Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

“Στη σκιά της πράσινης βασίλισσας, της Λότης Πέτροβιτς–Ανδρουτσοπούλου



Το κείμενο που ακολουθεί είναι η εισήγηση της κ. Χατζημανωλάκη στην εκδήλωση για τα 30 χρόνια συνεργασίας μου με τον εκδοτικό οίκο Πατάκη που έγινε στις 17.5.2012, με αφορμή την κυκλοφορία του νέου μου βιβλίου Στη Σκιά της Πράσινης Βασίλισσας.
Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο ιστολόγιο της κ. Χατζημανωλάκη:
http://waxtablets.blogspot.com/2012/05/blog-post_20.html  Αναδημοσιεύεται εδώ με την άδεια της και την ευχαριστώ πολύ!

Καλησπέρα στους εκλεκτούς ομιλητές του πάνελ, στους εκδότες, στους αγαπητούς  προσκεκλημένους… Θα ήθελα να ευχαριστήσω την Λότη Πέτροβιτς πρώτα από όλα και τις εκδόσεις Πατάκη για την τιμή που μου έκαναν να είμαι εκ των παρουσιαστών, αναλαμβάνοντας κι εγώ ένα ρόλο κριτικού και αγαπητικού αναγνώστη/ αναγνώστριας – του τελευταίου της βιβλίου «Στη σκιά της πράσινης βασίλισσας»…
     Μια ιδιαίτερη μέρα, γεμάτη συγκίνηση για μια ιδιαίτερη συγγραφέα, μια ιδιαίτερη γυναίκα, έναν ιδιαίτερο άνθρωπο που αφιέρωσε  τόσα χρόνια από τη ζωή της, με πάθος γράφοντας, πλάθοντας και υφαίνοντας ιστορίες για παιδιά και νέους και έχοντας πάντα στο νου – αλλά και στην καρδιά της, αυτό είναι το πιο σημαντικό – τον νεαρό αναγνώστη, το παιδί τον έφηβο, που θα τα διαβάσει και θα τον ταξιδέψουν, θα τον θρέψουν…
      Γενιές αναγνωστών έχει θρέψει με τους καρπούς της η Λότη… Σε αυτούς συγκαταλέγομαι και εγώ – αλλά με έναν διαφορετικό – αδελφικό θα έλεγα τρόπο, μια και ανήκω σε μια προηγούμενη γενιά – και δεν πρόλαβα τα βιβλία της ως παιδί, αλλά ως άχρονος αναγνώστης της καρδιάς, που στην αρχή τα διάβαζε για να τα προτείνει στα παιδιά – με την ιδιότητά μου της υπεύθυνης του διαγωνισμού ανάγνωσης παιδικού λογοτεχνικού βιβλίου  ΒΙΒΛΙΟΔΡΟΜΙΕΣ – και αργότερα, χωρίς τέτοια δέσμευση,  αλλά διεκδικώντας και για τον εαυτό μου την αναγνωστική απόλαυση,  αλλά και με αφορμή  τους προβληματισμούς, τις ζυμώσεις και τις ανταλλαγές που γίνονται στον κυβερνοχώρο, στην κοινότητα που μας έφερε με τη Λότη κοντά και μας έδωσε την ευκαιρία να συναντηθούμε και έξω από τις αναγνώσεις των βιβλίων…
     Παίρνω το θάρρος για μια μικρή παρέμβαση-παρένθεση μια και η μέρα σήμερα είναι αφιερωμένη στη Λότη, να καταθέσω μιαν μοναδική στιγμή, μια εξαιρετική συνάντηση σαραντάχρονων πια αναγνωστών της Λότης μεταξύ τους και με την ίδια… Η ιστορία αυτή  έχει σχέση με ένα δέντρο – όχι τη βελανιδιά – και θαρρώ αξίζει τον κόπο να τη μάθετε…
     Πριν δυο χρόνια λοιπόν είχα  αναρτήσει  στη σελίδα μου στο facebook, φωτογραφίες με μωβ Τζακαράντες που μας έκαναν εντύπωση που γέμισαν την Αθήνα, από την έκθεση βιβλίου στο Ζάππειο…
     Τα δέντρα αυτά θυμίζουν την Αφρική, αυτή είναι η πατρίδα τους και με το ένα και το άλλο, ανάρτησα στη συνέχεια μια ιστορία – ένα αφρικάνικο παραμύθι, «τα κέρινα παιδιά». Διαβάζει την ιστορία η Λότη,  και  θυμήθηκε μια ιστορία που είχε γράψει παλιά για την Αφρική, την ιστορία του Γιόμο που είχε ένα όνειρο, εκείνη με το  κουμπί (το λέω για να τη θυμίσω αν υπάρχουν κάποιοι στην αίθουσα που την έχουν διαβάσει). Αναλαμβάνω λοιπόν, γιατί τότε ήταν νέα στο facebook και δεν ήξερε τα κόλπα και τις τεχνικές του μέσου, (Νομίζω πως μπορούμε να οργανώσουμε μια ειδική εκδήλωση και να παρουσιάσουμε τα έργα και τις ημέρες της Λότης Πέτροβιτς στο διαδίκτυο και σπεύδω να καταθέσω αυτήν την ιστορία έχω κι άλλες.)  και της ζητώ εκείνο το κείμενο για να το περιποιηθώ, να βρω εικόνες που του ταίριαζαν και να το αναρτήσω εν τέλει…

