Τετάρτη 28 Αυγούστου 2013

«Λάθος, Κύριε Νόιγκερ!»


 
  
Του Ομότιμου Καθηγητή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας
Β.Δ. Αναγνωστόπουλου

(Από το εξαντλημένο βιβλίο  Το υφαντό της Πηνελόπης  – διαχρονικές αναγνώσεις για το έργο και την προσωπικότητα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Εργαστήρι Λόγου και Πολιτισμού Πανεπιστημίου Θεσσαλίας: Βόλος 2008).



Το μυθιστόρημα Λάθος, Κύριε Νόιγκερ! (*) είναι ελκυστικό και αποξαρχής κερδίζει τον αναγνώστη για το θέμα , την πνευματικότητα, την τεχνική και τη γλώσσα του. Η ιστορία τρέχει γάργαρο νερό, γεμάτη χρώμα και μυστήριο εντεινόμενο, που αιφνιδιάζει στα τελευταία κεφάλαια. Ιδιαίτερα συγκινητικό είναι το τελευταίο σημείωμα του Νόιγκερ «Τριαντάφυλλο μικρό...». (**) Νομίζω ότι είναι από τις μοναδικές σελίδες της ελληνικής λογοτεχνίας. Είναι σελίδα υψηλής λογοτεχνικής αξίας και υψηλού ήθους, αψεγάδιαστη. Πιστεύω ότι στο σύνολό του είναι ένα μυθιστόρημα που μπορεί να σταθεί δίπλα στα κλασικά της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Διακινδυνεύω την άποψή μου γιατί δεν μπορεί να ανατραπούν τα στοιχεία που αναλύω αμέσως:

 α. ΄Εχει άρτια δομή και εσωτερική ισορροπία. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον βρίσκω το τέχνασμα, το λογοτεχνικό εύρημα της παράλληλης γραφής. Νομίζω σε τέτοια πληρότητα πρώτη φορά συναντιέται στην παιδική λογοτεχνία μας. Και ασφαλώς προϋποθέτει εξαιρετικό ταλέντο (στη γλώσσα, στο ήθος, το ύφος...) ώστε να γίνεται κανείς Φίλιππος τη μία και Νόιγκερ την άλλη! Η συγγραφέας το πέτυχε αυτό θαυμάσια.
 
β. Η πλοκή της αφήγησης σιγά σιγά γίνεται σύνθετη για να ερεθίσει περισσότερο το ενδιαφέρον, όταν ο Νόιγκερ «εξαφανίζεται». Η επιστροφή στο παρελθόν μέσα από ζωντανές μαρτυρίες προσφέρουν το αναγκαίο ιστορικό βάθος στην ιστορία και όλα μαζί οδηγούν στη λύση και τη νηφάλια παιδαγωγία.
 
γ. Το θέμα είναι ενδιαφέρον όχι τόσο γιατί μας μεταφέρει σε ένα παραδείσιο χώρο (και αυτό αξιοπρόσεχτο) όσο γιατί ζωντανεύει τη μνήμη και ανακαλούνται ιστορικά πρόσωπα, γεγονότα, μαρτυρίες αρχαιολογικές, βυζαντινές και κυρίως του αιώνα μας. Και νομίζω ότι αυτό είναι εξαιρετική μάθηση και κέρδος μεγάλο του αναγνώστη. Και θεωρώ ότι είναι σημαντικό ότι όλα καταλήγουν σε μια αβίαστη συμφιλίωση και ακόμα στην ενωμένη Ευρώπη! Εδώ πρέπει να πω – αν δεν απατώμαι – πως η συγγραφέας είναι η πρώτη που καταλήγει σ’ ένα γενικά αποδεκτό ιστορικό σημείο: την ενωμένη Ευρώπη. Γιατί πράγματι οι λαοί, χωρίς να χάσουν την ιδιοτυπία τους και τη μνήμη, πρέπει να ζήσουν μαζί. Για όλα αυτά δεν θα μπορούσα να το κατατάξω στα ιστορικά μυθιστορήματα – παρότι η βαθύτερη ουσία του είναι η ιστορία του τόπου και των ανθρώπων – θα έλεγα απλά ότι είναι ένα σύγχρονο μυθιστόρημα κοινωνικού χαρακτήρα (εδώ εννοώ και την προβολή των πολιτικών καταστάσεων).
 
δ. Τα πρόσωπα: ηθικά άρτια, ολοκληρωμένα, ξεκάθαρα και εξωτερικά και εσωτερικά. Ο Φίλιππος  μου άρεσε περισσότερο γιατί είναι ένα ζωντανό και ελεύθερο παιδί χωρίς προκαταλήψεις. Το ότι μέσα στην ιστορία, με τη μια ή την άλλη αφορμή, συμμετέχουν και πρόσωπα των άλλων μυθιστορημάτων είναι πολύ έξυπνο και γιατί παραπέμπουν και γιατί δένουν τέσσερα μυθιστορήματα, θα έλεγα, σε μια τετραλογία, που δημιουργεί έναν κύκλο. Ξεκινάμε από το βιβλίο Ο μικρός αδελφός, φτάνουμε στο Λάθος, Κύριε Νόιγκερ! για να ξαναγυρίσουμε στην αρχή.
 
