Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

Επισημάνσεις για την άνθηση και την καρποφορία της ελληνικής παιδικής/νεανικής λογοτεχνίας



 (Ομιλία στο Συνέδριο «30 χρόνια ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ» – 4 Δεκεμβρίου 2015)
                                                                                                                      
Στα 30 χρόνια κυκλοφορίας των ΔΙΑΔΡΟΜΩΝ, δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό γύρω στις 300 σύντομες ενυπόγραφες επισημάνσεις όλων σχεδόν των μελών της συντακτικής επιτροπής, για θέματα που αφορούν άμεσα ή έμμεσα τα παιδιά και τα βιβλία τους. Με την ευκαιρία του συνεδρίου επιτρέψτε μου να προσθέσω προφορικά μία ακόμη, εκτενέστερη όμως, ή καλύτερα μια σειρά επισημάνσεων, σε σχέση με την άνθηση και την καρποφορία της παιδικής/νεανικής λογοτεχνίας.

Σκοπός μας όλο αυτό το χρονικό διάστημα ήταν να υποστηρίξουμε κυρίως το ελληνικό παιδικό και νεανικό βιβλίο, να ενθαρρύνουμε τη μελέτη και την έρευνα της ελληνικής παιδικής/νεανικής λογοτεχνίας και να εδραιώσουμε στη συνείδηση του κοινού την αξία του κλάδου αυτού, παρακολουθώντας ταυτόχρονα και τις εξελίξεις του στον υπόλοιπο κόσμο.  Οι προσπάθειές μας, ενωμένες με τις αντίστοιχες προσπάθειες του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου και της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς, αποδείχτηκαν φερέκαρπες. Κατά τις τρεις αυτές δεκαετίες, παρακολουθήσαμε από κοντά την άνθηση της ελληνικής παιδικής λογοτεχνίας, φαινόμενο που μελετήθηκε και ερμηνεύτηκε ποικιλότροπα από το σύνολο των ερευνητών του κλάδου, πανεπιστημιακών, κριτικών και άλλων μελετητών. Ωστόσο, όπως είχαμε από πολύ καιρό επισημάνει σε σχετικό άρθρο στο περιοδικό μας (Διαδρομές, Φθ. 2005), θα πρέπει να προσέχουμε ώστε η άνθηση αυτή, που ήρθε με πολύ κόπο και ατελεύτητες προσπάθειες, να μην ανακοπεί ή να μη φθαρεί συν τω χρόνω, αλλά να οδηγήσει σε διαρκή καρποφορία.

Οι παράγοντες που ενδέχεται να την απειλήσουν, συνειδητά ή όχι, είναι πολλοί κι έχουν να κάνουν με τη συγγραφή και την εικονογράφηση των παιδικών βιβλίων, την έκδοση, την κυκλοφορία τους, την κατάσταση των βιβλιοπωλείων και των βιβλιοθηκών, τη σωστή συμμετοχή των εκπαιδευτικών στη χρήση και τη διάδοσή της παιδικής λογοτεχνίας, τη στάση του Κράτους ως προς την καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας και αρκετά ακόμη.  Ας επικεντρωθούμε όμως εδώ, λόγω ελλείψεως χρόνου, σ’ εκείνους που προέρχονται από τους ίδιους τους δημιουργούς. Ίσως αυτό να ξαφνιάζει: Είναι δυνατόν να απειλείται η άνθηση ενός λογοτεχνικού είδους και από τους ίδιους τους δημιουργούς του; Φαίνεται πως είναι.

Η ευρεία κυκλοφορία παιδικών βιβλίων -απόρροια της άνθησης– δημιουργεί συχνά μια τάση “ευκολογραφίας”, όχι μόνο αλλά κυρίως στους νεοεμφανιζόμενους που έχουν την επιθυμία να “γράψουν” κάτι και αποφασίζουν ν’ αρχίσουν από την παιδική λογοτεχνία, χωρίς καμιά ή χωρίς σωστή προετοιμασία και κατάρτιση, κάνοντας το τεράστιο σφάλμα να τη θεωρήσουν ως “εύκολο είδος”. Οι συνέπειες ευνόητες: Πληθώρα παιδικών βιβλίων αμφίβολης ποιότητας στην αγορά, που δεν αντικατοπτρίζουν βέβαια την άνθηση για την οποία μιλούμε. Οι φωτεινές, φωτεινότατες εξαιρέσεις δεν αρκούν για να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο.

