Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2018

Πικρές αναμνήσεις…


  «… Η άσκηση αεράμυνας έγινε ένα μεσημέρι, στις αρχές Δεκεμβρίου 1951, όπως το έγραφε η εφημερίδα. Όλος ο κόσμος είχε από μέρες ενημερωθεί για το τι ακριβώς θα συνέβαινε, για να μη θορυβηθεί αδίκως…Τα παιδιά σχόλασαν από τις 12, νωρίς γύρισε κι ο μπαμπάς, έκλεισαν τα καταστήματα, άδειασαν οι δρόμοι...

Κι άξαφνα, μέσα στη μεσημεριάτικη εκείνη νέκρα, ακούστηκε όπως τότε, στον πόλεμο, ο δυνατός, στριγγός, απαίσιος ήχος της μεγάλης μαύρης σειρήνας από την ταράτσα της μπλε πολυκατοικίας των Εξαρχείων.

 Το «αγγελάκι» έκλεισε τ’ αφτιά του. Την ίδια στιγμή είδε την αδερφή του να κουλουριάζεται, να τρέμει σύγκορμη και να ξεσπάει σε κλάματα... Η σειρήνα είχε άξαφνα ζωντανέψει στο μυαλό της μνήμες φρικτές από την Κατοχή: Το κατέβασμα στο καταφύγιο που μύριζε υγρασία και μούχλα, κάθε φορά που σήμαινε συναγερμός˙ τη λαχτάρα και τον τρόμο που έβλεπε στα πρόσωπα των μεγάλων˙ τους ρακένδυτους πεινασμένους που έψαχναν με απόγνωση στα σκουπίδια μήπως και βρουν να βάλουν κάτι στο στόμα τους˙ τον άγριο κρότο από τις μπότες των Ναζί, που της φαίνονταν ίδιοι δράκοι των παραμυθιών, και τους γκεσταπίτες που μπήκαν εκείνη τη μέρα στο σπίτι κι άρπαξαν τον μπαμπά˙ τους άξαφνους πυροβολισμούς τις νύχτες και τα ματωμένα  κορμιά των αγωνιστών της αντίστασης που έβλεπε συχνά πεσμένα στο δρόμο το άλλο πρωί πηγαίνοντας στο σχολείο - στην πρώτη κι έπειτα στη δευτέρα δημοτικού˙ το φόβο του θανάτου και την καθημερινή αγωνία που κράτησε τέσσερα ολόκληρα χρόνια... Κι έκλαιγε, έκλαιγε ασταμάτητα για όλ’ αυτά και μαζί για τα παιδικά μικρά της χρόνια, που πέρασαν μέσα στη φρίκη, τον τρόμο και τη στέρηση...»

(απόσπασμα από το βιβλίο ‘Ένα αγγελάκι στα Εξάρχεια,

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2018

Η μικρή πολύχρωμη γιαγιά μου


Γράφει ο Δονύσης Λεϊμονής


  • Πώς μπορεί να έχουμε μέσα στο σπίτι μας αλλά και στην καρδιά μας καλοκαίρι, όταν έξω είναι χειμώνας;
  • Υπάρχουν μικρές πολύχρωμες, «καλοκαιριάτικες» γιαγιάδες, που χωράνε παντού και παίζουν σαν μικρά παιδιά;
  • Γιαγιάδες που σηκώνονται από τους καναπέδες, κλείνουν την τηλεόραση και παίζουν κρυφτό, κυνηγητό, κομμωτήριο, ζωγραφίζουν και λένε παραμύθια;
  • Μήπως ακούνε κιόλας παραμύθια, αφού πρώτα απενεργοποιούν χαμογελώντας το κινητό τους τηλέφωνο;
  • Πότε ένα παραμύθι χωρίς να τελειώνει μπορεί σε βυθίζει σε ύπνο λυτρωτικό;
  • Πόσο αξίζει μια δυνατή, πραγματική σχέση, που δεν περιορίζεται στα τυπικά, αλλά επιχειρείται από εγγονή και γιαγιά να σχεδιαστεί ένας κόσμος πολύχρωμος, ένας κόσμος όπως αυτός που θα θέλαμε όλοι να ζήσουμε μέσα του;
  • Και σ’ αυτόν τον όμορφο κόσμο μπορεί μια γιαγιά να αγκαλιάσει παραπάνω εγγόνια, τους φίλους και τους συμμαθητές της εγγονής ΄Ιριδας;


Όλα αυτά τα «θαυμαστά» συμβαίνουν σε κάποιο σπίτι, που μπορεί να είναι πολύ κοντά μας αλλά και πολύ μακριά μας σήμερα, αλλά το σίγουρο είναι πως όλοι μας θα επιθυμούσαμε τέτοιο τρελό παιχνίδι και μια πολύχρωμη γιαγιά έτοιμη να ανοίξει την αγκαλιά της να μας χωρέσει μέσα.

Η πολύ σπουδαία συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας, αγαπημένη θα 'λεγα συγγραφέας μικρών και μεγάλων, μας προτείνει σ’ αυτό το βιβλίο της ένα μοντέλο σχέσης λίγο διαφορετικό από το συνηθισμένο, μα πολύ πολύ ζηλευτό.

