Σάββατο 27 Ιουλίου 2013

Τα χαρακτηριστικά και η αξία της παιδικής/νεανικής λογοτεχνίας (1)


(Από το βιβλίο “Όπως και στ’ αηδόνια” - για την παιδική λογοτεχνία χωρίς ψευδαισθήσεις, Πατάκης 1995) http://www.loty.gr/meletimata_analy t_3.htm
Δεν είναι λίγες οι μελέτες που δημοσιεύονται τα τελευταία χρόνια και επιβεβαιώνουν επιστημονικά κάτι που μπορεί να επισημάνει και κάθε απλός παρατηρητής των κοινωνικών φαινομένων: Η παιδική ηλικία τείνει να εξαφανιστεί, λόγω του σύγχρονου τρόπου ζωής και ειδικότερα εξαιτίας της τεράστιας, σαρωτικής επίδρασης που ασκεί καθημερινά η τηλεόραση.[1]  'Ολο και περισσότερο εκλείπουν οι διαφορές μεταξύ ενηλίκων και παιδιών στην πληροφόρηση, στους τρόπους εκφράσεις, στο ντύσιμο, στις αντιδράσεις. Στις σημερινές κοινωνίες το παιδί ωθείται από τους μεγάλους -συνειδητά ή όχι- να συμπεριφέρεται σαν ενήλικος. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργούνται "μικρομέγαλα" πλάσματα που δρουν όχι όπως είναι φυσικό για την ηλικία τους αλλά όπως τους υποδεικνύουν, άμεσα ή έμμεσα, κυρίως τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.
     Προβληματισμένος βαθύτατα από τις διαπιστώσεις αυτές, ένας ξένος ερευνητής γράφει: "Είναι αδιανόητο ότι ο πολιτισμός μας θα ξεχάσει πως χρειάζεται παιδιά. Ωστόσο κοντεύει να ξεχάσει ότι τα παιδιά χρειάζονται την παιδική τους ηλικία. Εκείνοι που επιμένουν να το θυμούνται, επιτελούν έργο πολύτιμο".[2]
     Σε κείνους που δεν μπορούν να ξεχάσουν την ανάγκη της παιδικής ηλικίας συγκαταλέγεται και ο συγγραφέας που γράφει για παιδιά, ίσως γιατί την αισθάνεται έντονα ως δική του ανάγκη πρώτα. Είναι ο συγγραφέας που δεν έχασε και δε θέλει να χάσει το κομμάτι εκείνο του εαυτού που παραμένει παιδί. Γράφοντας, σ' αυτό το παιδί απευθύνεται, συνειδητά ή όχι, όσο κι αν ως ιδεατό αναγνώστη θεωρεί συχνά ένα άλλο παιδί, υπαρκτό ή όχι, γνωστό του ή άγνωστο.
     Εδώ πρέπει να προλάβουμε μια παρεξήγηση που ίσως δημιουργείται. Πολλοί νομίζουν ότι η ανάγκη αυτή είναι η ίδια μ' εκείνη που ίσως νιώθουν κάποτε ορισμένοι συγγραφείς να διηγηθούν τη δική τους παιδική ηλικία. Τέτοιες διηγήσεις αφθονούν. Το αποτέλεσμα ωστόσο δεν είναι πάντα ή μάλλον σπάνια είναι "βιβλίο για παιδιά".
     Οπότε προβάλλει το ερώτημα που συνήθως θέτουν όσοι δεν ασχολούνται σοβαρά με την παιδική λογοτεχνία ή συστηματικά με τη μελέτη της: Και τι είναι τελικά το παιδικό λογοτεχνικό βιβλίο; Πώς καθορίζεται αν ένα λογοτέχνημα είναι ή όχι για παιδιά -ή και για παιδιά;
K. Nτίκενς
     Ο ασφαλέστερος τρόπος που οδήγησε και εξακολουθεί να οδηγεί σε έγκυρα κριτήρια είναι η μελέτη των χαρακτηριστικών των λογοτεχνικών εκείνων βιβλίων, παλιών ή νέων, που έχει παρατηρηθεί ότι βρίσκουν μόνιμη απήχηση στα παιδιά. Ας μην ξεχνάμε ότι υπήρξαν βιβλία που έγιναν κτήμα των παιδιών μολονότι ο συγγραφέας τους δεν τα προόριζε ειδικά γι' αυτά ή και γι' αυτά. Κάτι τέτοιο, π.χ., έγινε με τα βιβλία του Ντίκενς, του Βερν και άλλων, όπως είχε γίνει πολύ παλιότερα και με τα λαϊκά παραμύθια.
     Από μια τέτοια μελέτη λοιπόν προκύπτει ότι συνυπάρχουν ορισμένες ιδιαιτερότητες σε όσα βιβλία έχουν απήχηση στο παιδικό αναγνωστικό κοινό[3]. Ας δούμε τις σημαντικότερες, που αφορούν κυρίως την πεζογραφία.
     Ως προς τη μορφή, η οπτική γωνία είναι συχνά και κυρίως εκείνη του παιδιού. Η αμεσότητα είναι έκδηλη. Κουραστικές περιγραφές δεν υπάρχουν. Οι χαρακτήρες μολονότι διαγράφονται καθαρά και ζωηρά, αφήνουν πάντα στον αναγνώστη περιθώριο για ταύτιση. Οι επίμονες "αυτοαναλύσεις" απουσιάζουν όπως απουσιάζει ο σαρκασμός και ο κυνισμός  -κι αυτό δεν είναι απορίας άξιο. Τα στοιχεία αυτά κλονίζουν την σταδιακά αναπτυσσόμενη, άρα εύθραυστη αυτοπεποίθηση των παιδιών, γι' αυτό και τα απωθούν.

