Τρίτη 9 Απριλίου 2013

Γιατί γράφουμε κοινωνικά μυθιστορήματα για παιδιά


[Από το βιβλίο μου Η παιδική λογοτεχνία στην εποχή μας (Καστανιώτης 1990 /εξαντλημένο) σελ. 131-136]
Το ερώτημα «Γιατί γράφετε για παιδιά;» τίθεται συχνά στους συγγραφείς παιδικών λογοτεχνικών βιβλίων παντού τον κόσμο. Γι’ αυτό και αποτέλεσε το κύριο θέμα ενός από τα συνέδρια της Διεθνούς Οργάνωσης Βιβλίων για τη Νεότητα-ΙΒΒΥ (www.ibby.org)[1]. Ακόμα συχνότερα και με εντονότερο ενδιαφέρον τίθεται σε σχέση με τα κοινωνικά μυθιστορήματα, ίσως γιατί αυτά έχουν ιδιαίτερη απήχηση στα μεγάλα παιδιά και κινούν περισσότερο την περιέργεια των ενηλίκων.
     Σ’ αυτό το συγκεκριμένο ερώτημα, για τα κοινωνικά μυθιστορήματα, θα προσπαθήσω να δώσω τη δική μου απάντηση.
     Το πρώτο και βασικό που πρέπει να τονιστεί είναι ότι στην ουσία δεν υπάρχει «γιατί» στην εσωτερική ανάγκη που αισθάνεται κανείς να γράψει, να ζωγραφίσει, να σμιλέψει ένα άγαλμα, να συνθέσει μουσική. Είναι μια ανάγκη για έκφραση ή ακόμα και για «παιχνίδι της φαντασίας», στην οποία ο δημιουργός δεν μπορεί ή δε θέλει ν’ αντισταθεί.
     Πρέπει τώρα να σημειώσουμε μερικά «δεν», τα οποία έχω τη γνώμη ότι βοηθούν να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα και να οδηγηθούμε σε μια λογική απάντηση. Οι συγγραφείς παιδικών λογοτεχνημάτων, λοιπόν:
     - Δεν γράφουν κοινωνικά μυθιστορήματα μόνο για τα παιδιά αλλά για να διαβαστούν και από τους μεγάλους. Σύμφωνα με μια πασίγνωστη πια ρήση, «το καλό παιδικό βιβλίο διαβάζεται εξίσου ευχάριστα και από τους ενηλίκους». Στις μέρες μας, μάλιστα, με την πληθώρα των βιβλίων για μεγάλους, που είναι γεμάτα βωμολοχίες, απαισιοδοξία, ξεπερασμένα πολιτικά μηνύματα και λογής στοιχεία ξένα προς την αληθινή τέχνη και απωθητικά για τον αναγνώστη, ένα καλό βιβλίο «για παιδιά» είναι μια πραγματική όαση.
     - Δεν γράφουν κοινωνικά μυθιστορήματα για να «διδάξουν» τα παιδιά, ούτε για να τα βοηθήσουν να γράφουν καλύτερες εκθέσεις, ή να συμπληρώσουν τις γνώσεις που τους δίνει το σχολείο. Αυτά μόνο ως έμμεσα οφέλη μπορούν να προκύψουν, αφού μιλούμε για λογοτεχνία. Περισσότερο ενδιαφέρει τους συγγραφείς η επικοινωνία μέσω της Τέχνης, ο πλουτισμός του ψυχικού κόσμου των παιδιών με τις εμπειρίες, τις σκέψεις, τις εικόνες, τις καταστάσεις που, ως λογοτέχνες, είναι σε θέση να τους παρουσιάσουν προσφέροντας ευκαιρίες για ταύτιση. Το σημαντικό που μπορεί έτσι να προκύψει είναι να αποκτήσουν τα παιδιά την ικανότητα να μπαίνουν στη θέση των άλλων, μια ικανότητα πολύτιμη, που θα τα βοηθήσει να έχουν κατανόηση και να ζουν σε αρμονία με τους συνανθρώπους τους στην κοινωνία.
     - Δεν γράφουν κοινωνικά μυθιστορήματα για να «αποκαλύψουν» όλα τα δεινά αυτού του κόσμου. Αυτό δεν αποκλείεται να συμβαίνει ως ένα βαθμό, αν το απαιτεί η πλοκή. Αλλά δεν είναι θεμιτό να αποτελεί την κύρια αιτία συγγραφής ενός μυθιστορήματος για παιδιά. Ο λογοτέχνης δεν είναι δημοσιογράφος, για να «ξεσκεπάζει» τα στραβά που πρέπει να διορθωθούν, ούτε δημόσιος κατήγορος, για να «καταγγέλλει» τους ενόχους. Τα παιδιά ούτε υπεύθυνα είναι για τα κοινωνικά προβλήματα που υπάρχουν τριγύρω τους ούτε ικανά ακόμα να προτείνουν ή να επιβάλουν λύσεις, άρα δεν είναι οι κατάλληλοι αποδέκτες τέτοιων καταγγελιών. ΄Αλλωστε, ας μην ξεχνάμε τι είχε πει ο Γκαίτε για την Τέχνη: «΄Οπου ο σκοπός μυρίζει, το έργο όζει!»

