Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

Βοηθώντας τα παιδιά να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα του θανάτου



 Η βιβλιοθεραπευτική προσέγγιση της Joan Fassler 


Αθηνά Ανδρουτσοπούλου (*)
Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια
Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου
Συγγραφέας

Το 1978 η Joan Fassler, διδάκτωρ ψυχολογίας του Κέντρου Μελέτης του Παιδιού στο Πανεπιστήμιο του Yale, έγραψε ένα πρωτοποριακό βιβλίο με τίτλο Helping children Cope: Mastering Stress through Books and Stories[1]. Εκεί σκιαγράφησε ορισμένους τρόπους με τους οποίους οι ιστορίες των ηρώων και ηρωίδων των παιδικών λογοτεχνικών βιβλίων μπορούν: α) να βοηθήσουν τους μικρούς αναγνώστες να αντιμετωπίσουν αγχογόνες καταστάσεις (στο βιβλίο της ασχολείται κυρίως με τις ηλικίες 4-8), και β) να βοηθήσουν την ανοιχτή επικοινωνία μεταξύ παιδιών και ενήλικων-επαγγελματιών (ψυχολόγων, ψυχοθεραπευτών, δασκάλων, βιβλιοθηκάριων, κ.λπ.) αλλά και γονέων. Στο βιβλίο της η Fassler προτείνει επομένως τη βιβλιοθεραπευτική χρήση των παιδικών λογοτεχνικών βιβλίων και υποστηρίζει τη θέση της παρουσιάζοντας παραδείγματα από συγκεκριμένα βιβλία. Η βιβλιοθεραπευτική χρήση, όπως τονίζει και η συγγραφέας, δεν αναιρεί την ευχαρίστηση που αντλούν τα παιδιά από τα βιβλία ούτε υποβαθμίζει την αισθητική τους αξία. Οι ιστορίες δεν χρησιμοποιούνται ως διδακτικά, αλλά ως βοηθητικά μέσα της συμβουλευτικής/θεραπευτικής διαδικασίας, ή απλά της επικοινωνίας ενός ενήλικου με το παιδί.
            Το βιβλίο της Fassler αποτελείται από πέντε κεφάλαια τα οποία αντιστοιχούν στα εξής θέματα: Ι. Θάνατος, ΙΙ. Εμπειρίες αποχωρισμού, ΙΙΙ. Νοσηλεία και ασθένεια, ΙV. Αλλαγές στον τρόπο ζωής (π.χ. γέννηση μωρού, υιοθεσία, διαζύγιο, μετακόμιση), V. Άλλες αγχογόνες καταστάσεις (π.χ. οικονομικές δυσκολίες οικογένειας, αλλαγές στη σύνθεση της οικογένειας, συνέπειες φυσικής καταστροφής, κ.λπ.).
            Σε κάθε κεφάλαιο παρουσιάζονται αρχικά ορισμένες θεωρητικές απόψεις γύρω από το κάθε θέμα. Κατόπιν προτείνονται και συζητούνται επιλεγμένα παιδικά λογοτεχνικά βιβλία ως παραδείγματα του πώς τα παιδιά μπορούν να βοηθηθούν μέσω της καθοδηγούμενης ανάγνωσης των βιβλίων αυτών. Περιγράφονται επίσης συγκεκριμένες τεχνικές (π.χ. χρήση ανοιχτών ερωτήσεων), ενώ στο τέλος κάθε κεφαλαίου δίνονται δύο λίστες σχετικές με το αντίστοιχο θέμα: η πρώτη είναι μια λίστα με επιστημονικές βιβλιογραφικές αναφορές και η δεύτερη μια λίστα με παιδικά λογοτεχνικά βιβλία. Ως ενδεικτικό απόσπασμα της όλης εργασίας της Fassler, θα αναλύσουμε και θα αξιολογήσουμε στη συνέχεια ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου της, εκείνο που ασχολείται με την αντιμετώπιση του ζητήματος του θανάτου, μια από τις πιο αγχογόνες καταστάσεις που είναι πιθανόν να αντιμετωπίσει, άμεσα ή έμμεσα, ένα παιδί. Δεν θα αναφέρουμε τους τίτλους και τους συγγραφείς των συγκεκριμένων βιβλίων που προτείνει η Fassler, αλλά μόνο τη θεματολογία τους.
