποχής μας», Σύγχρονες Οπτικές και Προοπτικές της Λογοτεχνίας για Παιδιά και Νέους, [επιμ. Ι. Ν. Βασιλαράκης], Αθήνα, Τυπωθήτω, 1998, σ. 24.
[30] Γιάννης Μητροφάνης, «Ο αφηγητής : Οι μεταμορφώσεις του Πρωτέα στην Παιδική Λογοτεχνία», Πρόσωπα και Προσωπεία του Αφηγητή στην Ελληνική Παιδική και Νεανική Λογοτεχνία της Τελευταίας Τριακονταετίας, [επιμ. Γεώργιος Παπαντωνάκης], Αθήνα, Πατάκης, 2006, σ. 230.
[31] Sigmund Freud, Ψυχανάλυση και Λογοτεχνία, Αθήνα, Επίκουρος, 1994, σ. 70.
[32] J.B. Cheaney,  «Finding a Child's Secret Place - the Fiction of Katherine Paterson», περ. World and I, τόμος 18, τεύχος 1, Washington, 2003, σ. 243.
[33] Peter Hunt, Κριτική, Θεωρία και Παιδική Λογοτεχνία, Αθήνα, Πατάκης, 2001, σ. 41.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Λογοτεχνικά κείμενα
·         Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου Λ., Γιούσουρι στην τσέπη, Αθήνα, Πατάκης, 1994.
·         Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου Λ., Ο κόκκινος θυμός, Αθήνα, Πατάκης, 2004.
·         Paterson K., Η τρομερή Γκίλυ, Αθήνα, Άγκυρα, 20053.
·         Paterson K., Η γέφυρα για την Τεραμπίθια, Αθήνα, Άγκυρα, 2006.
     Ελληνική και μεταφρασμένη βιβλιογραφία
·         Παιδική Λογοτεχνία – Θεωρία και Πράξη, τ. Β΄, [επιμ. Άντα Κατσίκη –       Γκίβαλου], Αθήνα, Καστανιώτης, 1994.
·         Πρόσωπα και Προσωπεία του Αφηγητή στην Ελληνική Παιδική και Νεανική Λογοτεχνία της Τελευταίας Τριακονταετίας, [επιμ. Παπαντωνάκης Γ.], Αθήνα, Πατάκης, 2006.
·         Σύγχρονες Οπτικές και Προοπτικές της Λογοτεχνίας για Παιδιά και Νέους, [επιμ. Βασιλαράκης Ι.Ν.], Αθήνα, Τυπωθήτω, 1998.
·         Το Σύγχρονο Ελληνικό Παιδικό – Νεανικό Μυθιστόρημα, [επιμ. Τσιλιμένη Τ.], Αθήνα, Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2004.
·         Herbert M., Ψυχολογικά Προβλήματα Παιδικής Ηλικίας, τόμος Β΄, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 1989.
·         Freud Sigmund, Ψυχανάλυση και Λογοτεχνία, Αθήνα, Επίκουρος, 1994
·         Hunt P., Κριτική, Θεωρία και Παιδική Λογοτεχνία, Αθήνα, Πατάκης, 2001.
       Ξενόγλωσση βιβλιογραφία
·         Brooks Peter, Reading for the plot – Design and Intention in Narrative, London, Harvard University Press, 1992.
·         Freud Sigmund, The basic writings of Sigmund Freud, New York, Modern Library, 1938.
·         Golden Bernard, Healthy Anger : How to Help Children and Teens Manage their Anger, New York, Oxford University Press, 2003.
·         Kroger J., Identity in Adolescence : The Balance Between Self and Others, New York,   Routledge, 2004.
·         Strongman K.T., The Psychology of Emotion : From Everyday Life to Theory, West Sussex, Wiley, 2003.
·         Περ. World and I, τόμος 18, τεύχος 1, Washington, 2003.