      Εννοείται  ότι αυτό που  περίμενα ήταν ότι οι φίλοι θα διάβαζαν μια ασυνήθιστη, μια εξωτική ιστορία από τη Λότη Πέτροβιτς,  και ότι θα άρεσε…
      Αυτό που δεν περίμενα, ήταν ότι υπήρχαν φίλοι στο facebook, που την ήξεραν ήδη την ιστορία, την είχαν διαβάσει ως  παιδιά, τότε που είχε κυκλοφορήσει από το περιοδικό Χελιδόνια… Και αρχίζει λοιπόν μια συζήτηση στο διαδίκτυο με τους τότε μικρούς αναγνώστες της Λότης, σαραντάρηδες τώρα, που χωρίς να γνωρίζονται μεταξύ τους άρχισαν να μιλούν για το παραμύθι.
       Ο Βασίλης Δρόλιας, συγγραφέας, η Μαρία Δριμή γιατρός, η Νατάσσα Συλιγνάκη, λογίστρια και γνωστή μπλόγκερ άρχισαν να ψάχνουν για να βρουν ένα τεύχος του περιοδικού… Άρχισαν να θυμούνται τα παλιά…Η παιδική ηλικία του τότε εισέβαλε ορμητικά στον «τοίχο» του 
facebook. Αναμνήσεις, φωτογραφίες παιδικών βιβλίων, φωτογραφίες σχολικών τάξεων….
      Αυτό που με ξετρέλανε εμένα, ακούγοντάς τους να μιλάνε μεταξύ τους κατασυγκινημένοι ήταν τότε που η Λότη τους απηύθυνε το λόγο στο διαδικτυακό φόρουμ,  τους μίλησε με μια από τις ωραιότερες και πιο τρυφερές φράσεις που έχω διαβάσει ποτέ, εδώ στο 
facebook.
     «Καλά μου παιδιά», άρχισε να λέει στους σημερινούς σαραντάρηδες…
      Σαν να μην πέρασε μια μέρα…
      Και άρχισαν να λένε τα δικά τους
     Και οι σαραντάρηδες γύρω της, σαν «χελιδονάκια ετερέτιζαν», όπως λέει ο Παπαδιαμάντης…
     Συγχωρήστε μου το χρόνο σας, αλλά νομίζω ότι άξιζε αυτό να το ακούσετε και να καταγραφεί…Μια ιστορία από τη Λότη  του διαδικτύου, αυτήν που γνώρισα εγώ καλύτερα τα τελευταία δύο χρόνια…
      Επιστρέφω λοιπόν στο θέμα μου, που είναι στο πλαίσιο αυτής της τιμητικής εκδήλωσης προς τιμήν της, να μοιραστώ μαζί σας κάποιες σημειώσεις από το δικό μου ημερολόγιο ανάγνωσης του τελευταίου βιβλίου της:  « Στη σκιά της Πράσινης Βασίλισσας». 

     Εστιάζω στον τίτλο: «Στη σκιά της Πράσινης Βασίλισσας», που ακόμα και αυτόν που δεν είναι υποψιασμένος για την πρόθεση της συγγραφέως και την υπόθεση του έργου, συμπεραίνει ότι πρόκειται μάλλον για δέντρο, αν και  ο τίτλος είναι αμφίσημος – είναι το δέντρο είναι και μια γυναίκα/η νεράιδα του δέντρου ίσως; - και ποιο δέντρο χαρακτηρίζεται από τέτοιον τίτλο καταγωγής, βασιλικό; Μα η βελανιδιά, η δρυς και έτσι αναπόφευκτα έρχεται στο νου ο Παπαδιαμάντης, και η «βασιλική δρυς» του και μάλιστα με μια ιδιαιτέρως σημαίνουσα ταύτιση: «υπό την βασιλικήν δρυν» στη σκιά της βασιλικής βελανιδιάς, του δέντρου που είχε αποτελέσει το θέμα του σπουδαίου, του εξαίρετου διηγήματος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, την  εξομολογητική και εκ βαθέων αφήγηση της παιδικής και της εφηβικής του ανάμνησης, του αρραβώνα του τρόπον τινά με το δέντρο, με την βελανιδιά…το δέντρο και τη νεράιδά του…
     Το δέντρο του Παπαδιαμάντη λοιπόν ή καλύτερα:   Παπαδιαμάντης και δέντρο. Ένα πολύ ενδιαφέρον, γόνιμο ζεύγος, ένας πυρήνας έμπνευσης για τη Λότη Πέτροβιτς…
      Με τον Παπαδιαμάντη στο υπόβαθρο, ως χάρτινο παππού και το διήγημά του «Η φωνή  του δράκου» έχει επιχειρήσει ξανά στο νεανικό της μυθιστόρημα «Καναρίνι και μέντα» να οδηγήσει την περιπλάνηση ένδον και έξω – στους δρόμους της Αθήνας του ήρωά της για να πούμε μόνο την εκπεφρασμένη αναφορά στον Σκιαθίτη των γραμμάτων γιατί διαφορετικά οι ανταλλαγές μαζί του στο έργο της είναι περισσότερες. Συνειδητά ή υποσυνείδητα πολλοί ήρωες στα έργα της φέρνουν από εκείνην την ατμόσφαιρα… Γιατί οι πνευματικές οφειλές και οι αγάπες είναι βαθιές. Θυμάμαι τώρα εκείνον  τον ιερέα στο «Περιπατών επί της θαλάσσης»  – σαν να βγήκε από τις σελίδες του κυρ Αλέξανδρου…
     Αλλά και η Τράπεζα, το παραθαλάσσιο χωριό, η Τράπεζα της Αιγιαλείας, θέρετρο του Αλέξη Νόϊγκερ, θέατρο τόσων ιστοριών της που διαδραματίζονται εκεί…
« έχω κι εγώ τις εμμονές μου βλέπεις... Καιρός να επισκεφθείς την Τράπεζα της Αιγιαλείας! Θα σου το συνιστούσε κι ο Σεφέρης αν ζούσε. Ερχόταν εδώ, απ' ό,τι ξέρω, τη δεκαετία του ΄30. Το ίδιο και ο ζωγράφος ο Επ. Θωμόπουλος - είχε σπίτι εδώ…» Λόγια της Λότης  σε σχόλιο στο facebook