            Η συγγραφέας αναφέρει αρχικά πως έχουν διεξαχθεί πολλές έρευνες γύρω από το θέμα του τρόπου με τον οποίο τα παιδιά αντιδρούν στο θάνατο ενός οικείου και αγαπημένου προσώπου, αλλά και στην προοπτική του δικού τους θανάτου. Ο τρόπος αυτός δεν φαίνεται να διαφέρει και πολύ –θα προσθέταμε– από τον τρόπο που και οι ενήλικοι αντιμετωπίζουν το ίδιο θέμα (βλ. Kubler-Ross, 1982). Άρνηση, θυμός αλλά και ενοχές, θλίψη, βαθμιαία αποδοχή και δημιουργία νέων σχέσεων, αποτελούν τις πιο συνηθισμένες «υγιείς» αντιδράσεις που μπορεί να έχει ένα παιδί. Τη διαδικασία του πένθους τη βοηθά σημαντικά η στήριξη ενός ενήλικου, ο οποίος ενθαρρύνει την ανοιχτή συζήτηση και την έκφραση συναισθημάτων.
            Παιδικά βιβλία –κατάλληλα για την ηλικία του κάθε παιδιού– είναι μέσα πολύ βοηθητικά για μια τέτοιου είδους επικοινωνία. Σύμφωνα με τη Fassler, η χρήση τέτοιων βιβλίων και οι συζητήσεις που προκαλούν είναι ευεργετικές για τα παιδιά, εφ’ όσον τα εξοικειώνει με την ιδέα του θανάτου. Τέτοιες έμμεσες εμπειρίες, αλλά και πιο άμεσες, όπως η απώλεια ενός αγαπημένου αντικειμένου ή ζώου, φαίνεται να επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο που τα παιδιά θα χειριστούν στο μέλλον το θάνατο οικείων προσώπων˙ κατά πόσο δηλαδή θα έχουν «υγιείς αντιδράσεις» ή κατά πόσο θα αποφεύγουν το πένθος ή θα το βιώνουν ως χρόνιο, με δυσάρεστες για την ψυχοσωματική τους υγεία επιπτώσεις (βλ. Leick & Davidsen-Nielsen, 1991).
            Ανάλογα με την ηλικία των παιδιών, το ζήτημα του θανάτου προσεγγίζεται διαφορετικά. Η Fassler προτείνει για τα παιδιά προσχολικής ηλικίας να διαβάσουν κατ’ αρχάς βιβλία που μιλούν για τις μεταβολές που παρατηρούνται στη φύση. Τα βιβλία αυτά προσφέρουν την κατάλληλη αφορμή για συζήτηση γύρω από τον κύκλο της ζωής, τον φυσιολογικό, αναπόφευκτο και μη αναστρέψιμο χαρακτήρα του θανάτου κ.λπ.[2]  Κατόπιν μπορούν να ακούσουν ιστορίες που μιλούν για την απώλεια ή καταστροφή ενός αγαπημένου αντικειμένου και το θάνατο ενός κατοικίδιου ζώου, καθώς και για τις αντιδράσεις των μικρών ηρώων/ηρωίδων. Οι συναισθηματικές αντιδράσεις των ηρώων (κλαίνε, νοσταλγούν, εκφράζουν παράπονο ή θυμό, κ.λπ.) ανακουφίζουν συνήθως τα παιδιά, κυρίως γιατί παρέχουν την «άδεια» για την έκφραση παρόμοιων συναισθημάτων από τα ίδια ή σκέψεων για παρόμοιες εμπειρίες τους. Εξοικειώνονται βαθμιαία με την ιδέα ότι ένας οργανισμός που παύει να είναι ζωντανός θα παραμείνει άψυχος, και μαθαίνουν για τα έθιμα της ταφής[3].
            Οι αντιδράσεις των ενηλίκων ηρώων στις ιστορίες είναι επίσης σημαντικές και μπορούν να δώσουν ιδέες στους ενήλικους αναγνώστες για το πώς να απαντήσουν στα ερωτήματα των παιδιών (π.χ. ένα αγαπημένο ζώο εξακολουθεί να ζει στη μνήμη μας όσο οι αναμνήσεις του –καλές και κακές– διατηρούνται ζωντανές).