           Η ποιήτρια και ακαδημαϊκός Κική Δημουλά, σε μια συνέντευξή της προ καιρού (στην κ. Κ.Ι. Ανέστη - Free press “LIFO”) είχε επισημάνει κάτι για την ποίηση και τους ποιητές, που θα μπορούσε να ισχύει και για την παιδική λογοτεχνία και τους δημιουργούς της. Ας βάλουμε όπου «ποίηση» τον όρο «παιδική λογοτεχνία» και όπου «ποιητής» τον όρο «συγγραφέας παιδικών βιβλίων», σε ό,τι επεσήμανε, για να φανεί του λόγου το αληθές. Έλεγε λοιπόν: Επειδή η ποίηση δεν έχει συγκεκριμένα και σταθερά χαρακτηριστικά, πλαστογραφείται εύκολα, χωρίς να είναι συνειδητός πλαστογράφος ο ποιητής. Ούτε που το υποπτεύεται. Αυτό που γράφει τον ξεγελάει ότι είναι ποίηση... Είναι ένας μεγάλος κίνδυνος αυτός. Ένας άλλος, όχι ασυνήθιστος, είναι το ευοίωνο ξεκίνημα ενός ποιητή να χάσει καθ’ οδόν τον καλό άνεμό του. Για χίλιους άγνωστους λόγους, για χίλιους αντίξοους παράγοντες. Ένας ίσως απ’ αυτούς να είναι ότι πολύ βιαστικά προεξοφλήθηκε ο ταχύς καλπασμός του προς την ωριμότητα. Κι εδώ είναι που χρειάζεται του ίδιου του ποιητή η μέχρι βασανισμού αμφιβολία για ό,τι πράττει...»

Με βάση τα προαναφερθέντα, μπορούμε να ανιχνεύσουμε και να επισημάνουμε τους εξής κινδύνους που απειλούν, έστω και σε μικρό βαθμό προς το παρόν, την άνθηση της παιδικής και της νεανικής λογοτεχνίας:

1. Επανέρχεται το φάντασμα του διδακτισμού με σύγχρονη περιβολή –«νεοδιδακτισμό» θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε. Δεν εννοούμε φυσικά την όποια έμμεση διδαχή προκύπτει αναπόφευκτα από ένα λογοτέχνημα, είτε απευθύνεται σε μικρούς κατά κύριο λόγο, είτε σε μεγάλους. Ο σοφός Ακαδημαϊκός Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος είχε πει: «Οπωσδήποτε και αν ορίσουμε τη λογοτεχνία, δεν είναι δυνατό να της αφαιρέσουμε την πανάρχαια υποχρέωσή της έμμεσα να διδάσκει πάντοτε τους ανθρώπους»[i].  Με τη λέξη «νεοδιδακτισμός» εννοούμε το φάντασμα της φανερής και απωθητικής για τα παιδιά προσπάθειας να τα διδάξει κάποιος κάτι μέσω μιας ιστορίας. Ως γνωστόν, ήταν μια τάση αυτή παλαιότερα, που καταταλαιπώρησε την παιδική λογοτεχνία κι έγινε αιτία να αμφισβητείται η θέση της στη λογοτεχνία. Να όμως που είναι πάλι συχνές οι περιπτώσεις βιβλίων με ξεκάθαρο στόχο «να περάσουν μηνύματα», κατά την τετριμμένη έκφραση, για σωστή κοινωνική συμπεριφορά, καλούς τρόπους, δυσκολίες στο σχολείο ή στην οικογένεια, θέματα υγείας και άλλα πολλά, παραβλέποντας την κοινά παραδεκτή αρχή ότι «μόνο η τέχνη που δεν έχει την πρόθεση να διδάξει, μόνο αυτή μορφώνει και ηθικά και πολιτικά»[ii] .