Καλύτερα όμως να φέρω ένα συγκεκριμένο παράδειγμα: Το βιβλίο μου Στο τσιμεντένιο δάσος έχει ως θέμα τα ναρκωτικά. Κύριος σκοπός μου, όταν το έγραφα, δεν ήταν να αποκαλύψω τη μάστιγα στη μεγαλύτερη δυνατή έκταση. ΄Ηθελα να «βάλω στο χαρτί» την ιστορία που γεννήθηκε μέσα μου από το ερέθισμα «παιδί-ναρκωτικά». ΄Εχοντας τότε παιδιά στην προεφηβική και την εφηβική ηλικία, το θέμα αυτό με είχε συγκλονίσει. ΄Ηταν φυσικό λοιπόν να θέλω να γράψω γι’ αυτό. Και εφόσον «ιδανικούς αναγνώστες» είχα στο μυαλό μου παιδιά στην ηλικία των παιδιών μου, ήταν φυσικό η ιστορία να είναι ειπωμένη έτσι, ώστε να τους αρέσει, να τα συναρπάζει, να πλουτίζει τις εμπειρίες τους, τις γνώσεις τους για τον κόσμο, χωρίς να τα πανικοβάλλει ή να τα απελπίζει – να έχει δηλαδή τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν ένα βιβλίο «για παιδιά». Εκείνο που, κατά τη γνώμη μου, θα ήταν αφύσικο και απαράδεκτο, ήταν να τους μιλούσα με ύφος «διδακτικό» ή να τους αράδιαζα όσες γνώσεις μπορούσα να συγκεντρώσω γύρω από τα ναρκωτικά, να καταγγείλω πιθανούς ή απίθανους φταίχτες και άλλα παρόμοια σε κοινό αναρμόδιο – τα παιδιά – με άλλα λόγια να παραστήσω τον εισαγγελέα.
Το μόνο που βρήκα θεμιτό ήταν να διαλέξω το χνάρι ενός παλιού δοκιμασμένου παραμυθιού – της Κοκκινοσκουφίτσας – για να πω την ιστορία μου, επειδή, όπως έχουν αποδείξει διάσημοι παιδοψυχολόγοι, δρα αιώνες τώρα προειδοποιητικά.
     Το γιατί έκανα την κάπως περιοριστική αυτή επιλογή δεν είναι δύσκολο να το καταλάβει κανείς. Την εποχή που γράφτηκε το βιβλίο – το πρώτο της ελληνικής Παιδικής Λογοτεχνίας για το θέμα των ναρκωτικών – οι ενήλικοι διαπληκτίζονταν ακόμη αν πρέπει ή όχι να μιλά κανείς στα παιδιά γι’ αυτά. Οι διαφορετικές απόψεις ακούγονταν σε όλα τα επίπεδα, από συζητήσεις σε συναθροίσεις απλών γονιών, ως τις γνωματεύσεις ειδικών σε συνέδρια διεθνών οργανισμών. ΄Ηθελα λοιπόν να βρω έναν αδιαφιλονίκητο τρόπο να διηγηθώ την ιστορία μου και να θίξω το θέμα που με ενέπνεε.  
     Κάποιες τέτοιες λύσεις, νομίζω, βρίσκουν και άλλοι συγγραφείς, για να πουν στα παιδιά τις ιστορίες που γεννιούνται μέσα τους από τη σύγχρονη ζωή, για να γράψουν μυθιστορήματα με θέματα κοινωνικά, χωρίς να ξεχνούν την ευθύνη που συνεπάγεται η δουλειά τους, αλλά και χωρίς να προδίδουν την τέχνη τους. ‘Εχω τη γνώμη ότι οι συγγραφείς αυτοί δεν διανοούνται καν ότι μπορούν ή πρέπει να «σώσουν» την κοινωνία ή τα παιδιά με τα μυθιστορήματά τους. Ασφαλώς γνωρίζουν ότι τα κοινωνικά προβλήματα κατανοούνται, συνειδητοποιούνται καλύτερα με τη λογοτεχνία, αλλά δε λύνονται με αυτήν ή τουλάχιστον μόνο με αυτήν. Αν κάτι τέτοιο ήταν τόσο εύκολο, τότε και το κακό θα είχε εκλείψει από τον κόσμο από τον καιρό που οι αρχαίες τραγωδίες τελείωναν με την «κάθαρση».
Γιώργος Θεοτοκάς
 Στο σημείο αυτό θα ήθελα να παραθέσω μερικές γραμμές του Γιώργου Θεοτοκά, που διαφωτίζουν το θέμα μας με τρόπο μοναδικό. Γράφει λοιπόν:
     «Θέλω ν’ αποφύγω μια παρεξήγηση που τη βλέπω να έρχεται. Δε λέω: η Τέχνη για την Τέχνη. Τουναντίον πιστεύω πως η τέχνη γίνεται για τους άλλους […] Η Τέχνη είναι μια προσφορά, χαρίζει στους άλλους ό,τι πολυτιμότερο έχει ο δημιουργός μέσα του, τους βοηθεί να γνωρίσουν βαθύτερα τον εαυτό τους, τους κάνει να συναισθανθούν την αξία της ζωής […] Εκείνο που αρνούμαι είναι η κοινωνική αντίληψη της Τέχνης με την τρέχουσα έννοια αυτής της λέξης «κοινωνική». Δεν μπορώ να θέσω κοινωνικούς ωφελιμιστικούς σκοπούς σ’ αυτό το ξεχείλισμα εσωτερικών δυνάμεων που κάνει την αληθινή δημιουργία»[2].
      Σαν συμπέρασμα λοιπόν μπορούμε, νομίζω, να σημειώσουμε ότι οι συγγραφείς γράφουν κοινωνικά μυθιστορήματα για παιδιά, για τους ίδιους λόγους που γράφουν οποιοδήποτε άλλο είδος Παιδικής Λογοτεχνίας. Και γράφουν για παιδιά ίσως επειδή, όπως είχε γράψει ο C.S. Lewis, «μια ιστορία για παιδιά είναι η καλύτερη μορφή τέχνης, για να πεις αυτό που έχεις να πεις»[3].
     Ακόμα κι αν δεν συμφωνεί κανείς με τη ρήση του Lewis, δεν μπορεί παρά να παραδεχτεί ότι η Παιδική Λογοτεχνία, όπως όλη η Λογοτεχνία και κάθε Τέχνη είναι μια ομορφιά. Αν χρεωνόταν με την υποχρέωση να λειτουργήσει ως «σωτήρας της κοινωνίας», μόνο με τη δύναμη της ομορφιάς της θα ήταν ικανή να επιτελέσει τέτοιο έργο. ΄Αμποτε να γινόταν τέτοιο θαύμα! Είθε να δικαιωνόταν ο Ντοστογιέαφσκι που έλεγε ότι «η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο»!

[1] Βλ. http://www.literature.at/viewer.alo?objid=14828&page=1&viewmode=fullscreen
[2] Γ. Θεοτοκά: Ελεύθερο Πνεύμα, σελ. 52-53.
[3] C.S. Lewis: “On Three Ways of Writing for Children” στο Only Connect  με διάφορα δοκίμια και επιμέλεια της Sheila Egoff, Oxford University Press, Canada 1080, σελ. 208.

Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

“Μαγεία, γοητεία και απογείωση του αναγνώστη”


ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΠΡΑΣΙΝΗΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΣ
της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου
Κριτική του Ομότιμου Καθηγητή του Πανεπιστημίου Πατρών κ. Ηρακλή Καλλέργη (*)

Διαβάζοντας το μυθιστόρημα «Στη σκιά της πράσινης βασίλισσας»  (εκδόσεις Πατάκης 2012, 248 σελ.)** της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου  ένιωσα τη μαγεία και τη γοητεία της υψηλού επιπέδου λογοτεχνίας. Η πρωτεϊκή γραφή συχνά απογειώνει τον αναγνώστη και τον μεταφέρει «δέσμιο» στο χώρο της ρέμβης και του ονείρου. Ίσως το κείμενό αυτό –κατά την άποψή μου– να αποτελεί το επιστέγασμα, την κορύφωση της συγγραφικής της πορείας. Ομολογώ ότι δεν ήξερα τι να πρωτοθαυμάσω καθώς διάβαζα, σχεδόν «απνευστί», το έξοχο αυτό μυθιστόρημα. Με εντυπωσίασε η περίτεχνη εναλλαγή των αφηγηματικών επιπέδων, έμεινα έκπληκτος από το εύρος των ιστορικών γνώσεων της συγγραφέως, που τόσο επιτυχημένα τις συνδυάζει με τα μυθολογικά δεδομένα. Η «σιδερένια» ενότητα της πλοκής συνδυάζεται άνετα με την ευελιξία αναγωγής σε ευρύτερους χώρους της ιστορίας και της μυθολογίας μας. Και κατορθώνει συχνά να συμπλέκει, με τρόπο φυσικό και αβίαστο, το λαϊκό αφηγηματικό ύφος με την κριτική σκέψη ενός διανοούμενου περιωπής.