            Ως προς το θάνατο των ανθρώπων, τα βιβλία που κατ’ αρχάς θα επιλεγούν καλό είναι, κατά την άποψη της Fassler, να ασχολούνται με το θέμα της γεροντικής ηλικίας και τη ζεστή συναισθηματική σχέση που μπορεί να αναπτυχθεί μεταξύ παππού/γιαγιάς και παιδιού. Στη συνέχεια, βιβλία που μιλούν για το θάνατο πιο άμεσα, αγγίζοντας για παράδειγμα την πιθανότητα θανάτου ενός αγαπημένου προσώπου (συνήθως παππού ή γιαγιάς), δίνουν αφορμή για πιο συγκεκριμένη συζήτηση. Οι ενήλικοι βοηθούν με το να βεβαιώνουν τα παιδιά πως οι άνθρωποι ζουν συνήθως αρκετά χρόνια και το πιο συνηθισμένο και φυσιολογικό είναι να πεθαίνουν όταν είναι γέροι. Ακόμα πιο σημαντικό είναι να τα βεβαιώνουν –κυρίως οι γονείς– πως θα υπάρχουν πάντα κάποιοι να τα φροντίσουν, ακόμα κι αν συμβεί κάτι απρόσμενο στους ίδιους, και να σκεφτούν μαζί ποιοι θα μπορούσαν να είναι οι άνθρωποι αυτοί. Θα αναφέρουμε εδώ ένα παράδειγμα από την εργασία της Bluestone-Sharapan (1979), η οποία αφηγείται ένα περιστατικό από τη δική της οικογένεια. Η μικρότερη κόρη της τη ρώτησε κάποτε τι θα συμβεί αν εκείνη (η μητέρα) πέθαινε και ο μπαμπάς της παντρευόταν μια γυναίκα με την οποία η μικρή δυσκολευόταν να συζητήσει. Η μητέρα απάντησε πως σίγουρα ο πατέρας θα το λάμβανε αυτό υπόψη του, γιατί και ο ίδιος θεωρούσε την επικοινωνία πολύ σημαντική. Της έφερε μάλιστα ως παραδείγματα «καλής επιλογής» προσώπων τους οικογενειακούς φίλους και την μπέιμπι σίτερ της μικρής.
            Η συζήτηση με αφορμή τέτοια βιβλία είναι χρήσιμη και για την απενοχοποίηση των παιδιών, όταν συχνά η λεγόμενη «εγωκεντρική» τους σκέψη τα οδηγεί σε ενοχοποίηση και αδιέξοδο. Παραδείγματος χάρη, μπορεί να θεωρούν ότι ευθύνονται για την ασθένεια ή το θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου, ότι θα μπορούσαν να τα έχουν αποτρέψει, κ.λπ. (Οι ενήλικοι περνούν από τα ίδια στάδια κατά την περίοδο του πένθους, συνειδητοποιούν όμως συνήθως το «παράλογο» των σκέψεών τους.)
            Ορισμένες ιστορίες, όπου οι ενήλικοι ήρωες δυσκολεύονται ή αποφεύγουν να μιλήσουν στους μικρούς ήρωες/ηρωίδες για τον επικείμενο θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου, αποτελούν επίσης εξαιρετική αφορμή για συζήτηση γύρω από τη δυσκολία που έχουν πολλές φορές οι μεγάλοι να μιλήσουν ανοιχτά και με τρόπο ευθύ για το θάνατο. Ενώ εκείνα ενθαρρύνονται να μιλήσουν ανοιχτά για τους φόβους και τις απορίες τους, βοηθιούνται στο να συνειδητοποιήσουν ότι οι άνθρωποι διαφέρουν ως προς την ευκολία τους ή τη θέλησή τους να μιλήσουν για ορισμένα θέματα.
