Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012

Βιβλιοφαγία: Η αποτελεσματικότερη υγιεινή διατροφή

΄Ολοι συμφωνούμε ότι η φιλαναγνωσία των παιδιών είναι ένας από τους στόχους της εκπαίδευσης τους εξαιρετικά επιθυμητούς και όλοι καμαρώνουμε τα παιδιά “βιβλιοφάγους”. Για να φτάσουμε βέβαια στη βιβλιοφαγία, είναι απαραίτητη η καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας από μικρή ηλικία. Τρόποι γι’ αυτή την καλλιέργεια προτείνονται κατά καιρούς πολλοί. Ωστόσο, για να έχουν οι τρόποι αυτοί αποτέλεσμα, είναι κατά τη γνώμη μου απαραίτητη μια προϋπόθεση: Μικροί και μεγάλοι πρέπει να έχουν πειστεί για την αξία των βιβλίων και ιδιαίτερα των λογοτεχνικών.

Από την πολύχρονη επαφή μου με μαθητές, κατά τις γνωστές πια επισκέψεις συγγραφέων παιδικής λογοτεχνίας στα σχολεία, έχω διαπιστώσει ότι στα παιδιά της σχολικής ηλικίας δεν αρκεί η παρότρυνση για διάβασμα, ακόμα και με τον πιο ελκυστικό τρόπο. Συχνά, στη χρησιμοθηρική, ωφελιμιστική εποχή που ζούμε ακόμα και για τα παιδιά είναι απαραίτητη μια προϋπόθεση: Χρειάζεται πρώτα να πειστούν ότι τα λογοτεχνικά βιβλία έχουν κάποια αξία χειροπιαστή και μετρήσιμη. Εκτός κι αν έτυχε να νιώσουν την απόλαυση της ανάγνωσης από νήπια, ακούγοντας τους μεγάλους να τους διαβάζουν παραμύθια και ιστορίες, οπότε μεγαλώνοντας διαβάζουν για την απόλαυση αυτή. Αν όχι – που είναι ατυχώς και το συνηθέστερο - έρχεται σύντομα η στιγμή που αναρωτιούνται, κρυφά ή φανερά: «Και γιατί να διαβάζω; Τι έχω να κερδίσω από τα εξωσχολικά βιβλία; Τι μου προσφέρει η λογοτεχνία;» 

Τα παιδιά του δημοτικού, έτσι καθώς τα διακρίνει ακόμα ο ατομοκεντρισμός της ηλικίας τους, είναι φυσικό να θέλουν ν’ ακούσουν συγκεκριμένες απαντήσεις στο ερώτημά τους, οφέλη άμεσα κατανοητά, που να τα αφορούν προσωπικά. Το «γιατί» αυτό λοιπόν, πιστεύω ότι μπορεί να απαντηθεί μέσα από ένα παιχνίδι. Και αυτό παίζουμε στην τάξη σε τέτοιες περιπτώσεις.

Το παιχνίδι το ονομάζουμε «Τα δώρα της λογοτεχνίας». Αποφασίζουμε δηλαδή να βρούμε τουλάχιστον δέκα από τα δώρα που μας δίνουν τα κάθε είδους λογοτεχνικά βιβλία για παιδιά (κοινωνικά, ιστορικά, ταξιδιωτικά, φανταστικές ιστορίες κλπ). Με άλλα λόγια, συμφωνούμε να μετρήσουμε τα όσα μας προσφέρουν, βρίσκοντας σε τι μας βοηθούν, τι έχουμε να αποκομίσουμε από το διάβασμα τέτοιων βιβλίων. Τα παιδιά παίρνουν μέρος με ενθουσιασμό στο παιχνίδι αυτό, όπου εμπλέκουμε και το δάσκαλο στο ρόλο του «διαιτητή», ώστε να είμαστε βέβαιοι ότι δε θα μετρήσουμε κάτι που ήδη ειπώθηκε με άλλη διατύπωση. 

