Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

«Ένα αγγελάκι στα Εξάρχεια» ή οι δυνατότητες αφήγησης των άστρων

του Γιάννη Παπαδάτου, δ.φ.                     
Λέκτορα του Πανεπιστημίου 
του Αιγαίου.
 
(Από το εξαντλημένο βιβλίο  Το υφαντό της Πηνελόπης  – διαχρονικές αναγνώσεις για το έργο και την προσωπικότητα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Επιμέλεια: Β.Δ. Αναγνωστόπουλος,  Εργαστήρι Λόγου και Πολιτισμού Πανεπιστημίου Θεσσαλίας: Βόλος 2008).
 
Η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου είναι μια συγγραφέας που το κάθε μυθιστόρημά της αποτελεί μέρος μιας μεγάλης ενιαίας αφήγησης. Και δεν εννοούμε τη συνήθη φράση ότι «ο κάθε δημιουργός, τελικά, γράφει ένα έργο». Αλλά ότι ο αναγνώστης σε κάθε της έργο αντλεί την αίσθηση του «ενιαίου», αλλά και του δημιουργικού «αποσπάσματος», ώστε κάθε φορά να περιμένει το επόμενο σε μια πορεία «συμπλήρωσης» του «όλου». Ο αναγνώστης, συναντά τους ήρωες από ένα μυθιστόρημα και σε διαφορετική ηλικία σε άλλα μυθιστορήματά της. Έτσι το λογοτεχνικό γεγονός βρίσκεται εν δυνάμει σ’ αυτό το «ενιαίο μυθιστόρημα». Ο αναγνώστης δε, μέσω της  προσδοκίας και της αναδρομής πραγματώνει το κείμενο αενάως διευρύνοντας ταυτόχρονα τον αισθητικό του ορίζοντα.   
     Το έργο της Λ. Π-Α. αποτελεί πρόκληση για όλους όσοι ασχολούνται με τη θεωρία της λογοτεχνίας, κυρίως από την πλευρά της αφήγησης, αλλά και των χαρακτήρων που αποτυπώνει. Χαρακτήρες, οικεία της πρόσωπα, αλλά και του ευρύτερου περιβάλλοντος, που μπορεί να είναι και «οικεία» στον αναγνώστη (π.χ. άλλοι συγγραφείς, σημαίνοντα πρόσωπα της πολιτικής και κοινωνικής ζωής) με πραγματικές, αλλά και φαντασιακές προεκτάσεις πάντα τοποθετημένα ως ενεργά υποκείμενα ατομικών ζητημάτων και κοινωνικών και πολιτικών καταστάσεων, δίνουν στον αναγνώστη την ευκαιρία όχι μόνο να «ταξιδέψει» στο παρελθόν, αλλά προσδοκώντας, όπως προειπώθηκε, τη μυθιστορηματική ενηλικίωση των ηρώων της, παράλληλα κι ο ίδιος, σαν σε καθρέφτη να κοιτάζει τον εαυτό του. Σχεδόν πάντα στα μυθιστορήματά της αφήνει κενά επειδή οι ήρωές της «επανέρχονται» για να «αφηγηθούν» περιστατικά της προσωπικής τους ζωής και συνάμα της κοινωνικής κονίστρας. Απ’ την πλευρά της αφήγησης κρατώντας μια αξιοσημείωτη ισοστάθμιση ανάμεσα στο «προσωπικό» και το «κοινοτικό» αποτυπώνει ή μάλλον μεταλλάσσει ακριβώς ό,τι «ενδιαφέρει» κάθε φορά τον αναγνώστη διαφορετικών ηλικιών. Οι αφηγήσεις της είτε είναι πρώτου προσώπου είτε τρίτου νομίζουμε ότι του δίνουν ακριβώς αυτή την αίσθηση. Εκείνο δηλαδή το γεγονός που θα τον κινητοποιήσει ώστε να προσλάβει δημιουργικά το κείμενο να συστοιχίσει πρότερες εμπειρίες με αυτό και βέβαια να το απολαύσει αισθητικά.


Στο μυθιστόρημα «Ένα αγγελάκι στα Εξάρχεια» με πλαίσιο τα κοινωνικά, ιστορικά και πολιτικά γεγονότα των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων και της δεκαετίας του 1950, σκιαγραφούνται ανάγλυφα πτυχές της καθημερινής ζωής μιας οικογένειας (της οικογένειας της συγγραφέως: αυτό δε δηλώνεται, αλλά εμπίπτει  στον ορίζοντα πολλών αναγνωστών) με κεντρικό πρόσωπο ένα κοριτσάκι, τη Ρούλη, που έφερε αλλαγές προς το καλύτερο σε όλα τα μέλη της. Το μυθιστόρημα παρουσιάζει ενδιαφέρον και από την πλευρά της μορφής αλλά και του περιεχομένου. Το νεογέννητο ήταν άγγελος στον ουρανό που αγάπησε τους ανθρώπους και «διάλεξε» να γεννηθεί θνητή. Η μεταφυσική αποτύπωση ορισμένων  στιγμιότυπων εγγράφει μια «ιδεολογία» η οποία δηλώνει, ότι ο αφηγητής και ο αναγνώστης ταυτίζονται σ’ εκείνον το χώρο όπου ο καθένας μπορεί να ονειρεύεται, να οραματίζεται και να αφήνει χώρο για μεταφυσικές διαστάσεις που δείχνουν τις απεριόριστες δυνατότητες του ανθρώπου. Πολλώ δε μάλλον όταν αυτές οι διαστάσεις δεν είναι καθοριστικές για το μυθιστόρημα αλλ’ ίσως ανήκουν στη σφαίρα του ανεξήγητου και των δυσεξήγητων δυνατοτήτων που μπορεί να κρύβει μια ξεχωριστή προσωπικότητα, όπως στην περίπτωσή μας η Ρούλη. Και βέβαια η συγγραφέας κρατώντας μια θαυμαστή ισορροπία ανάμεσα στο προσωπικό συναίσθημα, τη φαντασία και την πραγματικότητα έπλασε μια ηρωίδα ακριβώς όπως ήταν: χαρισματική, δραστήρια, πάντα με προσφορά απέναντι στον κόσμο και το σπουδαιότερο: με μεγάλη αγάπη για τους ανθρώπους.
 
Στο μυθιστόρημα έχουμε μια πολυσύνθετη λειτουργία του παντοδύναμου αφηγητή. Το αυτοδιηγητικό στοιχείο γνωστών έργων της συγγραφέως (π.χ. Γιούσουρι στην τσέπη, Λάθος κ. Νόιγκερ κ.ά.) εδώ «μεταλλάσσεται» ως προς τη συμμετοχή του αφηγητή στην ιστορία. Η αφήγηση είναι δευτεροπρόσωπη. Το δεύτερο πρόσωπο υποκρύπτει το συγγραφικό «εγώ» το οποίο άλλωστε δηλώνεται και από την Πηνελόπη (την αδερφή της Ρούλης και συγγραφέα του μυθιστορήματος) η οποία διαβάζει πολλά βιβλία και θέλει να γίνει συγγραφέας, αλλά και το δευτεροπρόσωπο αφηγητή που στο τέλος του μυθιστορήματος το φανερώνει. Ο Genette υποστηρίζει ότι η αφήγηση δευτέρου προσώπου ανήκει μάλλον στην κατηγορία της ετεροδιήγησης. Έτσι  και αλλιώς το θέμα παραμένει ανοιχτό. Πιστεύουμε πάντως, στην περίπτωση του συγκεκριμένου μυθιστορήματος, ότι η συγγραφέας, μάλλον κρατάει μια μέση οδό: ο αφηγητής είναι ετεροδιηγητικός όσον αφορά την απόσταση που επιθυμεί να πάρει από τα γεγονότα και το επιτυγχάνει με μαεστρία, αλλά στην ουσία είναι ομοδιηγητικός αφού υπάρχει ταυτοπροσωπία μεταξύ αυτού και της αδερφής της κεντρικής ηρωίδας. Για να αποδειχτεί ότι η συγγραφέας όχι μόνον πειραματίζεται και σε άλλες αφηγηματικές φόρμες αλλά το σημαντικότερο: συνταιριάζει τον κατάλληλο αφηγηματικό τρόπο με το περιεχόμενο, το κοινωνικό του πλαίσιο και κυρίως με τη συναισθηματική του φόρτιση.
 
