Δευτέρα, 6 Μαΐου 2013

Το μικρόβιο της ευεξίας


Από το βιβλίο Το μικρόβιο της ευεξίας, (Πατάκης, 2002[1])

    «Πώς το ξέρετε ότι αυτό που γράφετε είναι για παιδιά;» με ρώτησε μια μέρα ένα κοριτσάκι της τρίτης δημοτικού, σε μια από τις συνηθισμένες συναντήσεις μαθητών με συγγραφείς.
     «Δεν είμαι ολότελα βέβαιη από την αρχή» της απάντησα ειλικρινά. «Το αποφασίζω οριστικά  όταν έχω φτάσει πια στο τέλος».
     «Γιατί στο τέλος; Κι από τι το αποφασίζετε;» επέμεινε η μικρή - περίεργη όπως τα περισσότερα παιδιά στην ηλικία της, αλλά με ευστοχία στις ερωτήσεις της που φανέρωνε κάποια ιδιαίτερη ευφυΐα.
     Αν ήταν αρκετά μεγαλύτερη, θ’ άνοιγα συζήτηση μαζί της γύρω από τους λόγους, για τους οποίους, κατά τη γνώμη μου, την ώρα της δημιουργίας ο λογοτέχνης πρέπει να νιώθει ελεύθερος να γράφει χωρίς προκαθορισμένα πλαίσια, τυχόν δεσμεύσεις ή στόχους εξωλογοτεχνικούς. Θα της μιλούσα όμως και για την υποχρέωση που έχει ο δημιουργός, ως υπεύθυνος άνθρωπος, να διακρίνει, όταν ολοκληρώσει πια το έργο του, αν εκείνο που αδέσμευτα έγραψε είναι πράγματι για παιδιά ή όχι.
     Θα της εξηγούσα έπειτα ότι αυτή η εκ των υστέρων τελική και υπεύθυνη κρίση μπορεί να γίνει με βάση κάποια κριτήρια που έχουν προκύψει από τη μελέτη των χαρακτηριστικών όσων βιβλίων κατά τεκμήριο βρήκαν και βρίσκουν απήχηση στο παιδικό αναγνωστικό κοινό. Και θα της απαριθμούσα, έστω και σύντομα, ποια είναι αυτά τα χαρακτηριστικά: Ότι, ως προς τη μορφή, η οπτική γωνία είναι συχνά και κυρίως εκείνη του παιδιού. Η αμεσότητα είναι έκδηλη. Κουραστικές περιγραφές δεν υπάρχουν. Οι χαρακτήρες, μολονότι διαγράφονται καθαρά και ζωηρά, αφήνουν στον αναγνώστη περιθώριο να χρησιμοποιήσει τη φαντασία του. Ο λόγος είναι λιτός αλλά όχι απλοϊκός. Κι ακόμη ότι, ως προς το περιεχόμενο, υπάρχει μύθος με αρχή μέση και τέλος. Υπάρχει πλοκή έντονη και γρήγορη. Το κακό δεν θριαμβεύει τελικά και το καλό δεν νικιέται. Ακόμα και όταν η επικράτηση του καλού δεν είναι απόλυτη ή χωρίς σημαντικές απώλειες, ακόμα κι όταν το κακό έχει κάνει βλάβες ανεπανόρθωτες, τελικά βρίσκεται διέξοδος, διαφαίνεται κάποια λύση, τονώνεται η πίστη στις αξίες της ζωής.
     Θα τη βεβαίωνα, τέλος, ότι εκείνοι που έχουν την δοκιμασμένη ικανότητα να γράφουν για παιδιά, αυτό ακριβώς πετυχαίνουν: Να γράφουν αυθόρμητα το κείμενό τους με τρόπο τέτοιο ώστε να έχει τα χαρακτηριστικά που περιγράψαμε. Γι’ αυτό και το πιθανότερο είναι να διαπιστώσουν μ’ ευκολία ότι το έργο που μόλις τελείωσαν μπορεί πράγματι να βρει απήχηση στα παιδιά, όπως ίσως είχαν ευχηθεί όταν το ξεκινούσαν.