΄Οταν το παιχνίδι ξεκινήσει, ο κατάλογος των «δώρων» αρχίζει σύντομα να μακραίνει. Μόνα τους τα παιδιά βρίσκουν ότι διαβάζοντας λογοτεχνικά βιβλία:

Ø Πλουτίζουμε το λεξιλόγιό μας.
Ø Μαθαίνουμε να γράφουμε σωστότερα.
Ø Μπορούμε να μιλούμε καλύτερα.
Ø Καλλιεργούμε τη φαντασία μας.
Ø Παίρνουμε ιδέες για άλλες δραστηριότητες.
Ø Αποκτούμε εμπειρίες παρακολουθώντας τα όσα βιώνουν οι ήρωες.
Ø Ταξιδεύουμε ανέξοδα σε άλλους τόπους μ’ ένα βιβλίο ταξιδιωτικής λογοτεχνίας.
Ø Ταξιδεύουμε στο παρελθόν μ’ ένα ιστορικό μυθιστόρημα ή διήγημα.
Ø Ταξιδεύουμε στο μέλλον μ’ ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας.
Ø Περνάμε την ώρα μας ευχάριστα, αντλούμε ψυχαγωγία, άρα ξεκουραζόμαστε.
Ø Αποκτούμε ένα φίλο «παντός καιρού», εύχρηστο, καλόβολο και πρόθυμο να μας ακολουθεί παντού και να μας κρατά συντροφιά σε κάθε περίσταση.
Ø Σε δύσκολες ώρες, βρίσκουμε στα λογοτεχνικά βιβλία παρηγοριά, είτε γιατί συναντούμε μέσα σ’ αυτά χαρακτήρες που έχουν προβλήματα παρόμοια με τα δικά μας, είτε γιατί διαβάζοντας ξεφεύγει το μυαλό μας για λίγο από τα όσα μας πιέζουν.

Και το παιχνίδι συνεχίζεται με κέφι, καθώς τα παιδιά βρίσκουν κι άλλα τέτοια «δώρα», όχι μόνο τα δώδεκα που μόλις αναφέραμε. Και το περίεργο που παρατηρούν συνήθως οι δάσκαλοι είναι ότι τη ζωηρότερη συμμετοχή στο παιχνίδι την έχουν συχνά οι μέτριοι μαθητές ή τα παιδιά τα λιγόλογα, τα παιδιά τα πιο δειλά, τα παιδιά με το λιγότερο ενδιαφέρον στην τάξη. Στο τέλος του παιχνιδιού έχουμε όλοι συμφωνήσει κι έχουμε πειστεί ότι το παιδικό λογοτεχνικό βιβλίο είναι κάτι πολύτιμο. Και τα παιδιά συναγωνίζονται σε φιλόδοξα σχέδια για το πόσα βιβλία θα διαβάσουν από δω κι εμπρός. Είναι η κατάλληλη στιγμή για να υπολογίσουμε πόσα περίπου βιβλία μπορεί αλήθεια να διαβάσει με την άνεσή του ένα παιδί, από την ώρα που θα μάθει ανάγνωση ώσπου να πλησιάζει να τελειώσει τη σχολική του ζωή - από έξι ως δεκαέξι χρονών περίπου -  ώστε να χαρεί και να ωφεληθεί από δώρα που εντοπίσαμε.

΄Ολα τα παιδιά συμφωνούν ότι άνετα γίνεται να διαβάσουν ένα παιδικό βιβλίο την εβδομάδα, μερικά μάλιστα που έχουν ήδη γίνει μικροί «βιβλιοφάγοι» διαβεβαιώνουν ότι μπορούν να τελειώσουν ένα βιβλίο σε μια, σε δύο ή το πολύ σε τρεις ημέρες. Μένουμε στο ένα την εβδομάδα. ΄Αρα έχουμε 52 βιβλία το χρόνο. Αφήνουμε τα δύο για να στρογγυλέψουμε τον αριθμό. Πολλαπλασιάζουμε  το 50 επί δέκα, όσα είναι τα χρόνια από τα έξι ως τα δεκαέξι. Βρίσκουμε τον αρκετά σημαντικό αριθμό των 500 λογοτεχνικών βιβλίων! Και το παιχνίδι τελειώνει με την αίσθηση ότι όλα τα παιδιά μπορούν τελικά ν’ αποκτήσουν τον τίτλο του «βιβλιοφάγου».