            Η Fassler, συγγραφέας η ίδια όπως ειπώθηκε, αναφέρεται και σε ένα δικό της βιβλίο με τον τίτλο Ο παππούς μου πέθανε σήμερα, το οποίο περιγράφει τη σχέση του μικρού Ντέιβιντ με τον παππού του. Η Fassler εξηγεί πως στην ιστορία χρησιμοποιεί στοιχεία από την θεωρία του Eric Erikson, ο οποίος περιγράφει οχτώ ψυχοκοινωνικά στάδια από τη γέννηση ως το θάνατο, από τα οποία περνούν όλοι οι άνθρωποι. Κατά το τελευταίο στάδιο οι άνθρωποι αισθάνονται ολοκληρωμένοι και αντιμετωπίζουν το θάνατο με ωριμότητα και αξιοπρέπεια, με την προϋπόθεση όμως ότι έχουν ξεπεράσει με επιτυχία τις συγκεκριμένες προκλήσεις που παρουσιάζονται σε καθένα από τα προηγούμενα στάδια. Κατά το πρώτο στάδιο, τα νήπια αναπτύσσουν ένα αίσθημα ασφάλειας και εμπιστοσύνης προς το περιβάλλον, εφόσον οι βασικές τους ανάγκες (σωματικές και συναισθηματικές) καλύπτονται με τρόπο ικανοποιητικό από τους γονείς (ή τα υποκατάστατα γονέων). Τα δύο στάδια έχουν ομοιότητες, κατά τη Fassler, άλλωστε η κυκλικότητα είναι χαρακτηριστικό της ίδιας της ζωής: η στάση των ενηλίκων απέναντι στο θάνατο (την «έξοδο» από τη ζωή) επηρεάζει τη δέσμευση των παιδιών απέναντι στη ζωή («είσοδος» στη ζωή). Θα προσθέταμε ότι και το αντίθετο ισχύει, δηλαδή η δέσμευση των ενηλίκων απέναντι στη ζωή επηρεάζει τη στάση των παιδιών απέναντι στο θάνατο.
            Με βάση το παιδικό αυτό βιβλίο της, η Fassler προτείνει ορισμένες ερωτήσεις που είναι βοηθητικές για τα παιδιά, κυρίως όταν τα βιβλία χρησιμοποιούνται στη συμβουλευτική/θεραπευτική διαδικασία. Ορισμένες από αυτές είναι οι εξής:
            «Πώς ένιωθε ο Ντέιβιντ για τον παππού του;»
            «Εσύ ξέρεις κάποιον που να είναι στην ηλικία αυτού του παππού;»
            «Μπορούσε ο Ντέιβιντ να κάνει κάτι για να μην πεθάνει ο παππούς του;»
            «΄Εχεις χάσει ποτέ κάτι που να αγαπούσες πολύ; Τι έκανες όταν συνέβη αυτό;»
            Εννοείται πως καμιά απάντηση δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ως σωστή ή λάθος, ιδιαίτερα όσες αφορούν συναισθήματα. Οι απαντήσεις που αφορούν στην πραγματικότητα του θανάτου μπορούν να διερευνηθούν περαιτέρω. Διακριτικές εξηγήσεις ή παραδοχή τού ότι ακόμα και οι μεγάλοι δεν μπορούν να δώσουν βέβαιες απαντήσεις σε ορισμένα ζητήματα, παρά μόνο να εκφράσουν το τι ελπίζουν ή τι πιστεύουν (π.χ. για το τι συμβαίνει μετά το θάνατό μας), είναι ανακουφιστικές για τα παιδιά.
            Βιβλία που παρουσιάζουν το θάνατο ενός παιδιού είναι επίσης πολύ βοηθητικά, ιδιαίτερα για παιδιά που τα ίδια αντιμετωπίζουν το θάνατο εξαιτίας μιας χρόνιας ασθένειας ή που παλεύουν να αποδεχτούν την ασθένεια ή/και το θάνατο ενός καλού φίλου. Στις περιπτώσεις όμως αυτές, και ιδιαίτερα στην πρώτη, είναι απαραίτητο, το βιβλίο που θα επιλεγεί, να το έχει συστήσει κάποιος ειδικός που γνωρίζει το παιδί και την οικογένειά του και που θα μπορεί να παρέχει συμβουλευτική υποστήριξη.
            Ως το σημείο αυτό αναφέραμε παραδείγματα θεματολογίας και τρόπου παρουσίασης του θανάτου τα οποία η Fassler θεωρεί επιτυχή και βοηθητικά για τα παιδιά στο να αντιμετωπίσουν το ζήτημα του θανάτου ως κάτι φυσιολογικό. Σύμφωνα όμως με τη συγγραφέα, ορισμένα βιβλία δεν χειρίζονται το θέμα αυτό με τρόπο που να ανταποκρίνεται σε ορισμένα κριτήρια τα οποία εκείνη θεωρεί σημαντικά. Για παράδειγμα, ιστορίες στις οποίες ένα ζώο άξαφνα ζωντανεύει, ενώ είχε προηγουμένως πεθάνει και είχαν ξεκινήσει οι διαδικασίες ταφής, δεν βοηθούν –κατά την άποψη της– τα παιδιά να αποδεχτούν το μη αναστρέψιμο του θανάτου και δεν τα ανακουφίζουν σε περίοδο πένθους. Βιβλία, επίσης, που παρουσιάζουν το θάνατο ως «βαθύ ύπνο» δεν συνιστώνται από τη Fassler, γιατί μπορεί να δημιουργήσουν ή να ενισχύσουν φόβους γύρω από τον νυχτερινό ύπνο. Ακόμα, βιβλία όπου κάποιος που πεθαίνει παρουσιάζεται σαν να φεύγει για διακοπές («πάει να ξεκουραστεί σε ένα πολύ όμορφο μέρος») μπορεί να ενισχύσουν στα παιδιά το φόβο ότι όποιος πάει για διακοπές δεν θα επιστρέψει.