ε. Η γλώσσα: κι εδώ καινοτομία – πολύ δύσκολο να κατορθωθεί νομίζω – γιατί συνδέεται η σημερινή με κάποια λόγια στοιχεία, που ασφαλώς είναι άγνωστα στους νέους, και οφείλουν να γνωρίζουν τον πλούτο της ελληνικής. Καλή ιδέα το γλωσσάρι στο τέλος. Θεωρώ ότι από πλευράς γλώσσας είναι και μια ένσταση το έργο αυτό στο λαϊκισμό των τελευταίων ετών, που σαν πανώλη ξαπλώνεται στους νέους για να τους καταστήσει γλωσσικά νευρόσπαστα.
 
στ. Επίπεδα ανάγνωσης: Κατ’ ανάγκη, έτσι όπως είναι αρθρωμένο το έργο, βλέπω ότι προκύπτει και ένα άλλο πλεονέκτημα του βιβλίου. ΄Ανετα μπορεί να διαβαστούν αυτοτελώς οι «αναφορές» του Φίλιππου, καθώς και αυτοτελώς τα σημειώματα του Νόιγκερ.
 
ζ. Γενικά, δεν διαπιστώνω μόνο ωριμότητα, με ειδικό βάρος για τη λογοτεχνία μας, αλλά και νέες τεχνικές, νέα ευρήματα, που πιστεύω αυτά «σώζουν» την τέχνη και αυτά ανεβάζουν έναν καταξιωμένο συγγραφέα. Ο συγγραφέας έτσι γίνεται ο ίδιος σκάλα για να την ανέβουν οι αναγνώστες.
 
________________

         http://www.i-read.i-teen.gr/book/lathos-kyrie-noigker
          http://patakis.gr/viewshopproduct.aspx?id=232637

 (**) “… Απέθεσα τα τριαντάφυλλα στο χώμα που σκεπάζει στοργικά τη γηραιά κυρία και της ψιθύρισα για λογαριασμό σου: Danke shön, meine Dame!
     «Πειράζει να της τραγουδήσουμε;» ρώτησε χαμηλόφωνα η μικρή Γκέρντα.
     Για τους νεκρούς, οι άνθρωποι ψέλνουν, θρηνούν. Οι άγγελοι τραγουδούν.
     Τη βεβαίωσα πως δεν πειράζει.
     Σιγανά, μόλις που ακούγονταν, τραγούδησαν και οι τρεις, ο Φίλιππος, ο Χανς και η Γκέρντα:
                   Röslein, Röslein, Röslein rot
                   Röslein auf de Heide…
       Σεβαστή Κυρία… Πολλοί άνθρωποι πεθαίνοντας αφήνουν σ’ αυτόν τον κόσμο παιδιά. ΄Αλλοι κατορθώματα εξίσου σημαντικά. Εσείς, εκτός από πολλές εξαίρετες πράξεις και αναμνήσεις, αφήσατε σ’ αυτά τα τρία παιδιά την πεποίθηση πως η ανθρωπιά δεν έχει εθνικότητα. Danke shön, meine Dame!”

Το κοιμητήρι
 

Τρίτη 20 Αυγούστου 2013

Η γενναία Μάρω Λοίζου




 Για όσους αγαπούν τα παιδιά και τα βιβλία που γράφονται γι’ αυτά, η Μάρω Λοϊζου μένει αλησμόνητη, πάντα παρούσα στις βιβλιοθήκες, στα διαβάσματά τους, στη μνήμη τους. Η Μάρω έζησε γενναία, αγωνίστηκε γενναία για το σωστό και το δίκιο, πάλεψε γενναία με την αρρώστια της  ως την τελευταία  στιγμή. Που ήρθε σαν σήμερα, το 2007.

Το πολύτιμο έργο που άφησε την κατατάσσει στα πρώτα ονόματα συγγραφέων της χώρας μας, που διάλεξαν ως αναγνωστικό τους κοινό κυρίως τα παιδιά και τους νέους. Τα όσα γράφτηκαν από ειδικούς σχετικά με την προσφορά της στον κλάδο αυτό των Γραμμάτων μας, θα βεβαιώνει πάντα του λόγου το αληθές.
 
 

 


 

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2013

Με αφορμή την επέτειο του μεγάλου ξεριζωμού


Η προφητεία του κόκκινου κρασιού *
του Γιάννη Σ. Παπαδάτου, κριτικού και
Λέκτορα του Πανεπιστημίου του Αιγαίου**