Αν πρόκειται για μαθητές του Γυμνασίου ή του Λυκείου, τότε το παιχνίδι εμπλουτίζεται, γίνεται σοβαρότερο. Τα περισσότερα «δώρα» τα συνοδεύουν κάποιες απαραίτητες επεξηγήσεις. Είναι ανάγκη να σκεφτούμε λίγο, για να διευκρινίσουμε περισσότερο το τι ακριβώς τα χρειαζόμαστε αυτά τα «δώρα». Τις απαντήσεις τις βρίσκουν και πάλι μόνα τους τα παιδιά. Για παράδειγμα, διατυπώνουν την άποψη ότι ο πλούτος του λεξιλογίου που αποκτιέται με το διάβασμα επεκτείνει σε πλάτος και βάθος τη σκέψη. ΄Οτι ο πλούτος αυτός βελτιώνει με τη σειρά του και τον προφορικό μας λόγο, άρα την ικανότητά μας για επικοινωνία. Αν ο διάλογος είναι απαραίτητος στην κοινωνική ζωή, σκεφτόμαστε, τότε το πρώτο που χρειαζόμαστε είναι να αρθρώνουμε «λόγο» σαφή και ορθά διατυπωμένο. 

΄Ερχεται ύστερα η σειρά της φαντασίας. Συμφωνούμε πως η δημιουργική φαντασία είναι αναγκαία για να οραματιστούμε τη ζωή που θέλουμε να ζήσουμε˙ για να προβλέπουμε σωστά και να προγραμματίζουμε, κατά το δυνατόν, ορθά το βίο μας˙ να αναπτύσσουμε καλές ανθρώπινες σχέσεις˙ να βρίσκουμε λύσεις στα αδιέξοδα της ζωής. Και διαπιστώνουμε πως η καλύτερη άσκηση της φαντασίας ξεκινά από την ικανότητα να μετατρέπουμε τις λέξεις, τις φράσεις, το γραπτό λόγο σε δικές μας εικόνες, πράγμα που γίνεται όταν διαβάζουμε. Αυτή η ικανότητα καταλαβαίνουμε ότι μας οδηγεί και στο αντίθετό της: Στην ικανότητα να μπορούμε να μετατρέπουμε κάθε οπτικό ερέθισμα, κάθε εικόνα πραγματική, ή κάθε οραματισμό σε λέξεις, σε γραπτό λόγο. ΄Ετσι αποκτούμε ευχέρεια στο γράψιμο, χρήσιμη για ό,τι επάγγελμα κι αν ακολουθήσουμε στο μέλλον, αλλά και για την άσκηση των καθηκόντων μας ως πολιτών. Είναι άλλωστε γνωστό ότι στην ικανότητα του ανθρώπου να μετατρέπει τα οπτικά ερεθίσματα σε λέξεις και τις λέξεις σε σχήματα και εικόνες στηρίχτηκε η ανάπτυξη του πολιτισμού.

Διευκρινίζουμε ύστερα ότι η «ψυχαγωγία» που προσφέρει η λογοτεχνία δεν είναι ταυτόσημη με τη «διασκέδαση». Θυμόμαστε ότι παράγεται από τις λέξεις «αγωγή» και «ψυχή». Και συμφωνούμε ότι αγωγή της ψυχής γίνεται με συμμετοχή όχι μόνο στη χαρά αλλά και στη λύπη, όχι μόνο στο γέλιο αλλά και στο δάκρυ των προσώπων ενός μυθιστορήματος ή ενός διηγήματος, όπως συμβαίνει και στο θέατρο.