Σημ.: Ολόκληρη η διατριβή εδώ: 
 http://thesis.ekt.gr/thesisBookReader/id/30512#page/1/mode/2up



Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

Στοιχεία διακειμενικότητας και κοινωνικός ρεαλισμός

- στα μυθιστορήματα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου Καναρίνι και μέντα και Τα τέρατα του λόφου

 Του Μερκούριου Αυτζή
Εκπαιδευτικού – Συγγραφέα

 (Από το εξαντλημένο βιβλίο  Το υφαντό της Πηνελόπης  – διαχρονικές αναγνώσεις για το έργο και την προσωπικότητα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Επιμέλεια: Β.Δ. Αναγνωστόπουλος,  Εργαστήρι Λόγου και Πολιτισμού Πανεπιστημίου Θεσσαλίας: Βόλος 2008).
 

Α. ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΔΙΑΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑΣ

Είναι κοινώς παραδεκτό ότι μεταξύ των λογοτεχνικών έργων, σύγχρονων και παλιότερων, είτε αυτά απευθύνονται σε παιδιά είτε όχι, υπάρχει μια σχέση διαρκούς επικοινωνίας. Από αυτά αρκετά σύγχρονα έργα αντλούν τη θεματολογία τους από την αρχαία ελληνική γραμματεία, την παγκόσμια γραμματειακή παράδοση κι ακόμη από την εκκλησιαστική υμνογραφία. Έτσι διακείμενα, όπως λέξεις, φράσεις, θέματα, περιγραφικές αναφορές και συστήματα, παραθέματα, που λειτουργούν ως κλειδιά ξεκλειδώνουν την ερμηνεία του έργου κι αναδεικνύουν τη συγχρονική και διαχρονική σχέση συνύπαρξης με το πρωτότυπο[i]. Σε κάθε περίπτωση βέβαια για την ερμηνεία και κατανόηση του έργου, σύμφωνα με τον Riffaterre, απαιτείται από το αναγνωστικό κοινό μια κάποια «εξοικείωση με τα παραπάνω στοιχεία» και κάποια «ερμηνευτική» ανάγνωση. Έτσι, ως προς την πρωτοτυπία στη θεματολογία, θα συμφωνήσουμε με τον Arthur Koestler που έχει πει ότι «δεν υπάρχουν καινούρια θέματα στη λογοτεχνία, επειδή δεν υπάρχουν καινούρια ανθρώπινα ένστικτα». Η επιθυμία για πρωτοτυπία όμως δεν εγκαταλείπει ποτέ το συγγραφέα[ii], που ως δημιουργός και πρώτος αναγνώστης του έργου του αλλά κι ως ο ένας από τους παράγοντες που ενυπάρχουν κατά τη λογοτεχνική επικοινωνία[iii], διαλέγεται με το κείμενο και το παιδί-αναγνώστη για να αποφασίσουν από κοινού για το χαρακτήρα, το ρόλο και τη δράση των ηρώων, για τις αφηγηματικές τεχνικές, την πλοκή και την όσο το δυνατόν πειστικότερη περιγραφή των γεγονότων.