                                                                                                Μελένικο, 5.8.1913 – 5.8.2013   

Στις μέρες μας η ιστορία  γράφεται μάλλον με τη λογική των κανονιοφόρων. Κι η τηλεόραση με τη σειρά της "προσφέρει" κατά το δοκούν στα πλήθη. Αλλ’ η ιστορία πέρα από τη σύγχρονη τηλεόραση και βεβαίως από τα επιστημονικά βιβλία «γράφεται» και στη λογοτεχνία. Κυρίως στα ιστορικά μυθιστορήματα. Από εκεί ο απλός αναγνώστης μπορεί καλύτερα να μάθει, να εμπλουτίσει, να συνθέσει τις γνώσεις του, να κατανοήσει το βάθος και το πλάτος των ανθρώπινων πράξεων, την αποθέωση του πνεύματος αλλά και την τραγικότητα της  ύπαρξης. Αλήθεια, από πού ο ρωσικός λαός έμαθε καλύτερα την ιστορία του ή ο γαλλικός για τη δική του; Ο Ντοστογιέφσκι κι ο Τολστόι ή ο Ουγκώ κι ο Μπαλζάκ μήπως έπαιξαν ρόλο; Όλα αυτά ήρθαν στο νου μου διαβάζοντας το μυθιστόρημα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου Η προφητεία του κόκκινου κρασιού.
     Ζούμε σε εποχές όπου η περιρρέουσα ατμόσφαιρα αρχίζει ξανά να γεμίζει από σωτήρες και περίεργες λογικές όπως οι εισβολές σε κράτη, που βαφτίζονται «ειρηνικές κινήσεις» ή οι διεκδικήσεις περιοχών με ψυχρές λογικές σύγχρονων δικτατόρων και με αστείες στην επιφάνεια πλην όμως σοβαρές στο βάθος απαιτήσεις κατοχής τμημάτων κυρίαρχων κρατών. Έτσι τα γεγονότα του παρελθόντος είναι πάντα επίκαιρα. Επειδή σαν σε καθρέφτη μας βοηθούν να δούμε τους άλλους και συνάμα τον εαυτό μας.
     Υπ’ αυτή την έποψη η πληροφόρηση στο βαθμό που γίνεται μέσα από τη λογοτεχνία και κυρίως από το ιστορικό μυθιστόρημα, είναι πληροφόρηση ουσίας. Γιατί ο ρεαλισμός του και η αποτυπωμένη ιστορική γνώση ως αποτέλεσμα εμβριθούς και αντικειμενικής έρευνας παίρνουν υπόψη τους την ατομική και διαπροσωπική λεπτομέρεια και το συναίσθημα. Κι όταν το συναίσθημα δεν καταλήγει σε μελοδραματικές αποστροφές το ιστορικό γεγονός μέσω της λογοτεχνίας γίνεται γνώση, συνείδηση κι όχι εκδίκηση, γίνεται κρίση, σύγκριση, επιχείρημα και όραμα απέναντι σε ό, τι επίβουλο και ανιστόρητο εμφανίζεται. Όλ’ αυτά που είναι αρετές του καλού ιστορικού μυθιστορήματος τα περιέχει Η προφητεία του κόκκινου κρασιού.
 Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα κομίζοντας ιστορία δύο αιώνων, εστιάζει κατά το μεγαλύτερο μέρος του στο Μελένικο, ιστορική βυζαντινή πόλη, από τα σημαίνοντα κέντρα του ελληνισμού,  η οποία τροφοδότησε πολλαπλώς τον αγώνα της απελευθέρωσης από τους Τούρκους αλλά και την μετεπαναστατική Ελλάδα με έργα πράξης και με εξέχουσες προσωπικότητες. Από τις αρχές του 19ου αι. όπου το Μελένικο άκμαζε για το θαυμαστό εμπόριο μεταξιού, δερμάτων, αγροτικών προϊόντων αλλά κυρίως κόκκινου κρασιού, με οίκους στη Βιέννη και αλλού και αργότερα, ως τις αρχές 20ού αιώνα, όταν με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913) παραχωρήθηκε στη Βουλγαρία.  
     Η συγγραφέας χρησιμοποιεί ως πρωταγωνιστές πρόσωπα του ιστορικού γενεαλογικού της δέντρου τα οποία συμμετείχαν σε κεφαλαιώδη γεγονότα της νεοελληνικής ιστορίας καθώς και μυθιστορηματικά πρόσωπα που ολοκληρώνουν την υπόθεση. Τα ιστορικά πρόσωπα της οικογένειας Χρηστομάνου, ο Αναστάσιος και ο Εμμανουήλ, συμμετείχαν στην ιδρυτική διακήρυξη του «Κοινού Μελενίκου» (1813) ενός πρωτοποριακού, ακόμη και για σήμερα, καταστατικού χάρτη με κανονιστικά, συνταγματικά, πολιτικά και συνάμα ουμανιστικά στοιχεία που καθόριζε ζητήματα ισότητας, ισονομίας, τερματισμού του διαχωρισμού σε τάξεις, αλληλοβοήθειας, οργάνωσης και λειτουργίας διάφορων θεσμών (εκκλησία, εκπαίδευση, υγεία κ.ά.). 

Οι υπογράψαντες το "Κοινόν Μελενίκου"
       Η υπόθεση είναι πλούσια σε πρόσωπα, γεγονότα και καταστάσεις. Η αφήγηση χρησιμοποιεί μια  διπλή αφηγηματική πορεία: εναλλάσσεται σε χρονικές περιόδους σε δύο επίπεδα. Στο ένα επίπεδο ένας πατέρας με την κόρη του –ο γνωστός από άλλα μυθιστορήματα της συγγραφέως, Αλέξης Νόιγκερ-, εν έτει 2005, ταξιδεύουν προς το Μελένικο κατ’ εντολήν της μητέρας και γιαγιάς, προκειμένου να ανεύρουν μια εικόνα, την Τρικέφαλη Τριάδα, ιστορικό κειμήλιο της οικογένειας Χρηστομάνου. Εκεί συναντούν συνεχείς εκπλήξεις και «ολοκληρώνουν» κομμάτια της ιστορίας που τους ήταν κενά. Στο άλλο επίπεδο που είναι και το κατ’ εξοχήν ιστορικό, μέσα από την εξελικτική στο χρόνο πορεία προσώπων της οικογένειας και σε ορισμένες περιόδους (1813, 1834, 1885, 1913), παρακολουθείται το ιστορικό κειμήλιο στην πορεία του από το Μελένικο, στη Βιέννη, στην Οδησσό και πάλι στο Μελένικο.
Ελισάβετ Αναστασίου
Χρηστομάνου, σύζυγος
Θεοδοσίου-Νατάλη
 Πέτροβιτς
1812-1885
      Το κειμήλιο κατά εποχές συνδέεται με θεραπευτικούς λόγους αλλά και με εθνικούς σκοπούς. Πρόσωπα και γεγονότα περνάνε στην εξέλιξη της ιστορίας τα οποία δένονται στα δύο επίπεδα: ο απόηχος της δράσης του Ρήγα, η δίκη του Κολοκοτρώνη και του Πολυζωΐδη, η προσωπικότητα του Πολυζωΐδη, ο Σούμπερτ, η Φιλική Εταιρεία, η ίδρυση του «Κοινού Μελενίκου», η δράση του ελληνικού στρατού κατά τους πολέμους μετά το κύλισμα του 20ού αιώνα, των τούρκικων και αργότερα βουλγαρικών οργανώσεων και δυνάμεων της περιοχής, η μικρόνοη και παντελώς ανιστόρητη δράση των ισχυρών της Ευρώπης σχετικά με το μοίρασμα της περιοχής, η τραγική αποχώρηση των Μελενικιωτών στους δρόμους της προσφυγιάς. Επίσης μέσα από την αφήγηση ενός ήρωα, του Στάνοφ, γέρου πια - «έρχεται» από ένα άλλο μυθιστόρημα της συγγραφέως-, αποκαλύπτονται μυστικά και γεγονότα που έχουν σχέση με δημιουργικά κενά της πλοκής αλλά και του σύνολου έργου της κι επίσης αναφέρονται και υπογραμμίζονται γεγονότα του μεγαλύτερου μέρους του 20ού αιώνα σχετικά με την κοινωνική και πολιτική κατάσταση στη Βουλγαρία.