            Εδώ τίθενται κατά τη γνώμη μας δύο σημαντικά και αλληλένδετα ερωτήματα, τα οποία αποτελούν και τη μοναδική κριτική που θα ασκήσουμε στην εργασία της. Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο τα παιδιά πρέπει να διαβάζουν μόνο όσα βιβλία κρίνονται ικανοποιητικά βάσει ψυχολογικών κριτηρίων. Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι ήταν δυνατόν να επιτευχθεί μια γενική συμφωνία ως προς το ποια είναι τα κριτήρια αυτά, η άποψη που πρεσβεύει η Fassler δεν λαμβάνει υπόψη της την ανάγκη των παιδιών να πετούν στον κόσμο του φανταστικού, όπου όλα μπορούν να συμβούν, ακόμα και τα πιο απίθανα. Η λύση βρίσκεται, νομίζουμε, στην αποδοχή της ανάγκης των παιδιών τόσο για το φανταστικό όσο και για το πραγματικό, δύο στοιχεία όμως που πρέπει τα παιδιά να μάθουν να τα διακρίνουν και να τα διαχωρίζουν. Στη μικρή ηλικία θα χρειαστούν για αυτό τη βοήθεια των ενηλίκων. Άλλωστε, με αφορμή το φανταστικό, μπορεί να προκληθεί συζήτηση σχετικά με τη διάκρισή του από το πραγματικό (π.χ. «σε ένα παραμύθι και τα πεθαμένα ζώα μπορούν να ζωντανέψουν» ή «στη φαντασία μας μπορούμε να μιλάμε με τον παππού που πέθανε, αλλά όχι στην πραγματικότητα»).
            Άλλη αφορμή για συζήτηση μπορεί να προκαλέσουν και τα βιβλία που μιλούν για το θάνατο μεταφορικά και να αποτελέσουν μια καλή ευκαιρία να διευκρινίσουμε τι συνήθως εννοούν οι μεγάλοι (όχι μόνο οι συγγραφείς αλλά και οι ενήλικοι της οικογένειάς τους) όταν χρησιμοποιούν φράσεις όπως: «κοιμήθηκε για πάντα» (ο θάνατος είναι κάτι οριστικό, δεν αλλάζει), «πήγε στον ουρανό» (δεν θα βρίσκεται πια ανάμεσά μας), «μας βλέπει από ψηλά» (δεν θα τον/την ξεχάσουμε ποτέ, θα αισθανόμαστε σαν να ήταν κοντά μας), «ησύχασε» (δεν αισθάνεται πόνο ή μοναξιά), κ.λπ.
            Ένα δεύτερο ερώτημα που τίθεται είναι το κατά πόσο τα βιβλία που στηρίζονται σε συγκεκριμένες ψυχοπαιδαγωγικές θεωρίες τις αφομοιώνουν με τρόπο τέτοιο που το τελικό αποτέλεσμα να είναι αισθητικά αντάξιο ενός έργου τέχνης. Η απάντηση εδώ δεν  μπορεί να είναι μία. Πιστεύουμε ότι αυτό εξαρτάται από το αν ο/η συγγραφέας, ιδίως όταν είναι και ψυχολόγος ή παιδαγωγός, διαθέτει πράγματι λογοτεχνικό ταλέντο και αν καταφέρνει να θέσει σε δεύτερη μοίρα την ανάγκη να μεταφέρει συγκεκριμένες πληροφορίες.