Μ. Ende

  Τέλος, ο λόγος είναι λιτός και ξάστερος. Ακόμα και στις φανταστικές ιστορίες υπάρχει ευκρίνεια και διαύγεια -οι εικόνες είναι πεντακάθαρες. Βιβλία του Tοlkien, όπως το Χόμπιτ (Κέδρος), ή του Ende, όπως το Ιστορία χωρίς τέλος (Ψυχογιός), δείχνουν καθαρά τι υποστηρίζεται εδώ. Σε βιβλία σαν αυτά ο συγγραφέας έχει απόλυτη γνώση των φανταστικών τόπων και πλασμάτων που παρουσιάζει. Τίποτα δεν είναι θολό, ακατανόητα ονειρικό ή διατυπωμένο με ασάφεια. Αν και φανταστικά, είναι όλα ξεκάθαρα και ζωντανά στο μυαλό του συγγραφέα κι έτσι σχηματίζονται και στο μυαλό του αναγνώστη. Πρόκειται για μια ειδική ικανότητα προφανώς κληρονομημένη από τους παλιούς παραμυθάδες. Να πώς περιγράφει ο Καρκαβίτσας ένα παλιό ναυτικό παραμυθά:
A. Καρκαβίτσας
"... είχε την τέχνη απάνω στην αλήθεια ν' απλώνει τη μεταξωτή σκέπη του ονείρου και κάτω από τ' όνειρο να θεμελιώνει την ύλη την αληθινή, τεχνίτης θαυμαστός, όπως ο μέγας ήλιος που σύγκαιρα ιδανικεύει το πέτρινο βουνό και το ανεμόπλεχτο σύγνεφο... 'Ολα τα ήθελε ισόμετρα, ξάστερα κι αρμονικά. Κι ήθελε μόνο να τον ακούει το πλήρωμα".[4]
     Για να συναρπάζει κάποιος το σημερινό "πλήρωμα", τα παιδιά, σίγουρα υπάρχουν στα βιβλία του και κάποια ακόμα χαρακτηριστικά που αφορούν το περιεχόμενο. Ας δούμε τα κυριότερα:
- Υπάρχει μύθος με αρχή μέση και τέλος -και πώς να μην είναι έτσι, αφού βασική ανάγκη του ανθρώπου, ιδιαίτερα στη μικρή ηλικία, είναι ν' ακούει ιστορίες.
- Υπάρχει πλοκή έντονη και γρήγορη -και πώς να μην είναι έτσι, αφού κάτι τέτοιο ικανοποιεί τη χαρακτηριστική περιέργεια και την ανυπομονησία της παιδικής ηλικίας.
- Το κακό δεν θριαμβεύει τελικά, το καλό δεν νικιέται -και πώς να μην είναι έτσι αφού έντονο είναι στα παιδιά το αίσθημα της δικαιοσύνης. Σύμφωνα με την ψυχολογία, "τα παιδιά έχουν την τάση να βλέπουν το σύμπαν ως ένα οικοδόμημα βασικά ηθικό, που διέπεται από κάποια ενδογενή δικαιοσύνη, έτσι ώστε τελικά το καλό πάντα ν' ανταμείβεται και το κακό να τιμωρείται. Πολλά από αυτά, καθώς μεγαλώνουν, θ' αντιμετωπίζουν αυτή την αντίληψη με σκεπτικισμό, περνάει όμως πολύς καιρός ώσπου ένα παιδί να είναι έτοιμο συναισθηματικά ν' αντιμετωπίσει την πιθανότητα ενός απρόσωπου σύμπαντος και μιας τυχαίας εμφάνισης του ανθρώπου, και ν' αποφασίσει αν θα πιστέψει σε κάτι τέτοιο ή όχι".[5]
- Ακόμα κι όταν η επικράτηση του καλού δεν είναι απόλυτη ή χωρίς σημαντικές απώλειες, ή ακόμα κι όταν το κακό έχει κάνει βλάβες ανεπανόρθωτες, η ελπίδα παραμένει. Ενώ η τραγική όψη της ζωής δεν αποκρύβεται, οι σκληρές ρεαλιστικές σκηνές δεν λείπουν, οι αντιξοότητες και τα λογής προβλήματα του βίου δεν παραλείπονται, τελικά βρίσκεται διέξοδος, διαβλέπεται κάποια λύση, τονώνεται η πίστη στις αξίες της ζωής.
     Τούτο το τελευταίο είναι ίσως και το πιο βασικό, αξίζει λοιπόν να σταθούμε εδώ λίγο περισσότερο. Ακούγεται συχνά ο αντίλογος ότι η ζωή είναι πολύ σκληρή και οι απογοητεύσεις κανόνας, άρα το "καλό τέλος" δεν είναι διόλου ρεαλιστικό και συνεπώς ισοδυναμεί με εξαπάτηση των παιδιών. Ωστόσο εδώ εξετάζουμε τι συμβαίνει σε λογοτεχνήματα όντως αξιόλογα, όπου ελπιδοφόρα έκβαση δε σημαίνει γλυκερό "happy end". Σημαίνει ότι ο αναγνώστης κλείνει τελειώνοντας το βιβλίο με διάθεση κατάφασης για τη ζωή, με την πεποίθηση ότι αξίζει η πάλη για το σωστό και το δίκιο, με την αίσθηση ότι τελικά στον κόσμο μπορεί να βρεθεί ανθρώπινη ζεστασιά, πραγματική αγάπη, αληθινή φιλία.
 