Αναστάσιος
Πολυζωίδης
  Η τριτοπρόσωπη αφήγηση έχει συγκρατημένη συναισθηματική φόρτιση. Ο λόγος είναι ρέων, λιτός στα ιστορικά γεγονότα, γλαφυρός και ζωντανός στους διαλόγους αλλά και ποιητικός σε περιγραφές ή καυστικός στην αποτύπωση έμμεσων κρίσεων. Η πορεία της συγγραφέως στο μυθιστορηματικό λόγο την έχουν εφοδιάσει με εκείνες τις δυνατότητες ώστε να «μεταφέρει» ιστορικά γεγονότα και τεκμήρια ιστορίας με μια θαυμαστή αφηγηματική δεινότητα. Τα μυθιστορηματικά γεγονότα κομίζοντας αδιάψευστες μαρτυρίες, όπως και τα κείμενα συγγραφέων πρωταγωνιστών μεταφέρουν και ενσταλάζουν στον αναγνώστη ζωντανές εικόνες της νεοελληνικής ιστορίας. Η συγγραφέας  ισορροπώντας με συνέπεια το γεγονός και τη συναισθηματική του φόρτιση, συγκινεί δημιουργικά τον αναγνώστη και συνάμα έμμεσα του μεταδίδει ανάγλυφες εικόνες εν πολλοίς άγνωστες.
     Παράλληλα το μυθιστόρημα διαπνέεται από μια σύγχρονη διαπολιτισμική συλλογιστική. Εντάσσεται στο είδος του ιστορικού μυθιστορήματος με στοιχεία του λεγόμενου εξελικτικού μυθιστορήματος (Bildungsroman)  με κοινή κοσμοθεωρητική βάση την αντιπολεμική και διαπολιτισμική συνιστώσα, οι οποίες το εμποτίζουν διαλεκτικά, δίνοντάς του μια διαχρονική επικαιρότητα ικανή να ερμηνεύσει την πραγματικότητα στην εθνική και τη διεθνή πολιτικοκοινωνική κονίστρα.
     Βέβαια η λογοτεχνία δεν μπορεί να αλλάξει τη ροή της ιστορίας. Μπορεί όμως να διαμορφώσει συνειδήσεις που μπορούν με τη σειρά τους να αλλάξουν τα πράγματα Και βιβλία σαν την Προφητεία του κόκκινου κρασιού είναι διαμάντια αφενός μιας απολαυστικής αισθητικά ανάγνωσης και αφετέρου διαμόρφωσης μιας αντικειμενικής θέασης ιστορικών γεγονότων τα οποία δεν αποτελούν  μουσειακά «εκθέματα», αλλά ενέχουν τη δυναμική μιας ρέουσας πραγματικότητας που στην κάθε της στιγμή εμποτίζεται από μετεικάσματα μνήμης, αλήθειας και γνώσης ικανά να κινήσουν το παρόν και να οραματιστούν το μέλλον.

    http://www.i-read.i-teen.gr/book/i-profiteia-toy-kokkinoy-krasioy
    http://www.patakis.gr/viewshopproduct.aspx?id=580767 

