Κυριακή, 17 Μαρτίου 2013

«Ένα αγγελάκι στα Εξάρχεια» ή οι δυνατότητες αφήγησης των άστρων

του Γιάννη Παπαδάτου, δ.φ.                     
Λέκτορα του Πανεπιστημίου 
του Αιγαίου.
 
(Από το εξαντλημένο βιβλίο  Το υφαντό της Πηνελόπης  – διαχρονικές αναγνώσεις για το έργο και την προσωπικότητα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Επιμέλεια: Β.Δ. Αναγνωστόπουλος,  Εργαστήρι Λόγου και Πολιτισμού Πανεπιστημίου Θεσσαλίας: Βόλος 2008).
 
Η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου είναι μια συγγραφέας που το κάθε μυθιστόρημά της αποτελεί μέρος μιας μεγάλης ενιαίας αφήγησης. Και δεν εννοούμε τη συνήθη φράση ότι «ο κάθε δημιουργός, τελικά, γράφει ένα έργο». Αλλά ότι ο αναγνώστης σε κάθε της έργο αντλεί την αίσθηση του «ενιαίου», αλλά και του δημιουργικού «αποσπάσματος», ώστε κάθε φορά να περιμένει το επόμενο σε μια πορεία «συμπλήρωσης» του «όλου». Ο αναγνώστης, συναντά τους ήρωες από ένα μυθιστόρημα και σε διαφορετική ηλικία σε άλλα μυθιστορήματά της. Έτσι το λογοτεχνικό γεγονός βρίσκεται εν δυνάμει σ’ αυτό το «ενιαίο μυθιστόρημα». Ο αναγνώστης δε, μέσω της  προσδοκίας και της αναδρομής πραγματώνει το κείμενο αενάως διευρύνοντας ταυτόχρονα τον αισθητικό του ορίζοντα.   
     Το έργο της Λ. Π-Α. αποτελεί πρόκληση για όλους όσοι ασχολούνται με τη θεωρία της λογοτεχνίας, κυρίως από την πλευρά της αφήγησης, αλλά και των χαρακτήρων που αποτυπώνει. Χαρακτήρες, οικεία της πρόσωπα, αλλά και του ευρύτερου περιβάλλοντος, που μπορεί να είναι και «οικεία» στον αναγνώστη (π.χ. άλλοι συγγραφείς, σημαίνοντα πρόσωπα της πολιτικής και κοινωνικής ζωής) με πραγματικές, αλλά και φαντασιακές προεκτάσεις πάντα τοποθετημένα ως ενεργά υποκείμενα ατομικών ζητημάτων και κοινωνικών και πολιτικών καταστάσεων, δίνουν στον αναγνώστη την ευκαιρία όχι μόνο να «ταξιδέψει» στο παρελθόν, αλλά προσδοκώντας, όπως προειπώθηκε, τη μυθιστορηματική ενηλικίωση των ηρώων της, παράλληλα κι ο ίδιος, σαν σε καθρέφτη να κοιτάζει τον εαυτό του. Σχεδόν πάντα στα μυθιστορήματά της αφήνει κενά επειδή οι ήρωές της «επανέρχονται» για να «αφηγηθούν» περιστατικά της προσωπικής τους ζωής και συνάμα της κοινωνικής κονίστρας. Απ’ την πλευρά της αφήγησης κρατώντας μια αξιοσημείωτη ισοστάθμιση ανάμεσα στο «προσωπικό» και το «κοινοτικό» αποτυπώνει ή μάλλον μεταλλάσσει ακριβώς ό,τι «ενδιαφέρει» κάθε φορά τον αναγνώστη διαφορετικών ηλικιών. Οι αφηγήσεις της είτε είναι πρώτου προσώπου είτε τρίτου νομίζουμε ότι του δίνουν ακριβώς αυτή την αίσθηση. Εκείνο δηλαδή το γεγονός που θα τον κινητοποιήσει ώστε να προσλάβει δημιουργικά το κείμενο να συστοιχίσει πρότερες εμπειρίες με αυτό και βέβαια να το απολαύσει αισθητικά.