     Η Λότη Πέτροβιτς σε όλα της σχεδόν τα έργα της χρησιμοποιεί επιτυχημένα μορφές της διακειμενικότητας. Στίχοι και αποσπάσματα έργων από το δημοτικό τραγούδι, τα τραγούδια της εποχής, τον Παπαδιαμάντη και άλλους δημιουργούς μπαίνουν εμβόλιμα στα  διαλογικά μέρη με φυσικό τρόπο δίνοντας ζωντάνια στο κείμενο, ποίηση, προξενώντας συνάμα στον ενήλικο αναγνώστη νοσταλγία για μια εποχή που πέρασε ανεπιστρεπτί και στον μικρό αναγνώστη έμμεση γνώση και αισθητική ευχαρίστηση. Επίσης χρησιμοποιώντας καίρια τις ανακλήσεις αλλά και τις προαγγελίες διευρύνεται ο μυθιστορηματικός χρόνος, μέσω των ηρώων που αναφέρονται σε εικόνες από τη δοκιμασία της κατοχής (πείνα κ.ά.) κι επίσης το ενδιαφέρον του αφηγητή ανανεώνεται μέσω χιουμοριστικών αφηγήσεων (π.χ. το κοκαλάκι κ.ά.) για διάφορες καταστάσεις που εντάσσονται σε εγκιβωτιστικά πλαίσια.
 
     Μία άλλη αρετή που αναδύεται από το συγκεκριμένο μυθιστόρημα είναι η λειτουργική άμεση αλλά και έμμεση σύνδεση των γεγονότων που συμβαίνουν στην οικογένεια με τα γεγονότα τα οποία διαδραματίζονται στην κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. Η δεκαετία του 1950, ήταν μια δεκαετία όπου η ελληνική κοινωνία με ανοιχτές ακόμη τις πληγές του πολέμου, του εμφύλιου και γενικά του πολιτικού και πολιτιστικού ελλείμματος, προσπαθούσε να ορθοποδήσει και να δημιουργήσει εικόνες εκτόνωσης και χαράς. Θα λέγαμε ότι το μυθιστόρημα από την κοινωνιολογική οπτική εκτυλίσσεται σε τρεις αλληλοδιαπλεκόμενους κύκλους: τον κύκλο της «παιδικής οπτικής», της «ενήλικης» και τον κύκλο της «οπτικής της κοινωνίας». Δομές από κάθε κύκλο αρχίζοντας από τον πρώτο, συμπληρώνονται κι ερμηνεύονται από τον επόμενο έχοντας ως συνισταμένη μια κοσμοθεωρητική αρχή που διαπνέει όλο το κείμενο και σχετίζεται με τη δυναμική της παιδικής ηλικίας, την αιώνια παιδικότητα. Μια παιδικότητα με εξαγνιστικά στοιχεία που ενσταλάζει ένα αγαπημένο πρόσωπο στη συγγραφική ανάμνηση γενεσιουργές εικόνες, οι οποίες στη συνέχειά τους διαχέονται στα δρώμενα και  ταυτόχρονα στη μνήμη του αναγνώστη.
   

Ρούλη Πέτροβιτς 11/11/47-5/9/96
Στον πρώτο κύκλο, όπου πρωταγωνιστούν τα παιδιά κι είναι ο κυρίαρχος, περνούν από τα μάτια του αναγνώστη εικόνες με τα χρυσόχαρτα που μάζευαν τότε τα παιδιά, τις γκαζές, τους κάλυκες και τις σφαίρες, απομεινάρια του πολέμου, σκηνές από μαθήματα παιδιών και προπάντων οι τρυφερές στιγμές από τον ερχομό της μικρής Ρούλης, αργότερα της σχολικής της ζωής και των δραστηριοτήτων της. Η συγγραφέας  με λεπτότητα, χιούμορ και δημιουργική αποστασιοποίηση σκιαγραφεί έναν χαρακτήρα με τέτοιο τρόπο ώστε ο αναγνώστης να συνθέσει την τρυφερή και ευαίσθητη προσωπικότητα αρχικά της λιλιπούτειας πρωταγωνίστριας που έλεγε ότι ήθελε να γίνει «αστροπώλις» και αργότερα νεαρής ατθίδας με όνειρα.
 
     Στο δεύτερο κύκλο όπου εντάσσεται δημιουργικά ο πρώτος, αναδύεται μια ολόκληρη εποχή με τις συλλογικές παραστάσεις ομάδων πληθυσμού, με τις συνήθειές τους από μια Αθήνα των Εξαρχείων ιδανική, παρ’ όλες τις πληγές, σε σχέση με το σήμερα, με τα τραγούδια, τους εγχώριους και διεθνείς αστέρες και τα θεάματα της εποχής, με τις ελπίδες και τις ανησυχίες της νέας γενιάς και με αρκετά πρόσωπα που αργότερα αναδείχτηκαν στην κοινωνική και πολιτισμική ζωή του τόπου.

     Τέλος, στον τρίτο κύκλο, της ιστορικής και κοινωνικής πραγματικότητας, εντάσσονται δημιουργικά στα δρώμενα εικόνες του πρώτου κύκλου της οικογένειας (βάφτιση της μικρής κ.ά.) και του δεύτερου της άμεσης περιρρέουσας ατμόσφαιρας με τις έντονες κι εύστοχες πολιτικές συζητήσεις μεταξύ ατόμων διαφορετικών παρατάξεων, η πολιτική αστάθεια της εποχής, οι άστοχες κινήσεις (π.χ. η δολοφονία Μπελογιάννη), οι συνεχείς εκλογές κι η αδικία της εξουσίας απέναντι σε πολίτες και στην οικογένεια των δύο αδελφών.
 