2. Στην προσπάθεια να κερδηθεί το νεανικό αναγνωστικό κοινό, επικρατεί συχνά ένας απαράδεκτος «λαϊκισμός» προς τα παιδιά, ένα χαϊδολόγημα του τύπου «τα παιδιά ξέρουν καλύτερα» ή «τα ξέρουν όλα» και λοιπά παρόμοια, ή όπως το «για όλα φταίνε (συλλήβδην) οι μεγάλοι», κάτι που φορές είναι και επικινδύνως αντιπαιδαγωγικό. ΄Ετσι, για την επίλυση κάποιου κοινωνικού προβλήματος, π.χ. τη μόλυνση του περιβάλλοντος, την απειλή του πολέμου, τη φτώχεια, την ανεργία κ.λπ., η συνεργασία μικρών και μεγάλων σ’ αυτά τα βιβλία απουσιάζει και η πιθανότητα ομαδικής δράσης ή αρμονικής συνύπαρξης όλου του ηλικιακού φάσματος εξοβελίζεται, με αποτέλεσμα να εδραιώνεται παιδιόθεν η εντύπωση ότι το περίφημο ηλικιακό «χάσμα» είναι δια παντός αγεφύρωτο. Αγνοείται καταφανώς η βασική αρχή που υποστηρίζει από τη σύστασή της η Διεθνής Οργάνωση Βιβλίων για τη Νεότητα (ΙΒΒΥ) για τη δημιουργία «βιβλιογέφυρας», που θα προάγει όχι μόνο τη διεθνή κατανόηση με στόχο την ειρηνική συνύπαρξη των λαών, αλλά θα γεφυρώνει και τα πάσης φύσεως πολιτικά και κοινωνικά «χάσματα» που δημιουργούν εχθρότητες, μεταξύ των οποίων και το χάσμα των ηλικιών.

      Πέραν αυτού,  ο «παιδικός λαϊκισμός», όπως δίκαια μπορούμε να χαρακτηρίσουμε την προαναφερθείσα τάση, είναι κατακριτέος και για κάτι ακόμη: Αποτελεί έμμεση προτροπή ή υποδηλώνει την προσδοκία ότι τα παιδιά μπορούν και οφείλουν να τα διορθώσουν όλα ερήμην των γενικώς και ανεξαιρέτως «κακών» μεγάλων. Κι αυτό λειτουργεί ως άλλοθι πολύ βολικό για τους καταγγέλλοντες συγγραφείς, αφού έτσι αισθάνονται πως εκείνοι απαλλάσσονται από τη συλλογική ευθύνη για ό,τι λανθασμένο έχει διαπραχθεί, τη φορτώνουν στους αδύνατους ακόμη ώμους της επόμενης γενιάς και ησυχάζουν ότι έπραξαν το καθήκον τους. Τέτοια βιβλία δεν αποτελούν βέβαια δείγματα της άνθησης για την οποία μιλούμε, ούτε οδηγούν στη συνέχισή της και σε διαρκή αξιόλογη καρποφορία.

3. Άλλος τρόπος για να κερδηθεί εύκολα το παιδί-αναγνώστης είναι η τρομολαγνεία που ανιχνεύεται σε παιδικά βιβλία. Τι πιο εύκολο να κρατήσεις ένα παιδί σε αναγνωστική αγωνία – που δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την ευαρέσκεια - από του να του διηγηθείς κάτι εξωφρενικό που το τρομάζει και το συγκλονίζει, κάτι ανατριχιαστικό, με αιμοβόρους δράκουλες, αδυσώπητους μάγους κατόχους εργαλείων νέας τεχνολογίας, τέρατα αρρωστημένης φαντασίας και άλλα συναφή, αδιαφορώντας αν κάτι τέτοιο ωφελεί ή όχι τον ψυχικό  κόσμο του νεαρού αναγνώστη, αν προάγει ή όχι την παιδική/νεανική λογοτεχνία. Αυτή η τρομολαγνεία προφανώς προκύπτει από μίμηση ξένων προτύπων, μεταφρασμένων βιβλίων αλλά και τηλεοπτικών «παιδικών» εκπομπών, ακόμα και παιχνιδιών, που περιέχουν στοιχεία εφιαλτικά, ακόμη και βάρβαρα, άσχετα με την ελληνική παράδοση, τον ελληνικό πολιτισμό, την ελληνική μυθολογία. Λόγος της μίμησης είναι αναμφίβολα η μεγάλη κυκλοφορία τέτοιων μέσων, που προωθούνται με συστηματικό «μάρκετινγκ» και αποσκοπούν στον εντυπωσιασμό, με μόνο σκοπό το κέρδος. Ας σημειώσουμε ότι η τάση αυτή, πέρα από τις φανταστικές ιστορίες, έχει αρχίσει να επεκτείνεται και στην πεζογραφία για εφήβους. Εφιαλτικές καταστάσεις διαποτισμένες με μπόλικη βία οικογενειακή ή κοινωνική, αρρωστημένες συμπεριφορές ξένες προς την ελληνική πραγματικότητα και τον ελληνικό τρόπο ζωής, έχουν αρχίσει να αποτελούν τον πυρήνα μυθιστορημάτων για νέους. Τέτοια κείμενα είναι αμφίβολο αν διαφυλάσσουν την ανθοφορία της δικής μας παιδικής/νεανικής λογοτεχνίας.