Τα παραδείγματα που μπορούμε ν' αντλήσουμε από σύγχρονα και μάλιστα ελληνικά βιβλία είναι άφθονα. Ας αναφέρουμε τα: Πριν από το τέρμα (Πατάκης) της Γαλάτειας Σουρέλη, Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου (Κέδρος) της 'Αλκης Ζέη, Οι πελαργοί θα ξανάρθουν (Κέδρος) της Μαρούλας Κλιάφα, Μια ιστορία για δύο (Καστανιώτης) της Ειρήνης Μάρρα, Αρχίζει το ματς (Πατάκης) της Αγγελικής Βαρελλά, Η αόρατη σελίδα (Καστανιώτης) της 'Αλκης Γουλιμή, SΟS Κίνδυνος (Καστανιώτης) της Νίτσας Τζώρτζογλου, Το 'λεγαν Ξάστερο (Κέδρος) της 'Αννας Γκέρτσου-Σαρρή, κι ο κατάλογος βέβαια είναι πολύ μακρύτερος. Από τα παλιότερα, ας πάρουμε το Για την πατρίδα (Εστία) της Πηνελόπης Δέλτα. Την αποστολή τη "φέρει εις πέρας" μόνη της η Θέκλα, αφού έχει χάσει με τρόπο τραγικό τον Αλέξιο. Στον Καιρό του Βουλγαροκτόνου (Εστία), ο Κωνσταντίνος στο τέλος πεθαίνει. Ο αναγνώστης μολονότι θλίβεται, μένει με την αίσθηση ότι οι ήρωες των βιβλίων αυτών έζησαν μια ζωή νοηματισμένη, ότι μπορεί να υπάρξει φιλία πιο δυνατή κι απ' το θάνατο, ότι η βαθιά, πραγματική αγάπη δε λείπει.
     Με τέτοια πεποίθηση μένουν και οι αναγνώστες άλλων βιβλίων, όπου συχνά υπάρχει ένα είδος "ανοικτού τέλους" ή αφήνεται να εννοηθεί ότι ο ήρωας κέρδισε βέβαια μια μάχη μα κανείς δεν υπόσχεται ότι δε ξαναχρειαστεί αγώνας, αφού η ζωή συνεχίζεται. Παραδείγματα: Το ταξίδι που σκοτώνει (Καστανιώτης) του Μάνου Κοντολέων, Μια χαραμάδα φως (Κέδρος) της Κίρας Σίνου, Το αυγό της έχιδνας (Πατάκης) της Λίτσας Ψαραύτη κ.α. Πρόκειται όμως για μια ζωή που αξίζει κανείς να τη ζήσει παρ' όλους τους κινδύνους, τις παγίδες και τις απογοητεύσεις που επιφυλάσσει.
     Με άλλα λόγια, η λογοτεχνία που έχει απήχηση στα παιδιά, πέρα από το ότι παρέχει -στο βαθμό που κάθε βιβλίο το πετυχαίνει- ό,τι και η λογοτεχνία γενικά (δυνατότητα για διερεύνηση της ανθρώπινης εμπειρίας, έναν καθρέφτη όπου μπορεί κανείς ν' αναγνωρίσει και να γνωρίσει βαθύτερα τον εαυτό του, έναν τρόπο εμπλουτισμού των ανθρωπίνων συναισθημάτων και αντιλήψεων κλπ.) έχει και την ικανότητα να δίνει κουράγιο στον νεαρό αναγνώστη για το ταξίδι της ζωής που ξανοίγεται μπροστά του.
            Κι ευτυχώς που είναι έτσι. Ευτυχώς που κατά κανόνα τα παιδιά απεχθάνονται τα κείμενα που τα αποθαρρύνουν, θυμίζοντας μας μ' αυτόν τον τρόπο ότι κανένας δεν έχει το δικαίωμα, πριν αρχίσουν ουσιαστικά τη μάχη της ζωής, να τ' αφοπλίζει με τον κυνισμό, τον μηδενισμό, την απελπισία. Σίγουρα είναι "άνανδρη" μια τέτοια συμπεριφορά ενηλίκου προς ανήλικο. 'Ισως δεν υπάρχει τίποτα τρομακτικότερο για ένα παιδί από την αίσθηση που μπορεί να του δημιουργηθεί ότι είναι μάταιο να προσπαθήσει για ο,τιδήποτε, άσκοπο να περιμένει κάτι αξιόλογο από τη ζωή. Αντίθετα, η ελπίδα για το μέλλον το οδηγεί σε θετική στάση και θαρραλέα αντιμετώπιση της ζωής και το παρακινεί για βελτιώσεις στο κοινωνικό και το προσωπικό επίπεδο.
     Βέβαια, όπως έχει ειπωθεί, "γράφεις ό,τι είσαι και είσαι ό,τι γράφεις".[6]  Ο συγγραφέας πρέπει να νιώθει και να έχει ο ίδιος ελπίδα και κουράγιο για τη ζωή, για να τ' αφήσει να βλαστήσουν αυτά στα βιβλία του. Αλλιώς δεν είναι "γνήσιος", δεν είναι ειλικρινής με τον εαυτό του και τους αναγνώστες του.

