Σάββατο, 11 Μαΐου 2013

Η μελέτη της Παιδικής Λογοτεχνίας –

(Το μικρόβιο της ευεξίας – Γράφοντας βιβλία για παιδιά[1])

Του Ομότιμου Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών
Μιχάλη Γ. Μερακλή

Είναι γεγονός, ότι η παιδική λογοτεχνία ολοένα καθιερώνεται στην περιοχή της λογοτεχνίας, αποτελεί έναν αναγνωρισμένο πλέον κλάδο της ακυρώνοντας την εξορία της, όπως χαρακτηριστικά την παριστάνει και στο βιβλίο της η  Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου. Η καθιέρωσή της επιβεβαιώνεται και από το γεγονός, ότι διδάσκεται στα πανεπιστήμια. Θα παρατηρούσα εντούτοις, ότι η αισιόδοξη αυτή εξέλιξη δεν παρακολουθείται από μιαν – αναγκαία – ανάλογη καλλιέργεια και ανάπτυξη της θεωρίας, της μελέτης της παιδικής λογοτεχνίας, όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες.
     Στις λίγες σχετικές προσπάθειες που έχουν γίνει και εδώ εξέχουσα θέση κατέχει η Λ.Π.-Α., η οποία εξάλλου, όπως είναι γνωστό, έχει το πλεονέκτημα, ότι δεν ασχολείται απλώς και μόνο με τη μελέτη του αντικειμένου της παιδικής λογοτεχνίας, αλλά είναι και από τους πιο δόκιμους εκπροσώπους της.Το βιβλίο της Το μικρόβιο της ευεξίας δεν είναι το πρώτο, που ασχολείται με ζητήματα της παιδικής λογοτεχνίας. Είναι το πέμπτο. Περιέχει κείμενα γραμμένα στο διάστημα 1995-2001, που τα διάβασε ή τα ανέπτυξε «σε συνέδρια, σεμινάρια, ημερίδες οργανωμένες από εκπαιδευτικούς, στα Πανεπιστήμια Θεσσαλίας, Θράκης, Κρήτης, Πάτρας κ.τ.λ.».

Ο Καθηγητής κ. Μιχάλης Μερακλής
  Στη Λ.Π.-Α., της οποίας είναι εγνωσμένη και από το όλο έργο της (λογοτεχνικό και μελετήματα) η απλότητα και καθαρότητα των λόγων της, δεν αρέσουν οι υπερθετικοί, οι εντυπωσιακές φράσεις και δηλώσεις. Σκοπός αυτού του βιβλίου, διαβάζουμε και εδώ, είναι να παρουσιάσει στον αναγνώστη μια ολοκληρωμένη προσωπική θέση έναντι του κλάδου αυτού της λογοτεχνίας και μια, όσο είναι δυνατόν, πληρέστερη εικόνα του προβληματισμού κατά την ώρα της δημιουργίας των έργων που εντάσσονται στην παιδική και νεανική λογοτεχνία.  Θέλοντας κιόλας έτσι, με την τριαντάχρονη δική της πείρα να βοηθήσει τους νέους συγγραφείς να σχηματίσουν μιαν οπωσδήποτε ξεκαθαρισμένη άποψη γι’ αυτό που θα κάνουν, ή και να ανανεώσουν τις απόψεις τους δοκιμασμένοι δημιουργοί ερευνητές, μελετητές.