Στο μυθιστόρημα «Ένα αγγελάκι στα Εξάρχεια» με πλαίσιο τα κοινωνικά, ιστορικά και πολιτικά γεγονότα των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων και της δεκαετίας του 1950, σκιαγραφούνται ανάγλυφα πτυχές της καθημερινής ζωής μιας οικογένειας (της οικογένειας της συγγραφέως: αυτό δε δηλώνεται, αλλά εμπίπτει  στον ορίζοντα πολλών αναγνωστών) με κεντρικό πρόσωπο ένα κοριτσάκι, τη Ρούλη, που έφερε αλλαγές προς το καλύτερο σε όλα τα μέλη της. Το μυθιστόρημα παρουσιάζει ενδιαφέρον και από την πλευρά της μορφής αλλά και του περιεχομένου. Το νεογέννητο ήταν άγγελος στον ουρανό που αγάπησε τους ανθρώπους και «διάλεξε» να γεννηθεί θνητή. Η μεταφυσική αποτύπωση ορισμένων  στιγμιότυπων εγγράφει μια «ιδεολογία» η οποία δηλώνει, ότι ο αφηγητής και ο αναγνώστης ταυτίζονται σ’ εκείνον το χώρο όπου ο καθένας μπορεί να ονειρεύεται, να οραματίζεται και να αφήνει χώρο για μεταφυσικές διαστάσεις που δείχνουν τις απεριόριστες δυνατότητες του ανθρώπου. Πολλώ δε μάλλον όταν αυτές οι διαστάσεις δεν είναι καθοριστικές για το μυθιστόρημα αλλ’ ίσως ανήκουν στη σφαίρα του ανεξήγητου και των δυσεξήγητων δυνατοτήτων που μπορεί να κρύβει μια ξεχωριστή προσωπικότητα, όπως στην περίπτωσή μας η Ρούλη. Και βέβαια η συγγραφέας κρατώντας μια θαυμαστή ισορροπία ανάμεσα στο προσωπικό συναίσθημα, τη φαντασία και την πραγματικότητα έπλασε μια ηρωίδα ακριβώς όπως ήταν: χαρισματική, δραστήρια, πάντα με προσφορά απέναντι στον κόσμο και το σπουδαιότερο: με μεγάλη αγάπη για τους ανθρώπους.
 
Στο μυθιστόρημα έχουμε μια πολυσύνθετη λειτουργία του παντοδύναμου αφηγητή. Το αυτοδιηγητικό στοιχείο γνωστών έργων της συγγραφέως (π.χ. Γιούσουρι στην τσέπη, Λάθος κ. Νόιγκερ κ.ά.) εδώ «μεταλλάσσεται» ως προς τη συμμετοχή του αφηγητή στην ιστορία. Η αφήγηση είναι δευτεροπρόσωπη. Το δεύτερο πρόσωπο υποκρύπτει το συγγραφικό «εγώ» το οποίο άλλωστε δηλώνεται και από την Πηνελόπη (την αδερφή της Ρούλης και συγγραφέα του μυθιστορήματος) η οποία διαβάζει πολλά βιβλία και θέλει να γίνει συγγραφέας, αλλά και το δευτεροπρόσωπο αφηγητή που στο τέλος του μυθιστορήματος το φανερώνει. Ο Genette υποστηρίζει ότι η αφήγηση δευτέρου προσώπου ανήκει μάλλον στην κατηγορία της ετεροδιήγησης. Έτσι  και αλλιώς το θέμα παραμένει ανοιχτό. Πιστεύουμε πάντως, στην περίπτωση του συγκεκριμένου μυθιστορήματος, ότι η συγγραφέας, μάλλον κρατάει μια μέση οδό: ο αφηγητής είναι ετεροδιηγητικός όσον αφορά την απόσταση που επιθυμεί να πάρει από τα γεγονότα και το επιτυγχάνει με μαεστρία, αλλά στην ουσία είναι ομοδιηγητικός αφού υπάρχει ταυτοπροσωπία μεταξύ αυτού και της αδερφής της κεντρικής ηρωίδας. Για να αποδειχτεί ότι η συγγραφέας όχι μόνον πειραματίζεται και σε άλλες αφηγηματικές φόρμες αλλά το σημαντικότερο: συνταιριάζει τον κατάλληλο αφηγηματικό τρόπο με το περιεχόμενο, το κοινωνικό του πλαίσιο και κυρίως με τη συναισθηματική του φόρτιση.
 