     ΄Ολες αυτές οι εξηγήσεις ωστόσο, παρ’ όλη την ιδιαίτερη ευφυΐα που φαινόταν να διαθέτει η μικρή μαθήτρια, θα ήταν πάνω από τις προσληπτικές της ικανότητες. Το κοριτσάκι ανυπομονούσε ν’ ακούσει μια σύντομη και κατανοητή για κείνο απάντηση στην ερώτηση: «Από τι αποφασίζετε ότι το βιβλίο σας  είναι για παιδιά;». Δεν μπορούσα λοιπόν παρά να διαλέξω και να της πω το πιο καίριο, το πιο σημαντικό, το βασικότερο κριτήριο που μου επιτρέπει να παίρνω την κρίσιμη εκείνη τελική απόφαση.
     «Αν έχω την αίσθηση» της είπα λοιπόν «ότι ο αναγνώστης τελειώνοντας το βιβλίο μου θα έχει πειστεί ότι αξίζει η πάλη για το σωστό και το δίκιο, ότι στον κόσμο μπορεί να βρεθεί ανθρώπινη ζεστασιά, πραγματική αγάπη, αληθινή φιλία, αν πιστεύω ότι θα νιώσει μέσα του ελπίδα για τη ζωή και αισιοδοξία για το αύριο, τότε είμαι βέβαιη ότι το βιβλίο μου είναι κυρίως για παιδιά».
     Φάνηκε ικανοποιημένη.
     Αργότερα, στο διάλειμμα, όταν μαζευτήκαμε οι μεγάλοι στο γραφείο του διευθυντή, ο δάσκαλός της μου είπε σκεφτικός:
     «Στους δύσκολους καιρούς που ζούμε, πάντως, χρειάζεται να διαθέτει κανείς ανεξάντλητα αποθέματα αισιοδοξίας, για να την μεταγγίζει με τα βιβλία του. Σπάνιο δώρημα! Σας θαυμάζω, μα την αλήθεια!».
     Βιάστηκα να του ομολογήσω με συντριβή ότι δεν διαθέτω τέτοια αποθέματα. Ότι δεν είμαι καν αισιόδοξη όλες τις ώρες. Ότι συχνότατα νιώθω κούραση, αποθάρρυνση, απελπισία. Μόνο που τις ώρες εκείνες καταλαβαίνω πως δεν πρέπει να γράφω, αν  ονειρεύομαι ως πιθανούς  αποδέκτες του κειμένου μου τα παιδιά.  Ο Γιώργος Σεφέρης έγραψε κάποτε «είναι αμαρτία να σπέρνει κανείς την απελπισία ανάμεσα στους νεότερους».
 
Σύντομα όλοι οι δάσκαλοι που πήραν μέρος στη συζήτησή μας παραδέχτηκαν ανεπιφύλακτα ότι το ελπιδοφόρο μήνυμα είναι το κυριότερο συστατικό της λογοτεχνίας για παιδιά και για νέους. Συμφωνήσαμε ύστερα και σε κάτι που έχει πολλές φορές τονιστεί: ΄Οτι μιλώντας για «ελπίδα» στα παιδικά λογοτεχνικά βιβλία δεν εννοούμε γλυκερές καταστάσεις με αβασάνιστη αισιόδοξη προοπτική. Δεν εννοούμε απόκρυψη της πικρής πραγματικότητας και των αντιξοοτήτων της ζωής. Μιλούμε για ελπίδα δημιουργική, ελπίδα που, όπως έγραψε κάποτε ένας στοχαστής που δεν υπάρχει πια, ο Παναγιώτης Φωτέας, «είναι το λουλούδι της δοκιμασίας» που «γεννιέται μέσα στη δυσκολία, εκεί που “δένονται” οι χαρακτήρες, “εν υπομονή” μέσα στο χυτήριο των αγώνων και των πόνων». Γιατί «η μεγαλειώδης διάσταση της ελπίδας είναι το “παράλογο” να βλαστάνει εκεί που έχει εκλείψει» (Ευθύνη, τ. 102/1980, σελ.378).