     Και βέβαια υπαινιχθήκαμε παραπάνω για τα δημιουργικά κενά που αφήνει η συγγραφέας στα μυθιστορήματά της.  Ήδη σ’ αυτό το «τμήμα» του «ενιαίου» μυθιστορήματός της τα δρώμενα σταματάνε όταν η κεντρική ηρωίδα είναι ακόμη έφηβη. Το χρονικό άλμα που γίνεται στον «επίλογο» με τις πληροφορίες που δίνονται   για τη δράση όλων των πρωταγωνιστών και κύρια έως την αναχώρηση της Ρούλης, δημιουργούν προσδοκίες στον αναγνώστη για τη «συνέχεια» της ενήλικης πια ζωής της ίσως σε κάποιο επόμενο έργο. Για να αποδειχτεί για μια φορά ακόμη ότι η Λ.Π-Α. μια σημαντική σύγχρονη «συγγραφέας της ύπαρξης», όπως θα έλεγε ο Κούντερα, υπερβαίνει τα «στενά» και ίσως προδιαγεγραμμένα όρια της αφήγησης για να «δείξει» στον αναγνώστη ότι ο αληθινός συγγραφέας πάντα και με διάφορους τρόπους  αποκωδικοποιώντας συνειδητά ή ασύνειδα μετεικάσματα του βίου του, αφηγείται τον «εαυτό» του σε σχέση με τις ανθρώπινες δυνατότητες και τις διαδρομές του καθενός ξεχωριστά αναγνώστη.
To "αγγελακι" μεγάλο... Μητέρα δύο
παιδιών πια, 15 και 17 ετών, λίγο πριν
από την "αναχώρηση" .
 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
1.  Genette, G. Narrative Discourse. Μετ. J. Lewin. Oxford, Basil Blackwell, 1980.  
2.  Goldmann, L. Για μια κοινωνιολογία του μυθιστορήματος.
                Μετ. Ε. Βέλτσου – Π. Ρυλμόν. Αθήνα, Πλέθρον, 1979
3.  Iser, W. The Act of Reading. A theory of aesthetic response.
              Baltimore and London,The Johns Hopkins, University Press, 1991
4.  Jauss, H. R. « Literary History as a Challenge to Literary Theory»,
              Newton, K. M. Twentieth Century Literary Theory-A reader.   
              London, Mc Milan Ltd., 1988.
5.   Κούντερα, Μ. Η τέχνη του μυθιστορήματος. Μετ. Φ. Δρακονταειδής.
               Αθήνα, Εστία,1988 (2)
6.   Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Λ. «Όπως και στ’ αηδόνια». Για την
              παιδική λογοτεχνία. Χωρίς ψευδαισθήσεις. Αθήνα, Πατάκης, 1995.
7.  Τσατσούλης, Δ. Η περιπέτεια της Αφήγησης. Δοκίμια
              Αφηγηματολογίας για την ελληνική και ξένη πεζογραφία. Αθήνα,
              Ελληνικά Γράμματα, 1997.


Το ανέβασμα στον ουρανό
πάντα γοήτευε το "αγγελάκι"...




 

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013

Οι παραμυθικές και μικρές ιστορίες της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου (3)

Της Καθηγήτριας του ΠΤΔΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών
΄Αντας Κατσίκη-Γκίβαλου)

(Από το εξαντλημένο βιβλίο  Το υφαντό της Πηνελόπης  – διαχρονικές αναγνώσεις για το έργο και την προσωπικότητα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Επιμέλεια: Β.Δ. Αναγνωστόπουλος,  Εργαστήρι Λόγου και Πολιτισμού Πανεπιστημίου Θεσσαλίας: Βόλος 2008 – Ανάρτηση κατά παράκληση φίλων).

 (Συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση)

Το βιβλίο Κάθε μέρα παραμύθι, κάθε βράδυ καληνύχτα περιλαμβάνει ένα εισαγωγικό κεφάλαιο, όπου η συγγραφέας εκθέτει με παιγνιώδες ύφος τη σημασία των παραμυθιών για τα παιδιά και το στόχο που γέννησε τα συγκεκριμένα παραμύθια, δηλαδή τη γνωριμία των μικρών παιδιών με τις μέρες της εβδομάδας καθώς και με τα χρώματα και τη δημιουργία τους.
      Ακολουθούν εφτά παραμυθικές ιστορίες που αντιστοιχούν μία σε κάθε μέρα και σε ένα από τα χρώματα της ίριδας. Ο γνωστικός στόχος του βιβλίου γίνεται η αφορμή για τη συγγραφή πρωτότυπων λογοτεχνικών κειμένων, στα οποία το γνωστικό στοιχείο (πέρα από τις μέρες και τα χρώματα γίνεται αναφορά σε φυτά, λουλούδια, ζώα αστερισμούς κ.ά.) υπηρετεί την αφηγηματική τέχνη της γραφής της συγγραφέως. Σύγχρονες αφηγηματικές τεχνικές, όπως η χρήση διακειμένων από ξένα κλασικά παραμύθια, ελληνικά παραδοσιακά δημοτικά τραγούδια, αποσπάσματα σύγχρονης ελληνικής ποίησης ή και η αντιστροφή των παραμυθιών, πλουτίζουν το κείμενο και αποδεικνύουν τη γονιμότητα της συνομιλίας των κειμένων.
  Με ύφος λιτό και παιγνιώδες σε τριτοπρόσωπη αφήγηση, με περιγραφές ρεαλιστικές αλλά και ποιητικές, με διάλογο νευρώδη και με χιούμορ, οι ήρωες των κλασικών παραμυθάδων (΄Αντερσεν, Γκριμ, Περό) συνομιλούν με τα αντικείμενα, τα δέντρα ή τα λουλούδια των παραμυθικών ιστοριών προωθώντας τη δράση της κάθε ιστορίας. Με τα παραμύθια αυτά η συγγραφέας προβάλλει τη σημασία παγκόσμιων ιδεών όπως αυτή της ελευθερίας και εννοιών όπως αυτές της σοφίας και της γνώσης («Ο πράσινος παπαγάλος»). Ακόμη τονίζει την αξία των ανθρώπινων συναισθημάτων και σχέσεων σε αντιδιαστολή με την αξία του υλικού πλούτου και της εξωτερικής εμφάνισης («Η κούκλα με το θαλασσί φουστάνι»).
    Τέλος, θίγει σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα όπως η αποδοχή του διαφορετικού («Το πορτοκάλι που αργούσε να μεγαλώσει»). Παραδοσιακά παραμυθικά χαρακτηριστικά, όπως νεράιδες, μάγισσες, ο ανιμισμός, η αποδέσμευση από το συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο, το μαγικό στοιχείο, συμπλέκονται και συνομιλούν με πραγματικά γεγονότα της αφήγησης και με διακειμενικά στοιχεία από ξένα παραμύθια όσο και από τη λαϊκή και τη σύγχρονη έντεχνη ποίηση (π.χ. Ελύτης).
      Η συγγραφέας χρησιμοποιεί τις παραμυθοσαλάτες, τον εσωτερικό διάλογο των κειμένων, ανατροπές παραδοσιακών παραμυθιών, όπως π.χ. της Kοκκινοσκουφίτσας ή της Ωραίας κοιμωμένης, με τη συνακόλουθη ανατροπή των ρόλων των δύο φύλων, καθώς και την ανατροπή του ανιμισμού του παιχνιδιού που είναι χαρακτηριστικό των κλασικών παραμυθιών. ΄Ετσι η συγγραφέας προσφέρει ένα πλούσιο υλικό με φαντασία και λόγο στο παιδί. Η παραστατικότητα της εικονογράφησης με την εναλλαγή και με το συνδυασμό έντονων χρωμάτων καλλιεργεί ακόμα περισσότερο το ενδιαφέρον του παιδιού για διάβασμα καθώς και την αισθητική του.
 
 

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

Οι παραμυθικές και μικρές ιστορίες της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου (2)


Της Καθηγήτριας του ΠΤΔΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών
΄Αντας Κατσίκη-Γκίβαλου)

(Από το εξαντλημένο βιβλίο  Το υφαντό της Πηνελόπης  – διαχρονικές αναγνώσεις για το έργο και την προσωπικότητα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Επιμέλεια: Β.Δ. Αναγνωστόπουλος,  Εργαστήρι Λόγου και Πολιτισμού Πανεπιστημίου Θεσσαλίας: Βόλος 2008 – Ανάρτηση κατά παράκληση φίλων).