Συνεχίζεται στην επόμενη ανάρτηση   
http://lotypetrovits.blogspot.gr/2013/07/2.html
Σημειώσεις



[1]. Βλ. Neil Pοstman The Disalppearance οf Childhοοd, New Yοrk: Delacοrte, 1982. Daνid Elind The Hurried Child, Reading, Massachusetts: Addisοn Wesley, 1981. Jοhn Irνine Technοlοgy οn Children and Childhοοd, στον τομο Changing Faces - Stοry and Children in an Electrοnic Age, Sydney: IBBY Austrtalia Publicatiοns, 1984. Iνar Frοnes/Trοnd Waage The Lοst Childhοοd - οr the New Οne, στον τόμο Children's Literature and the New Media (πρακτικά του 21ου Συνεδρίου της IΒΒΥ), Οslο, 1988.
[2]. Neil Pοstman The Disappearance οf Childhοοd, ο.π. σελ.153.
[3]. Βλ. Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου Σημεία αναγνώρισης της λογοτεχνίας για παιδιά και των δημιουργών της, στο περιοδικό ΔIΑΔΡΟΜΕΣ, τ.11/1988, σελ. 225-229, και Η Παιδική Λογοτεχνία στην εποχή μας, Αθήνα: Καστανιώτης, 1990, σελ.137-144.
[4]. Ανδρέα Καρκαβίτσα Λόγια της πλώρης, Αθήνα: Εστία, 1979, σελ.98-99.
[5]. Nichοlas Tucker (πρόλογος κι επιμέλεια) Suitable fοr Children? Sussex Uniνersity Press, 1978, σελ.20.
[6]. Jane Yοlen Writing Bοοks fοr Children, Bοstοn: The Writer inc., 1984, σελ.7.