Ταμείο ψυχών, έχει γράψει ο Κωστής Παπαγιώργης ότι είναι η Σκιάθος για τον Παπαδιαμάντη, Τράπεζα ψυχών και αφηγήσεων, θα λέγαμε ότι είναι σε ένα βαθμό η Τράπεζα το χωριό για τη Λότη Πέτροβιτς…τηρουμένων των αναλογιών βέβαια, γιατί για τη Λότη η Τράπεζα, παρά το ότι δεν είναι ο γενέθλιος τόπος, είναι ωστόσο  εξ ίσου σημαντικός. Εκεί επανέρχεται, εκεί καταφεύγει αρκετές φορές και γράφει, εκεί βρίσκεται η βασιλική της βελανιδιά…
      Η Τράπεζα τόπος αναμνήσεων και για την ηρωίδα αυτού του βιβλίου την Έλλη. «Έντεκα χρόνια έχουν περάσει από εκείνες τις διακοπές», διαβάζουμε στην αρχή του βιβλίου. Αναπόφευκτα θυμόμαστε το: «Ω πόσα έτη παρήλθον έκτοτε» στις αναμνήσεις προς φίλον,  από το Παπαδιαμαντικό «Ολόγυρα στη λίμνη» (και φυσικά τον Παλαμικό του αντίκτυπο: «παρήλθον έτη έκτοτε…» ) 
     Η βελανιδιά, το δέντρο… Ο άλλος πόλος του δημιουργικού ζεύγους. Γιατί η Λότη έχει ανεξαργύρωτους λογαριασμούς με το Δέντρο (με κεφαλαίο Δ) και ίσως για αυτό γυρόφερνε μέσα της την ιδέα αυτού του βιβλίου για να του επιτρέψει να βλαστήσει…Και δεν λέω φυσικά το αυτονόητο, ότι η ίδια είναι παραμυθόδεντρο (ήθελε να γίνει έγραψε κάποτε -  και έγινε)  που κάτω από τα κλαδιά της μαζεύονται τα παιδιά όλων των ηλικιών για να τραφούν με ιστορίες…
     Από την τρυφερή της ηλικία  η Λότη ήταν καραμελόδεντρο... από έγνοια για να μοιράσει στα άλλα παιδιά  - ίσως όχι μόνο για αυτό, ίσως να ήθελε και η ίδια περισσότερες – είχε φυτέψει στην Κατοχή τις λιγοστές καραμέλες της για να φυτρώσουν… και φυσικά όλοι είδαμε, ότι και φύτρωσαν και βλάστησαν και έδωσε  γλυκείς καρπούς το καραμελόδεντρο… (Ο καιρός της σοκολάτας) και από εκεί περιμένουν ακόμη, από αυτήν την γλύκα γεύονται γενιές και γενιές αναγνωστών…
Εκτός όμως.  από την τόσο σημαίνουσα ταύτιση για τη Λότη,  το δέντρο  στο έργο της λειτουργεί και σαν μεταφορά… 
Το γενεαλογικό δέντρο, είναι ύψιστης σπουδαιότητας στα βιβλία της. Οι ήρωές της ανήκουν σε μια  μόνο οικογένεια... Είναι κλαδιά ενός δέντρου που τα παρακολουθούμε να μεγαλώνουν και να βλασταίνουν και που οι συγγενικές σχέσεις, στην όποια τους πολυπλοκότητα είναι γνωστές στον αναγνώστη και με θαυμαστή συνέπεια, τηρούνται σε όλα τα βιβλία και τις ιστορίες της. 

      Οι ήρωες είναι ωσεί παρόντες ακόμα και όταν δεν συμμετέχουν στη συγκεκριμένη ιστορία, η σκιά από τη φυλλωσιά του κλαδιού τους τονίζει, σκιάζει, δροσίζει – έχει σημασία για την ιστορία, έχει σημασία για τη Λότη Πέτροβιτς… Προϋπόθεση και συστατικό της πλοκής είναι αυτά τα κλαδιά και οι ρίζες. Η σταθερότητα και η αξία του δέντρου… Με ένα τέτοιο δέντρο ασχολήθηκε στο προηγούμενο εφηβικό της μυθιστόρημα, την προφητεία του κόκκινου κρασιού…
     Εκεί αυτό το δέντρο, το γενεαλογικό της δέντρο, πήρε στους ώμους του την ιστορία της Ελλάδας την εποχή του Ρήγα και της Φιλικής Εταιρείας, εκεί που η οικογένεια και οι πρόγονοι  της Λότης, στο Μελένικο και την Αυστρία έζησαν και δημιούργησαν και αγωνίστηκαν και συμμετείχαν στην ιστορία της χώρας…αυτή η ιστορία – Ελλάδας και οικογένειας έγιναν ένα… Η μικρή ιστορία και η μεγάλη ένα μέσα σε μια θαυμαστή αφήγηση…Που για να κυλήσει πρέπει να πρώτα να φυτρώσει και να ριζώσει. Πρέπει να φανούν τα κλαδιά, να αναγνωριστούν, να τα χαϊδέψει με την τέχνη της γραφής της,  να τα κλαδέψει, να τα ιστορήσει, (να τα περιγράψει) και αφηγηθεί την ιστορία τους…
     Έκανα μια τόσο μεγάλη παρέκβαση γιατί και εδώ, στο νέο βιβλίο της Λότης Πέτροβιτς,  υπάρχει μια σημαντική όψη αυτής της μυθοπλασίας που έχει αυτόν τον χαρακτήρα…βασίζεται δηλαδή στον τρόπο του γενεαλογικού δέντρου… (πριν προχωρήσω προσέξτε μόνο την αφιέρωση:  
       Στον Ανδρέα Ι. Ανδρουτσόπουλο
       και την Παναγιώτα Στ. Ανδρουτσοπούλου,
        τους συγγενείς της πράσινης βασίλισσας….
      Και ακόμα
      Στη μνήμη των Αρκάδων προγόνων μου
      Του εκ μητρός παππού μου
      Της γιαγιάς μου
      Των προπαππούδων και προγιαγιάδων μου
      Κ.λπ…
      μετά…Ευγενίας Ι. Σταγοπούλου
      και των γονέων της)

     Οι οικογενειακές σχέσεις των ηρώων, οι συγγένειες, οι ιδιομορφίες, οι δεύτεροι γάμοι, οι υιοθεσίες, περιγράφονται με την ακρίβεια και την επιμονή που ο Λεβύ Στρως δίνει στις δομές συγγένειας στις κοινωνίες που περιγράφει στα βιβλία του. Ακριβώς γιατί εκεί κρύβεται ζουμί, κρύβονται οι χυμοί της ιστορίας. Το συγκεκριμένο, η ρίζα, η αποδοχή και η κατανόηση όλων των σχέσεων των ανθρώπων.
    Λέει κάπου στη σελ. 20 «Δηλαδή ο κύριος Αριστόξενος είναι πατέρας της μητέρας του και η Χρύσα είναι αδελφή της, ε;» αποφασίζει η Έλλη να ξεδιαλύνει τις συγγένειες. Γιατί όλα αυτά είναι ανθρώπινα, οι άνθρωποι να παντρεύονται και κάποτε  να χωρίζουν, κάποια παιδιά να είναι υιοθετημένα. Και η Λότη θέλει να τα αναγνωρίσει, να μιλήσει για αυτά, να τα περιβάλει με αγάπη, να μας οικειώσει μαζί τους, όπως ακριβώς συμβαίνει με τα κλαδιά ενός δέντρου, όπως ακριβώς συμβαίνει με την πραγματική ζωή…
     Και φυσικά να καταλήξει δια στόματος της βελανιδιάς, να πει: 
     «Αν έτσι το σκεφτείς, θα συμφωνήσεις, πως δεν είναι ν’ απορεί κανείς με τις παράξενες συγγένειες που έχουνε τα δέντρα με τις νύμφες τους, μα και οι άνθρωποι καμιά φορά αναμεταξύ τους. Πατέρας μας κοινός είναι ένας. Και παιδιά του όλοι εμείς. Τι σημασία έχει λοιπόν ποιος πρόσκαιρα λογίζεται στη γη πατέρας ή μητέρα, ποιος πρόγονος, ποιος αδελφός ή αδελφή, ποιος γιος ή κόρη; Μονάχα η αγάπη έχει σημασία»
      Επέμενα τόσο πολύ σε αυτό: το ζεύγος της έμπνευσης Παπαδιαμάντης – δέντρο στη Λότη, και στο πόσο βαθιά ριζωμένο είναι στο συγγραφικό της έργο και το ανέφερα από την αρχή για να το τονίσω, γιατί υπάρχει ενδεχομένως ο κίνδυνος να επισκιαστεί από τη λάμψη της ιστορίας, της συγκεκριμένης μυθοπλασίας της πράσινης βασίλισσας και αυτό θα ήταν άδικο…
      Η ιστορία του δέντρου που αφηγείται, δεν είναι δηλαδή ένα ξεκάρφωτο εύρημα. ΄Οση γοητεία και πρωτοτυπία και να έχει αυτό. Είναι έτσι γιατί έτσι έπρεπε να είναι. Γιατί κάποτε θα έγραφε η Λότη για τη βασιλική της βελανιδιά, και θα έγραφε έτσι…Και με την πρωτοτυπία και τη φρεσκάδα του παραμυθιού και με τη ρίζα του δέντρου των αφηγήσεων… Πρόκειται για ένα βιβλίο δηλαδή, όπου αφού ωρίμασαν μέσα στην ψυχή της συγγραφέως, βλάστησαν τρία μεγάλα κλαδιά:

Α) Πρώτο κλαδί: οι πνευματικές οφειλές προς τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη

Από την αρχή μέχρι το τέλος του βιβλίου – με τον τρόπο που ξέρει να το κάνει η Λότη αφού το έχει πράξει και στο καναρίνι και μέντα – επιτελείται μια εσωτερική, μια δεύτερη ανάγνωση του διηγήματος του Παπαδιαμάντη, «υπό την βασιλικήν δρυν». Αυτό για να θυμηθούν οι μεγαλύτεροι αναγνώστες που το έχουν ήδη διαβάσει αλλά και για να τον γνωρίσουν οι νεότεροι…
     Οι σκηνές του προσφιλούς διηγήματος, ανθολογούνται και απλώνονται αυτούσιες αντί για το τοπίο της Σκιάθου, στο τοπίο της δικής της Σκιάθου, της Τράπεζας. Διαβάζοντάς το, και παρά το ότι είμαι εκ των παλαιών αναγνωστών, έφτασε στην ψυχή μου η αναζωογόνηση του διηγήματος από την νέα ανάγνωση. Λες και το τοπίο και τα γεγονότα, οι μεταμορφώσεις του χαρακτήρα των ηρώων, είχαν συνομωτήσει για να μπολιαστούν από το Παπαδιαμαντικό κείμενο.
     Γιατί η Λότη κατάφερε να προσαρμόσει την ανθολόγηση στην εξέλιξη της ιστορίας της και στις μεταμορφώσεις του χαρακτήρα των ηρώων. Να πώς γίνεται και γευόμαστε το μέλι το εκ πέτρας. Πώς μαλακώνει η πέτρινη καρδιά του κυρίου Αριστόξενου, πώς γλυκαίνει και γίνεται από μέλι…
Ανταύγειες από την Σκιάθο φωτίζουν την Βόρεια Πελοπόννησο αλλά και αντιστρόφως. Η Σκιαθίτικη εξοχή παίρνει από το χρώμα της Τράπεζας της καρδιάς της Λότης. Κάποια στιγμή μάλιστα συγχέονται. Οι διαδρομές ταυτίζονται. Τα δυο τοπία μοιάζουν τόσο πολύ.  Η ιστορία εκτυλίσσεται και στο ένα μέρος και στο άλλο…Οι ήρωες ακολουθούν τις στροφές του δρόμου λες και τους οδηγεί  ο Παπαδιαμάντης μέσα από τις σελίδες του διηγήματος και να λέει που βαδίζουν…
     Και σε αυτόν τον «αρραβώνα», τον ιερό έρωτα  του  νεαρού Παπαδιαμάντη με τη βελανιδιά του μετουσιώνεται και η αγάπη των δύο νέων – των ηρώων της ιστορίας - για το κείμενο, αλλά και μεταξύ τους…όταν αισθάνονται όλοι από κοινού την «ονειρώδη απόλαυσιν» έξω από το χρόνο και τις σελίδες…συναισθήματα λεπταίσθητα και τρυφερά ο ένας για τον άλλον…

Β) (Δεύτερο κλαδί) Η αφήγηση της βελανιδιάς Με το εύρημα της αφήγησης και της συζήτησης της συγγραφέως που είναι κλεισμένη στο εξοχικό και γράφει – τοalter  ego της Λότης – γιατί να το κρύψομε άλλωστε ότι πρόκειται για την ίδια –  το «Ανδρέας» το όνομα του συντρόφου της άλλωστε το επιβεβαιώνει –  με τη εύρημα λοιπόν της συζήτησης της συγγραφέως  με το δέντρο, επιχειρείται μια ένθετη – δεύτερη ένθετη αφήγηση( η πρώτη  ήταν είπαμε  το διήγημα του Παπαδιαμάντη που διαβάζουν οι ήρωες)  – όπου η βελανιδιά αφηγείται την ιστορία της…Από τότε που σαν σπόρος βελανίδι ήρθε από Παγγαίο της Μακεδονίας   και φύτρωσε σε αυτή τη γη…