     Μην ξεχνώντας εξάλλου (μην μπορώντας να ξεχάσει) ότι, ακόμα κι όταν γράφει για την παιδική λογοτεχνία, πρώτιστα και κατεξοχήν είναι άνθρωπος που γράφει παιδική λογοτεχνία, είναι λογοτέχνης, μεταδίδει και σ’ αυτά τα κείμενά της τον παλμό εκείνου που πιστεύει σ’ ένα σκοπό, χωρίς διόλου να παραγνωρίζει τις δυσχέρειες, πολλές και ποικίλες, που υπάρχουν για την επιτυχία του σκοπού. Θα έλεγα μάλιστα πως, από μιαν άποψη, επειδή στα μελετήματά της διαλέγεται με ενήλικες, μεταγγίζεται σ’ αυτά κι ένας τόνος, συχνά, σοβαρός ή και δραματικός, που δεν υπάρχει στο δημιουργικό, λογοτεχνικό έργο της, όπου υποβάλλεται το μήνυμα μιας, σε τελευταία ανάλυση, αισιόδοξης προοπτικής και στάσης ζωής. Είχε επισκεφθεί ένα σχολείο, μίλησε στα παιδιά για την παιδική λογοτεχνία. ΄Ενας δάσκαλος, στο διάλειμμα, της είπε πως τη θαυμάζει για τα αποθέματα ελπίδας και αισιοδοξίας που χρειάζεται να έχει κανείς – και διαπίστωνε, ο δάσκαλος, πως αυτή τα έχει – για να τα μεταφέρει στο έργο του. «Βιάστηκα, σημειώνει η Λ.Π.-Α. στη συνέχεια, να του ομολογήσω με συντριβή ότι δεν διαθέτω τέτοια αποθέματα. Ότι δεν είμαι καν αισιόδοξη όλες τις ώρες. Ότι συχνότατα νιώθω κούραση, αποθάρρυνση, απελπισία. Μόνο που τις ώρες εκείνες καταλαβαίνω πως δεν πρέπει να γράφω, αν  ονειρεύομαι ως πιθανούς  αποδέκτες του κειμένου μου τα παιδιά.  «Δεν είναι σωστό να περνούμε την κούρασή μας στα παιδιά» έλεγε σοφά η Πηνελόπη Δέλτα, του θύμισα. Και ο Γιώργος Σεφέρης έγραψε κάποτε «είναι αμαρτία να σπέρνει κανείς την απελπισία ανάμεσα στους νεότερους». ΄Αλλωστε όλοι οι δάσκαλοι, μας λέει ακόμα η Λ.Π.-Α., βεβαίωσαν με την εκπαιδευτική και παιδαγωγική τους πείρα, ότι τα παιδιά απεχθάνονται τα κείμενα που τα αποθαρρύνουν.
     Αυτή η θερμοκρασία διατρέχει όλο το βιβλίο, που δεν το συνθέτουν εντούτοις μόνο οι εξομολογήσεις μιας ευαίσθητης προς τον κόσμο του παιδιού ψυχής, αλλά και θέσεις, σκέψεις, παρατηρήσεις δικές της αλλά και θεμελιωμένες σε σκέψεις και απόψεις άλλων, μελετητών και ερευνητών της παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας, δικών μας και ξένων, προπάντων ξένων˙ ένα από τα πλεονεκτήματα της Λ.Π.-Α. είναι, ότι χρησιμοποιεί και ξένη βιβλιογραφία, είναι εξαιρετικά ενημερωμένη για το ζήτημα και τους προβληματισμούς σχετικά με την παιδική λογοτεχνία.
 