΄Επειτα συνειδητοποιούμε ότι με το διάβασμα λογοτεχνικών κειμένων οξύνουμε την κρίση μας. Τα όσα γράφει ένα βιβλίο πρέπει να τα σκεφτούμε, γιατί, όπως έχει σοφά ειπωθεί, το να διαβάζεις χωρίς να σκέφτεσαι είναι σαν να τρως  χωρίς να χωνεύεις. Κρίνουμε λοιπόν τα όσα διαβάζουμε και παίρνουμε τη δική μας θέση μπροστά σε διλήμματα που συχνά αντιμετωπίζουν οι ήρωες, ή σε μηνύματα που τυχόν εισπράττουμε, λέγοντας  το δικό μας «ναι» ή το δικό μας «όχι» σε κάθε περίσταση. 
 
Τέλος βλέπουμε καθαρά ότι με το διάβασμα πολλαπλασιάζουμε τις εμπειρίες μας ζώντας νοερά τα όσα διαδραματίζονται στο λογοτέχνημα. Γινόμαστε κοινωνικά πιο ευαίσθητοι, ψυχικά πιο ώριμοι, συναισθηματικά πιο έτοιμοι για τη ζωή. Αξίζει λοιπόν να γίνουμε «βιβλιοφάγοι». 

Σε συζήτηση με παιδιά του Λυκείου, προσθέτω μερικές σκέψεις ακόμα σχετικά με τη «βιβλιοφαγία»: Σ’ ένα σημείο της Αποκάλυψης αναφέρεται ότι ο Θεός είπε στον Ιωάννη να «καταφάγει» ένα βιβλίο! «Και έλαβον το βιβλίον εκ της χειρός του αγγέλου και κατέφαγον αυτό» γράφει ο Ιωάννης «και ην εν τω στόματί μου ως μέλι γλυκύ». Τούτη τη φράση  μου τη θυμίζουν πάντα οι τόσες διαφημίσεις «υγιεινής διατροφής» που μας κατακλύζουν καθημερινά. Στόχος όλων η σωματική υγεία, η σωματική ευεξία, η σωματική ευμορφία. Η αποτελεσματικότητα των μεθόδων θεωρείται από πολλούς αμφίβολη, όμως η πελατεία φαίνεται ν’ αυξάνει. Τα υποσχόμενα είναι πράγματι ελκυστικά. ΄Ετσι ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός ατόμων επιδιώκει τη βελτίωση της εμφάνισης, της υγείας και της ψυχικής του διάθεσης με κάποια από τις προτεινόμενες υγιεινές διατροφές. Ωστόσο μένει πάντα το ερώτημα: Αρκεί η σωματική υγεία, η αλκή και η καλλιγραμμία για να νιώθει ο άνθρωπος σε αρμονία με το περιβάλλον και τον εαυτό του; Για να ζει μια αξιοβίωτη ζωή; Για να είναι και να νιώθει «πλήρης»;

Αν αρκούσε, τότε κανένας σωματικά υγιής δε θα περιλαμβανόταν στους θεραπευόμενους των ψυχολόγων και των ψυχιάτρων, κανένας σωματικά δραστήριος δε θα ένιωθε κατάθλιψη, κανένας σωματικά ευειδής δε θα αισθανόταν κενά στη ζωή του. Η απουσία τέλειας σωματικής διάπλασης θα ισοδυναμούσε  με την απουσία ψυχικής υγείας. Η κάποια δυσκαμψία ή η έλλειψη έντονης κινητικότητας θα οδηγούσε και σε έλλειψη κοινωνικότητας. Η οποιαδήποτε μικρή ή μεγάλη αναπηρία θα σήμαινε και στέρηση νοηματισμένης ζωής. ΄Ομως άπειρα είναι τα παραδείγματα που αναιρούν τέτοιους συσχετισμούς, με πιο χτυπητά εκείνα της περίφημης ΄Ελεν Κέλλερ και του λαμπερού σύγχρονου διανοητή και επιστήμονα Stephen Hawking.
Παρ’ όλα αυτά, η εποχή μας επιμένει υπερβολικά στην έγνοια για το σώμα και μόνο, με προτάσεις για φρουτοφαγία, χορτοφαγία, ή άλλων ειδών ειδικές διατροφές. ΄Εχω λοιπόν την πεποίθηση ότι αν παρόμοια έγνοια δείχναμε και για την ψυχοπνευματική μας υπόσταση, με απώτερο σκοπό να ζήσουμε πληρέστερα και αρμονικότερα με τον εαυτό μας και τους άλλους, θα καταλήγαμε στη βιβλιοφαγία, και συγκεκριμένα στη βιβλιοφαγία της λογοτεχνίας.