Και όπως στην Προφητεία του Κόκκινου κρασιού το δέντρο μεταφορά, το γενεαλογικό δέντρο όπως σας είπα παίρνει πάνω του την ιστορία της Ελλάδας της εποχής πριν από την επανάσταση, η πράσινη βασίλισσα, η βασιλική δρυς του βιβλίου της Λότης, παίρνει πάνω της όλη την ιστορία της Ελλάδας από την προϊστορική εποχή και από την εποχή του μύθου.
      Από τους μύθους καταγωγής της βελανιδιάς  (σπέρμα Μακεδονίας που φυτρώνει στο Μοριά, επισφραγίζοντας άλλη μια φορά την ταύτιση του δέντρου με τη συγγραφέα προς την οποία απευθύνεται)  γνωστούς και άγνωστους, αφηγήσεις εξαιρετικά τεκμηριωμένες ιστορικά και επιστημονικά και μυθικές αφηγήσεις που καθόλου δεν έρχονται σε αντίθεση μεταξύ τους – από την γέννηση των βουνών από τα βάθη της θάλασσας μέχρι το χρόνο που ζουν οι Αμαδρυάδες οι νεράιδες, και αυτές που ερωτεύτηκαν θνητούς, και αυτές που παντρευτήκαν και αυτές που απογοητεύτηκαν…
      Τα φυσικά φαινόμενα ανεπαισθήτως αιτιολογούνται σε αυτό το σύμπαν και γίνονται αποτελέσματα δράσεων και συναισθηματικών αντιδράσεων… Να οι σεισμοί, για παράδειγμα, είναι αποτέλεσμα της  κατάρας… της εκδίκησης της Αμαδρυάδας…
Μια αφήγηση ενοποιητική, μια αφήγηση που θεωρώ ότι όλοι την είχαμε ανάγκη, μιλώ μετά λόγου γνώσεως και απολύτως σοβαρά. Μια αφήγηση γραμμένη με ποιητικό ρυθμό, που σε απογειώνει και που μπορεί να διαβαστεί και με τον τρόπο που την έχει τεχνουργήσει η Λότη για τις ανάγκες του βιβλίου, ένθετη στην πλοκή, αλλά και μόνη της, αυτούσια.
     Μια ποιητική ιστορία της Ελλάδας, με τα μάτια της βελανιδιάς και της Αμαδρυάδας της. Από την προϊστορία το μύθο και την αρχαιότητα στο τόσο λίγο γνωστό Βυζάντιο και τους Δενδρίτες…τους ασκητές που μόναζαν στα δέντρα, τις εικονομαχίες στο Βυζάντιο, τις αγιογραφήσεις… και όλα αυτά σε απόλυτη αρμονία με τις παραδόσεις και τις αφηγήσεις της περιοχής για εκείνον τον καλόγερο που είχε βαφτίσει τους Τσάκωνες της Κυνουρίας, τους τελευταίους εναπομείναντες εθνικούς…
      Τα κλαδιά της ιστορίας φτάνουν ως την Τουρκοκρατία, στις απαρχές της επανάστασης και εκεί  συμπλέκονται αυτή τη φορά και με άλλα γενεαλογικά δέντρα. Βρίσκουν αυτό της Λότης Πέτροβιτς  εκ μητρός, και  αυτό του συζύγου της, του συντρόφου της, του Ανδρέα Ανδρουτσόπουλου, που την ιστορία των προγόνων του, από τον μικρό Ανδρέα/ τον  Ανδρούτσο τον του Βυζαντίου των Εικονομαχιών, μέχρι και τους άλλους ήρωες και αγωνιστές της επανάστασης, με αγάπη και σεβασμό ιστορεί η βελανιδιά δια χειρός Λότης…
     Δάσος σκιερό, κλαδιά γενεαλογικών δέντρων που στηρίζουν και μεταφέρουν την ιστορία της χώρας με ένα τρόπο απαράμιλλα τεχνουργημένο. Πιστό και ακριβή στη λεπτομέρεια και τη δομή, εκεί η Λότη επιμένει, ποιητικό στην έκφραση και στο ύφος, γλαφυρό και συναρπαστικό στην διεκπεραίωση…Το Βυζάντιο, οι εικονομαχίες, ο αγιογράφος Δεντρίτης,  οι σταυροφορίες, οι Ναΐτες ιππότες. Η κήρυξη της επανάστασης, ο Παππουλάκος, η απελευθέρωση της Ελλάδας, ο  'Οθωνας και οι Βαυαροί…και οι ιστορίες των ανθρώπων, τα πάθη τους…
     Αυθεντικές  αφηγήσεις. Σαρξ εκ της σαρκός της  ιστορίας του τόπου και της οικογένειάς της. Που μας αφορούν εν τέλει όλους, μας ανακουφίζουν, μας συγκινούν αλλά και φωτίζουν το παρελθόν μας. Αυτό είναι η υπέρτατη επίγνωση: η αίσθηση της ενότητας και της συγγένειας που  προκαλεί το αγαπημένο δέντρο. Η Βελανιδιά η βασιλική, η πράσινη βασίλισσα που προστατεύει και προστατεύεται από την Αμαδρυάδα της, που συμπονά αυτόν τον λαό, αυτούς τους ανθρώπους που ζουν γύρω της όλα αυτά τα χρόνια…Η Βελανιδιά που νοσεί όμως και δέχεται τη φροντίδα τους, όταν πια φτάνουμε στην εποχή μας, και που στο τέλος συνδέει τόσο στενά την τύχη της μαζί τους, τόσο στενά όσο μπορεί να συνδεθεί η τύχη μιας Αμαδρυάδας με την τύχη των θνητών ανθρώπων…

Γ) Το τρίτο κλαδί:   Η τρίτη πλευρά του βιβλίου, η καθεαυτό μυθοπλαστική, το μυθιστόρημα, με τους χαρακτήρες του, τους ήρωές του, την πλοκή του μια αυτόνομη (εδώ βέβαια το αυτόνομη θέλει πολλά ερωτηματικά γιατί όλα συνδέονται) αλλά ας πούμε μια ιστορία του κόσμου τούτου…Μια ιστορία διακοπών, αισθημάτων, εφηβικών σκιρτημάτων μια ιστορία δυο νέων που προσπαθούν να ξεκαθαρίσουν τα αισθήματά τους  εκτυλίσσεται στη σκιά της πράσινης βασίλισσας…Στο φόντο μια ρομαντική ιστορία αγάπης – με εμπόδια μας παρασύρει στα δικά της πλοκάμια, κλαδιά θα ήταν καλύτερα, που συμπλέκονται βεβαίως με όλα τα προηγούμενα:

Ο έρωτας του Παπαδιαμάντη για τη βελανιδιά του, του Λεόντιου για τη Θεοφανώ, του Ιωάννη ντε Τουρνέ για την Ιζαμπώ – του 'Ιωνα για την Ελίκη φυσικά – του Παναρετόπουλου για την 'Ασα, του Αντρέα για την Πηνελόπη του, του Φιλήμονα για την Βαυκίδα, του Παναγιωτάκου για την Αϊσέ για να φτάσουμε στον Άρκο και τη Χρύσα και τον Μίλτο και την Έλλη…
     Όλα αυτά επειδή αποφάσισε η βελανιδιά να πει την ιστορία της στη συγγραφέα της ιστορίας, αποφάσισε η Αμαδρυάδα όπως έκανε πάντα να ανακατευτεί στη ζωή των ανθρώπων και αποφάσισε η Λότη Πέτροβιτς να μας την αφηγηθεί…
      Η τρίτη πλευρά, έχει φυσικά το σασπένς μιας  σύγχρονης μυθοπλασίας, την τέχνη και τη σοφία της Λότης στο πώς χειρίζεται τα δύσκολα θέματα, τα αγκάθια των οικογενειακών σχέσεων, όταν συμβαίνουν διαζύγια, δεύτεροι γάμοι, μετανάστευση των γονέων, όλα όμως με τρυφερότητα, ευαισθησία και αγάπη για να οδηγήσουν στην εξοικείωση, τη συγχώρεση, στην αποδοχή…. Με τις απαραίτητες κορυφώσεις της αναγνωστικής απόλαυσης, και το τρίτο μέρος της ιστορίας είναι άψογα τεχνουργημένο. 
       Κάπου ανάμεσα η αινιγματική Χρύσα με τη μυστηριώδη καταγωγή της που όταν εμφανίζεται, φαίνεται σαν να βγαίνει μέσα από την κουφάλα – από τα σπλάχνα  - του δέντρου και δικαιώνει την ύπαρξη και των τριών πλευρών – των τριών δρόμων της ιστορίας…
     Το μυθιστόρημα υφαίνεται στην κάθε του λεπτομέρεια από την αρχή, με τις μαγικές παγίδες, τις αναφορές, τα τερτίπια, τις ξώβεργες που στήνει η Λότη για να  παρασύρει τον αναγνώστη και να τον κάνει να  αφεθεί στο έλεός της, στην λύση και στην κάθαρση, συνδέοντας στον ίδιο ιστό την μαγεία, την αφήγηση και την ιστορία της βελανιδιάς αλλά και τη λογιότητα, την μαγεία του Παπαδιαμάντη…  ΄Ενα σπουδαίο έργο, μεγάλης τέχνης, βάθους έμπνευσης και πνοής… Διαβάζεται με αμείωτο ενδιαφέρον και προσφέρεται για πολλές αναγνώσεις.
     Εύχομαι από βάθους καρδίας να διαβαστεί και να αγαπηθεί και από άλλους αναγνώστες κάθε ηλικίας. Να αγαπηθεί όπως το αγάπησα κι εγώ και όπως του αξίζει.

      Εύγε Λότη μας!!!


Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012

Οι τρεις μεγάλοι μου δάσκαλοι


(Ομιλία σε Ημερίδα του ΠΤΔΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, στις 10.04.2006*)
Προσπαθώντας να φέρω στη μνήμη μου πώς άρχισε το πάθος μου για το διάβασμα, ξαναβλέπω αχνά μια εικόνα: τον πατέρα μου, αδυνατισμένο και χλωμό, να διαβάζει με το λιγοστό φωτάκι μιας λάμπας, πίσω από τα ερμητικά κλεισμένα παραθυρόφυλλα τις ώρες της υποχρεωτικής συσκότισης. Και τότε, να σβήνει για λίγο από το πρόσωπό του η θλίψη, η αγωνία, η αγανάκτηση για τα δεινά που είχε κουβαλήσει στον τόπο μας η γερμανική Κατοχή. Απέραντη ευχαρίστηση έδειχνε η όψη του κείνες τις ώρες. Λες και μέσ' από το ανοιχτό βιβλίο που κρατούσε κατάφερνε με τρόπο μαγικό να βγαίνει για λίγο από τον εφιάλτη του πολέμου και να μπαίνει σε χώρα ευχαρίστησης και απόλαυσης. Απόλαυση έβλεπα να ζωγραφίζεται και στο πρόσωπο του αδερφού μου, που, δυο χρόνια μεγαλύτερος, διάβαζε άνετα πια και με αληθινή λαχτάρα παιδικά βιβλία, ξεχνώντας το μόνιμα λιγοστό φαγητό που υπήρχε στο σπίτι. Βιβλίο και απόλαυση δέθηκαν από τότε σφιχτά στο μυαλό μου. Και ζήλευα όσους ήξεραν να διαβάζουν. Λαχταρούσα να μάθω κι εγώ ανάγνωση, για να νιώθω την ίδια εκείνη κρυφή ευχαρίστηση.
            Πώς ακριβώς έγινε δεν ξέρω. Μ' έπαιρνε στην αγκαλιά του ο πατέρας και μου διάβαζε; Μου έμαθε πρώτα την αλφαβήτα ή όχι; Με δίδαξε να συλλαβίζω ή μήπως να λέω τις λέξεις ολόκληρες; Αδύνατον να θυμηθώ. Θυμάμαι μόνο πως ήξερα πια να διαβάζω «νεράκι», όταν εξάχρονο παιδί το Σεπτέμβρη του 1943 πήγα στην Α΄ δημοτικού. Και τα βράδια ξεκοκάλιζα ό,τι βιβλίο για παιδιά έφτανε στα χέρια μου από τον αδελφό μου ή τα μεγαλύτερα ξαδέλφια μας.
      'Ενα βιβλίο ιδιαίτερα έγινε σε λίγους μήνες ο μόνιμος σύντροφός μου. Με το Παραμύθι χωρίς όνομα στα χέρια δεν πρόσεχα πια και πολύ αν ήταν λίγο το φαγητό, δεν τρόμαζα πια και τόσο με τον άγριο κρότο από τις μπότες των ναζί, δε μ' ένοιαζε όσο άλλοτε αν θα ξαναχτυπούσαν οι σειρήνες και θα με κατέβαζαν υποχρεωτικά στο σκοτεινό υπόγειο που μύριζε μούχλα, το έλεγαν καταφύγιο και με γέμιζε φόβο. Το Παραμύθι χωρίς όνομα το είχα στην αγκαλιά μου όπως κρατούσαν τις πάνινες κούκλες τους άλλα κορίτσια της ηλικίας μου. 'Ηταν η παρηγοριά μου. Γιατί ήξερα τώρα καλά πού βρισκόταν η μαγική πορτούλα που μπορούσε να με βγάλει για λίγο από τη θλίψη, το φόβο, τη μοναξιά, και να με μπάσει στη χώρα της ελπίδας, της δράσης και της λύτρωσης. Θυμάμαι ολοζώντανα την ευεξία που ένιωσα όταν έφτασα πρώτη φορά στο τέλος του βιβλίου. Θυμάμαι την πεποίθηση που αισθάνθηκα ότι αξίζει κανείς να μάχεται για το δίκιο και το κοινό καλό, όπως κατάλαβαν κι έπραξαν τελικά οι κάτοικοι της χώρας των Μοιρολατρών. Θυμάμαι την ελπίδα που φούντωσε μέσα μου ότι ο πόλεμος θα τελειώσει˙ ότι από τα ερείπια, την πείνα και το θάνατο που έβλεπα γύρω μου θ’ αναστηθεί μια χώρα όμοια μ’ εκείνη που κατάφεραν να ξαναφτιάξουν οι Μοιρολάτρες, όπως την περιέγραφε προς το τέλος του παραμυθιού ο αποσταλμένος του εχθρού τους:
        «... Είδα μια χώρα όπου όλοι οι δρόμοι είναι στρωμένοι και όλα τα σπίτια καλοχτισμένα και ασπρισμένα. Είδα χωριά όπου όλα τα καλύβια είναι νοικοκυρεμένα και περιτριγυρισμένα με περιβολάκια γεμάτα πορτοκαλιές, μηλιές, αχλαδιές, κερασιές και άλλα δέντρα με λαχανικά. Είδα χωράφια σπαρμένα σιτάρι και κριθάρι, και κουκιά και καλαμπόκια. Είδα ελαιώνες απέραντους και αμπέλια, που απλώνονται όσο δε φθάνει μάτι ανθρώπου... Και είδα πρόσωπα γελαστά, και άκουσα τραγούδια παντού, και δεν είδα ζητιάνο κανένα!»[1]
        Από τότε πάμπολλες φορές ξαναδιάβασα το Παραμύθι χωρίς όνομα. ΄Εγινε το γιατρικό μου σε ώρες κόπωσης ψυχικής, σε στιγμές απελπισίας. Και μου ήταν από τότε ξεκάθαρο. Τέτοια βιβλία ήθελα να διαβάζω, τέτοια και να γράφω σαν θα μεγάλωνα. Βιβλία που θα μου έλεγαν την αλήθεια για τα δεινά του κόσμου, μα δε θα μου στερούσαν την ελπίδα και την πεποίθηση ότι αξίζει να ζει κανείς, ν’ αγωνίζεται για το καλό και το δίκιο και να γεύεται τις χαρές της ζωής. Βιβλία που πέρα από την απόλαυση της ανάγνωσης, θα με βοηθούσαν να καταλάβω καλύτερα τον εαυτό μου και τους άλλους.
         Και τα χρόνια πέρασαν, έφτασε η ηλικία της προεφηβείας. ΄Οσα βιβλία υπήρχαν στη μικρή μου βιβλιοθήκη τα είχα όλα διαβάσει. Τότε ήταν που ο πατέρας μου, μη έχοντας τι άλλο να κάνει – πού η πληθώρα των σημερινών παιδικών βιβλίων εκείνα τα χρόνια! - πήρε από τη δική του βιβλιοθήκη και μου έδωσε τη Φόνισσα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. 
      Δυσκολεύτηκα στην αρχή με τη γλώσσα, σύντομα ωστόσο τα κατάφερα να το διαβάζω άνετα. Και τότε μαγεύτηκα. Και ταυτόχρονα αγριεύτηκα. Ακούς εκεί να σκοτώνει τα κοριτσάκια η Χαδούλα η Φραγκογιαννού! Ακούς να το θεωρεί δυστυχία όταν οι άνθρωποι στη Σκιάθο αποκτούσαν παιδί θηλυκό! «...Και πάσα οικογένεια εις την γειτονιάν, και εις την συνοικίαν και εις την πόλιν είχαν από δύο έως τρία κοράσια. Μερικαί είχον τέσσαρα, άλλαι πέντε... ΄Επρεπε πράγματι να γεννώνται τόσα κοράσια; Και αν γεννώνται, αξίζει τον  κόπον ν’ ανατρέφωνται;... ΄Ετσι του ’ρχεται τ’ ανθρώπου, την ώραν που γεννιώνται να τα καρυδοπνίγει!..»[2]
     Η αγανάκτησή μου για τη μοίρα των γυναικών φούντωσε για τα καλά. Κι άρχισα να ονειρεύομαι δράσεις φεμινιστικές! ΄Εφτασαν τότε τέσσερα νέα βιβλία-δώρα από συγγενείς: Η καλύβα του μπαρμπα-Θωμά της Χάριετ Μ. Στόου˙ τα Λόγια της πλώρης του Ανδρέα Καρκαβίτσα˙ Τα παιδικά χρόνια του Μότσαρτ του R. Hinderksutscher˙ και τέλος το Για την πατρίδα της λατρεμένης μου Πηνελόπης Δέλτα, που από χρόνια την είχα «υιοθετήσει» ως γιαγιά μου, αφού η δική μου συνονόματη γιαγιά Πηνελόπη δε ζούσε πια για να μου διηγείται ιστορίες.
          Με τα καινούρια βιβλία εγκατέλειψα τη Σκιάθο κι άρχισα να ταξιδεύω νοερά πότε στην Αμερική την εποχή της δουλείας και ν’ αγανακτώ για την εκμετάλλευση των ανθρώπων˙ πότε στη Βιέννη παρέα με το Μότσαρτ και να μαγεύομαι με τη μουσική˙ πότε στο Βυζάντιο και να παθιάζομαι με την ιστορία˙ πότε στα πελάγη παρέα με ατρόμητους ναυτικούς και να ονειρεύομαι πως θα γράψω κάποτε κι εγώ για το θαλασσινό το δέντρο το φοβερό που το λένε γιούσουρι. Η μορφή της Φραγκογιαννούς ξεθώριασε με όλ’ αυτά, μα έμεινε η απέχθειά μου για τα φρικτά εγκλήματά της και η ικανοποίηση για το τέλος που είχε:  «...Η γραία Χαδούλα εύρε τον θάνατον εις το πέραμα του Αγίου Σώστη, εις τον λαιμόν τον ενώνοντα τον βράχον του ερημητηρίου με την ξηράν, εις το ήμισυ του δρόμου μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης».[3]
     Τα χνάρια που άφησε πάνω μου ο Παπαδιαμάντης δεν τα είχα ποτέ συνειδητοποιήσει. Φανερώθηκαν από μόνα τους στο βιβλίο μου Καναρίνι και μέντα, όπου ο «χάρτινος παππούς» του μικρού μου ήρωα γίνεται σύντροφος και οδηγός του στη δεινή του περιπέτεια. Κι ακόμα, στη συλλογή διηγημάτων μου για ενηλίκους, με τίτλο Ενώπιον των αγγέλων. Σύμφωνα με τους κριτικούς, ιδιαίτερα φαίνεται το χνάρι αυτό στο τελευταίο διήγημα, που εκτυλίσσεται σε σύγχρονο χωριό, με ήρωα έναν εγκληματία γυρολόγο, όταν τελειώνει κι αυτός τον άνομο βίο του «μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης».