Τετάρτη 31 Ιουλίου 2013

Επειδή ο Αύγουστος φοβόταν τα σκοτάδια…


Ο τρίτος γιος, το στερνοπαίδι του Καλοκαιριού και της γυναίκας του της Ζέστης, όταν ήτανε μικρός φοβόταν τα σκοτάδια. Τη νύχτα δεν έλεγε να κοιμηθεί. Και μόλις έπαιρνε ο ύπνος τους γονείς του, στηνόταν στο παράθυρο και κοίταζε τ’ αστέρια ως το πρωί.
   - Εεεε! Γιατί δεν πας να κοιμηθείς εσύ, μικρέ; του φώναξε μια νύχτα ένα αστεράκι. Τι περιμένεις;
   - Περιμένω την αυγή, του αποκρίθηκε. Δε θέλω να ’μαι στα σκοτάδια…
   - ΄Ακου τι περιμένει μες στη νύχτα! γέλασε το αστέρι. Και πώς σε λένε φίλε;
   - Δεν έχω ακόμα όνομα, ντράπηκε κείνος. Ο παππούς ο Χρόνος όμως λέει πως, σαν έρθει η ώρα, θα με βαφτίσει ένας τρανός νονός, ο ΄Ηλιος!...
   ΄Ετσι κι έγινε. Σαν έκλεισε ο μικρός την έκτη μέρα, το Καλοκαίρι και η Ζέστη αποφάσισαν πως ήταν πια καιρός για τα βαφτίσια. Κάλεσαν φίλους, κάλεσαν συγγενείς κι ακούμπησαν το γιο τους στην πιο ψηλή κορφή ενός βουνού. Εκεί ο ΄Ηλιος, σαν νονός, πρώτα τον έλουσε και ύστερα τον τύλιξε με φως.
    - Τον ονομάζω Αύγουστο, είπε μ’ επίσημη φωνή και τον παρέδωσε στη Ζέστη.
    - Καλή φώτιση να ’χει, μουρμούρισε ο Χρόνος που, σαν παππούς, ήτανε πρώτος πρώτος καλεσμένος στα βαφτίσια και ήξερε το φόβο του εγγονού του.
    - ΄Εννοια σας και για τη φώτιση εγώ είμαι δω! δήλωσε ο ΄Ηλιος. ΄Ολη τη μέρα θα τον φωτίζω μοναχός μου. Και για τη νύχτα, θα του χαρίσω ένα καντήλι ασημένιο αλλά παράξενο: ΄Οσο ο αναδεξιμιός μου θα φοβάται τα σκοτάδια, το καντήλι αυτό θα μεγαλώνει. Όταν θα πάψει πια να τα φοβάται, θ’ αρχίσει να μικραίνει. Αυγουστιάτικο φεγγάρι θα το λένε και θα είναι το λαμπρότερο που έφτιαξα ποτέ!»….

(Aπό το βιβλίο «Τα παιδιά του Καλοκαιριού» - Σειρά: Ιστορίες με τους 12 μήνες, Πατάκης 1988, 20η έκδοση 2018. Εικ.: με κολάζ της Λ.Π.-Α.)

http://www.patakis.gr/viewshopproduct.aspx?id=176608


Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

Τα χαρακτηριστικά και η αξία της παιδικής/νεανικής λογοτεχνίας (2)


Από το βιβλίο «“Όπως και στ’ αηδόνια” - για την παιδική λογοτεχνία χωρίς ψευδαισθήσεις, Πατάκης 1995  http://www.loty.gr/meletimata_analyt_3.htm
(Συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση)

 Μήπως οδηγούμαστε λοιπόν στη σκέψη ότι είναι θέμα της ιδιοσυγκρασίας του συγγραφέα και της στάσης του έναντι της ζωής το αν γράφει ή όχι για παιδιά; Ναι, θα λέγαμε, εφόσον συνυπάρχει σ' αυτόν και η ξεχωριστή ικανότητα να παράγει κείμενα και με τ' άλλα χαρακτηριστικά που αναφέραμε, χωρίς να προδίδει την τέχνη του. Με άλλα λόγια, εφόσον διατηρεί όντως την παιδικότητα του, πράγμα που σημαίνει όχι μόνο ότι εξακολουθεί να θυμάται πώς ένιωθε όταν ήταν ο ίδιος παιδί αλλά ότι μπορεί και τώρα να νιώθει σαν παιδί, να βλέπει με παιδική ματιά τον κόσμο. Κι αυτό βέβαια χωρίς να απεμπολεί την ωριμότητά του που του επιτρέπει σήμερα, ανάμεσα στ' άλλα, να είναι ικανός για λογοτεχνική δημιουργία, να κάνει τις επιλογές του και να παίρνει τις αποφάσεις του.
     Να όμως εδώ που μπορεί άλλο ένα ερώτημα να τεθεί: Είναι πάντα επιλογή του συγγραφέα αν θα γράψει ή όχι για παιδιά και δική του απόφαση αν θα χαρακτηριστεί το βιβλίο του "παιδικό";
     Ασφαλώς δεν είναι πάντα. Βέβαια υπάρχουν συγγραφείς που από πείρα πια γνωρίζουν ότι αυτά που γράφουν έχουν τα χαρακτηριστικά των κειμένων για παιδιά. Στα "παιδικά/νεανικά" κατατάσσει ο εκδότης τα βιβλία τους κι εκείνοι αποδέχονται με χαρά τον τίτλο του "συγγραφέα παιδικών βιβλίων". Είναι δίχως άλλο γιατί πιστεύουν στη ρήση του C.S. Lewis ότι "μια ιστορία για παιδιά είναι η καλύτερη μορφή τέχνης για να πεις εκείνο που θέλεις".[i] 'Η γιατί προτιμούν κι εκτιμούν περισσότερο τα παιδιά ως αναγνώστες από τους ενήλικους, ως ειλικρινέστερα και πιο αυθόρμητα στις αντιδράσεις τους -κι αυτό φαίνεται π.χ. στα γράμματα που στέλνουν και στις ερωτήσεις που υποβάλλουν όταν ένας συγγραφέας επισκεφτεί το σχολείο, την παιδική βιβλιοθήκη ή τον όποιο χώρο τους. 'Η γιατί συντάσσονται με την άποψη του Llοyd Alexander ότι... "τα λογοτεχνικά βιβλία για παιδιά γράφονται για να διαβάζονται, τα βιβλία για μεγάλους γράφονται για να συζητιούνται στις κοσμικές συγκεντρώσεις"![ii]