 (Συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση)


Για να κατανοήσει το παιδί τη δημιουργία του κόσμου (πράγμα εξαιρετικά δύσκολο για τις μικρές ηλικίες), αλλά και τη διαπλοκή των κοινωνικών σχέσεων η συγγραφέας χρησιμοποιεί τόσο το λεκτικό χιούμορ όσο και το χιούμορ καταστάσεων. Χαρακτηριστικό απόσπασμα όπου διακρίνει κανείς τις ιδιότητες αυτές του χιούμορ της είναι το ακόλουθο από το κεφάλαιο «Πώς παντρεύτηκε ο γιος του ΄Ηλιου» (σελ. 54).

 «'Οταν το Φως, ο γιος του 'Ηλιου, κατάλαβε πως είναι ερωτευμένος με τη Νύχτα, τη ρώτησε αν ήθελε να παντρευτούν. Η Νύχτα ήθελε, γιατί κι αυτή ένιωθε ερωτευμένη με το Φως. Αποφάσισαν λοιπόν να γίνει ο γάμος τους αμέσως.
        Πάγωσε ο 'Ηλιος μόλις άκουσε το Φως να του ζητάει την ευχή του.
       - Ε, αυτό θα είναι πια η μεγαλύτερή σου τρέλα, αγανάχτησε. Τι σχέση έχεις εσύ, παιδί μου, με τη Νύχτα;
        - Μια σχέση σοβαρή, πατέρα! βεβαίωσε το Φως. Γι αυτό και θέλω να την παντρευτώ. Εσύ δεν έλεγες πως πρέπει κάποτε να νοικοκυρευτώ και να συμμαζευτώ; H Νύχτα είναι η γυναίκα των ονείρων μου. Θα ζήσουμε μαζί σ' όλη μας τη ζωή.
         - Καλά, αυτό... να το δω και να μην το πιστέψω, είπε μέσ’ απ' τα δόντια του ο 'Ηλιος παγερά.
         Κι οι άνθρωποι στη Γη, εκείνη τη στιγμή, τον είπανε "'Ηλιο με δόντια".

     Και στη συνέχεια, όταν η συγγραφέας περιγράφει τις αντιδράσεις της μητέρας του ΄Ηλιου, της Ατμόσφαιρας, που λιποθύμησε στο γάμο του γιου της, του Φωτός με τη Νύχτα που δεν την ήθελε καθόλου, η χιουμοριστική της διάθεση προβάλλει την πολυσημία των λέξεων και τη μεταφορική τους σημασία (σελ. 59 - 61)


       - 'Ενα γιατρό! 'Ενα γιατρό! άρχισε ο 'Ηλιος να φωνάζει.
      Ο καλύτερος γιατρός στη γειτονιά εκείνη τ' ουρανού ήταν ο Χρόνος. 'Ομως ο Χρόνος είχε σταματήσει να δουλεύει κείνο τον καιρό και είχε πάει ταξιδάκι να ξεκουραστεί. Δεν ήτανε λοιπόν στο γάμο και κανένας δεν μπορούσε να τον βρει.
       - Να της παίρναμε τουλάχιστον την πίεση, μουρμούρισαν οι καλεσμένοι. Πού να βρούμε όμως πιεσόμετρο;
        - 'Εχω μια συσκευή καταλληλότερη εγώ, μίλησε ο 'Ανεμος. 'Εχω βαρόμετρο και είμαι βέβαιος πώς θα μας δείξει πιο καλά τι έχει η κυρά μας η Ατμόσφαιρα.

'Εφερε το βαρόμετρο λοιπόν, κι εκείνο έδειξε πως ήταν χαμηλή η πίεση η ατμοσφαιρική. Φύσηξε τότε ο 'Ανεμος, της δρόσισε το πρόσωπο, και η Ατμόσφαιρα συνήλθε λίγο λίγο. Τη σήκωσε ο 'Ηλιος, τη στήριξε, κι εκείνη ακούμπησε στο μπράτσο του βαριά.
          - Βαριά η Ατμόσφαιρα, κούνησαν το κεφάλι τους οι καλεσμένοι.
          - Γάμος χωρίς κουφέτα πώς θα γίνει τώρα; κλαψούρισε η πεθερά.
          - Θα φτιάξουμε κουφέτα εμείς, είπαν τ' αστέρια πρόθυμα.
          Κι έφτιαξαν κουφέτα από αστερόσκονη μέσα σε δυο λεφτά. Μονάχα που τα πήραν χύμα οι καλεσμένοι όταν έγινε η τελετή. Κι η πεθερά δεν έλεγε να παρηγορηθεί που χάλασαν οι μπομπονιέρες οι χιονάτες.

Στο γλέντι ωστόσο, που έγινε μετά, στο σπιτικό του 'Ηλιου, ξεχάστηκε η ζημιά κι η πεθερά ήρθε στο κέφι. 'Αρχισε το χορό παρέα με τ' αστέρια και χόρεψε τόσο πολύ, ώσπου της έσπασαν στο τέλος τα τακούνια της, που ήταν από πάγο.
          - 'Εσπασε ο πάγος! το πρόσεξαν οι καλεσμένοι.
          'Επειτα η Ατμόσφαιρα ήπιε ξανθό κρασί που είχαν φέρει για το γάμο οι Ηλιαχτίδες. 'Ηπιε τόσο πολύ που φούντωσαν τα μάγουλά της.
          - Ζεστάθηκε η Ατμόσφαιρα, το κουτσομπόλεψαν κι αυτό οι καλεσμένοι. Το γλέντι άναψε λοιπόν για τα καλά. Χόρεψαν όλοι και τραγούδησαν ήπιαν κρασί πολύ, και τελικά τους έπιασε ζαλάδα. Θολώσανε τα μάτια τους κι όλα τα βλέπανε θαμπά, ακόμα και την πεθερά που έσερνε πρώτη το χορό.
           - Θολή η Ατμόσφαιρα μουρμούρισαν ανήσυχοι. Νέφος και ρύπανση θα είναι η θολούρα αυτή.
          Σαν άκουσε τα λόγια τους εκείνη, ταράχτηκε πολύ. Φαντάστηκε πως την κατηγορούν ότι δεν έχει καθαρό το σπιτικό της. 'Αφησε στη μέση το χορό λοιπόν, άρπαξε κάτι συννεφάκια που είχε υφάνει εκείνο τον καιρό και βάλθηκε να ξεσκονίζει.
          - Μέθυσες, γυναίκα, εντελώς, της είπε ο 'Ηλιος. Ξεσκονίζουν όταν έχουνε γιορτή, μπροστά στον κόσμο;
          Μα εκείνη δεν τον άκουγε. Ξεσκόνισε καλά, κι όταν τελείωσε, άρχισε πάλι να χορεύει.
          - Καθάρισε η Ατμόσφαιρα, ψιθύρισαν οι καλεσμένοι.
          Και συνέχισαν το γλέντι για καιρό, που ήταν λίγος και πολύς μαζί, όπως στα παραμύθια.
          Μα κάποτε κουράστηκαν η νύφη κι ο γαμπρός. 'Ηταν η ώρα τους να φύγουν και το γλέντι πια να πάρει τέλος.
          Πρώτη τους φίλησε η πεθερά και τους ευχήθηκε να είναι πάντα αγαπημένοι. 'Επειτα, αγκάλιασε τους καλεσμένους έναν έναν και τους φίλησε κι αυτούς.
-         Τι φιλική η Ατμόσφαιρα, είπαν οι καλεσμένοι μεταξύ τους χαμηλά.  