     Η Λότη Πέτροβιτς σε όλα της σχεδόν τα έργα της χρησιμοποιεί επιτυχημένα μορφές της διακειμενικότητας. Στίχοι και αποσπάσματα έργων από το δημοτικό τραγούδι, τα τραγούδια της εποχής, τον Παπαδιαμάντη και άλλους δημιουργούς μπαίνουν εμβόλιμα στα  διαλογικά μέρη με φυσικό τρόπο δίνοντας ζωντάνια στο κείμενο, ποίηση, προξενώντας συνάμα στον ενήλικο αναγνώστη νοσταλγία για μια εποχή που πέρασε ανεπιστρεπτί και στον μικρό αναγνώστη έμμεση γνώση και αισθητική ευχαρίστηση. Επίσης χρησιμοποιώντας καίρια τις ανακλήσεις αλλά και τις προαγγελίες διευρύνεται ο μυθιστορηματικός χρόνος, μέσω των ηρώων που αναφέρονται σε εικόνες από τη δοκιμασία της κατοχής (πείνα κ.ά.) κι επίσης το ενδιαφέρον του αφηγητή ανανεώνεται μέσω χιουμοριστικών αφηγήσεων (π.χ. το κοκαλάκι κ.ά.) για διάφορες καταστάσεις που εντάσσονται σε εγκιβωτιστικά πλαίσια.
 
     Μία άλλη αρετή που αναδύεται από το συγκεκριμένο μυθιστόρημα είναι η λειτουργική άμεση αλλά και έμμεση σύνδεση των γεγονότων που συμβαίνουν στην οικογένεια με τα γεγονότα τα οποία διαδραματίζονται στην κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. Η δεκαετία του 1950, ήταν μια δεκαετία όπου η ελληνική κοινωνία με ανοιχτές ακόμη τις πληγές του πολέμου, του εμφύλιου και γενικά του πολιτικού και πολιτιστικού ελλείμματος, προσπαθούσε να ορθοποδήσει και να δημιουργήσει εικόνες εκτόνωσης και χαράς. Θα λέγαμε ότι το μυθιστόρημα από την κοινωνιολογική οπτική εκτυλίσσεται σε τρεις αλληλοδιαπλεκόμενους κύκλους: τον κύκλο της «παιδικής οπτικής», της «ενήλικης» και τον κύκλο της «οπτικής της κοινωνίας». Δομές από κάθε κύκλο αρχίζοντας από τον πρώτο, συμπληρώνονται κι ερμηνεύονται από τον επόμενο έχοντας ως συνισταμένη μια κοσμοθεωρητική αρχή που διαπνέει όλο το κείμενο και σχετίζεται με τη δυναμική της παιδικής ηλικίας, την αιώνια παιδικότητα. Μια παιδικότητα με εξαγνιστικά στοιχεία που ενσταλάζει ένα αγαπημένο πρόσωπο στη συγγραφική ανάμνηση γενεσιουργές εικόνες, οι οποίες στη συνέχειά τους διαχέονται στα δρώμενα και  ταυτόχρονα στη μνήμη του αναγνώστη.
   

Ρούλη Πέτροβιτς 11/11/47-5/9/96
Στον πρώτο κύκλο, όπου πρωταγωνιστούν τα παιδιά κι είναι ο κυρίαρχος, περνούν από τα μάτια του αναγνώστη εικόνες με τα χρυσόχαρτα που μάζευαν τότε τα παιδιά, τις γκαζές, τους κάλυκες και τις σφαίρες, απομεινάρια του πολέμου, σκηνές από μαθήματα παιδιών και προπάντων οι τρυφερές στιγμές από τον ερχομό της μικρής Ρούλης, αργότερα της σχολικής της ζωής και των δραστηριοτήτων της. Η συγγραφέας  με λεπτότητα, χιούμορ και δημιουργική αποστασιοποίηση σκιαγραφεί έναν χαρακτήρα με τέτοιο τρόπο ώστε ο αναγνώστης να συνθέσει την τρυφερή και ευαίσθητη προσωπικότητα αρχικά της λιλιπούτειας πρωταγωνίστριας που έλεγε ότι ήθελε να γίνει «αστροπώλις» και αργότερα νεαρής ατθίδας με όνειρα.
 