      Επιπλέον, στο κείμενο αυτό –όπου αποτυπώνονται πάμπολλα βιωματικά στοιχεία και η χρήση της ελληνικής γλώσσας γίνεται με τρόπο άψογο– υπάρχουν συσσωρευμένες πολλή σοφία και γνώση –απόρροια πολύχρονης μελέτης και συγγραφικής δημιουργίας– και η οικολογική ευαισθησία εναρμονίζεται με την τέλεια κατοχή των γεωλογικών δεδομένων, που οδήγησαν στη διαμόρφωση της Πελοποννήσου. Αληθοφανείς διάλογοι, άνετη αφηγηματική ροή, σφιχτοδεμένη πλοκή, «τεχνήεσσα» χρήση της παρένθεσης παραθεμάτων από άλλους συγγραφείς, συγκροτούν ένα σύνολο γεμάτο σφρίγος και παλμό. Και παντού η καλπάζουσα και δημιουργική φαντασία της Λότης Πέτροβιτς, παντού η βιωματική εκείνη μέθεξη, που ζωντανεύει τα πάντα και τα κάνει τόσο γνωστά και οικεία στον αναγνώστη. Η ψυχή του ελληνισμού, με την μακραίωνη ιστορία του, τα πάθη και τους άθλους του, ανασαίνει μέσα Στη σκιά της πράσινης βασίλισσας μεταδίδοντάς μας τις πιο σπάνιες συγκινήσεις.


(*) Δημοσιεύτηκε στην ηλεκτρονική εφημερίδα Ritsmas corner
http://ritsmas.wordpress.com/2013/04/03/λοτη-πετροβιτσ-ανδρουτσοπουλου-στη-σ/


(**)

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Για ποια παιδιά;

΄Ολοι όσοι αγαπούμε την παιδική λογοτεχνία και τα βιβλία για παιδιά, γιορτάζουμε ολόψυχα στις 2 Απριλίου κάθε χρόνο την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου. Χαιρόμαστε που πληθαίνουν οι προσπάθειες ανά τον κόσμο, για να φτάνουν όλο και περισσότερα βιβλία σε όλο και περισσότερα παιδιά. ΄Ομως η σκληρή πραγματικότητα μας προσγειώνει ανώμαλα. Σε δέκα εκατομμύρια και πλέον υπολογίζονται τα παιδιά που πεθαίνουν στον πλανήτη μας ετησίως από πείνα, φτώχεια ή αρρώστιες, όπως μας πληροφόρησε πρόσφατα, μέσω των εφημερίδων, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας.
     Για ποια παιδιά και για ποια βιβλία λοιπόν μιλούμε;  Για ποια «παγκόσμια» ημέρα; Δεν ωφελεί φυσικά ν’ απελπιστούμε, ούτε θα βοηθούσε την κατάσταση αν σταματούσε ο αγώνας σε διεθνές επίπεδο για τη διάδοση της παιδικής λογοτεχνίας, την τόνωση της κυκλοφορίας και την αύξηση αναγνωστικότητας των παιδικών βιβλίων ποιότητας. Τονίστηκε, άλλωστε, αυτό από επίσημα χείλη και σε συνέδριο της Διεθνούς Οργάνωσης Βιβλίων για τη Νεότητα (ΙΒΒΥ). «΄Ολοι γνωρίζουμε ότι σήμερα υπάρχουν στον κόσμο παιδιά που όχι μόνο δεν έχουν βιβλία, αλλά ακόμα και την ευκαιρία να μάθουν να διαβάζουν και να γράφουν, για λόγους οικονομικούς και κοινωνικούς» ειπώθηκε. «Υπάρχουν επίσης παιδιά που αναγκάζονται να ζουν μέσα στο φόβο και τον τρόμο σε περιοχές συγκρούσεων. Ωστόσο είναι ενθαρρυντικό το ότι πολλοί είναι εκείνοι που νοιάζονται γι’ αυτή την κατάσταση και δραστηριοποιούνται ανάλογα».
     Θα συνεχιστούν λοιπόν τις προσπάθειες, όμως δεν πρέπει να ξεχνούμε, πως, όσο η πείνα θερίζει, όσο οι τοπικοί πόλεμοι συνεχίζονται, όσο διευρύνεται το χάσμα πλουσίων και φτωχών χωρών, ο εορτασμός της ημέρας που έχει αφιερωθεί στα παιδικά βιβλία θα αφορά τμήμα μόνο του παιδικού πληθυσμού της γης. Στο οποίο, ο φόβος διαρκώς μεγαλώνει ότι θα εντάσσονται όλο και περισσότερες χώρες. Ανάμεσά τους και η δική μας, αν συνεχιστεί ο ανελέητος κρυφός πόλεμος εναντίον της. Που θα γίνει ακόμα πιο δολοφονικός, αν καταφέρει να προκαλέσει και πόλεμο «εμφύλιο». Είθε μια τέτοια πρόβλεψη να αποδειχτεί λανθασμένη. Είθε να γιορτάσουμε του χρόνου την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου, σε καλύτερες συνθήκες, με περισσότερη ελπίδα. Τόσο για τα δικά μας τα παιδιά, όσο και για τα παιδιά όλου του κόσμου. Δικά μας κι αυτά, το είχε πει ποιητικά η αλησμόνητη Ρένα Καρθαίου:

ΣΑΛΠΙΣΜΑ                               
Ρένα Καρθαίου

Παιδί δικό μου
και του παιδιού μου,
παιδί του γείτονα
και του αδερφού μου,
παιδιά της γης
κι όλου του κόσμου,
ο άδικος πόνος σας
είναι δικός μου.

Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

Πώς γεννήθηκαν οι δικοί μου 12 μήνες

 Ήταν, θυμάμαι, άνοιξη. Χαρά Θεού ο καιρός, λιακάδα έξω και μοσχοβολιά. Μα ξαφνικά ένα πρωί έπιασε κρύο τσουχτερό, λες και ξαναμπήκαμε στο χειμώνα. "Θεότρελος τούτος ο μήνας" σκέφτηκα. "Μια στην άνοιξη, μια στο κρύο..."
      Αυτό ήταν! Το παραμύθι του Μάρτη άρχισε να γεννιέται. 'Ήταν ο μήνας-παιδί που η μαμά του η ΄Ανοιξη και ο μπαμπάς του το Κρύο είχαν χωρίσει γιατί δεν ταίριαζαν, κι ο Μάρτης έπρεπε μια να πηγαίνει στο σπίτι του ενός και μια στου άλλου!
      Όμως η γέννηση ενός παραμυθιού δεν είναι διόλου εύκολη. Χιλιάδες ιδέες αρχίζουν να χοροπηδούν στο μυαλό σου και πρέπει να τις βάλεις σε τάξη, ώσπου να γίνουν μια ιστορία που ν’ αξίζει να τη διαβάσει κανείς.
"Το σπίτι του Μάρτη" χρειάστηκε πολλή δουλειά ώσπου να γίνει σωστό παραμύθι. ΄Επειτα, κοντά σ’ εκείνον το μήνα, ήρθαν κι οι άλλοι μήνες-παιδιά, που ζητούσαν να γράψω και τις δικές τους ιστορίες.
΄Ηρθε ο Απρίλης που είχε το κακό συνήθειο να λέει ψέματα. Ο Μάης, το στερνοπαίδι της Άνοιξης, που τον έστελνε η μάνα του σε παιδικό σταθμό. Ο Iούνιος που έμεινε δίχως φίλους όταν έκλεισαν για καλοκαίρι τα σχολειά. Ο Iούλιος που έπαθε πονόλαιμο από το παγωμένο νερό. Ο Αύγουστος που φοβόταν το σκοτάδι, ώσπου παραμεγάλωσε για χάρη του το αυγουστιάτικο φεγγάρι. Ο Σεπτέμβρης που πρωτοπήγε σχολείο στην τάξη της δασκάλας Συννεφιάς. Ο Οκτώβρης που κρατούσε συντροφιά στον παππού του το Χρόνο για να ξεχνάει τ' αρθριτικά του. Ο Νοέμβρης που προσπαθούσε να σταματήσει το κλάμα της μάνας του της βροχής. Ο Δεκέμβρης που σκαρφίστηκε τα πιο απίθανα δώρα για τους υπόλοιπους μήνες. Ο Γενάρης που ήθελε παγωτό το καταχείμωνο. Κι ο Φλεβάρης, παιδί ανάπηρο, με ανάγκες ειδικές μα και με πάμπολλα ταλέντα και χάρες.

 'Ετσι έγινε και γράφτηκαν τα βιβλία μου: Τα παιδιά της Άνοιξης, Τα παιδιά του Καλοκαιριού, Τα παιδιά του Φθινόπωρου και Τα παιδιά του Χειμώνα. Γιατί οι μήνες είναι παιδιά των εποχών κι όχι του χρόνου, όπως λαθεμένα λένε πολλοί. Ο χρόνος τα έχει εγγόνια!

           
http://www.loty.gr/paramith_analyt_10.htm

 

Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

«Ένα αγγελάκι στα Εξάρχεια» ή οι δυνατότητες αφήγησης των άστρων

του Γιάννη Παπαδάτου, δ.φ.                     
Λέκτορα του Πανεπιστημίου 
του Αιγαίου.
 
(Από το εξαντλημένο βιβλίο  Το υφαντό της Πηνελόπης  – διαχρονικές αναγνώσεις για το έργο και την προσωπικότητα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Επιμέλεια: Β.Δ. Αναγνωστόπουλος,  Εργαστήρι Λόγου και Πολιτισμού Πανεπιστημίου Θεσσαλίας: Βόλος 2008).
 
Η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου είναι μια συγγραφέας που το κάθε μυθιστόρημά της αποτελεί μέρος μιας μεγάλης ενιαίας αφήγησης. Και δεν εννοούμε τη συνήθη φράση ότι «ο κάθε δημιουργός, τελικά, γράφει ένα έργο». Αλλά ότι ο αναγνώστης σε κάθε της έργο αντλεί την αίσθηση του «ενιαίου», αλλά και του δημιουργικού «αποσπάσματος», ώστε κάθε φορά να περιμένει το επόμενο σε μια πορεία «συμπλήρωσης» του «όλου». Ο αναγνώστης, συναντά τους ήρωες από ένα μυθιστόρημα και σε διαφορετική ηλικία σε άλλα μυθιστορήματά της. Έτσι το λογοτεχνικό γεγονός βρίσκεται εν δυνάμει σ’ αυτό το «ενιαίο μυθιστόρημα». Ο αναγνώστης δε, μέσω της  προσδοκίας και της αναδρομής πραγματώνει το κείμενο αενάως διευρύνοντας ταυτόχρονα τον αισθητικό του ορίζοντα.   
     Το έργο της Λ. Π-Α. αποτελεί πρόκληση για όλους όσοι ασχολούνται με τη θεωρία της λογοτεχνίας, κυρίως από την πλευρά της αφήγησης, αλλά και των χαρακτήρων που αποτυπώνει. Χαρακτήρες, οικεία της πρόσωπα, αλλά και του ευρύτερου περιβάλλοντος, που μπορεί να είναι και «οικεία» στον αναγνώστη (π.χ. άλλοι συγγραφείς, σημαίνοντα πρόσωπα της πολιτικής και κοινωνικής ζωής) με πραγματικές, αλλά και φαντασιακές προεκτάσεις πάντα τοποθετημένα ως ενεργά υποκείμενα ατομικών ζητημάτων και κοινωνικών και πολιτικών καταστάσεων, δίνουν στον αναγνώστη την ευκαιρία όχι μόνο να «ταξιδέψει» στο παρελθόν, αλλά προσδοκώντας, όπως προειπώθηκε, τη μυθιστορηματική ενηλικίωση των ηρώων της, παράλληλα κι ο ίδιος, σαν σε καθρέφτη να κοιτάζει τον εαυτό του. Σχεδόν πάντα στα μυθιστορήματά της αφήνει κενά επειδή οι ήρωές της «επανέρχονται» για να «αφηγηθούν» περιστατικά της προσωπικής τους ζωής και συνάμα της κοινωνικής κονίστρας. Απ’ την πλευρά της αφήγησης κρατώντας μια αξιοσημείωτη ισοστάθμιση ανάμεσα στο «προσωπικό» και το «κοινοτικό» αποτυπώνει ή μάλλον μεταλλάσσει ακριβώς ό,τι «ενδιαφέρει» κάθε φορά τον αναγνώστη διαφορετικών ηλικιών. Οι αφηγήσεις της είτε είναι πρώτου προσώπου είτε τρίτου νομίζουμε ότι του δίνουν ακριβώς αυτή την αίσθηση. Εκείνο δηλαδή το γεγονός που θα τον κινητοποιήσει ώστε να προσλάβει δημιουργικά το κείμενο να συστοιχίσει πρότερες εμπειρίες με αυτό και βέβαια να το απολαύσει αισθητικά.