Την άποψη μου αυτή την εκφράζω συχνά και σε συναντήσεις μου με γονείς που οργανώνονται στα σχολεία. Αγχωμένοι για το μέλλον των παιδιών τους, ανήσυχοι οι γονείς για τα πολλά μαθήματα και τις ατέλειωτες ώρες μελέτης που απαιτούνται, ιδίως στο γυμνάσιο και στο λύκειο, θεωρούν πολυτέλεια ανέφικτη το διάβασμα λογοτεχνικών βιβλίων. ΄Εχω μάλιστα την αίσθηση ότι αυτές οι σκέψεις για την έλλειψη χρόνου αφορούν και τους ίδιους, έτσι όπως η ζωή τους έχει γίνει πιεστική και αγχώδης, με ρυθμούς που ελαχιστοποιούν τις ελεύθερες ώρες, ακυρώνουν τη δυνατότητα για συγκέντρωση και σκέψη, διαταράσσουν τις ανθρώπινες σχέσεις. Οι περισσότεροι είναι άνθρωποι νέοι και ευειδείς. Φαίνονται υγιείς. Δείχνουν δραστήριοι. Τα άγχη τους όμως, η δυσαρμονία μεταξύ της καθημερινής τους ζωής και των οραμάτων τους, η διάσταση ανάμεσα στις προσωπικές τους ανάγκες και τις απαιτήσεις του περιβάλλοντος είναι φανερά.

Τους προτείνω τη βιβλιοφαγία ως την πλέον αποτελεσματική υγιεινή διατροφή! Μετά την πρώτη θυμηδία που καμιά φορά προκαλεί ο κάπως πρωτότυπος αυτός όρος «βιβλιοφαγία», το ακροατήριο δείχνει τη διάθεση ν’ ακούσει περισσότερα. Την πρότασή μου οφείλω να την τεκμηριώσω. Ξετυλίγω λοιπόν τη σκέψη μου:

Είναι φανερό πως σε αρμονία με τους άλλους μπορεί να ζήσει κανείς όταν έχει την ικανότητα να κατανοεί τα προβλήματά τους, να αποδέχεται τη διαφορετικότητά τους, να ενστερνίζεται τις αρχές της ισονομίας και της αμεροληψίας. Με λίγα λόγια, όταν μπορεί να μπαίνει στη θέση τους. ΄Ομως κάτι τέτοιο απαιτεί πραγματική προσπάθεια, κόπο της φαντασίας, αφού κάθε άνθρωπος γεννιέται μοναδικός και ολότελα διαφορετικός από κάθε άλλον. ΄Αρα μόνον άνθρωποι με φαντασία είναι σε θέση για τέτοιο επίτευγμα. Η καλλιέργεια της φαντασίας λοιπόν είναι βασική προϋπόθεση. Και σ’ αυτή την καλλιέργεια είναι γνωστό πως η λογοτεχνία παίζει ρόλο σημαντικότατο. Η ταύτιση με τους ήρωες ενός λογοτεχνήματος, η ιδεατή συμμετοχή στην προσπάθεια για την αντιμετώπιση και τη λύση σοβαρών διλημμάτων τους, η νοερή συνάντηση με ποικίλους ανθρώπινους τύπους, από τους πιο οικείους ως τους πιο περιθωριακούς, και η επαφή με διαφορετικούς τρόπους ζωής, η διερεύνηση κοινωνικών, οικογενειακών ή προσωπικών προβλήματων, όπως ανάγλυφα παρουσιάζονται με την τέχνη του λόγου, είναι αποτελεσματικότατη γυμναστική της φαντασίας.