 1. Διακειμενική προσέγγιση του έργου Καναρίνι και μέντα

Στο βιβλίο της Καναρίνι και μέντα η γνωστή συγγραφέας Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου ενσωματώνει στο κείμενο και στην πλοκή κυρίως αποσπάσματα από το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Η φωνή του δράκου»[iv]. Παράλληλα ονόματα της αρχαιότητας και της λογοτεχνίας, ονόματα ηρώων άλλων βιβλίων της, λέξεις, στερεότυπες εκφράσεις, ένας πίνακας ζωγραφικής, αναφορές, ομολογίες, τοποθεσίες, κλπ. παρελαύνουν μέσα στο κείμενο, είναι σφιχτά δεμένα με αυτό, το καθένα έχοντας το δικό του ουσιαστικό ρόλο, αποτέλεσμα μιας συστηματικής επεξεργασίας[v], που εντέλει αναδεικνύει την άριστη τεχνική και τις αρετές του έργου. Ας ξεκινήσουμε όμως από το εξώφυλλο και τον τίτλο του βιβλίου. Και τα δύο αποτελούν εξωκειμενικά γνωρίσματα. Το εξώφυλλο μας παραπέμπει στον πίνακα του Νικολάου Λύτρα (1883-1927) «Το ψάθινο καπέλο», ενώ ο τίτλος «Καναρίνι και μέντα» λειτουργεί ως κώδικας επικοινωνίας και προβάλλει έμμεσες συνδηλώσεις (την αμοιβαία σχέση του ανθρώπου με το συγκεκριμένο πουλί, καθώς και την απεξάρτησή του από κάποια ουσία βλαβερή με τη βοήθεια της μέντας). Στις παραδηλώσεις τους ο αναγνώστης υποψιάζεται το αγόρι του εξώφυλλου ως το κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου. Υποψία που γίνεται βάσιμη από την πρώτη κιόλας σειρά του βιβλίου, όταν δηλώνεται το όνομα του ήρωα-Απελλή, κι επιβεβαιώνεται λίγο παρακάτω (σ. 19), τη στιγμή που ο ίδιος προβάρει ως μοντέλο στη ζωγράφο και «θεια» του Κλειώ Καρίτη, καθώς το αγόρι στον πίνακα του Λύτρα. Αυτή είναι και η στιγμή που η συγγραφέας βάζει στα χέρια του Απελλή το βιβλίο Διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που μαζί με το «Δωδεκάλογο του γύφτου» του Κωστή Παλαμά και «Το αμάρτημα της μητρός μου» του Γεώργιου Βιζυηνού βρίσκονται μπροστά-μπροστά στο μεσαίο ράφι της βιβλιοθήκης τους. Για να εγγράψει παρακάτω αποσπάσματα από τη «Φωνή του δράκου» και να τα ενσωματώσει στο κείμενο και την πλοκή. Παρουσιάζεται δε ως εσωτερική ανάγκη του εντεκάχρονου που, απογοητευμένος από κείνους που πίστευε πως τον αγαπούν και μόνος, έχει την ανάγκη ενός ανθρώπου που να του εμπνέει εμπιστοσύνη, να τον συντροφεύει και να μπορεί να επικοινωνεί μαζί του. Κι ας είναι απλά ένας «χάρτινος» παππούς, η ζωγραφιά του Παπαδιαμάντη.