Στο μυθιστόρημα «Ένα αγγελάκι στα Εξάρχεια» με πλαίσιο τα κοινωνικά, ιστορικά και πολιτικά γεγονότα των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων και της δεκαετίας του 1950, σκιαγραφούνται ανάγλυφα πτυχές της καθημερινής ζωής μιας οικογένειας (της οικογένειας της συγγραφέως: αυτό δε δηλώνεται, αλλά εμπίπτει  στον ορίζοντα πολλών αναγνωστών) με κεντρικό πρόσωπο ένα κοριτσάκι, τη Ρούλη, που έφερε αλλαγές προς το καλύτερο σε όλα τα μέλη της. Το μυθιστόρημα παρουσιάζει ενδιαφέρον και από την πλευρά της μορφής αλλά και του περιεχομένου. Το νεογέννητο ήταν άγγελος στον ουρανό που αγάπησε τους ανθρώπους και «διάλεξε» να γεννηθεί θνητή. Η μεταφυσική αποτύπωση ορισμένων  στιγμιότυπων εγγράφει μια «ιδεολογία» η οποία δηλώνει, ότι ο αφηγητής και ο αναγνώστης ταυτίζονται σ’ εκείνον το χώρο όπου ο καθένας μπορεί να ονειρεύεται, να οραματίζεται και να αφήνει χώρο για μεταφυσικές διαστάσεις που δείχνουν τις απεριόριστες δυνατότητες του ανθρώπου. Πολλώ δε μάλλον όταν αυτές οι διαστάσεις δεν είναι καθοριστικές για το μυθιστόρημα αλλ’ ίσως ανήκουν στη σφαίρα του ανεξήγητου και των δυσεξήγητων δυνατοτήτων που μπορεί να κρύβει μια ξεχωριστή προσωπικότητα, όπως στην περίπτωσή μας η Ρούλη. Και βέβαια η συγγραφέας κρατώντας μια θαυμαστή ισορροπία ανάμεσα στο προσωπικό συναίσθημα, τη φαντασία και την πραγματικότητα έπλασε μια ηρωίδα ακριβώς όπως ήταν: χαρισματική, δραστήρια, πάντα με προσφορά απέναντι στον κόσμο και το σπουδαιότερο: με μεγάλη αγάπη για τους ανθρώπους.
 
Στο μυθιστόρημα έχουμε μια πολυσύνθετη λειτουργία του παντοδύναμου αφηγητή. Το αυτοδιηγητικό στοιχείο γνωστών έργων της συγγραφέως (π.χ. Γιούσουρι στην τσέπη, Λάθος κ. Νόιγκερ κ.ά.) εδώ «μεταλλάσσεται» ως προς τη συμμετοχή του αφηγητή στην ιστορία. Η αφήγηση είναι δευτεροπρόσωπη. Το δεύτερο πρόσωπο υποκρύπτει το συγγραφικό «εγώ» το οποίο άλλωστε δηλώνεται και από την Πηνελόπη (την αδερφή της Ρούλης και συγγραφέα του μυθιστορήματος) η οποία διαβάζει πολλά βιβλία και θέλει να γίνει συγγραφέας, αλλά και το δευτεροπρόσωπο αφηγητή που στο τέλος του μυθιστορήματος το φανερώνει. Ο Genette υποστηρίζει ότι η αφήγηση δευτέρου προσώπου ανήκει μάλλον στην κατηγορία της ετεροδιήγησης. Έτσι  και αλλιώς το θέμα παραμένει ανοιχτό. Πιστεύουμε πάντως, στην περίπτωση του συγκεκριμένου μυθιστορήματος, ότι η συγγραφέας, μάλλον κρατάει μια μέση οδό: ο αφηγητής είναι ετεροδιηγητικός όσον αφορά την απόσταση που επιθυμεί να πάρει από τα γεγονότα και το επιτυγχάνει με μαεστρία, αλλά στην ουσία είναι ομοδιηγητικός αφού υπάρχει ταυτοπροσωπία μεταξύ αυτού και της αδερφής της κεντρικής ηρωίδας. Για να αποδειχτεί ότι η συγγραφέας όχι μόνον πειραματίζεται και σε άλλες αφηγηματικές φόρμες αλλά το σημαντικότερο: συνταιριάζει τον κατάλληλο αφηγηματικό τρόπο με το περιεχόμενο, το κοινωνικό του πλαίσιο και κυρίως με τη συναισθηματική του φόρτιση.
 
     Η Λότη Πέτροβιτς σε όλα της σχεδόν τα έργα της χρησιμοποιεί επιτυχημένα μορφές της διακειμενικότητας. Στίχοι και αποσπάσματα έργων από το δημοτικό τραγούδι, τα τραγούδια της εποχής, τον Παπαδιαμάντη και άλλους δημιουργούς μπαίνουν εμβόλιμα στα  διαλογικά μέρη με φυσικό τρόπο δίνοντας ζωντάνια στο κείμενο, ποίηση, προξενώντας συνάμα στον ενήλικο αναγνώστη νοσταλγία για μια εποχή που πέρασε ανεπιστρεπτί και στον μικρό αναγνώστη έμμεση γνώση και αισθητική ευχαρίστηση. Επίσης χρησιμοποιώντας καίρια τις ανακλήσεις αλλά και τις προαγγελίες διευρύνεται ο μυθιστορηματικός χρόνος, μέσω των ηρώων που αναφέρονται σε εικόνες από τη δοκιμασία της κατοχής (πείνα κ.ά.) κι επίσης το ενδιαφέρον του αφηγητή ανανεώνεται μέσω χιουμοριστικών αφηγήσεων (π.χ. το κοκαλάκι κ.ά.) για διάφορες καταστάσεις που εντάσσονται σε εγκιβωτιστικά πλαίσια.
 
     Μία άλλη αρετή που αναδύεται από το συγκεκριμένο μυθιστόρημα είναι η λειτουργική άμεση αλλά και έμμεση σύνδεση των γεγονότων που συμβαίνουν στην οικογένεια με τα γεγονότα τα οποία διαδραματίζονται στην κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. Η δεκαετία του 1950, ήταν μια δεκαετία όπου η ελληνική κοινωνία με ανοιχτές ακόμη τις πληγές του πολέμου, του εμφύλιου και γενικά του πολιτικού και πολιτιστικού ελλείμματος, προσπαθούσε να ορθοποδήσει και να δημιουργήσει εικόνες εκτόνωσης και χαράς. Θα λέγαμε ότι το μυθιστόρημα από την κοινωνιολογική οπτική εκτυλίσσεται σε τρεις αλληλοδιαπλεκόμενους κύκλους: τον κύκλο της «παιδικής οπτικής», της «ενήλικης» και τον κύκλο της «οπτικής της κοινωνίας». Δομές από κάθε κύκλο αρχίζοντας από τον πρώτο, συμπληρώνονται κι ερμηνεύονται από τον επόμενο έχοντας ως συνισταμένη μια κοσμοθεωρητική αρχή που διαπνέει όλο το κείμενο και σχετίζεται με τη δυναμική της παιδικής ηλικίας, την αιώνια παιδικότητα. Μια παιδικότητα με εξαγνιστικά στοιχεία που ενσταλάζει ένα αγαπημένο πρόσωπο στη συγγραφική ανάμνηση γενεσιουργές εικόνες, οι οποίες στη συνέχειά τους διαχέονται στα δρώμενα και  ταυτόχρονα στη μνήμη του αναγνώστη.
   