Βέβαια το να ζει κανείς σε αρμονία με το περιβάλλον του προϋποθέτει ότι μπορεί να ζήσει πρώτα σε αρμονία με τον εαυτό του. Το περίφημο «γνώθι σαυτόν» είναι το πρώτο ζητούμενο. Και στην αυτογνωσία μεγάλη είναι και πάλι η συμβολή της λογοτεχνίας. Τα λογοτεχνικά βιβλία είναι ο καθρέφτης της ζωής, αλλά και ο καθρέφτης όπου μπορούμε να αναγνωρίσουμε τον εαυτό μας˙ να ανιχνεύσουμε πλευρές του που δεν υποψιαζόμασταν˙ να συνειδητοποιήσουμε ικανότητες που ουδέποτε αντιληφθήκαμε ότι έχουμε˙ να ψηλαφίσουμε νοερά κρυμμένες πληγές που ακόμα ζητούν τη γιατρειά τους, όνειρα ξεχασμένα που ακόμα ζητούν την πραγμάτωσή τους, αλλαγές στη ζωή μας που ποτέ δεν τολμήσαμε να σκεφτούμε. ΄Η, αντίθετα, να βεβαιωθούμε για την πλεύση μας στη ζωή, τις επιλογές μας, τον τρόπο που εκπληρώσαμε ή θέλουμε να εκπληρώσουμε τα όνειρα και τις επιθυμίες μας.

Καταλαβαίνω πως οι γονείς περιμένουν ν’ ακούσουν και κάτι πιο συγκεκριμένο σχετικά με τα παιδιά τους. Τους μιλώ τότε για την ανάγκη της «συναισθηματικής» καλλιέργειας των νεαρών αναγνωστών, ιδιαίτερα σήμερα, στην εποχή της κυριαρχίας των οπτικοακουστικών μέσων. 

Σύμφωνα με την άποψη του Βρετανού μελετητή Peter Hοllindale: «Τα τελευταία χρόνια τα παιδιά ωριμάζουν σωματικά γρηγορότερα απ’ ό,τι άλλοτε και μετακινούνται από δραστηριότητες που συνδέονται με την παιδική ηλικία σε εκείνες που έχουν σχέση με την εφηβεία. Επηρεασμένα σε αρκετό βαθμό από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, το εμπόριο και τους κανόνες της αγοράς, καθώς και από τη μόδα των συνομηλίκων τους, φαίνεται να εγκαταλείπουν την παιδική ηλικία πολύ νωρίτερα. Αξιοπαρατήρητο φαινόμενο της ζωής, όμως είναι αμφίβολο αν αυτή η εξωτερική ωριμότητα συμπεριφοράς είναι σύμφωνη με την συναισθηματική ωριμότητα που χρειάζεται»[1] . 

Επίσης, σε άρθρο που δημοσιεύτηκε σε καθημερινή εφημερίδα με τίτλο «Το παιδί του σήμερα αγγίζει το …τέλειο»[2], αναφέρεται ότι: «Σε σύγκριση με τους συνομηλίκους τους, πριν από μία δεκαετία, τα σημερινά παιδιά είναι πιο γρήγορα και ευκίνητα, περισσότερο πληροφορημένα, πιο κακομαθημένα, πιο ετοιμόλογα και πιο έξυπνα, αλλά ίσως να είναι ταυτόχρονα και πιο ευάλωτα, πιο ανώριμα».
 
Είναι όντως κοινός τόπος πια ότι πολλά παιδιά με υψηλό δείκτη νοημοσύνης υστερούν σε νοημοσύνη συναισθηματική, δηλαδή στην ικανότητα, μεταξύ άλλων, για αυτεπίγνωση, έλεγχο των συναισθημάτων, αναγνώριση των συναισθημάτων των άλλων και χειρισμό των διαπροσωπικών σχέσεων. 