            Τελειώνοντας θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι η σύγχρονη ελληνική παιδική λογοτεχνία περιλαμβάνει πολλά αξιόλογα βιβλία, για όλες τις ηλικίες, που αναφέρονται στο θάνατο και σε άλλες δύσκολες καταστάσεις (διαζύγιο, αλλαγή στη σύνθεση της οικογένειας, υιοθεσία, φυσική καταστροφή, μετακόμιση, προσφυγιά, κ.λπ.) και που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως βιβλιοθεραπευτικά εργαλεία, σύμφωνα με όσα αναφέραμε παραπάνω.


(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ στη λογοτεχνία για παιδιά και νέους, τ. 102, Καλοκαίρι 2011)

           
(*) Η Αθηνά Ανδρουτσοπούλου, διδάκτωρ ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Bath, ψυχοθεραπεύτρια και οικογενειακή θεραπεύτρια (περισσότερα: www.androutsopoulou.gr ), είναι συν-ιδρύτρια και συνυπεύθυνη του 'Λόγω Ψυχής'-Ινστιτούτου Εκπαίδευσης και Έρευνας στη Συστημική Ψυχοθεραπεία (www.logopsychis.gr)



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] J. Fassler (1978), Helping children Cope: Mastering Stress through Books and Stories, New York: The Free Press.

[2] Διάφορες έρευνες (π.χ. Tamm & /Granqvist, 1995) δείχνουν ότι τα παιδιά απεικονίζουν το θάνατο με ανθρωπόμορφη τρομακτική όψη (σκελετός, διάβολος, κ.λπ.). Υπάρχει η άποψη ότι η απεικόνιση αυτή εξυπηρετεί τα παιδιά στο να αντιμετωπίζουν το θάνατο ως κάτι εξωτερικό, να αποφεύγουν την «τραγική αλήθεια» ότι ο θάνατος είναι φαινόμενο εσωτερικό, και έτσι να αισθάνονται πιο ασφαλή. Η αντίθετη άποψη –με την οποία και εμείς συμφωνούμε– είναι ότι η αίσθηση των παιδιών πως κανένας έλεγχος και καμιά πρόβλεψη δεν μπορεί να υπάρχει όσον αφορά τη ζωή και το θάνατο αυξάνει το συναίσθημα της ανασφάλειας. Πόσο ασφαλές μπορεί να αισθάνεται ένα παιδί όταν τα ακούσματά του προβάλλουν την ιδέα ότι ο θάνατος έρχεται «απρόσκλητος» για να τιμωρήσει ή να κλέψει ένα αγαπημένο πρόσωπο; Το ότι παρόμοια μοτίβα συναντώνται στους μύθους δεν είναι απόδειξη ότι η ενθάρρυνση τέτοιων εξηγήσεων βοηθά το σύγχρονο παιδί στο να αντιμετωπίσει την πολυπλοκότητα του περιβάλλοντος στο οποίο ζει.

[3] Ο διάσημος ψυχολόγος Piaget είχε διατυπώσει τη θέση ότι τα στάδια της γνωστικής ανάπτυξης των παιδιών είναι ποιοτικά διαχωρισμένα μεταξύ τους. Για παράδειγμα, τα παιδιά 2-7 ετών δεν θα μπορέσουν να αποδεχτούν το μη αναστρέψιμο του θανάτου ούτε θα ενδιαφερθούν για τις διαδικασίες ταφής παρά μόνο όταν περάσουν στο επόμενο στάδιο γνωστικής ωρίμασης που καθορίζεται ηλικιακά. Επομένως, σύμφωνα με τον Piaget καμιά διαδικασία δεν μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά τη σταδιακή αποδοχή μιας τέτοιας ιδέας. Η θέση αυτή του Piaget περί ποιοτικού διαχωρισμού των σταδίων και ταύτισης των ορίων της γνωστικής και της ηλικιακής ωρίμασης έχει δεχτεί σκληρή κριτική.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Bluestone-Sharapan, H. (1978), “Talking with young children about death”, στο: Let’s Talk About It, Pittsburg. PA: Family Communications Inc.
Kubler-Ross, E. (1982), Living with Death and Dying, London: Souvenir Press.
Leick, N. & Davidsen-Nielsen, M. (1991), Healing Pain: Attachment, Loss and Grief Therapy, London: Routledge.
Tamm, M. E. & Granqvist, A. (1995), “The meaning of death for children and adolescents: A phenomenographic study of drawings”, Death Studies, 19, 3, σσ. 203-222.