Τρίτη, 10 Ιουλίου 2018

«Μην τον ξαναγγίξετε γιατί αλίμονό σας!»



...Το διάλειμμα τελείωνε, χτυπούσε το κουδούνι. Και είδαμε πάλι τα ίδια: Τους νταήδες σε μια γωνιά να βάζουν τρικλοποδιά στο Γρηγόρη, να τον ρίχνουν κάτω, να τον χτυπάνε…
     Κάτι γυάλισε  από την απέναντι πλευρά - έπεφτε ο ήλιος στα μάτια μου, δεν πρόλαβα να δω - κάτι σαν βολίδα όρμησε κατά πάνω τους μ’ ελαφρύ θόρυβο, και μια φωνή «Εεεε! Σταματήστε!» ακούστηκε, τόσο δυνατή, που εκείνοι τρόμαξαν, έπαψαν αμέσως τα χτυπήματα.
     Τρέξαμε κοντά… Η «βολίδα» ήταν τώρα σταματημένη μπροστά τους και θαρρείς άστραφτε στον ήλιο του «μικρού καλοκαιριού». ΄Οταν βεβαιώθηκα ποιος ήταν, έχασα τη φωνή μου! Ο Φαέθων με το άρμα του μου ήρθε στο νου…
     «Μην ξαναγγίξετε το Γρηγόρη γιατί αλίμονό σας!» τους φώναζε τώρα ο Θέμης και τα μάτια του πετούσανε φλόγες. 
     «Τι θες, ρε;» κατάφερε τελικά να μιλήσει ο ένας από τους τρεις. «Προστάτης του είσαι;»
     «Για δες έναν προστάτη!» ειρωνεύτηκε ο δεύτερος κι ο τρίτος έκανε να ορμήσει απάνω του με γροθιά.
     «Ντροπή σου, βρε άνανδρε!» ούρλιαξε η ΄Ολγα, μα το χέρι του Θέμη, ίδια σιδερένια τανάλια, είχε κιόλας αρπάξει από τον καρπό το χέρι που τον απειλούσε και το έσφιγγε τόσο δυνατά, που ο άλλος έσκουξε από τον πόνο.
     Στη στιγμή κάμποσοι συμμαθητές του Θέμη έκαναν έναν κύκλο γύρω από τους νταήδες, έτοιμοι να τους χιμήξουν. Εκείνος τους σταμάτησε με μια κίνηση του κεφαλιού, αφήνοντας και σπρώχνοντας μακριά το χέρι που έσφιγγε. Γύρισε ύστερα στους δράστες αγριωπός αλλά ψύχραιμος:
     «Λοιπόν, τέρμα τ’ αστεία, μάγκες, από σήμερα, συνεννοηθήκαμε;»
     Εκείνοι τον κοίταζαν σύξυλοι, ενώ όλο και περισσότερα παιδιά μαζεύονταν ένα γύρω, από την τάξη μας τα πιο πολλά.
     «Τελευταία φορά που αγγίζετε το Γρηγόρη, ή ενοχλείτε άλλο παιδί!» συνέχισε ο Θέμης. «Προσέξτε καλά! ΄Ολοι εμείς είμαστε μαζί του!»
     Και τότε τα παιδιά που είχαν μαζευτεί άρχισαν να τον χειροκροτούν και να επιδοκιμάζουν τα λόγια του με σφυρίγματα και κάποια «ουουου!» για τους δράστες. Το κουδούνι χτυπούσε ακόμα να μπούμε μέσα, μα κανένας δεν έδινε σημασία, το χειροκρότημα δε σταματούσε. Δυνατότερα απ’ όλους χτυπούσαν τα χέρια οι συμμαθητές μας που έκαναν ως τότε τους αδιάφορους. Το χειροκρότημά τους θαρρείς και ήταν ξέσπασμα για κάτι που ίσως ήθελαν να κάνουν κι εκείνοι από μέρες, μα δεν είχαν τo θάρρος, τη δύναμη…

Απόσπασμα από το βιβλίο Αμίλητη αγάπη