     Τους εμπιστεύτηκα ύστερα την έντονη ανησυχία μου για κάποιες πρόσφατες τάσεις και προσπάθειες, φοβούμαι κακόβουλες, κυρίως στην ξένη παιδική λογοτεχνία, να υπάρξουν παιδικά βιβλία με κακό τέλος, βιβλία που εκπέμπουν απαισιοδοξία, βιβλία που αποθαρρύνουν, που τρομοκρατούν ή που απελπίζουν τους νεαρούς αναγνώστες. Τους εκμυστηρεύτηκα μάλιστα πως η ανησυχία μου όλο και μεγαλώνει. Γιατί κοιτάζω γύρω μου, παρατηρώ και σε άλλους τομείς παρόμοια φαινόμενα και υποψιάζομαι πως έχει αρχίσει μια ύπουλη μάχη γενικότερα κατά της ελπίδας. Μια τάση που ισοδυναμεί με μάχη κατά της ίδιας της ζωής.
     «Αν εξυφαίνεται πραγματικά τέτοιο σχέδιο» επέμεινε ο δάσκαλος της μικρής «τότε υπάρχει ένας ακόμη λόγος να θεωρήσουμε δύσκολη δουλειά το να διατηρεί στις μέρες μας ένας λογοτέχνης την αισιοδοξία του και να τη μεταδίδει με τα βιβλία του. Πώς τα καταφέρνετε, αλήθεια;»
     Το ρήμα «μεταδίδει» που χρησιμοποίησε μου έφερε στο νου μια φράση του Andre Gide: «Το καλύτερο και το πιο αποτελεσματικό μέσο για να μεταδίδεις γύρω σου την ευτυχία είναι να δείχνεις εσύ ο ίδιος αυτή την εικόνα» είχε γράψει κάποτε. Τούτη η φράση μού θύμισε με τη σειρά της κάτι που αναφέρει ο Daniel Goleman στο γνωστό βιβλίο του Η συναισθηματική νοημοσύνη (Ελληνικά Γράμματα, 1998) για έναν οδηγό λεωφορείου, που ένα πρωί, με τη φιλική, αισιόδοξη στάση του προς τους δύσθυμους επιβάτες και με τα θετικά σχόλιά του γύρω από τα καλά που μπορεί ν’  απολαύσει κανείς σε μια εκ πρώτης όψεως απάνθρωπη και αφιλόξενη μεγαλούπολη, μετέβαλε τη δυσθυμία τους σε ευεξία.
«...΄Ωσπου να κατεβούν από το λεωφορείο– αφηγείται ο Goleman - ένας ένας οι επιβάτες είχαν βγει από το βλοσυρό καβούκι τους,  κι όταν ο οδηγός φώναζε “πολύ καλημέρα σας και να περάσετε καλά!”, όλοι ανταποκρίνονταν με χαμόγελο… Άρχισα να συλλογίζομαι ότι το κολλητικό μικρόβιο της ευεξίας πρέπει να μεταδόθηκε υπό μορφή κυμάτων σε όλη την πόλη, αρχίζοντας από τους επιβάτες εκείνου του λεωφορείου… Ο οδηγός ήταν ένας “ειρηνοποιός” της πόλης… Είχε τη μαγική ικανότητα να μεταλλάζει την ακεφιά και τον εκνευρισμό που κόχλαζε μέσα στους επιβάτες, να μαλακώνει και ν’  ανοίγει λιγάκι τις καρδιές τους...»
     Το «μικρόβιο της ευεξίας» λοιπόν. Από το μικρόβιο αυτό, υποστήριξα,  πρέπει να προσβάλλονται κάθε τόσο, όσοι γράφουν για παιδιά, για να μπορούν και να το να μεταδίδουν.