      ΄Ολο το κείμενο, όπως είδαμε και στα παραπάνω αποσπάσματα, βασίζεται σε προσωποποιήσεις φυσικών στοιχείων όπως ο ήλιος, η ατμόσφαιρα, το φως, το σκοτάδι, η μέρα που είναι μέλη της οικογένειας του ΄Ηλιου, μιας οικογένειας πολύ οικείας στο νεαρό αναγνώστη, καθώς αυτός αναγνωρίζει στους ήρωές της, ενήλικους και ανήλικους, χαρακτηριστικά, ρεαλιστικά και εντελώς απομυθοποιημένα, μελών της δικής του ή φιλικής του οικογένειας.
       Η μυθοπλασία εμπλουτίζεται με διακειμενικά στοιχεία κλασικών παραμυθιών, όπως π.χ. της Ωραίας Κοιμωμένης, ησιόδειας κοσμογονίας και με μοτίβα λαϊκών παραμυθιών. ΄Ετσι κάθε παιδί-αναγνώστης γίνεται δέκτης ενός κειμένου που μπορεί να το προσλάβει σε πολλά επίπεδα, ανάλογα, όχι μόνο με τη συσσωρευμένη  “αισθητική εμπειρία” και “τον ορίζοντα προσδοκίας” του κοινού, αλλά και σύμφωνα με τα προσωπικά του βιώματα, τις κοινωνικές και αναγνωστικές του εμπειρίες και τη δημιουργικότητα της φαντασίας του.
        Η όλη ιστορία της οικογένειας του ΄Ηλιου εγκιβωτίζεται σε μιαν άλλη μικρή ιστορία που αναφέρεται στα κίνητρα συγγραφής του βιβλίου και αποτελείται από το προλογικό και επιλογικό κεφάλαιο. Σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, σε αντίθεση με την τριτοπρόσωπη της κύριας ιστορίας, μέσα από ένα νευρώδη διάλογο και με στοιχεία αυτοαναφορικότητας, η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου μυεί το παιδί στη διαδικασία της συγγραφής ενός βιβλίου από την πλευρά  του συγγραφέα εξοικειώνοντας το, μ’ αυτόν τον τρόπο, έμμεσα, με το δύσκολο θέμα της λογοτεχνικής δημιουργίας.
         Τα κολάζ του βιβλίου, έργο της ίδιας, είναι οργανικά δεμένα με το κείμενο και διευρύνουν την προσληπτική ικανότητα του δέκτη.
         Η Οικογένεια του ΄Ηλιου είναι ένα απολαυστικό βιβλίο και αποτελεί μια ακόμη σημαντική κατάθεση της συγγραφέως στη συνολική προσφορά της που την έχει ήδη καταξιώσει στο χώρο της παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας.
 (Συνεχίζεται στην επόμενη ανάρτηση)

Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013

Οι παραμυθικές και μικρές ιστορίες της Λότης Πέτροβιτς (1)

Της Καθηγήτριας του ΠΤΔΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών
΄Αντας Κατσίκη-Γκίβαλου

(Από το εξαντλημένο βιβλίο  Το υφαντό της Πηνελόπης  – διαχρονικές αναγνώσεις για το έργο και την προσωπικότητα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Επιμέλεια: Β.Δ. Αναγνωστόπουλος,  Εργαστήρι Λόγου και Πολιτισμού Πανεπιστημίου Θεσσαλίας: Βόλος 2008 - Ανάρτηση κατά παράκληση φίλων).

Η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, καταξιωμένη συγγραφέας στο χώρο του παιδικού βιβλίου, φυσικά δεν έχει ανάγκη από συστάσεις. Το έργο της έχει πολλές φορές τιμηθεί τόσο στην Ελλάδα (Κρατικό Βραβείο, Βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη από την Ακαδημία Αθηνών, βραβεία «Γυναικεία Λογοτεχνικής Συντροφιάς, «Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου»), όσο και στο εξωτερικό (Διακρίσεις Πανεπιστημίου Πάντοβα και Διεθνούς Οργάνωσης Βιβλίων για τη Νεότητα).
          Ως συγγραφέας έχει ένα πολυδύναμο και πολυποίκιλο έργο. ΄Εχει ασχοληθεί με ιδιαίτερη επιτυχία με διαφορετικά είδη του λόγου, από το μυθιστόρημα, το παραμύθι, τη μικρή ιστορία, το διήγημα, το δοκίμιο. ΄Εχει γράψει βιβλία για μικρά και μεγάλα παιδιά, λογοτεχνικά έργα για μεγάλους, άρθρα και μελέτες που αφορούν την παιδική λογοτεχνία και έχει κάνει ιδιαίτερα πετυχημένες λογοτεχνικές μεταφράσεις. ΄Εχει αφιερώσει τη ζωή της στην καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας και στην προώθηση του παιδικού βιβλίου όχι μόνο με το συγγραφικό της έργο, αλλά και με την πλούσια και ενεργό δράση της στον Κύκλο του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου και με τη συμμετοχή της στη Διεθνή Οργάνωση Βιβλίων για τη Νεότητα – ΙΒΒΥ ως εκλεγμένο μέλος της δεκαμελούς εκτελεστικής επιτροπής.
          Από το συγγραφικό της έργο τα μυθιστορήματά της διακρίνονται για τη δύναμη και παραστατικότητα της γλώσσας της, για τη μυθοπλαστική της δεινότητα, για τη δημιουργία και εξέλιξη χαρακτήρων, για την κορύφωση της πλοκής και την αποκλιμακούμενη έντασή της. Τα θέματά της αντλούνται από ιστορικά και κοινωνικά γεγονότα με έμφαση στην ελληνική ιστορία και τη σύγχρονη πραγματικότητα.
          Η Λότη Πέτροβιτς είναι περισσότερο γνωστή ως μυθιστοριογράφος. ΄Ομως μια άλλη κατηγορία των βιβλίων της θεωρώ πως είναι ισάξια με τα μυθιστορήματα αν όχι καλύτερη. Την αποτελούν οι παραμυθικές και μικρές ιστορίες. Θα μπορούσε μάλιστα κανείς να υποστηρίξει πως υφολογικούς τρόπους, χαρακτηριστικούς του παραμυθιού, όπως χρήση συμβόλων, στήσιμο ηρώων κ.ά. εντοπίζουμε και σε μυθιστορήματά της, όπως στο Τσιμεντένιο Δάσος.
          Οι παραμυθικές της ιστορίες αντλούν την έμπνευσή τους από το λαϊκό πολιτισμό τόσο τον ελληνικό όσο και τον ξένο (Παραμύθια από την Αφρική, Το χρυσάφι, η χελώνα και η Πεντάμορφη – Παραμύθια από την Ασία).
Στο χώρο των παραμυθικών μικρών ιστοριών ανήκει και Η οικογένεια του ΄Ηλιου, που βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο Παιδικού Λογοτεχνικού Βιβλίου για το 1998.
          Στα παραμύθια της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου αναγνωρίζουμε το ύφος των λαϊκών παραμυθιών μεταπλασμένο με τη δική της ποιητική γλώσσα που υποβάλλει συναισθηματικά το δέκτη και τον παρασύρει στην ανάγνωση των σύντομων αυτών κειμένων που ασχολούνται με θέματα διαχρονικά και σύγχρονα, που εκφράζουν ακόμη και υπαρξιακά προβλήματα. Χαρακτηριστικό τους η σύνδεση παρελθοντικών στοιχείων με παροντικές καταστάσεις και οραματισμούς του μέλλοντος.
 Θέματα όπως η αγάπη και η φιλία, ο σεβασμός της ιδιαιτερότητας του άλλου, η φύση (που αντιμετωπίζεται μέσα από μια οικολογική οπτική καλλιεργώντας αντίστοιχη συνείδηση στον αναγνώστη), η αναζήτηση της αλήθειας δοσμένη πολλές φορές μέσα από συμβολισμούς συναντώνται σε πολλά της βιβλία όπως Εφτά κόκκινες κλωστές, Στη γειτονιά του ήλιου, Ιστορίες με τους 12 μήνες κ.λπ. και φυσικά στην Οικογένεια του ΄Ηλιου. Το βιβλίο αυτό κινείται σε δύο επίπεδα. Αποτελεί μια παραμυθική κοσμογονία και ταυτόχρονα προβάλλει τις κοινωνικές σχέσεις μελών μιας σύγχρονης οικογένειας. Είναι γραμμένο σε ιδιαίτερα επιμελημένη γλώσσα με χιούμορ, φαντασία, λογοτεχνικότητα και προσφέρεται σε πολλαπλές αναγνώσεις.