Ρούλη Πέτροβιτς 11/11/47-5/9/96
Στον πρώτο κύκλο, όπου πρωταγωνιστούν τα παιδιά κι είναι ο κυρίαρχος, περνούν από τα μάτια του αναγνώστη εικόνες με τα χρυσόχαρτα που μάζευαν τότε τα παιδιά, τις γκαζές, τους κάλυκες και τις σφαίρες, απομεινάρια του πολέμου, σκηνές από μαθήματα παιδιών και προπάντων οι τρυφερές στιγμές από τον ερχομό της μικρής Ρούλης, αργότερα της σχολικής της ζωής και των δραστηριοτήτων της. Η συγγραφέας  με λεπτότητα, χιούμορ και δημιουργική αποστασιοποίηση σκιαγραφεί έναν χαρακτήρα με τέτοιο τρόπο ώστε ο αναγνώστης να συνθέσει την τρυφερή και ευαίσθητη προσωπικότητα αρχικά της λιλιπούτειας πρωταγωνίστριας που έλεγε ότι ήθελε να γίνει «αστροπώλις» και αργότερα νεαρής ατθίδας με όνειρα.
 
     Στο δεύτερο κύκλο όπου εντάσσεται δημιουργικά ο πρώτος, αναδύεται μια ολόκληρη εποχή με τις συλλογικές παραστάσεις ομάδων πληθυσμού, με τις συνήθειές τους από μια Αθήνα των Εξαρχείων ιδανική, παρ’ όλες τις πληγές, σε σχέση με το σήμερα, με τα τραγούδια, τους εγχώριους και διεθνείς αστέρες και τα θεάματα της εποχής, με τις ελπίδες και τις ανησυχίες της νέας γενιάς και με αρκετά πρόσωπα που αργότερα αναδείχτηκαν στην κοινωνική και πολιτισμική ζωή του τόπου.

     Τέλος, στον τρίτο κύκλο, της ιστορικής και κοινωνικής πραγματικότητας, εντάσσονται δημιουργικά στα δρώμενα εικόνες του πρώτου κύκλου της οικογένειας (βάφτιση της μικρής κ.ά.) και του δεύτερου της άμεσης περιρρέουσας ατμόσφαιρας με τις έντονες κι εύστοχες πολιτικές συζητήσεις μεταξύ ατόμων διαφορετικών παρατάξεων, η πολιτική αστάθεια της εποχής, οι άστοχες κινήσεις (π.χ. η δολοφονία Μπελογιάννη), οι συνεχείς εκλογές κι η αδικία της εξουσίας απέναντι σε πολίτες και στην οικογένεια των δύο αδελφών.
 
     Και βέβαια υπαινιχθήκαμε παραπάνω για τα δημιουργικά κενά που αφήνει η συγγραφέας στα μυθιστορήματά της.  Ήδη σ’ αυτό το «τμήμα» του «ενιαίου» μυθιστορήματός της τα δρώμενα σταματάνε όταν η κεντρική ηρωίδα είναι ακόμη έφηβη. Το χρονικό άλμα που γίνεται στον «επίλογο» με τις πληροφορίες που δίνονται   για τη δράση όλων των πρωταγωνιστών και κύρια έως την αναχώρηση της Ρούλης, δημιουργούν προσδοκίες στον αναγνώστη για τη «συνέχεια» της ενήλικης πια ζωής της ίσως σε κάποιο επόμενο έργο. Για να αποδειχτεί για μια φορά ακόμη ότι η Λ.Π-Α. μια σημαντική σύγχρονη «συγγραφέας της ύπαρξης», όπως θα έλεγε ο Κούντερα, υπερβαίνει τα «στενά» και ίσως προδιαγεγραμμένα όρια της αφήγησης για να «δείξει» στον αναγνώστη ότι ο αληθινός συγγραφέας πάντα και με διάφορους τρόπους  αποκωδικοποιώντας συνειδητά ή ασύνειδα μετεικάσματα του βίου του, αφηγείται τον «εαυτό» του σε σχέση με τις ανθρώπινες δυνατότητες και τις διαδρομές του καθενός ξεχωριστά αναγνώστη.
To "αγγελακι" μεγάλο... Μητέρα δύο
παιδιών πια, 15 και 17 ετών, λίγο πριν
από την "αναχώρηση" .
 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
1.  Genette, G. Narrative Discourse. Μετ. J. Lewin. Oxford, Basil Blackwell, 1980.  
2.  Goldmann, L. Για μια κοινωνιολογία του μυθιστορήματος.
                Μετ. Ε. Βέλτσου – Π. Ρυλμόν. Αθήνα, Πλέθρον, 1979
3.  Iser, W. The Act of Reading. A theory of aesthetic response.
              Baltimore and London,The Johns Hopkins, University Press, 1991
4.  Jauss, H. R. « Literary History as a Challenge to Literary Theory»,
              Newton, K. M. Twentieth Century Literary Theory-A reader.   
              London, Mc Milan Ltd., 1988.
5.   Κούντερα, Μ. Η τέχνη του μυθιστορήματος. Μετ. Φ. Δρακονταειδής.
               Αθήνα, Εστία,1988 (2)
6.   Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Λ. «Όπως και στ’ αηδόνια». Για την
              παιδική λογοτεχνία. Χωρίς ψευδαισθήσεις. Αθήνα, Πατάκης, 1995.
7.  Τσατσούλης, Δ. Η περιπέτεια της Αφήγησης. Δοκίμια
              Αφηγηματολογίας για την ελληνική και ξένη πεζογραφία. Αθήνα,
              Ελληνικά Γράμματα, 1997.


Το ανέβασμα στον ουρανό
πάντα γοήτευε το "αγγελάκι"...




 

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013

Οι παραμυθικές και μικρές ιστορίες της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου (3)

Της Καθηγήτριας του ΠΤΔΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών
΄Αντας Κατσίκη-Γκίβαλου)

(Από το εξαντλημένο βιβλίο  Το υφαντό της Πηνελόπης  – διαχρονικές αναγνώσεις για το έργο και την προσωπικότητα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Επιμέλεια: Β.Δ. Αναγνωστόπουλος,  Εργαστήρι Λόγου και Πολιτισμού Πανεπιστημίου Θεσσαλίας: Βόλος 2008 – Ανάρτηση κατά παράκληση φίλων).

 (Συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση)