     Στο δεύτερο κύκλο όπου εντάσσεται δημιουργικά ο πρώτος, αναδύεται μια ολόκληρη εποχή με τις συλλογικές παραστάσεις ομάδων πληθυσμού, με τις συνήθειές τους από μια Αθήνα των Εξαρχείων ιδανική, παρ’ όλες τις πληγές, σε σχέση με το σήμερα, με τα τραγούδια, τους εγχώριους και διεθνείς αστέρες και τα θεάματα της εποχής, με τις ελπίδες και τις ανησυχίες της νέας γενιάς και με αρκετά πρόσωπα που αργότερα αναδείχτηκαν στην κοινωνική και πολιτισμική ζωή του τόπου.

     Τέλος, στον τρίτο κύκλο, της ιστορικής και κοινωνικής πραγματικότητας, εντάσσονται δημιουργικά στα δρώμενα εικόνες του πρώτου κύκλου της οικογένειας (βάφτιση της μικρής κ.ά.) και του δεύτερου της άμεσης περιρρέουσας ατμόσφαιρας με τις έντονες κι εύστοχες πολιτικές συζητήσεις μεταξύ ατόμων διαφορετικών παρατάξεων, η πολιτική αστάθεια της εποχής, οι άστοχες κινήσεις (π.χ. η δολοφονία Μπελογιάννη), οι συνεχείς εκλογές κι η αδικία της εξουσίας απέναντι σε πολίτες και στην οικογένεια των δύο αδελφών.
 
     Και βέβαια υπαινιχθήκαμε παραπάνω για τα δημιουργικά κενά που αφήνει η συγγραφέας στα μυθιστορήματά της.  Ήδη σ’ αυτό το «τμήμα» του «ενιαίου» μυθιστορήματός της τα δρώμενα σταματάνε όταν η κεντρική ηρωίδα είναι ακόμη έφηβη. Το χρονικό άλμα που γίνεται στον «επίλογο» με τις πληροφορίες που δίνονται   για τη δράση όλων των πρωταγωνιστών και κύρια έως την αναχώρηση της Ρούλης, δημιουργούν προσδοκίες στον αναγνώστη για τη «συνέχεια» της ενήλικης πια ζωής της ίσως σε κάποιο επόμενο έργο. Για να αποδειχτεί για μια φορά ακόμη ότι η Λ.Π-Α. μια σημαντική σύγχρονη «συγγραφέας της ύπαρξης», όπως θα έλεγε ο Κούντερα, υπερβαίνει τα «στενά» και ίσως προδιαγεγραμμένα όρια της αφήγησης για να «δείξει» στον αναγνώστη ότι ο αληθινός συγγραφέας πάντα και με διάφορους τρόπους  αποκωδικοποιώντας συνειδητά ή ασύνειδα μετεικάσματα του βίου του, αφηγείται τον «εαυτό» του σε σχέση με τις ανθρώπινες δυνατότητες και τις διαδρομές του καθενός ξεχωριστά αναγνώστη.
To "αγγελακι" μεγάλο... Μητέρα δύο
παιδιών πια, 15 και 17 ετών, λίγο πριν
από την "αναχώρηση" .
 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
1.  Genette, G. Narrative Discourse. Μετ. J. Lewin. Oxford, Basil Blackwell, 1980.  
2.  Goldmann, L. Για μια κοινωνιολογία του μυθιστορήματος.
                Μετ. Ε. Βέλτσου – Π. Ρυλμόν. Αθήνα, Πλέθρον, 1979
3.  Iser, W. The Act of Reading. A theory of aesthetic response.
              Baltimore and London,The Johns Hopkins, University Press, 1991
4.  Jauss, H. R. « Literary History as a Challenge to Literary Theory»,
              Newton, K. M. Twentieth Century Literary Theory-A reader.   
              London, Mc Milan Ltd., 1988.
5.   Κούντερα, Μ. Η τέχνη του μυθιστορήματος. Μετ. Φ. Δρακονταειδής.
               Αθήνα, Εστία,1988 (2)
6.   Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Λ. «Όπως και στ’ αηδόνια». Για την
              παιδική λογοτεχνία. Χωρίς ψευδαισθήσεις. Αθήνα, Πατάκης, 1995.
7.  Τσατσούλης, Δ. Η περιπέτεια της Αφήγησης. Δοκίμια
              Αφηγηματολογίας για την ελληνική και ξένη πεζογραφία. Αθήνα,
              Ελληνικά Γράμματα, 1997.


Το ανέβασμα στον ουρανό
πάντα γοήτευε το "αγγελάκι"...