  Περνώντας στα ονόματα των προσώπων του έργου διαπιστώνουμε ότι δεν χρησιμοποιούνται τυχαία. Το όνομα Απελλής έχει ιδιαίτερη σημασία[vi]. Στην πολυσημία του αρχικά μας παραπέμπει στην αρχαιότητα. Απελλής λεγόταν κάποιος μεγάλος ζωγράφος, φίλος του Μεγαλέξανδρου. Από την άλλη ως Αλής, υποκοριστικό που χρησιμοποιεί το αγόρι, παριστάνοντας το Αλβανάκι, μας θυμίζει μεταξύ άλλων και τον «Αλή-μπαμπά» του παραμυθιού. Έχει μάλιστα σημαντικό ρόλο και στα βιβλία  Ποιος θα γράψει για το σκύλο μας;, Το μυστήριο του καλοκαιρινού Αγιοβασίλη και Τα τέρατα του λόφου. Επίσης το όνομα Κέβης, του τετράποδου φίλου και φύλακα του Απελλή, υποκοριστικό του Κέρβερος, μας παραπέμπει στο μυθικό τέρας με τα τρία κεφάλια και την ουρά φιδιού που ήταν ο φύλακας των πυλών του Άδη. Αλλά και στην αρχαιότητα, αφού Κέβης, εξηγεί η θεία του Κλειώ (σελ. 24), λεγόταν κι ένας φιλόσοφος και μαθητής του Σωκράτη. Επιπλέον ο μυθοπλαστικός θάνατός του θα αποτελέσει το λογοτεχνικό υπόβαθρο στο βιβλίο Ποιος θα γράψει για τον σκύλο μας;. Από τα υπόλοιπα ονόματα, 21 συνολικά, που εμφανίζονται στο βιβλίο, το όνομα Τέλης, υποκοριστικό του Αριστοτέλης, μας παραπέμπει στο γνωστό μας φιλόσοφο, ενώ το ίδιο πρόσωπο το ξαναβρίσκουμε και στα μυθιστορήματα Για την άλλη πατρίδα, Ποιος θα γράψει για το σκύλο μας;, και Το μυστήριο του καλοκαιρινού Αγιοβασίλη.
     Συνεχίζοντας αξιοσημείωτο είναι να σταθούμε σε δυο τοποθεσίες. α) Η λίμνη Αχερουσία που στην αρχαία εποχή, όπως εξηγεί στον Απελλή η Αλκμήνη (σελ.46) –κι η συγγραφέας για να το πετύχει ακολουθεί τη μέθοδο της αναδρομής– άπλωνε τα νερά της μπροστά στην πύλη του Άδη για να περάσουν οι ψυχές και να κατέβουν στον κάτω κόσμο, ως αναφορά με ισχυρές προσημάνσεις και παραδηλώσεις, φέρνει τον ήρωα αλλά και τον αναγνώστη αντιμέτωπο με το θέμα του θανάτου, που θίγεται και σε άλλα σημεία του βιβλίου. β) Ο λόφος του Στρέφη, παλιά γειτονιά της συγγραφέα, άρα γνώριμή της, με τη σπηλιά, στοιχείο που ταυτίζεται στο κείμενο με τη δρακοσπηλιά του Παπαδιαμάντη, καθώς και η γύρω απ’ αυτόν περιοχή θα γίνει το σκηνικό πλαίσιο για την πλοκή των γεγονότων. Το ίδιο σκηνικό θα χρησιμοποιηθεί και στα βιβλία που αναφέρθηκαν παραπάνω.
     Οι πολλές στερεότυπες εκφράσεις, που εγγράφονται μέσα στο κείμενο και γοητεύουν τα παιδιά με το ύφος τους, όπως «φως φανάρι», «όταν κλείνει ο Θεός μια πόρτα, ανοίγει ένα παράθυρο» (σελ. 111) και «καλού κακού» (σελ. 113) αποτελούν επίσης διακείμενα του έργου.
  Η συγγραφέας, τέλος, με έντεχνο τρόπο, όπως αναφέρθηκε αρχικά, ενσωματώνει στο κείμενο συνολικά 28 αποσπάσματα από το διήγημα του Παπαδιαμάντη «Η φωνή του δράκου», άλλοτε εγγράφοντάς τα ως απλές αναφορές, άλλοτε για να περιγράψει ή να επεξηγήσει έννοιες και σύνολα, άλλοτε ως προσημάνσεις είτε για να δικαιολογήσει κάποια πρόθεση είτε ενέργεια του ήρωα κι άλλοτε ως σύζευξη με το πρόσωπο του συγγραφέα, το «χάρτινο» παππού που γίνεται η μόνιμη συντροφιά του. Φυσικά στην παρούσα ανακοίνωση είναι αδύνατο τα διακείμενα αυτά να εξαντληθούν. Θα περιοριστούμε έτσι σε ορισμένα που κατά την κρίση μας παρουσιάζουν ξεχωριστή σημασία. Για να προσημάνει την απόδραση του Απελλή από το σπίτι της θειας του και τη διανυκτέρευσή του την πρώτη νύχτα στο λόφο του Στρέφη, η συγγραφέας μετά από επάλληλες σχετικές περιγραφές, εγγράφει το απόσπασμα που κι ο Παπαδιαμάντης χρησιμοποιεί συμβολικά κι αναφέρει (σ. 36): «…Ο Κώτσος είχεν… μιαν ακράτητον περιέργειαν. Ήθελε να… εισέλθει εις την οπήν του σπηλαίου εκείνου, …αλλ’ η θεία του… έτρεξε και τον ανεκάλεσε πλησίον της. … Μην είσαι απόκοτος!..». Για να γράψει η ίδια στη σκηνή της απόδρασης (σ. 57): «… Θα προχωρήσει… μέσ’ από τα δέντρα κι έπειτα… απ’ τους βράχους ως την κορφή, όπως έλεγε το βιβλίο…», παρεμβάλλοντας το απόσπασμα: «… Το τέκνον εκείνο… εγίνετο ρωμαλέος… είχεν αναδειχθεί φοβερός αναρριχητής. Ανέβαινεν… εις κορυφάς…» και συνεχίζει η ίδια: «Κάπως έτσι… το ίδιο ρωμαλέος νιώθει τώρα κι ο Απελλής…». Και παρακάτω (σ. 129): «… Και η μοίρα του, …έμελλε να τον… κρύψη βαθιά, εις τα σπλάχνα της γης, δια να… μη τον ακούουν, μήτε να τους ακούη…», όπου είναι προφανής η πρόθεσή της συγγραφέα να ταυτίσει τα δύο πρόσωπα, τον Απελλή με τον Κώτσο, να συσχετίσει τα δυο κείμενα, εξοικειώνοντας έτσι το παιδί-αναγνώστη με τις «εξόριστες» λέξεις ή τη γλώσσα του «Αγίου της λογοτεχνίας μας», γλώσσα που σύμφωνα με τον Απελλή θυμίζει το ευαγγέλιο και τα τροπάρια της εκκλησίας.
 