Yπάρχουν όμως άλλοι συγγραφείς που δηλώνουν πως διόλου δεν τους απασχολεί η ηλικία του ενδεχόμενου αναγνωστικού τους κοινού, κι ότι άλλοι -οι εκδότες- αποφασίζουν τελικά πού θα τα κατατάξουν τα βιβλία τους.[iii]  Δεν μπορεί κανείς ν' αμφισβητήσει την ειλικρίνεια τέτοιων δηλώσεων. Μπαίνει ωστόσο στον πειρασμό να σκεφτεί ότι τέτοιες δηλώσεις γίνονται τις περισσότερες φορές απ' όσους προσπαθούν ν' αποφύγουν την ετικέτα "συγγραφέας παιδικών βιβλίων" και τη συγκατάβαση ή την "γκετοποίηση" που συχνά η ετικέτα αυτή συνεπάγεται, αφού στην εποχή μας υποτιμάται ακόμα η παιδική λογοτεχνία και οι δημιουργοί της όχι μόνο από μεγάλο τμήμα του ανίδεου κοινού αλλά και από μερίδα των πνευματικών ανθρώπων.[iv]
     Τέλος υπάρχουν και οι περιπτώσεις συγγραφέων που έχουν μεν την επιθυμία το βιβλίο τους να χαρακτηριστεί "παιδικό" και ο εκδότης δεν διαφωνεί, αλλά τελικά διαφωνούν οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, τα παιδιά, αφού το βιβλίο δεν έχει τα χαρακτηριστικά που θα το κάνουν ελκυστικό γι' αυτά. 'Η διαφωνούν οι ενδιάμεσοι ενήλικοι (παιδαγωγοί, δάσκαλοι, γονείς, βιβλιοθηκονόμοι κ.λπ.) που συνήθως μεσολαβούν για να φτάσουν τα βιβλία στα παιδιά.
     Τούτο το τελευταίο συμβαίνει επειδή, πέρα από τα χαρακτηριστικά για τα οποία μιλήσαμε, οι ενδιάμεσοι αυτοί ενήλικοι αναζητούν κατά κανόνα και μερικά ακόμη, που τα θεωρούν απαραίτητα. Τρία είναι τα κυριότερα:
    (α) να μη χρησιμοποιείται η παιδική λογοτεχνία ως μέσο προπαγάνδας ή προσηλυτισμού,
    (β) να γίνεται πολύ προσεκτική προσέγγιση σε θέματα και σκηνές γύρω από το σεξ,
    (γ) ν' αποφεύγεται η βωμολοχία.
     Ευνόητο είναι ότι η αναζήτηση τέτοιων χαρακτηριστικών δεν υποδηλώνει -τουλάχιστον όχι πάντα- κάποια τάση λογοκρισίας ή σεμνοτυφίας των ενηλίκων, όπως π.χ. δε σημαίνει υποστήριξη της ποτοαπαγόρευσης η αντίρρηση τους να καταναλώνουν οι ανήλικοι οινοπνευματώδη ποτά.
     Ο αντίλογος εδώ είναι ότι τα σημερινά παιδιά, ακόμα και των πολύ μικρών ηλικιών, είναι εκτεθειμένα στον καθημερινό καταιγισμό εικόνων, πληροφοριών και διαφημίσεων από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και κυρίως από την τηλεόραση, όπου όλα τα βλέπουν κατά κόρον, και απ' όπου ασκούνται από τους μεγάλους, συνειδητά ή όχι, πλήθος προπαγάνδες (π.χ. υπέρ του καταναλωτισμού, του κομματισμού, της ασυδοσίας, της βίας, ακόμη και του εγκλήματος), οι οποίες βέβαια θεωρούνται απαράδεκτες για τα παιδικά λογοτεχνικά βιβλία. Σήμερα τα παιδιά τα ξέρουν όλα, σε τίποτα σχεδόν δε διαφέρουν από τους ενήλικους. 'Αρα;
     'Αρα δε μένει παρά να σημειώσουμε ό,τι και στην αρχή: "Εκείνοι που επιμένουν να θυμούνται την ανάγκη της παιδικής ηλικίας επιτελούν έργο πολύτιμο". Αν η λογοτεχνία για παιδιά δεν ξεχνάει την ανάγκη αυτή, τότε το έργο της είναι πολύτιμο και η αξία της μεγάλη.
     Οι αντιρρησίες έχουν ασφαλώς να κάνουν δύο ακόμη παρατηρήσεις: Η πρώτη είναι ότι τα λογοτεχνικά παιδικά βιβλία που κυκλοφορούν δεν είναι όλα υψηλής ποιότητας, συχνά μάλιστα εντοπίζονται και "σκουπίδια". Και η δεύτερη ότι η κάθε εποχή έχει τη δική της αντίληψη για το τι ακριβώς είναι ή πρέπει να είναι η παιδική ηλικία.
     Η απάντηση στην πρώτη παρατήρηση είναι ότι "σκουπίδια" μαζεύονται πάντα γύρω από κάθε τέχνη. Πλήθος οι αμφίβολης ποιότητας ποιητικές συλλογές, οι μέτριοι ζωγραφικοί πίνακες, οι αποτυχημένες μουσικές συνθέσεις, τα απαράδεκτα τραγούδια κ.λπ. Κανείς ωστόσο δε σκέφτηκε ν' αμφισβητήσει γι' αυτό την αξία της ποίησης, της ζωγραφικής ή της μουσικής. Απλώς χρειάζεται να προβληθούν τα αξιόλογα και να επικριθούν τα χαμηλής ποιότητας έργα. Κι αυτό είναι δουλειά της κριτικής. Μόνο που η κριτική, ως προς την παιδική λογοτεχνία, είναι γνωστό ότι στον τόπο μας υστερεί.[v]  Γι' αυτό και είναι αυξημένη η ευθύνη τόσο των εκδοτών όσο και των συγγραφέων που γράφουν για παιδιά. Κανείς βέβαια δεν μπορεί να ζητήσει ευθύνη από ένα λογοτέχνη, την ώρα της δημιουργίας. Την ώρα εκείνη είναι και πρέπει να είναι απόλυτα ελεύθερος να γράψει το κείμενο που θέλει. Από τη στιγμή όμως που αποδέχεται τον τίτλο του συγγραφέα βιβλίων για παιδιά ή απλώς δέχεται να περιληφθεί το βιβλίο του στους εκδοτικούς καταλόγους παιδικών βιβλίων, αυτόματα αναλαμβάνει και τις ανάλογες ευθύνες, άρα οφείλει να σέβεται το αναγνωστικό του κοινό αλλά -αναπόφευκτα- και τους "ενδιάμεσους" ενηλίκους.
 Ως προς τη δεύτερη παρατήρηση: Αναμφίβολα οι αντιλήψεις για τα γνωρίσματα και τις ιδιότητες τις παιδικής ηλικίας διαφοροποιούνται με το πέρασμα των χρόνων. Ασφαλώς και δεν ασπαζόμαστε σήμερα, π.χ., τη βικτωριανή αντίληψη περί "αγγελικής αθωότητας" της παιδικής ηλικίας. Σήμερα όλο και περισσότερο αντιλαμβανόμαστε την περίοδο αυτή της ζωής του ανθρώπου ως εποχή αδυναμίας και εξάρτησης από τους ενηλίκους που πρέπει να αντιμετωπιστεί με βαθύτερη ψυχολογική κατανόηση και ουσιαστικότερη συμπαράσταση. 'Εχει όμως και κάποια μόνιμα χαρακτηριστικά η παιδική ηλικία που σίγουρα μένουν αναλλοίωτα. Είναι η εποχή των μεγάλων ονείρων, της ειλικρίνειας, της δίψας για το καλό και το δίκιο, της αυθορμησίας, της φρέσκιας, καθαρής ματιάς που βλέπει τον αυτοκράτορα γυμνό και δε διστάζει να τ' ομολογήσει. Είναι η εποχή της συναισθηματικής επώασης του αυριανού ανανεωτή αλλά και συνεχιστή του ανθρώπινου πολιτισμού.
     Σήμερα, όπως ειπώθηκε ήδη, υποστηρίζεται ευρύτατα πως η κακή χρήση των μέσων μαζικής επικοινωνίας μετατρέπει τα παιδιά σε μικρομέγαλα πλάσματα και την παιδική ηλικία σε περίοδο άγχους, παρεξήγησης και, τελικά, απομόνωσης. Υποστηρίζεται επίσης ότι τα παιδιά "δέχονται δια της βίας λανθασμένη παιδεία" και ότι "το σύστημα παράγει μεγαλοφυΐες με μια υπερβολικά διανοουμενίστικη προσέγγιση στη ζωή, που όμως παραμένουν συναισθηματικά απαίδευτοι". [vi]  Τη συναισθηματική παιδεία που λείπει μπορεί, ως ένα βαθμό, να την αναλάβει η παιδική λογοτεχνία, ακριβώς λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της. Και εκεί κυρίως έγκειται σήμερα η αξία της. Αν φέρουμε όσο κοντύτερα γίνεται τα παιδιά με τα παιδικά βιβλία, τότε ασφαλώς η παιδική λογοτεχνία θα βοηθήσει -στο μέτρο των δυνατοτήτων της- να εξακολουθήσουν να υπάρχουν παιδιά πραγματικά και όχι πρόωρα γερασμένοι ανήλικοι. Γιατί "ένας κόσμος χωρίς παιδιά θα ήταν εφιαλτικός ακόμα και για τον κόσμο της Αποκάλυψης".[vii]