Και ήρθαν τα χρόνια της εφηβείας, τα χρόνια τα νεανικά. Και μαζί τους μπήκε χάρτινος σίφουνας στη ζωή μου ο Καζαντζάκης. Να με ωριμάσει, να μου δείξει το δρόμο για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια μπροστά στην περιπέτεια της ζωής και στο μυστήριο του θανάτου. Λέει στην Αναφορά στον Γκρέκο: «Χαίρομαι, γιατί όσο ζω, θα ζει κι ο παππούς μου μέσα μου. Ο παππούς μου στάθηκε ο πρώτος που μ’ έκανε να μη θέλω να πεθάνω, για να μην πεθάνουν οι πεθαμένοι μου... Πολλοί αγαπημένοι μου που πέθαναν, κατέβηκαν όχι στο χώμα, παρά στη θύμησή μου, και ξέρω πια πως όσο ζω θα ζούνε»[4]. Mε διδάξει ακόμα πού ν’ ανατρέξω, σαν θελήσω να γράψω κάτι αυθεντικό: «΄Οταν γράφοντας θέλω να μιλήσω για τη θάλασσα, για τη γυναίκα, για το Θεό, σκύβω απάνω στο στήθος μου κι αφουγκράζουμαι τι λέει το παιδί μέσα μου, αυτό μου υπαγορεύει, και αν τύχει κάπως να ζυγώσω με λόγια και να στορήσω τις μεγάλες ετούτες δύναμες, στο παιδί που ζει ακόμα μέσα μου το χρωστώ. Ξαναγίνουμαι παιδί, για να μπορώ να βλέπω με μάτια παρθένα, για πρώτη πάντα φορά τον κόσμο»[5].
   
Ποιος από τους τρεις μ’ έκανε να θέλω να γίνω συγγραφέας; ΄Ισως και οι τρεις, ίσως μόνο η δική μου η τάση να σκέφτομαι και να λέω ιστορίες πριν ακόμη μάθω να γράφω. 
 Εκείνο που σίγουρα ξέρω είναι ότι με τα έργα τους όλοι οι άξιοι ΄Ελληνες λογοτέχνες αλλά κυρίως αυτοί οι τρεις, κατ’ αντίστροφη φορά, με πότισαν πλούσια γλώσσα ελληνική, με τάισαν γνήσια παράδοση, μ’ έθρεψαν άδολη φιλοπατρία.

 Κι έχω την  κρυφή ελπίδα πως τούτα τα στοιχεία ίσως φαίνονται στα βιβλία μου. Πολύτιμα μου στάθηκαν άλλωστε όταν κλήθηκα να προσφέρω υπηρεσίες σε διεθνή οργανισμό με απώτερο σκοπό την προαγωγή της διεθνούς κατανόησης μέσα από τα παιδικά βιβλία. Γιατί γνωστό το αξίωμα πως αποτελεσματικά μπορεί να υπηρετήσει τη διεθνή κοινότητα και την ιδέα της παγκόσμιας ειρήνης, μακριά από ισοπεδωτικές και ύποπτης προέλευσης «παγκοσμιοποιήσεις», όποιος έχει συναίσθηση της παράδοσης και της ιστορίας της χώρας του, αφού η δική του νηφάλια φιλοπατρία τον οδηγεί να κατανοεί και τη φιλοπατρία των εταίρων του, να εκτιμά την αξία των διαφορετικών παραδόσεων και να σέβεται την ιδιαιτερότητα των άλλων πολιτισμών. Κάποιες αράδες της «θετής γιαγιάς» μου, της Δέλτα, ήταν ανεξίτηλα χαραγμένες στη μνήμη μου:
«Ο Κωνσταντίνος απομακρύνθηκε μέσα στα δέντρα συγκινημένος και  ταραγμένος ως την ψυχή. Πρώτη φορά στη ζωή το σκέφτηκε πως ο εχθρός του ήταν άνθρωπος και μπορούσε να υποφέρει όσο κι αυτός ο ίδιος. Σκέφτηκε πως, όπως εκείνος υπηρετούσε την πατρίδα του, έτσι και ο Δραξάν, για την πατρίδα του πολεμούσε... που την αγαπούσε κι απ’ τη γυναίκα του και από τα παιδιά του περισσότερο... ΄Εκρυψε τα μάτια στη χούφτα του. Πρώτη φορά αισθάνουνταν την ασχημιά του πολέμου...»[6]
Γνωρίζω τέλος πως από τα μικρά μου χρόνια θαύμαζα τη γοητεία που ασκούσαν στον αναγνώστη τα κείμενα και των τριών αυτών δημιουργών. Τέτοια γοητεία ονειρευόμουν κι επιθυμούσα να έχουν τα βιβλία που φιλοδοξούσα να γράψω. Τώρα το γιατί τελικά η συντριπτική πλειοψηφία των όσων έγραψα είναι για παιδιά, τούτο μάλλον οφείλεται στην Πηνελόπη Δέλτα. Και σ’ αυτή τη μεγάλη μορφή της παιδικής μας λογοτεχνίας θα τολμήσω να κάνω κι εγώ την «αναφορά» μου όταν έρθει η ώρα, όπως ο Καζαντζάκης στον Γκρέκο.
 





[1] Π.Σ. Δέλτα: Παραμύθι χωρίς όνομα, Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1974, 11η έκδοση, σελ. 191.
[2] Βαλέτα:: Παπαδιαμάντης -΄Απαντα, «Η φόνισσα», Τόμος  Α΄, Αθήνα: Εκδ. Βίβλος,  1954, σελ. 26 37, 22.
[3] ο.π., σελ.106
[4] Ν. Καζαντζάκης: Αναφορά στον Γκρέκο, Αθήνα 1961, σελ. 41.
[5] ο.π. σελ. 59.
[6]  Π.Σ. Δέλτα: Toν καιρό του Βουλγαροκτόνου, Αθήνα: Οι Φίλοι του Βιβλίου, 1946 , 4η έκδοση, σελ. 163

(*) Δημοσιεύτηκε στον τόμο:

Φιλαναγνωσία και σχολείο, επιμ. Α. Κατσίκη-Γκίβαλου, Τζίνα Καλογήρου,΄Αβα Χαλκιαδάκη. Πατάκης 2007
http://www.patakis.gr/viewshopproduct.aspx?id=230113