 Β. ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ

Η Παιδική/Νεανική Λογοτεχνία και ειδικότερα το παιδικό/νεανικό μυθιστόρημα την εποχή που εξετάζουμε, δηλ. από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 μέχρι και σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη, διέπεται από ρεαλισμό και έντονο κοινωνισμό[vii] προσαρμοσμένα στην ψυχολογία του παιδιού. Η θεματολογία την εποχή αυτή παρουσιάζει τη μεγαλύτερη ποικιλία κι είναι συνάρτηση του κοινωνικού γίγνεσθαι, καθώς οι συγγραφείς έχουν την πεποίθηση ότι όλα τα θέματα και προβλήματα μπορούν να θιγούν στο παιδί, αρκεί να εξασφαλίζουν την αισθητική απόλαυση. Έτσι θέματα που παλιότερα ούτε καν αναφέρονταν, όπως η εφηβεία, ο έρωτας, ο θάνατος, τα ναρκωτικά, το διαζύγιο, ο ρατσισμός, η τρομοκρατία, κλπ. την εποχή αυτή θίγονται, όχι βέβαια βεβιασμένα μόνο και μόνο για να ικανοποιήσουν εκπαιδευτικούς στόχους, αλλά με ειλικρίνεια και σοβαρότητα, με σεβασμό και αγάπη προς το παιδί. Γιατί η φαντασία του παιδιού, σύμφωνα με την αμερικανίδα καθηγήτρια παιδικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο Zena Sutherland, αναπτύσσεται τόσο με τις ρεαλιστικές ιστορίες όσο και με τα παραμύθια, οπότε τα παιδιά χρειάζονται εξίσου και τα δύο είδη.

 1. Στοιχεία κοινωνικού ρεαλισμού στο έργο Τα τέρατα του λόφου

  Στο μυθιστόρημά της Τα τέρατα του λόφου η συγγραφέας Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου πραγματεύεται με σοβαρότητα και ευθύνη ένα θέμα που για πρώτη φορά αγγίζεται στην ελληνική παιδική λογοτεχνία. Πρωτοτυπία που κατέχει κι από προηγούμενες φορές [viii]. Η ίδια για την επιλογή των θεμάτων της λέει: «… “εν αρχή ην το ερέθισμα”. Και αυτό μού το δίνει συνήθως ο κοινωνικός περίγυρος, η πρόσφατη ιστορία ή η σύγχρονη πραγματικότητα»[ix]. Και παρακάτω: «Τα θέματά που ενδιαφέρουν ένα συγγραφέα έχω την αίσθηση ότι βρίσκονται από καιρό εντός του». Για να συνεχίσει: «… τα θέματα είχαν από καιρό επισημανθεί, αλλά χρειάστηκε να τα “γονιμοποιήσει” η έμπνευση για να έρθουν στο φως και να γίνουν βιβλία».