[i]. C.S.Lewis Οn Three Ways οf Writing fοr Children, στο Οnly Cοnnect, με διάφορα δοκίμια, επιμέλεια της Sheila Egοff, Οxfοrd Uniνersity Press, Canada: 1980, σελ.180.
[ii]. Βλ. Jane Yοlen Writing bοοks fοr children, Bοstοn: The Writer inc., 1984, σελ.1
[iii]. Bλ. π.χ. τις απόψεις του Michael Ende στο άρθρο του Το γράψιμο, ένα αυθόρμητο παιχνίδι, στο περιοδικό ΔIΑΔΡΟΜΕΣ, τ.5/1987, σελ.20-34.
[iv]. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα. Βλ. το άρθρο της Ann Thwaite Η δημιουργία παιδικών βιβλίων - Πρόθεση και σκοποί, στο περιοδικό ΔIΑΔΡΟΜΕΣ, ο.π. σελ.36-39.
[v]. Βλ. Λ. Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου Η παιδική λογοτεχνία στην εποχή μας, Aθήνα, Καστανιώτης 1990, σελ.79-96.
[vi]. Δήλωση του Καθηγητή Γουίτφιλντ, του Βρετανικού Οικογενειακού Συμβουλίου. Βλ. το άρθρο Σε αναζήτηση νέων υγιών προτύπων για την οικογένεια, εφημ. Η ΚΑΘΗΜΕΡIΝΗ, 21.11.93,σελ.40.
[vii]. J. Huizinga Hοmο Ludens, Λονδίνο 1938.