Το βιβλίο Κάθε μέρα παραμύθι, κάθε βράδυ καληνύχτα περιλαμβάνει ένα εισαγωγικό κεφάλαιο, όπου η συγγραφέας εκθέτει με παιγνιώδες ύφος τη σημασία των παραμυθιών για τα παιδιά και το στόχο που γέννησε τα συγκεκριμένα παραμύθια, δηλαδή τη γνωριμία των μικρών παιδιών με τις μέρες της εβδομάδας καθώς και με τα χρώματα και τη δημιουργία τους.
      Ακολουθούν εφτά παραμυθικές ιστορίες που αντιστοιχούν μία σε κάθε μέρα και σε ένα από τα χρώματα της ίριδας. Ο γνωστικός στόχος του βιβλίου γίνεται η αφορμή για τη συγγραφή πρωτότυπων λογοτεχνικών κειμένων, στα οποία το γνωστικό στοιχείο (πέρα από τις μέρες και τα χρώματα γίνεται αναφορά σε φυτά, λουλούδια, ζώα αστερισμούς κ.ά.) υπηρετεί την αφηγηματική τέχνη της γραφής της συγγραφέως. Σύγχρονες αφηγηματικές τεχνικές, όπως η χρήση διακειμένων από ξένα κλασικά παραμύθια, ελληνικά παραδοσιακά δημοτικά τραγούδια, αποσπάσματα σύγχρονης ελληνικής ποίησης ή και η αντιστροφή των παραμυθιών, πλουτίζουν το κείμενο και αποδεικνύουν τη γονιμότητα της συνομιλίας των κειμένων.
  Με ύφος λιτό και παιγνιώδες σε τριτοπρόσωπη αφήγηση, με περιγραφές ρεαλιστικές αλλά και ποιητικές, με διάλογο νευρώδη και με χιούμορ, οι ήρωες των κλασικών παραμυθάδων (΄Αντερσεν, Γκριμ, Περό) συνομιλούν με τα αντικείμενα, τα δέντρα ή τα λουλούδια των παραμυθικών ιστοριών προωθώντας τη δράση της κάθε ιστορίας. Με τα παραμύθια αυτά η συγγραφέας προβάλλει τη σημασία παγκόσμιων ιδεών όπως αυτή της ελευθερίας και εννοιών όπως αυτές της σοφίας και της γνώσης («Ο πράσινος παπαγάλος»). Ακόμη τονίζει την αξία των ανθρώπινων συναισθημάτων και σχέσεων σε αντιδιαστολή με την αξία του υλικού πλούτου και της εξωτερικής εμφάνισης («Η κούκλα με το θαλασσί φουστάνι»).
    Τέλος, θίγει σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα όπως η αποδοχή του διαφορετικού («Το πορτοκάλι που αργούσε να μεγαλώσει»). Παραδοσιακά παραμυθικά χαρακτηριστικά, όπως νεράιδες, μάγισσες, ο ανιμισμός, η αποδέσμευση από το συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο, το μαγικό στοιχείο, συμπλέκονται και συνομιλούν με πραγματικά γεγονότα της αφήγησης και με διακειμενικά στοιχεία από ξένα παραμύθια όσο και από τη λαϊκή και τη σύγχρονη έντεχνη ποίηση (π.χ. Ελύτης).
      Η συγγραφέας χρησιμοποιεί τις παραμυθοσαλάτες, τον εσωτερικό διάλογο των κειμένων, ανατροπές παραδοσιακών παραμυθιών, όπως π.χ. της Kοκκινοσκουφίτσας ή της Ωραίας κοιμωμένης, με τη συνακόλουθη ανατροπή των ρόλων των δύο φύλων, καθώς και την ανατροπή του ανιμισμού του παιχνιδιού που είναι χαρακτηριστικό των κλασικών παραμυθιών. ΄Ετσι η συγγραφέας προσφέρει ένα πλούσιο υλικό με φαντασία και λόγο στο παιδί. Η παραστατικότητα της εικονογράφησης με την εναλλαγή και με το συνδυασμό έντονων χρωμάτων καλλιεργεί ακόμα περισσότερο το ενδιαφέρον του παιδιού για διάβασμα καθώς και την αισθητική του.
 
 

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

Οι παραμυθικές και μικρές ιστορίες της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου (2)


Της Καθηγήτριας του ΠΤΔΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών
΄Αντας Κατσίκη-Γκίβαλου)

(Από το εξαντλημένο βιβλίο  Το υφαντό της Πηνελόπης  – διαχρονικές αναγνώσεις για το έργο και την προσωπικότητα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Επιμέλεια: Β.Δ. Αναγνωστόπουλος,  Εργαστήρι Λόγου και Πολιτισμού Πανεπιστημίου Θεσσαλίας: Βόλος 2008 – Ανάρτηση κατά παράκληση φίλων).

 (Συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση)


Για να κατανοήσει το παιδί τη δημιουργία του κόσμου (πράγμα εξαιρετικά δύσκολο για τις μικρές ηλικίες), αλλά και τη διαπλοκή των κοινωνικών σχέσεων η συγγραφέας χρησιμοποιεί τόσο το λεκτικό χιούμορ όσο και το χιούμορ καταστάσεων. Χαρακτηριστικό απόσπασμα όπου διακρίνει κανείς τις ιδιότητες αυτές του χιούμορ της είναι το ακόλουθο από το κεφάλαιο «Πώς παντρεύτηκε ο γιος του ΄Ηλιου» (σελ. 54).

 «ταν το Φως, ο γιος του 'Ηλιου, κατάλαβε πως είναι ερωτευμένος με τη Νύχτα, τη ρώτησε αν ήθελε να παντρευτούν. Η Νύχτα ήθελε, γιατί κι αυτή ένιωθε ερωτευμένη με το Φως. Αποφάσισαν λοιπόν να γίνει ο γάμος τους αμέσως.
        Πάγωσε ο 'Ηλιος μόλις άκουσε το Φως να του ζητάει την ευχή του.
       - Ε, αυτό θα είναι πια η μεγαλύτερή σου τρέλα, αγανάχτησε. Τι σχέση έχεις εσύ, παιδί μου, με τη Νύχτα;
        - Μια σχέση σοβαρή, πατέρα! βεβαίωσε το Φως. Γι αυτό και θέλω να την παντρευτώ. Εσύ δεν έλεγες πως πρέπει κάποτε να νοικοκυρευτώ και να συμμαζευτώ; H Νύχτα είναι η γυναίκα των ονείρων μου. Θα ζήσουμε μαζί σ' όλη μας τη ζωή.
         - Καλά, αυτό... να το δω και να μην το πιστέψω, είπε μέσ’ απ' τα δόντια του ο 'Ηλιος παγερά.
         Κι οι άνθρωποι στη Γη, εκείνη τη στιγμή, τον είπανε "'Ηλιο με δόντια".

     Και στη συνέχεια, όταν η συγγραφέας περιγράφει τις αντιδράσεις της μητέρας του ΄Ηλιου, της Ατμόσφαιρας, που λιποθύμησε στο γάμο του γιου της, του Φωτός με τη Νύχτα που δεν την ήθελε καθόλου, η χιουμοριστική της διάθεση προβάλλει την πολυσημία των λέξεων και τη μεταφορική τους σημασία (σελ. 59 - 61)


       - 'Ενα γιατρό! 'Ενα γιατρό! άρχισε ο 'Ηλιος να φωνάζει.
      Ο καλύτερος γιατρός στη γειτονιά εκείνη τ' ουρανού ήταν ο Χρόνος. 'Ομως ο Χρόνος είχε σταματήσει να δουλεύει κείνο τον καιρό και είχε πάει ταξιδάκι να ξεκουραστεί. Δεν ήτανε λοιπόν στο γάμο και κανένας δεν μπορούσε να τον βρει.
       - Να της παίρναμε τουλάχιστον την πίεση, μουρμούρισαν οι καλεσμένοι. Πού να βρούμε όμως πιεσόμετρο;
        - 'Εχω μια συσκευή καταλληλότερη εγώ, μίλησε ο 'Ανεμος. 'Εχω βαρόμετρο και είμαι βέβαιος πώς θα μας δείξει πιο καλά τι έχει η κυρά μας η Ατμόσφαιρα.