    Το ερέθισμα λοιπόν, φαίνεται, στο εργαστήρι της υποβάλλεται σε συστηματική επεξεργασία, όπου τελικά πλέκονται συναρπαστικές ιστορίες που διακλαδώνονται μεταξύ τους, γεγονός καθόλου τυχαίο, αφού και μεταξύ των ηρώων των μυθιστορημάτων της αναπτύσσονται σχέσεις φιλίας και συγγένειας[x][xi]. Έτσι οι γνωστοί από τα προηγούμενα μυθιστορήματά της ήρωες, μέλη συνολικά εφτά οικογενειών, στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα βρίσκονται αντιμέτωποι με τέρατα αληθινά που οραματίζονται ένα Δ΄ Ράιχ και δρουν στην περιοχή του λόφου του Στρέφη. Ο νεοναζισμός, λοιπόν, που τις αρχές του ’90 σαν αυγό φιδιού εκκολάφτηκε στον κόρφο της Ευρώπης και συν το χρόνο και σήμερα δηλητηριάζει το περιβάλλον της γηραιάς ηπείρου και την Ελλάδα, είναι το θέμα για το οποίο η συγγραφέας νιώθει την ανάγκη να ενημερώσει τους αναγνώστες της. Δια στόματος μάλιστα της Ειρήνης, που αλληλογραφεί με τη γιαγιά της μέσω του διαδικτύου, λέει: «… πρέπει να σου θυμώσω που δε μου μίλησες ποτέ γι’ αυτά.» (σελ. 70), παραθέτοντας αμέσως παρακάτω ολόκληρο απόσπασμα από ένθετο της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας σχετικά με τα κολέγια-οργανώσεις του νεοναζισμού. Και δεν είναι το μόνο. Από την αρχή μέχρι το τέλος του βιβλίου η συγγραφέας παραθέτει, είτε ως εγγεγραμμένα αποσπάσματα είτε ως απλές αναφορές μέσα στις συζητήσεις των ηρώων, στοιχεία-ντοκουμέντα γι’ αυτή την οργάνωση. Έτσι ο αναγνώστης ακολουθεί βήμα-βήμα τα γεγονότα της ιστορίας, με την αγωνία του να κορυφώνεται σελίδα-σελίδα. Γίνεται μάρτυρας των ύβρεων και του ξυλοδαρμού του μικρού Σάμγουελ, χωρίς να υπάρχει λόγος, από τους τέσσερις νεαρούς με την ασυνήθιστη εμφάνιση. Μόνο και μόνο, θα πει η Ειρήνη (σελ. 25), επειδή δεν ήταν άσπρο το δέρμα του, και θα τους συσχετίσει με τους Κου Κλουξ Κλαν στην Αμερική. Παράλληλα θα γευτεί την ανθρωπιά και τη συμπόνια των δυο κοριτσιών, της Όλγας και της Ειρήνης, θα ταυτιστεί μαζί τους και μαζί με τα υπόλοιπα μέλη των δυο οικογενειών, που θα βάλουν σε κίνδυνο τη ζωή τους για να σώσουν το σοκολατένιο παιδί από τα τέρατα, αλλά και τον έναν απ’ αυτούς, που επίσης πέφτει θύμα της αγριότητας των μέχρι πριν λίγο «δικών» του. Κι αυτό θα είναι μόνο η αρχή. Με αφορμή το παραπάνω περιστατικό ο αναγνώστης γίνεται φίλος με το Σάμγουελ, συνάμα μέτοχος του αγώνα και των θυσιών του πατέρα του του κ. Ντίκον για επιβίωση, στο πρόσωπο του οποίου καθρεφτίζονται τα δεινά, οι αγωνίες και τα προβλήματα όλων των ξένων και οικονομικών μεταναστών. Μοιράζεται τη φιλοξενία αλλά και τη χαρά απ’ τα παιχνίδια με τα προσφυγάκια, το Γιάνους, την Τερέζα, τη Νέλια και τα άλλα παιδιά στο εργαστήρι του «καλοκαιρινού Αγιοβασίλη», ενώ ζει στιγμές φρίκης τη στιγμή που η φωτιά που προξενούν τα τέρατα το μετατρέπει από «υπόγειο της χαράς» σε «υπόγειο τρόμου». Έτσι με κομμένη την ανάσα πληροφορείται για τα θύματα του εμπρησμού κι ανησυχεί για την κατάσταση της υγείας της μικρής Νέλια και του κύριου Λευτέρη. «Είναι κι οι δυο στην “εντατική”, γιαγιά μου» θα γράψει η Ειρήνη στο ηλεκτρονικό μήνυμά της. Με την ίδια ανάσα παρακολουθεί και το επεισόδιο της συμπλοκής του κ. Ντίκον με τα τέρατα: «Βρομοαράπη, θα πεθάνεις…» του γρυλίζουν, πιάνονται στα χέρια κι ο ένας απ’ αυτούς τον χτυπάει θανάσιμα με κάτι που αστράφτει. «Τέρατα! Κτήνη! Κακούργοι! ακούει η Όλγα ουρλιαχτή την ίδια της τη φωνή…». Κι η αγωνία κορυφώνεται στη σκηνή της απαγωγής της Όλγας από τα τέρατα. Είναι αποφασισμένοι για όλα. Θέλουν την αναβάθμισή τους, την ένταξή τους στο ευρύτερο δίκτυο των Νεοναζί, περιμένουν κάποιον Κουντς, σύνδεσμο της οργάνωσης, να του αποδείξουν ότι αξίζουν. Όμως αποδεικνύουν το αντίθετο. «Η βλακεία τους θα μας βοηθήσει…» θα πει στα γερμανικά ο Χανς στην Όλγα, που εισέρχεται ως Κουντς στο κρησφύγετό τους, αποκαλύπτοντας στο κορίτσι και φυσικά στον αναγνώστη το καλοστημένο σχέδιο που είχαν καταστρώσει οι δικοί της με τη βοήθεια της αστυνομίας. Έτσι, τα τέρατα αιφνιδιάζονται. «Ομάδα της πλάκας», τους αποκαλεί ο Απελλής. Οι δυο απ’ αυτούς συλλαμβάνονται κι η Όλγα απελευθερώνεται. Οι άλλοι δυο όμως καταφέρνουν να το σκάσουν και τη στιγμή του γάμου του Φίλιππου και της Χριστίνας επιτίθενται στην εκκλησία. Μόλις από θαύμα σώζονται οι παρευρισκόμενοι. Ο γάμος αναβάλλεται, το γαμήλιο ταξίδι των μελλόνυμφων στην Αμερική κι αυτό. Κι η Ειρήνη θα γράψει στο μήνυμά της: «Κανονικά, γιαγιά, θα είχαν φύγει για τον Καναδά την επομένη του γάμου, … και μεθαύριο Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου, θα πήγαιναν πρωί πρωί να δουν τους περίφημους δίδυμους πύργους», φέρνοντας τον αναγνώστη αντιμέτωπο με το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου, «τις εξτρεμιστικές ισλαμικές οργανώσεις που δρουν σε πολλές χώρες, ακόμα και στην Ελβετία» θα γράψει πιο πάνω, και τις συνέπειες από την δίχως ανθρώπινο πρόσωπο παγκοσμιοποίηση.
   
ΕΠΙΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

1. Β. Αναγνωστόπουλος, Εξελίξεις της Παιδικής Λογοτεχνίας, 1970-1980, Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1988
2. Λ. Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Μιλώντας για τα παιδικά βιβλία, Καστανιώτης, Αθήνα 1987
3. Λ. Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Η παιδική λογοτεχνία στην εποχή μας, Καστανιώτης, Αθήνα 1990
4. Λ. Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Το μικρόβιο της ευεξίας, Πατάκης, Αθήνα 2002
5. Λ. Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Καναρίνι και μέντα, Πατάκης, Αθήνα 2000
6. Λ. Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Τα τέρατα του λόφου, Πατάκης, Αθήνα 2002
7. Ά. Γκίβαλου, Το θαυμαστό ταξίδι, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 1999
8. Ζ. Σαμαρά, Προοπτικές του κειμένου, Κώδικας, Θεσ/νικη 2000
9. Π. Χαντ, Κριτική, θεωρία και παιδική λογοτεχνία, Πατάκης, Αθήνα 2001


[i] Ζ. Σαμαρά, Προοπτικές κειμένου, Θεσσαλονίκη, Κώδικας, 2000, σσ. 19-23.
[ii] Λ. Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Το μικρόβιο της ευεξίας, Πατάκης, 2002, σελ. 124
[iii] Ζ. Σαμαρά, ό.π. σσ. 16-18
[iv] Λ. Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, ό.π. σελ. 125
[v] Λ. Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, ό.π. σσ. 122-124
[vi] Λ. Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, ό.π. σελ. 120
[vii] Περ. Διαδρομές, αρ. τευχ. 47, Φθινόπωρο 1997, σ. 163
[viii] Η ίδια έθιξε για πρώτη φορά το 1978 στο βιβλίο της Για την άλλη πατρίδα το θέμα ανθρώπινα δικαιώματα, καθώς και το θέμα ναρκωτικά (1981) Στο τσιμεντένιο δάσος. Βλ. Λ. Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Το μικρόβιο της ευεξίας, σ. 112.
[ix] Λ. Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, ό.π. σσ. 110-111
 
[xi] Λ. Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Τα τέρατα του λόφου, σ. 162