(Συνεχίζεται στην επόμενη ανάρτηση)

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013

Η γυναίκα και η παιδική λογοτεχνία (9-τελευταίο)

Συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση
Από το βιβλίο μου Μιλώντας για τα παιδικά βιβλία (Καστανιώτης 1983, 1987 - εξαντλημένο[1]).


 Και στο σημείο αυτό, να που ήρθε η ώρα να γυρίσω στην  «προφήτισσά» μας και στο πρώτο σωστό φεμινιστικό μας βιβλίο. Στο Παραμύθι χωρίς όνομα είναι η Γνώση που εμπνέει το Συνετό και ζευγαρώνει μαζί του για το όφελος του κοινωνικού συνόλου αλλά και να αποκατασταθεί η αρμονία στη μέσα και την έξω του ανθρώπου φύση. Είναι η Φρόνηση που καθοδηγεί για να ξυπνήσουν τελικά από το λήθαργο της κακομοιριάς και της ντροπής οι Μοιρολάτρες και να θαυματουργήσουν. Να σε τι επίπεδο έβλεπε, προφητικά, το όλο θέμα της ισοτιμίας των δύο φύλων η Πηνελόπη Δέλτα. Δεν είχε τόση σημασία αν γυναίκες μαγείρευαν στο μεγάλο καζάνι για να φάει ο στρατός. Σημασία είχε που ξύπνησε η ανάγκη στους ανθρώπους για αξιοπρέπεια. Η αξιοπρέπεια είναι λέξη γένους θηλυκού. Το νόημά της δεν έχει γένος.
     Βιβλία όμως που να τοποθετούν σε ορθή βάση την ισοτιμία του αρσενικού και του θηλυκού στοιχείου δεν μπορούν παρά να γραφούν από ώριμες προσωπικότητες. Η ανάγκη λοιπόν ξεκινάει από την επίτευξη αρμονίας στον ψυχικό κόσμο των συγγραφέων για παιδιά. Όπως λέει η ξένη συγγραφέας παιδικών βιβλίων Mollie Hunter, «δεν υπάρχει βιβλίο που να λέει κάτι αξιόλογο, αν πρώτα αυτό το κάτι δεν το είπε η ζωή στο συγγραφέα του∙ που πρέπει μέσα του να έχει σχηματίσει τη δική του φιλοσοφία, τις δικές του ιδέες, το δικό του πνεύμα. Τούτη η βασική διαδικασία πρέπει να έχει συντελεστεί από πριν, για να είναι δυνατή η λογοτεχνική δημιουργία […] και λόγω ειδικών ευθυνών, η αλήθεια τούτη αφορά πολύ περισσότερο το συγγραφέα που θέλει να γράψει για παιδιά. Ειδικά για το συγγραφέα αυτόν, το ταλέντο μόνο δε φτάνει – οπωσδήποτε όχι. Ακούστε λοιπόν όλοι εσείς, κριτικοί, εκδότες, γονείς, δάσκαλοι, εσείς που θα πάρετε στα χέρια σας ένα παιδικό βιβλίο. Πρέπει να υπάρχει ένα ολοκληρωμένο πρόσωπο πίσω απ’ το βιβλίο αυτό»[2].


 Ένα πρόσωπο – οφείλω τώρα εδώ να σημειώσω εγώ – που στο μέλλον δεν θα πρέπει πια να προσέχουμε αν είναι άντρας ή γυναίκα. Σε κοινωνίες όπου πραγματικά ισότιμα θ’ αντιμετωπίζονται τα δύο φύλα και οι «συγκαταβάσεις» θα έχουν εκλείψει μαζί με τους «προστατευτικούς θαυμασμούς», το αν είναι περισσότερες ή λιγότερες οι γυναίκες που γράφουν για παιδιά δεν θα πρέπει ν’ αποτελεί γεγονός ιδιαίτερα αξιοπαρατήρητο, δεν θα πρέπει να έχει καν σημασία. Όπως δεν έχει σημασία το γένος των λέξεων, αλλά το πνεύμα που μεταδίδουν. Μπορεί σήμερα ν’ αποτελεί ακόμα φεμινιστικό επιχείρημα ότι η ειρήνη, η κατανόηση, η αγάπη, η ζωή είναι λέξεις γένους θηλυκού και ο πόλεμος, ο εγωισμός, ο φθόνος και ο θάνατος γένους αρσενικού. ΄Ομως προσέξτε το γένος των λέξεων: δικτατορία - κοινοβουλευτισμός∙ καταδυνάστευση - αλτρουϊσμός∙  αυταρχικότητα - αλληλοσεβασμός∙ πυρηνική καταστροφή – αφοπλισμός. Δείτε την πληρότητα που δηλώνουν, άσχετα από το γένος τους,  οι λέξεις: εκδημοκρατισμός, ελευθερία, εντιμότητα, ανθρωπισμός, χριστιανισμός, ανεξιθρησκία – και αφήνω τον κατάλογο ανοιχτό για να τον συμπληρώσει καθένας κατά την κρίση του.
        Πνεύμα τέτοιας πληρότητας θα πρέπει, θαρρώ, να διέπει τα σύγχρονα βιβλία για παιδιά – τούτη είναι η σημερινή ανάγκη, ως προς το θέμα της θέσης της γυναίκας. Και δεν έχω αμφιβολία ότι όσο τα πνεύματα θα ηρεμούν, τόσο οι γυναίκες-συγγραφείς, που προς το παρόν τουλάχιστον πλειοψηφούν, και πάλι θα θαυματουργήσουν, προσθέτοντας πολλές ακόμη σελίδες στην ήδη πολύτιμη προσφορά τους,


[2] Mollie Hunter: Talent is not enough – on writing for children, New York, Harper & Row, 1976, sel. 30.

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

Η γυναίκα και η παιδική λογοτεχνία (8)

Συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση
Από το βιβλίο μου Μιλώντας για τα παιδικά βιβλία (Καστανιώτης 1983, 1987 - εξαντλημένο[1]).