4. Το να κερδίσεις ένα νεαρό αναγνώστη προσφέροντάς του με έργο ποιότητας χαρά ή γέλιο, που να είναι πράγματι «λουτρό ψυχής», είναι δύσκολο. Πιο εύκολα προκαλείς ιλαρότητα με εξυπνακίστικα κείμενα, φτηνά λογοπαίγνια, ή εξωφρενικούς νεολογισμούς εν ονόματι της διεύρυνσης της ταλαίπωρης γλώσσας μας, όπως και με χονδροειδείς φιγούρες, άγαρμπα αστεία ή αδικαιολόγητη χρήση αγοραίων εκφράσεων. Είναι φανερό πως όλ’ αυτά ούτε προάγουν την ελληνική παιδική/νεανική λογοτεχνία, ούτε έχουν σχέση με την άνθηση που προηγήθηκε.
     
      Πέραν της συγγραφής, παρόμοιοι κίνδυνοι φθοράς ελλοχεύουν και στην εικονογράφηση. Συχνά διαπιστώνεται προσπάθεια για εντυπωσιασμό με φανταχτερές εικόνες, χαμηλή αισθητική, κραυγαλέες φιγούρες, δήθεν καλλιτεχνική πρωτοπορία – στοιχεία που κρύβουν ανεπάρκεια κατάρτισης, κυρίως των νέων εικονογράφων, και έλλειψη σεβασμού προς την αναπτυσσόμενη αισθητική καλλιέργεια των παιδιών. Τέτοιες τάσεις δεν διασφαλίζουν βέβαια ένα ευοίωνο μέλλον για τα εικονογραφημένα παιδικά βιβλία.  Όσο για την έκδοση, εκεί ο κίνδυνος είναι συνώνυμος με την προσπάθεια για εύκολο κέρδος σε βάρος της ποιότητας.

Ας διατηρήσουμε όμως την αισιοδοξία μας. Με άξιους συγγραφείς και εικονογράφους, παλαιότερους και νεότερους, αλλά και εκδότες που σέβονται το αντικείμενό τους, εξακολουθούν να δημιουργούνται αξιολογότατα βιβλία, μερικά μάλιστα και να διακρίνονται διεθνώς. Έργα που όχι μόνο δεν απειλούν την άνθηση της ελληνικής παιδικής/νεανικής λογοτεχνίας, αλλά οδηγούν στη διατήρησή της και την διαρκή καρποφορία της, προσφέροντας πραγματική αναγνωστική απόλαυση με ανανεωμένους τρόπους αφήγησης, καθώς και αισθητική καλλιέργεια με νέους, γνήσια καλλιτεχνικούς τρόπους εικονογράφησης. Παράλληλα, οι Διαδρομές, με τη νέα στήλη «Ορφανά βιβλία» που καθιέρωσαν πρόσφατα, φροντίζουν να παρουσιάζουν έργα κορυφαίων συγγραφέων μας που έχουν φύγει από τη ζωή, ώστε τα «ορφανεμένα» βιβλία τους, που λάμπρυναν την παιδική/νεανική μας λογοτεχνία, να αποτελούν δείγματα της άνθησης που προηγήθηκε και οδοδείκτες για τους νεότερους δημιουργούς.

Αυτή την πορεία, αυτές τις αντιλήψεις και αυτές τις προσπάθειες θα συνεχίσει να υποστηρίζει το περιοδικό μας, με όσες δυνάμεις μπορεί να έχει στους δύσκολους καιρούς που διερχόμαστε, με την πεποίθηση ότι προσφέρει έργο εποικοδομητικό και κοινωνικά επιθυμητό.



[i]  Ι. Θεοδωρακόπουλου: «Πραγματογνωμοσύνη της εποχής μας», Πρακτικά Πανελληνίου Συνεδρίου Λογοτεχνών «Ο Λογοτέχνης και η Εποχή μας», Αθήνα: 1976, σελ. 38.
[ii]   Κ. Τσάτσου, ο.π. σελ. 103


Τα πλήρη πρακτικά του συνεδρίου περιλαμβάνονται στον σχετικό τόμο που εξέδωσαν οι εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