Η κυρία Πέτροβιτς -που εικονοποιείται θαυμάσια από την εικονογράφο του βιβλίου Ελίζα Βαβούρη- επιχειρεί να μας ενεργοποιήσει διαβάζοντας αυτήν την ιστορία, ώστε να θέσουμε λίγο στο περιθώριο τις μεγαλίστικες ασχολίες μας, να αφήσουμε στην άκρη τα «δεν μπορώ» μα και τους ενδοιασμούς μας λόγω ηλικίας, θέσης και «υποχρεώσεων» παραμένοντας πάντα παιδιά κοντά στα παιδιά, στα δικά μας αλλά και σε όσα στερούνται τους μεγάλους δικούς τους.

Μια τρυφερή σχέση ανάμεσα στην πολύχρωμη γιαγιά και την εγγονή Ίριδα δεν περιορίζεται σε δύο πρόσωπα, αλλά ανοίγει ο κύκλος και χωράει όλο τον γύρω κόσμο, έναν κόσμο που χρειάζεται φως, αγάπη και πολύ παιχνίδι.

Τα πράγματα στην ιστορία της κυρία Πέτροβιτς είναι πολύ απλά κι άλλο τόσο ωραία, γιατί οι συμπεριφορές υπαγορεύονται από τα συναισθήματα, είναι αυθόρμητες, φυσικές και πολύ πολύ ανθρώπινες.

Έτσι, κάθε μέρα που ξημερώνει είναι πιο φωτεινή, πιο πολύχρωμη, γεμάτη κέφι και ζωντάνια για όλες τις ηλικίες, μέρες που καλό είναι να ζήσουμε όλοι μας με έναν απλό τρόπο, αρκεί να μάθουμε να βιώνουμε με όλες μας τις αισθήσεις κάθε λεπτό, κάθε στιγμιότυπό τους.

Ας χαρούμε την ανάγνωση και κλείνοντας αυτό το βιβλίο ας αποφασίσουμε να διαθέσουμε περισσότερο χρόνο σ’ αυτούς που μας έχουν ανάγκη γύρω μας από τους πιο κοντινούς ως και τους φαινομενικά λιγάκι πιο απόμακρους, που περιμένουν να τους καλέσουμε κοντά μας για να δημιουργήσουμε το πιο φανταστικό κολλάζ της φιλίας…


Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2018

«Παραμύθι χωρίς όνομα» - Το γιατρικό μου!



 «…Εκείνη τη φοβερή εποχή, μέσα στην αντάρα του πολέμου, άρχιζα λίγο λίγο να μαθαίνω ανάγνωση, παρακολουθώντας τον αδελφό μου που είχε αρχίσει να πηγαίνει σχολείο, αλλά και τον πατέρα μου που διάβαζε ώρες ατελείωτες κάθε βράδυ. Το 1943, λοιπόν, μόλις που είχα κλείσει τα έξι, κατάφερα να διαβάσω για πρώτη φορά το Παραμύθι χωρίς όνομα της Πηνελόπης Δέλτα.

 Θυμάμαι ολοζώντανα την ευεξία που ένιωσα στο τέλος˙ την πεποίθηση ότι αξίζει κανείς να μάχεται για το καλό και το δίκιο, όπως κατάλαβαν κι έπραξαν τελικά οι κάτοικοι της χώρας των Μοιρολατρών˙ την ελπίδα που φούντωσε μέσα μου ότι ο πόλεμος θα τελειώσει˙ ότι από τα ερείπια, την πείνα και το θάνατο που έβλεπα γύρω μου θ’ αναστηθεί μια χώρα όμοια μ’ εκείνη που κατάφεραν να ξαναφτιάξουν οι Μοιρολάτρες, όπως την περιέγραφε προς το τέλος του παραμυθιού ο αποσταλμένος του εχθρού τους:

 «... Είδα μια χώρα όπου όλοι οι δρόμοι είναι στρωμένοι και όλα τα σπίτια καλοχτισμένα και ασπρισμένα. Είδα χωριά όπου όλα τα καλύβια είναι νοικοκυρεμένα και περιτριγυρισμένα με περιβολάκια γεμάτα πορτοκαλιές, μηλιές, αχλαδιές, κερασιές και άλλα δέντρα με λαχανικά. Είδα χωράφια και χωράφια, σπαρμένα σιτάρι και κριθάρι, και κουκιά και καλαμπόκια. Είδα ελαιώνες απέραντους και αμπέλια, που απλώνονται όσο δε φθάνει μάτι ανθρώπου... Και είδα πρόσωπα γελαστά, και άκουσα τραγούδια παντού, και δεν είδα ζητιάνο κανένα!»[i]

     Ναι, θυμάμαι πάντα εκείνη την ευφορία κι εκείνη τη σιγουριά που ένιωσα κλείνοντας το βιβλίο, ότι τελικά θα υπάρξει ένας κόσμος ειρηνικός, μια ζωή που ν’ αξίζει κανείς να τη ζήσει. Εκείνη, δίχως άλλο, πρέπει να ήταν  η πρώτη φορά που «κόλλησα» το μικρόβιο της ευεξίας. Από τότε, το Παραμύθι χωρίς όνομα είχε γίνει το γιατρικό μου για την απελπισία. Γι’ αυτό και πλήθος ήταν οι φορές που από τότε το ξαναδιάβασα…”

(Απόσπασμα από το βιβλίο Το μικρόβιο της ευεξίας – Γράφοντας βιβλία για παιδιά, Πατάκης 2002)





[i]  Π.Σ. Δέλτα: Παραμύθι χωρίς όνομα, Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1974, 11η έκδοση, σελ. 191.