Εξετάζοντας κανείς τα βιβλία των τελευταίων ετών, διαπιστώνει ότι ο προβληματισμός γύρω από την παρουσίαση της γυναίκας σύμφωνα με τη σύγχρονη πραγματικότητα υπάρχει. Από τις μικρές ιστορίες για την προσχολική ηλικία και τα παραμυθάκια, ως τα μυθιστορήματα για μεγάλα παιδιά, παρατηρείται μια προσπάθεια να μη γίνουν τα λάθη του παρελθόντος. Περισσότερα τώρα είναι τα βιβλία με κορίτσια ηρωίδες, συχνότερα αναφέρονται εργαζόμενες μητέρες και έλειψαν οι έμμεσες υποδείξεις ότι «τα κοριτσάκια πρέπει να προετοιμάζονται αποκλειστικά για το ρόλο της νοικοκυράς». Παραδείγματα και πάλι δεν θα αναφέρω, για το λόγο που ήδη εξήγησα. Το σημείο όπου έχουμε φτάσει δεν θεωρείται βέβαια απόλυτα ικανοποιητικό από τις οργισμένες φεμινίστριες. Φοβούμαι όμως ότι εκείνα τα παραπάνω που ζητούνται δεν θα βοηθήσουν στη λύση του προβλήματος, γιατί αφορούν σημεία εξωτερικά. Συμβαίνει δηλαδή το ίδιο που παρατηρεί κανείς και γενικότερα στο ζήτημα της ισότητας των δύο φύλων.
 Εκείνο που προσπαθώ να πω, είναι ότι το όλο θέμα δεν μπορεί να φτάσει σε «αίσιο τέλος», αν καταπιανόμαστε μόνο με ό,τι αφορά τον εξωτερικό μας κόσμο, αν δεν μας απασχολήσει το ίδιο και ο εσωτερικός. Η κοινωνική αρμονία δεν μπορεί να αποκατασταθεί, αν δεν αποκατασταθεί πρώτα στα ανθρώπινα πλάσματα η ψυχική τους αρμονία, αν δεν αποδεχτούν μέσα τους την αναγκαιότητα υπάρξεως και του αρσενικού και του θηλυκού στοιχείου. Για να εξηγήσω καλύτερα αυτό που εννοώ, θα ζητήσω τη βοήθεια του ΄Αγγλου κριτικού και συγγραφέα παιδικών βιβλίων Aidan Chambers, που τον άκουσα να μιλά στο 18ο Συνέδριο της Διεθνούς Οργάνωσης βιβλίων για τη Νεότητα, που έγινε στο Cambridge[2]. Είπε: «Ένα από τα καινούρια που έφερε ο αιώνας μας είναι η νέα γνώση γύρω από το “αρσενικό” και το “θηλυκό”. Είμαστε βέβαιοι τώρα, από επιστημονικές, βιολογικές έρευνες, ότι καθένα από τα δύο γένη περιέχει στοιχεία από το αντίθετό του κι αυτό έχει μεγάλη σημασία. Το σωστό “πάντρεμα” αυτών των δύο στοιχείων (άσχετα από το ποιο επικρατεί) δημιουργεί πληρότητα. 
 
Δε θέλω εδώ – τόνισε ο Chambers – να νομιστεί ότι υποστηρίζω οποιαδήποτε κατάσταση “unisex”, κάθε άλλο! Μιλώ μονάχα για ολοκλήρωση της προσωπικότητας που προέρχεται από την ισορροπία στον εσωτερικό μας κόσμο του “Animus” και της “Anima”. Μόνο μαζί με τούτη την ισορροπία μπορεί να έρθει και η άλλη, στον εξωτερικό, στην κοινωνία, με τις κοινωνικές ηθικές, πολιτικές διαστάσεις του θέματος, σχετικά με τη θέση των δύο φύλων. Κι εδώ, μη φανταστείτε ότι μιλώ απλώς για την απελευθέρωση της γυναίκας. Μια τέτοια διεκδίκηση είναι μονομερής και λαθεμένη, όταν αφορά την εξωτερική πλευρά του ζητήματος. Μιλώ για την αναγνώριση της αναγκαιότητα να συνυπάρχουν σε αρμονία τα δύο αυτά στοιχεία, τόσο μέσα μας, όσο κι έξω στην κοινωνία».[3]
 
 Ας δούμε πώς βλέπει το θέμα κι ένας δικός μας διανοητής, ο Χρήστος Μαλεβίτσης: «Η απελευθέρωση των γυναικών […] πρέπει ταυτοχρόνως να αποτελεί και απελευθέρωση του θηλυκού στοιχείου, προκειμένου τούτο να συμβάλλει με τη δική του εισφορά στη διαμόρφωση του πολιτισμού. Απελευθέρωση των γυναικών και υποταγή τους στις αξίες της ανδροκρατικής κοινωνίας είναι μια άλλη μορφή υποδούλωσης ίσως χειρότερης από την προηγούμενη. […] Οι γυναίκες πρέπει να συνειδητοποιήσουν μόνες τους τη σημασία του θηλυκού στοιχείου στη ζωή, στην ιστορία, στον πολιτισμό. […] Η πλήρης και πραγματική απελευθέρωση θα πραγματοποιηθεί όταν τούτη απαλλαγεί από την ανδροκρατική ιδεολογία […]. Επιβάλλεται η στράτευση του θηλυκού στοιχείου της ζωής. Στράτευση υπέρ της ειρήνης και της ζωής και όχι υπέρ του πολέμου και του θανάτου. […] Τότε το θηλυκό στοιχείο θα έχει συμπαραστάτες στο έργο του τις ευγενικές θεές-μητέρες, καθώς τούτες θα επιστρέφουν από την εξορία πολλών χιλιετιών»[4].
 
Πρέπει να σκεφτούμε, λοιπόν, σοβαρά ότι το θέμα δεν μπορεί να βρίσκεται μόνο στο χαμηλό επίπεδο των διεκδικήσεων του τύπου «να δούμε και τους άντρες με ποδιά» και «τις γυναίκες να οδηγούν μπουλντόζες». Δεν είναι ύστερα, μόνο να δούμε την εργάτρια ν’ αμείβεται όσο και ο εργάτης. Δεν είναι μόνο να επιτύχουμε ίση φροντίδα για τα παιδιά, τόσο από μέρους της μάνας όσο και του πατέρα. Δεν είναι να υποτιμούμε και να υποβιβάζουμε τη μητρότητα –το θείο αυτό έργο- ούτε να περιφρονούμε τη μάνα της παράδοσης. Γιατί, όπως πάλι γράφει ο Χρήστος Μαλεβίτσης: «Τον μέγα πόνο του κόσμου τον σήκωσε […] αυτό το ταπεινό πλάσμα, το αμνημόνευτο, το σιωπηλό, το στοιχειό της ιστορίας, το στοιχειό της γης. Αυτό το ταπεινό πλάσμα που όσο αφανίζεται από τη σύγχρονη ιστορική συγκυρία, τόσο εξαίρεται η υπαρξιακή της σημαντικότητα και αθανατίζεται ως ανεπανάληπτος ανθρώπινος τύπος»[5].
            Δεν είναι λοιπόν εκεί ή μόνο εκεί το θέμα. Είναι να δουλέψουμε για ν’ αποκαταστήσουμε τη σπουδαιότητα του «θηλυκού» πνεύματος στον κόσμο και να παντρέψουμε αρμονικά τον «Animus» με την  «Anima», με άλλα λόγια, το ανήσυχο πνεύμα με την ψυχική γαλήνη, την επιθετική έκφραση με την κατάφαση της ζωής, τη δημιουργία με την αγάπη. Μόνο έτσι θα προκύψουν πραγματικά ανθρώπινα πρόσωπα και μόνο έτσι υπάρχει ελπίδα να φτάσουμε σε κάποια κοινωνική αρμονία.
            Κάτι ανάλογο χρειάζεται, φρονώ, και στα παιδικά βιβλία, πέρα από τα κοριτσάκια-ηρωίδες, τα κοριτσάκια-αστροναύτισσες, τα κοριτσάκια-επιστημόνισσες και τ’ αγοράκια-καλούς μπαμπάδες, τ’ αγοράκια που βοηθούν κι αυτά στο σπίτι. Γιατί, όπως παρατηρεί πάλι ο Champers, από τις ψυχολογικές έρευνες γνωρίζουμε ότι σ’ ένα σωστό σύγχρονο παιδικό βιβλίο, όπου το θηλυκό και το αρσενικό πνεύμα αλληλοσυμπληρώνονται, δεν έχει σημασία αν πρωταγωνιστής είναι αγόρι ή κορίτσι.
 