Για τη συναισθηματική νοημοσύνη γίνεται πολλή και γόνιμη συζήτηση τα τελευταία χρόνια, ιδίως μετά την κυκλοφορία του πασίγνωστου πια βιβλίου του Daniel Gοleman με τον ίδιο τίτλο: Η συναισθηματική νοημοσύνη[3]. Εκεί ο Γκόλμαν σημειώνει χαρακτηριστικά: «Τα σημερινά παιδιά είναι πιο μοναχικά και καταπιεσμένα, πιο οργισμένα και απείθαρχα, πιο νευρικά και ευέξαπτα, πιο παρορμητικά και επιθετικά». Από τη μελέτη του βιβλίου του αλλά και άλλες παράλληλες έρευνες αποδεικνύεται ότι όλα αυτά συμβαίνουν επειδή η συναισθηματική αγωγή των παιδιών μας αφήνεται στην τύχη με καταστροφικά αποτελέσματα. Η συναισθηματική νοημοσύνη όμως και διδάσκεται και καλλιεργείται. ΄Ενας από τους τρόπους τους πιο αποτελεσματικούς είναι η ανάγνωση λογοτεχνικών βιβλίων που συμβάλλουν στην απόκτηση ενσυναίσθησης – στην ικανότητα να κατανοεί κανείς τα συναισθήματα και τις έγνοιες των άλλων και να μπορεί να μπαίνει στη θέση τους. Τέτοια βιβλία και μάλιστα για παιδιά και νέους υπάρχουν πάρα πολλά. Δε μένει παρά να τα δώσουμε στα παιδιά μας. ΄Οσο υπερβολικό κι αν ίσως ακούγεται, έχω την αίσθηση ότι έτσι θα τα βοηθήσουμε να γίνουν ευτυχέστεροι άνθρωποι, καλύτεροι πολίτες, πετυχημένοι και χρήσιμοι στον τόπο τους και στην ανθρωπότητα.

Στο σημείο αυτό διαισθάνομαι ότι πλανιέται ένα ερωτήματα: Ευτυχισμένοι άνθρωποι και καλοί πολίτες μπορούν να γίνουν μονάχα οι «βιβλιοφάγοι»; «΄Οχι βέβαια!», είναι η απάντηση. Ασφαλώς και το πνεύμα δεν τρέφεται μόνο με το διάβασμα. Αν ήταν έτσι, κάθε «διαβασμένος» και «γραμματιζούμενος» θα ήταν και σοφός, κάθε αγράμματος θα ήταν και ανόητος. ΄Οπως έλεγε όμως και ο Δημόκριτος, «πολλοί λόγον μη μαθόντες ζώσι κατά λόγον», ενώ «πολλοί πολυμαθέες νουν ουκ έχουσι». Η «βιβλιοφαγία» ωστόσο διασφαλίζει μια δυνατότητα ισχυρότατη για μάθηση, για γνώση, για καλλιέργεια. Και καμιά τέτοια δυνατότητα δεν πρέπει να την αφήνουμε να πηγαίνει χαμένη. Άλλωστε, όπως είπε κάποτε ένας σοφός, χωρίς βιβλία ο Θεός σιωπά, η δικαιοσύνη κοιμάται, η επιστήμη ακινητεί, η φιλοσοφία χωλαίνει, τα γράμματα μένουν βουβά - τα πάντα πέφτουν σε χειμερία νάρκη.

Χρέος όλων μας λοιπόν να βοηθήσουμε ώστε η άνοιξη να μη φεύγει ποτέ από τις τάξεις των σχολείων μας. ΄Αλλωστε, και το γενικό συμπέρασμα που μπορεί κανείς να αντλήσει από τις εισηγήσεις σε συνέδρια της Διεθνούς Οργάνωσης Βιβλίων για τη Νεότητα (ΙΒΒΥ – www.ibby.org ) είναι τούτο: Χρησιμοποιήστε παιδικά λογοτεχνικά βιβλία στο σχολείο - δώστε στην Παιδική/Νεανική Λογοτεχνία τη θέση που της ανήκει στην εκπαίδευση.[4]

   



[1] Βλ. στο βιβλίο του Signs of Childness in Children’s Literature, Thimble Press, Stroud (UK): 1997, σελ. 86.
[2] Καθημερινή, Κυριακή, 7 Μαρτίου 1999
[3] Ελληνικά Γράμματα, 1998, μετάφραση: ΄Αννα Παπασταύρου
[4] Βλ. Λ. Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου: ΄Οπως καιστ’ αηδόνια – Για την παιδική λογοτεχνία χωρίς ψευδαισθήσεις (Πατάκης, 1995), σελ. 125-162.