'Εφερε το βαρόμετρο λοιπόν, κι εκείνο έδειξε πως ήταν χαμηλή η πίεση η ατμοσφαιρική. Φύσηξε τότε ο 'Ανεμος, της δρόσισε το πρόσωπο, και η Ατμόσφαιρα συνήλθε λίγο λίγο. Τη σήκωσε ο 'Ηλιος, τη στήριξε, κι εκείνη ακούμπησε στο μπράτσο του βαριά.
          - Βαριά η Ατμόσφαιρα, κούνησαν το κεφάλι τους οι καλεσμένοι.
          - Γάμος χωρίς κουφέτα πώς θα γίνει τώρα; κλαψούρισε η πεθερά.
          - Θα φτιάξουμε κουφέτα εμείς, είπαν τ' αστέρια πρόθυμα.
          Κι έφτιαξαν κουφέτα από αστερόσκονη μέσα σε δυο λεφτά. Μονάχα που τα πήραν χύμα οι καλεσμένοι όταν έγινε η τελετή. Κι η πεθερά δεν έλεγε να παρηγορηθεί που χάλασαν οι μπομπονιέρες οι χιονάτες.

Στο γλέντι ωστόσο, που έγινε μετά, στο σπιτικό του 'Ηλιου, ξεχάστηκε η ζημιά κι η πεθερά ήρθε στο κέφι. 'Αρχισε το χορό παρέα με τ' αστέρια και χόρεψε τόσο πολύ, ώσπου της έσπασαν στο τέλος τα τακούνια της, που ήταν από πάγο.
          - 'Εσπασε ο πάγος! το πρόσεξαν οι καλεσμένοι.
          'Επειτα η Ατμόσφαιρα ήπιε ξανθό κρασί που είχαν φέρει για το γάμο οι Ηλιαχτίδες. 'Ηπιε τόσο πολύ που φούντωσαν τα μάγουλά της.
          - Ζεστάθηκε η Ατμόσφαιρα, το κουτσομπόλεψαν κι αυτό οι καλεσμένοι. Το γλέντι άναψε λοιπόν για τα καλά. Χόρεψαν όλοι και τραγούδησαν ήπιαν κρασί πολύ, και τελικά τους έπιασε ζαλάδα. Θολώσανε τα μάτια τους κι όλα τα βλέπανε θαμπά, ακόμα και την πεθερά που έσερνε πρώτη το χορό.
           - Θολή η Ατμόσφαιρα μουρμούρισαν ανήσυχοι. Νέφος και ρύπανση θα είναι η θολούρα αυτή.
          Σαν άκουσε τα λόγια τους εκείνη, ταράχτηκε πολύ. Φαντάστηκε πως την κατηγορούν ότι δεν έχει καθαρό το σπιτικό της. 'Αφησε στη μέση το χορό λοιπόν, άρπαξε κάτι συννεφάκια που είχε υφάνει εκείνο τον καιρό και βάλθηκε να ξεσκονίζει.
          - Μέθυσες, γυναίκα, εντελώς, της είπε ο 'Ηλιος. Ξεσκονίζουν όταν έχουνε γιορτή, μπροστά στον κόσμο;
          Μα εκείνη δεν τον άκουγε. Ξεσκόνισε καλά, κι όταν τελείωσε, άρχισε πάλι να χορεύει.
          - Καθάρισε η Ατμόσφαιρα, ψιθύρισαν οι καλεσμένοι.
          Και συνέχισαν το γλέντι για καιρό, που ήταν λίγος και πολύς μαζί, όπως στα παραμύθια.
          Μα κάποτε κουράστηκαν η νύφη κι ο γαμπρός. 'Ηταν η ώρα τους να φύγουν και το γλέντι πια να πάρει τέλος.
          Πρώτη τους φίλησε η πεθερά και τους ευχήθηκε να είναι πάντα αγαπημένοι. 'Επειτα, αγκάλιασε τους καλεσμένους έναν έναν και τους φίλησε κι αυτούς.
-         Τι φιλική η Ατμόσφαιρα, είπαν οι καλεσμένοι μεταξύ τους χαμηλά.  

      ΄Ολο το κείμενο, όπως είδαμε και στα παραπάνω αποσπάσματα, βασίζεται σε προσωποποιήσεις φυσικών στοιχείων όπως ο ήλιος, η ατμόσφαιρα, το φως, το σκοτάδι, η μέρα που είναι μέλη της οικογένειας του ΄Ηλιου, μιας οικογένειας πολύ οικείας στο νεαρό αναγνώστη, καθώς αυτός αναγνωρίζει στους ήρωές της, ενήλικους και ανήλικους, χαρακτηριστικά, ρεαλιστικά και εντελώς απομυθοποιημένα, μελών της δικής του ή φιλικής του οικογένειας.
       Η μυθοπλασία εμπλουτίζεται με διακειμενικά στοιχεία κλασικών παραμυθιών, όπως π.χ. της Ωραίας Κοιμωμένης, ησιόδειας κοσμογονίας και με μοτίβα λαϊκών παραμυθιών. ΄Ετσι κάθε παιδί-αναγνώστης γίνεται δέκτης ενός κειμένου που μπορεί να το προσλάβει σε πολλά επίπεδα, ανάλογα, όχι μόνο με τη συσσωρευμένη  “αισθητική εμπειρία” και “τον ορίζοντα προσδοκίας” του κοινού, αλλά και σύμφωνα με τα προσωπικά του βιώματα, τις κοινωνικές και αναγνωστικές του εμπειρίες και τη δημιουργικότητα της φαντασίας του.
        Η όλη ιστορία της οικογένειας του ΄Ηλιου εγκιβωτίζεται σε μιαν άλλη μικρή ιστορία που αναφέρεται στα κίνητρα συγγραφής του βιβλίου και αποτελείται από το προλογικό και επιλογικό κεφάλαιο. Σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, σε αντίθεση με την τριτοπρόσωπη της κύριας ιστορίας, μέσα από ένα νευρώδη διάλογο και με στοιχεία αυτοαναφορικότητας, η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου μυεί το παιδί στη διαδικασία της συγγραφής ενός βιβλίου από την πλευρά  του συγγραφέα εξοικειώνοντας το, μ’ αυτόν τον τρόπο, έμμεσα, με το δύσκολο θέμα της λογοτεχνικής δημιουργίας.
         Τα κολάζ του βιβλίου, έργο της ίδιας, είναι οργανικά δεμένα με το κείμενο και διευρύνουν την προσληπτική ικανότητα του δέκτη.
         Η Οικογένεια του ΄Ηλιου είναι ένα απολαυστικό βιβλίο και αποτελεί μια ακόμη σημαντική κατάθεση της συγγραφέως στη συνολική προσφορά της που την έχει ήδη καταξιώσει στο χώρο της παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας.
 (Συνεχίζεται στην επόμενη ανάρτηση)