(το τέλος στην επόμενη ανάρτηση  http://lotypetrovits.blogspot.gr/2013/03/9.html )
 

[1] http://www.loty.gr/meletimata_analyt_1.htm    
[4] Βλ. περιοδικό Ευθύνη, Οκτώβριος 1977, σ. 558-559.
[5] Βλ. περιοδικό Ευθύνη, Μάιος 1978, σ. 265.
 

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013

Η γυναίκα και η παιδική λογοτεχνία (7)


Συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση
Από το βιβλίο μου Μιλώντας για τα παιδικά βιβλία (Καστανιώτης 1983, 1987 - εξαντλημένο[i]).

 ‘Ένα από τα κοινωνικά προβλήματα που τα τελευταία χρόνια απασχολεί όσους ερευνούν ή ασχολούνται με την παιδική λογοτεχνία, όσους κρίνουν ή γράφουν, είναι και η θέση της γυναίκας στα παιδικά βιβλία. Θα σταθώ σ’ αυτό για τρεις λόγους: (α) γιατί είναι ένα από τα θέματα που προκαλούν τις περισσότερες συζητήσεις, (β) γιατί έχει στενή σχέση με το θέμα μας και (γ) γιατί η ανάγκη να παρουσιαστεί ορθά φοβούμαι πως ακόμα δεν έχει καλυφθεί με το σωστό πνεύμα από τους συγγραφείς που – όπως είπαμε- στην πλειοψηφία τους, γενικά, είναι γυναίκες.
Είναι ίσως γνωστό ότι, από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, οι διαμαρτυρίες για το στερεότυπο τρόπο που παρουσιαζόταν η γυναίκα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στις διαφημίσεις, στα βιβλία γενικά και ειδικότερα στα παιδικά και στ’ αναγνωστικά, άρχισαν στις προηγμένες χώρες της Δύσης να φουντώνουν. Η εικόνα της γυναίκας που άλλο σκοπό δεν μπορεί να έχει από το να είναι  ωραία και κομψή με αποκλειστικό στόχο την πρόκληση και την ικανοποίηση του ανδρικού φύλου, ή από το να φέρνει στον κόσμο παιδιά και να μαγειρεύει, άρχισε να θεωρείται ολότελα προσβλητική και απορριπτέα. Οι εκστρατείες που ξεκίνησαν για να διορθωθεί το κακό ήταν πάμπολλες και η ποικιλία τους σε προέλευση, σε βαθμό οξύτητας,  σε σοβαρότητα και σε μέγεθος, πολύ μεγάλη. Μια τέτοια κίνηση δεν ήταν βέβαια δυνατό να μη φτάσει και στη χώρα μας.
 
Kατηγορήθηκαν λοιπόν πολλά παιδικά βιβλία, και ιδιαίτερα τ’ αναγνωστικά, για τα «στερεότυπα» που επαναλαμβάνουν, για τη δευτερεύουσα θέση όπου τοποθετούν το γυναικείο φύλο. Οι κατηγορίες αυτές είχαν μεγάλη απήχηση, αφού ως ένα βαθμό ήταν βάσιμες, τουλάχιστον για τα βιβλία με σύγχρονα θέματα. ΄Ηταν πραγματικά εντελώς αφύσικο, για παράδειγμα, να μη συναντά κανείς σε τέτοια βιβλία ή αναγνωστικά ούτε μια μητέρα-επιστήμονα, ούτε μια έστω και απλώς εργαζόμενη μητέρα.
            Όμως η οργή για τέτοιες καταστάσεις – και όχι μόνο στην Ελλάδα – έφτασε κάποτε σε υπερβολές. Ζητήθηκαν ευθύνες ως και από τα παραδοσιακά λαϊκά παραμύθια κι έγιναν προσπάθειες για «απομυθοποίηση» ή και παντελή απόρριψή τους, γιατί διαιώνιζαν – υποστηρίχτηκε – την εικόνα της καταπιεσμένης γυναίκας και ενίσχυαν τις αρχές των ανδροκρατικών κοινωνιών. Ως και στα ιστορικά μυθιστορήματα θεωρήθηκε ύποπτος ο τρόπος που παρουσιαζόταν η γυναίκα, λες και θα ήταν ποτέ δυνατόν, οι συγγραφείς ιστορικών μυθιστορημάτων να μη ζωντάνευαν ιστορικά γεγονότα και χαρακτήρες σύμφωνα με τις αντιλήψεις και τα δεδομένα της εποχής όπου στήνουν τα μυθιστορήματά τους. ΄Αλλωστε και για τα σύγχρονα ρεαλιστικά παιδικά μυθιστορήματα υπάρχει αντίλογος: Η λογοτεχνία – υποστηρίζουν πολλοί – δεν μπορεί παρά να απεικονίζει την πραγματικότητα και όχι να «διδάσκει» σωστές θέσεις. Και η πραγματικότητα δεν είναι πάντα σύμφωνη με τις φεμινιστικές προδιαγραφές. Πλήθος γυναίκες εξακολουθούν να περνούν τον περισσότερο καιρό τους στην κουζίνα, να υφίστανται μειώσεις και να μην τους αναγνωρίζονται στην ουσία δικαιώματα, ενώ από την άλλη πλευρά ένας σημαντικότατος αριθμός γυναικών ασχολείται αποκλειστικά και εκούσια με τα οικιακά ή με την ανατροφή των παιδιών και όχι μόνο δεν πιστεύει ότι αυτό είναι υποτιμητικά, αλλά αντίθετα το θεωρεί θεμελιώδη προσφορά στην κοινωνία.
 
Ο πολύς θόρυβος, πάντως, και οι υπερβολές, στις περισσότερες ξένες χώρες τουλάχιστον, άρχισε από καιρό να κοπάζει[ii] και μια πιο ισορροπημένη αντιμετώπιση του όλου θέματος παίρνει τη θέση τους. Για την αξία των παραδοσιακών παραμυθιών άλλωστε πολλές επιστημονικές μελέτες έχουν ήδη αποδείξει τη διαχρονική λειτουργία τους και τη σημασία του συμβολισμού τους, που καμιά σχέση δεν  έχει με σκόπιμη αντιφεμινιστική προπαγάνδα, αλλά αποσκοπεί στην ωρίμαση της ανθρώπινης προσωπικότητας – είτε αρσενικής, είτε θηλυκής[iii].
            Και οι συγγραφείς παιδικών βιβλίων; Πώς αντιμετώπισαν στον τόπο μας όλο αυτό το ζήτημα;
           
  (Συνεχίζεται :  http://lotypetrovits.blogspot.gr/2013/03/8.html )


[ii] Η διαπίστωση αυτή, π.χ., που αφορά όχι μόνο το συγκεκριμένο θέμα όσο και άλλα κοινωνικά ζητήματα ως θέματα των παιδικών βιβλίων, περιλαμβάνεται στην εισήγηση της Gerda Neumann, με τίτλο “The Social Role of Fiction for Young People”, στο 18ο Συνέδριο της Διεθνούς Οργάνωσης Βιβλίων για τη Νεότητα (ΙΒΒΥ – www.ibby.org ), Cambridge, 1982. (βλ. στα πρακτικά : http://www.literature.at/viewer.alo?objid=14826&viewmode=fullscreen&scale=3.33&rotate=&page=95  
[iii] Ενδεικτικά τα όσα αναφέρονται στα βιβλία των : Carl Jung: Man and his Symbols”, New York, Dell Publishing Co, 1968, sel. 68, και Nicholas Tucker: The Child and the Book, Cambridge University Press, 1981, sel. 86, 87, 212, 213.