Daniel Golman
Τον τίτλο του βιβλίου της έλαβε από μια φράση απ’ το βιβλίο του Daniel Golman, που προκάλεσε πολλές και γόνιμες συζητήσεις, με τον πολυσήμαντο τίτλο του (έχει μεταφραστεί και στα ελληνικά): Η συναισθηματική νοημοσύνη. Αναφέρεται ο ξένος μελετητής σ’ έναν οδηγό λεωφορείου, που ένα πρωί, με τη φιλική, αισιόδοξη στάση του προς τους δύσθυμους επιβάτες και με τα θετικά σχόλιά του γύρω από τα καλά που μπορεί ν’ απολαύσει κανείς σε μια εκ πρώτης όψεως απάνθρωπη και αφιλόξενη μεγαλούπολη, μετέβαλε τη δυσθυμία τους σε ευεξία: «...΄Ωσπου να κατεβούν από το λεωφορείο» αφηγείται ο Goleman «ένας ένας οι επιβάτες είχαν βγει από το βλοσυρό καβούκι τους,  κι όταν ο οδηγός φώναζε “πολύ καλημέρα σας και να περάσετε καλά!”, όλοι ανταποκρίνονταν με χαμόγελο…΄Αρχισα να συλλογίζομαι ότι το κολλητικό μικρόβιο της ευεξίας πρέπει να μεταδόθηκε υπό μορφή κυμάτων σε όλη την πόλη, αρχίζοντας από τους επιβάτες εκείνου του λεωφορείου…»
     Η Λ.Π.-Α. πιστεύει, ότι ένα καλό λογοτεχνικό βιβλίο μπορεί να δημιουργεί αυτό το αίσθημα της ευεξίας. Δίνει παραδείγματα αντλώντας από προσωπικά βιώματα. ΄Ηταν Κατοχή, 1943, αυτή μικρό παιδάκι, έξι χρονών. Ωστόσο είχε καταφέρει να διαβάσει το Παραμύθι χωρίς όνομα:
     Θυμάμαι ολοζώντανα την ευεξία που ένιωσα στο τέλος˙ την πεποίθηση ότι αξίζει κανείς να μάχεται για το καλό και το δίκιο, όπως κατάλαβαν κι έπραξαν τελικά οι κάτοικοι της χώρας των Μοιρολατρών˙ την ελπίδα που φούντωσε μέσα μου ότι ο πόλεμος θα τελειώσει˙ ότι από τα ερείπια, την πείνα και το θάνατο που έβλεπα γύρω μου θ’ αναστηθεί μια χώρα όμοια μ’ εκείνη που κατάφεραν να ξαναφτιάξουν οι Μοιρολάτρες, όπως την περιέγραφε προς το τέλος του παραμυθιού ο αποσταλμένος του εχθρού τους (...). Από τότε, το Παραμύθι χωρίς όνομα είχε γίνει το γιατρικό μου για την απελπισία. Γι’ αυτό και πλήθος ήταν οι φορές που από τότε το ξαναδιάβασα.
     Πιστεύει, λοιπόν, η συγγραφέας σ’ αυτή τη δυνατότητα μετάδοσης της ευεξίας από το βιβλίο στον αναγνώστη. Και σχεδόν έχει τάξει σκοπό της να την προπαγανδίζει και να γίνει – και με το δικό της δημιουργικό, συγγραφικό έργο – και ένας διαμεσολαβητής ανάμεσα στο βιβλίο και το παιδί, τον νέο, τον μεγάλο ως δυνάμει αναγνώστες, παροτρύνοντας, ενθαρρύνοντας, προσελκύοντάς τους με τα καλά έργα στην ανάγνωση, για να τους δοθεί και η δυνατότητα να κοινωνήσουν από την τόσο αναγκαία στην ψυχική ισορροπία ευεξία.
     Το βιβλίο, αποτέλεσμα της συνάντησης ευαισθησίας και γνώσης, είναι γεμάτο από σκέψεις, ιδέες, ερεθίσματα σχετικά με την παιδική λογοτεχνία και τους αποδέκτες της, το κοινό της. Παραπέμπω π.χ. στην αναφορά στο πολύ σοβαρό θέμα της επίσκεψης και παρουσίας του συγγραφέα παιδικών βιβλίων στο σχολείο ή την ξενάγηση που κάνει στο «εργαστήρι» της ως συγγραφέα, μιλώντας για τον τρόπο που εμπνέεται, επιλέγει το θέμα, γράφει, δίνοντας πληροφορίες ιδιαίτερα ωφέλιμες και γι’ αυτούς που θέλουν να γράψουν, αλλά και για όσους επιθυμούν να επικοινωνήσουν ουσιαστικότερα με τα βιβλία της ίδιας ή και των ομοτέχνων της.
     Θα σταθώ κάπως εκτενέστερα και σε μια βασική σκέψη της Λ.Π.-Α. Πιστεύει, ότι η παιδική λογοτεχνία οφείλει να είναι προσανατολισμένη προς το μέλλον, να ανοίγει προοπτικές. Είναι σαφής: «... η νοσταλγική διήγηση παιδικών αναμνήσεων ή, αντίθετα, η θλιβερή και αδιέξοδη εξιστόρηση μιας τραγικής παιδικής ηλικίας σπάνια οδηγούν σε λογοτεχνικό έργο που δίκαια να εντάσσεται στην παιδική/νεανική λογοτεχνία».
     Κάνει μιαν ωραία ανάπτυξη της θέσης αυτής, που τη συμμερίζονται άλλωστε σημαντικοί συγγραφείς και μελετητές. Αναφέρω την άποψη του πολύ γνωστού παιδαγωγού και ερευνητή του λαϊκού παραμυθιού Marc Soriano: Το παιδί είναι ον στραμμένο προς το μέλλον. Το πιο καίριο χαρακτηριστικό των αληθινών παιδικών βιβλίων είναι η απουσία νοσταλγίας, ο προσανατολισμός προς το μέλλον».
     Αυτό δεν σημαίνει, ότι τα βιβλία για παιδιά γράφονται ερήμην της γνώσης του τι είναι ο κόσμος. Η συγγραφέας μνημονεύει ένα ποίημα γεμάτο από την αθυμία της διαπίστωσης για την ύπαρξη ενός παρόντος γεμάτου από εχθρότητες και αδικίες:

Σήμερα πια σε πoιov vα μιλήσω; / Τ' αδέρφια έχoυv γίvει εχθρoί,
οι φίλοι δεν αγαπιούνται./ Σήμερα πια σε πoιov vα μιλήσω;
Αρπακτικές έχουν γίνει οι καρδιές,/ όλοι κλέβουν τo βιoς τoυ γείτovα.
Σήμερα πια σε πoιov vα μιλήσω; / Ο καλός τo βάζει στα πόδια, o θρασύς φανερώνεται παντού...
Σήμερα πια σε πoιov να μιλήσω;
'Οσoι έπρεπε v' αγριεύoυv με τov αvέvτιμo άvθρωπo
 χαμογελούν μ' επιείκεια μπροστά στηv ατιμία τoυ...

Το χειρότερο: το ποίημα αυτό, όπως μας πληροφορεί, έχει γραφεί πριν από 4.000 χρόνια: έτσι πάντα ήταν ο κόσμος. Αλλά: ποτέ δεν εγκατέλειψε τον άνθρωπο η ελπίδα, που βλέπει πάντα στο μέλλον. Και επιτέλους: Η ελπίδα και η αισιoδoξία πoυ βλασταίvoυv στα έργα της παιδικής λoγoτεχvίας είvαι απoτέλεσμα και αυτά μιας άλλης επωφελούς περιoδικής εξoρίας, ή μάλλov αυτoεξoρίας τoυ δημιoυργoύ από τov παραλoγισμό τoυ σημεριvoύ κόσμoυ, τηv ώρα της δημιουργίας. Εδώ πρόκειται για μια "ετερoτoπία", πoυ τoυ επιτρέπει vα oραματίζεται τo μέλλov βελτιωμέvo˙ είναι μια ηθελημέvη απoστασιoπoίηση πoυ γεvvά τηv πεπoίθηση ότι τα πάvτα αvαγεvvώvται και ότι oυδέv απόλλυται.
     Η Λ.Π.-Α. ευστοχεί και στη δημιουργία ορισμένων λέξεων η στη διεύρυνση της σημασίας τους. ΄Ακρως επιτυχής είναι η λέξη «βιβλιοφαγία», από την υπάρχουσα ήδη λέξη «βιβλιοφάγος», με διευρυμένη όμως και στοχαστικά αναπτυγμένη σημασία. Το έναυσμα έλαβε από ένα πνευματικά σπαρταριστό χωρίο της Αποκαλύψεως˙ αναφέρεται πως ο Θεός είπε στον Ιωάννη να «καταφάγει» ένα βιβλίο. Κι εκείνος γράφει: Και έλαβον το βιβλίον εκ της χειρός του αγγέλου και κατέφαγον αυτό, και ήν εν τω στόματί μου ως μέλι γλυκύ.
Stephen Hawking
       Συλλογίζεται χαριτωμένα αλλά και με πνευματική εσωτερικότητα, ότι δεν αρκούν οι ολοένα περισσότερο διαφημιζόμενες συνταγές «υγιεινής διατροφής», που μπορούν, ενδεχομένως, να εξασφαλίζουν υγεία σωματική, αλκή και καλλιγραμμία, για να οικοδομηθεί μια «αξιοβίωτη ζωή»: Αν αρκούσε αυτό, παρατηρεί, τότε κανένας σωματικά υγιής δε θα περιλαμβανόταν στους θεραπευόμενους των ψυχολόγων και των ψυχιάτρων, κανένας σωματικά δραστήριος δε θα ένιωθε κατάθλιψη, κανένας σωματικά ευειδής δε θα αισθανόταν κενά στη ζωή του. Αντίθετα δεν λείπουν παραδείγματα (και δεν είναι λίγα) ανθρώπων με προβληματική τη σωματικής τους υγεία, που γνώρισαν την υγεία της ψυχής και του νου˙ με πιο χτυπητά παραδείγματα, όπως λέει, εκείνα της περίφημης ΄Ελεν Κέλλερ και του λαμπερού σύγχρονου διανοητή και επιστήμονα Stephen Hawking.
Θέλω να τελειώσω τη σύντομα παρουσίαση του ωραίου βιβλίου της Λ.Π.-Α. παραθέτοντας μια παραλλαγή της («βέβηλη» τη λέει εκείνη, συγκινητική τη λέω εγώ) στίχων του Ελύτη, με τους οποίους ο ποιητής απαντούσε στο ερώτημα, που ο ίδιος είχε θέσει στον εαυτό του: «Εξόριστε ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;»
Βλέπω τη διαρκή παλιννόστηση
στη voητή χώρα τωv παιδιώv,
βλέπω τη διαρκή αvάσταση ελπίδωv και αξιώv,
σημάδι ότι θα λάβoυvε τα όvειρα εκδίκηση,
και θα έχει κάθε παιδί
τα λίγα γραμμάρια της ευτυχίας που του ανήκουν.

 (Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Το Σχολείο και το σπίτι, τεύχος 449, 11.2 – 20.3.2003, σελ.69-72. Περιλαμβάνεται στο εξαντλημένο βιβλίο Το υφαντό της Πηνελόπης διαχρονικές αναγνώσεις για το έργο και την προσωπικότητα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Εργαστήρι Λόγου και Πολιτισμού Πανεπιστημίου Θεσσαλίας: Βόλος 2008).


[1] http://www.loty.gr/meletimata_analyt_5.htm