Σάββατο 27 Ιουλίου 2013

Τα χαρακτηριστικά και η αξία της παιδικής/νεανικής λογοτεχνίας (1)


(Από το βιβλίο “Όπως και στ’ αηδόνια” - για την παιδική λογοτεχνία χωρίς ψευδαισθήσεις, Πατάκης 1995) http://www.loty.gr/meletimata_analy t_3.htm
Δεν είναι λίγες οι μελέτες που δημοσιεύονται τα τελευταία χρόνια και επιβεβαιώνουν επιστημονικά κάτι που μπορεί να επισημάνει και κάθε απλός παρατηρητής των κοινωνικών φαινομένων: Η παιδική ηλικία τείνει να εξαφανιστεί, λόγω του σύγχρονου τρόπου ζωής και ειδικότερα εξαιτίας της τεράστιας, σαρωτικής επίδρασης που ασκεί καθημερινά η τηλεόραση.[1]  'Ολο και περισσότερο εκλείπουν οι διαφορές μεταξύ ενηλίκων και παιδιών στην πληροφόρηση, στους τρόπους εκφράσεις, στο ντύσιμο, στις αντιδράσεις. Στις σημερινές κοινωνίες το παιδί ωθείται από τους μεγάλους -συνειδητά ή όχι- να συμπεριφέρεται σαν ενήλικος. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργούνται "μικρομέγαλα" πλάσματα που δρουν όχι όπως είναι φυσικό για την ηλικία τους αλλά όπως τους υποδεικνύουν, άμεσα ή έμμεσα, κυρίως τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.
     Προβληματισμένος βαθύτατα από τις διαπιστώσεις αυτές, ένας ξένος ερευνητής γράφει: "Είναι αδιανόητο ότι ο πολιτισμός μας θα ξεχάσει πως χρειάζεται παιδιά. Ωστόσο κοντεύει να ξεχάσει ότι τα παιδιά χρειάζονται την παιδική τους ηλικία. Εκείνοι που επιμένουν να το θυμούνται, επιτελούν έργο πολύτιμο".[2]
     Σε κείνους που δεν μπορούν να ξεχάσουν την ανάγκη της παιδικής ηλικίας συγκαταλέγεται και ο συγγραφέας που γράφει για παιδιά, ίσως γιατί την αισθάνεται έντονα ως δική του ανάγκη πρώτα. Είναι ο συγγραφέας που δεν έχασε και δε θέλει να χάσει το κομμάτι εκείνο του εαυτού που παραμένει παιδί. Γράφοντας, σ' αυτό το παιδί απευθύνεται, συνειδητά ή όχι, όσο κι αν ως ιδεατό αναγνώστη θεωρεί συχνά ένα άλλο παιδί, υπαρκτό ή όχι, γνωστό του ή άγνωστο.
     Εδώ πρέπει να προλάβουμε μια παρεξήγηση που ίσως δημιουργείται. Πολλοί νομίζουν ότι η ανάγκη αυτή είναι η ίδια μ' εκείνη που ίσως νιώθουν κάποτε ορισμένοι συγγραφείς να διηγηθούν τη δική τους παιδική ηλικία. Τέτοιες διηγήσεις αφθονούν. Το αποτέλεσμα ωστόσο δεν είναι πάντα ή μάλλον σπάνια είναι "βιβλίο για παιδιά".
     Οπότε προβάλλει το ερώτημα που συνήθως θέτουν όσοι δεν ασχολούνται σοβαρά με την παιδική λογοτεχνία ή συστηματικά με τη μελέτη της: Και τι είναι τελικά το παιδικό λογοτεχνικό βιβλίο; Πώς καθορίζεται αν ένα λογοτέχνημα είναι ή όχι για παιδιά -ή και για παιδιά;
K. Nτίκενς
     Ο ασφαλέστερος τρόπος που οδήγησε και εξακολουθεί να οδηγεί σε έγκυρα κριτήρια είναι η μελέτη των χαρακτηριστικών των λογοτεχνικών εκείνων βιβλίων, παλιών ή νέων, που έχει παρατηρηθεί ότι βρίσκουν μόνιμη απήχηση στα παιδιά. Ας μην ξεχνάμε ότι υπήρξαν βιβλία που έγιναν κτήμα των παιδιών μολονότι ο συγγραφέας τους δεν τα προόριζε ειδικά γι' αυτά ή και γι' αυτά. Κάτι τέτοιο, π.χ., έγινε με τα βιβλία του Ντίκενς, του Βερν και άλλων, όπως είχε γίνει πολύ παλιότερα και με τα λαϊκά παραμύθια.
     Από μια τέτοια μελέτη λοιπόν προκύπτει ότι συνυπάρχουν ορισμένες ιδιαιτερότητες σε όσα βιβλία έχουν απήχηση στο παιδικό αναγνωστικό κοινό[3]. Ας δούμε τις σημαντικότερες, που αφορούν κυρίως την πεζογραφία.
     Ως προς τη μορφή, η οπτική γωνία είναι συχνά και κυρίως εκείνη του παιδιού. Η αμεσότητα είναι έκδηλη. Κουραστικές περιγραφές δεν υπάρχουν. Οι χαρακτήρες μολονότι διαγράφονται καθαρά και ζωηρά, αφήνουν πάντα στον αναγνώστη περιθώριο για ταύτιση. Οι επίμονες "αυτοαναλύσεις" απουσιάζουν όπως απουσιάζει ο σαρκασμός και ο κυνισμός  -κι αυτό δεν είναι απορίας άξιο. Τα στοιχεία αυτά κλονίζουν την σταδιακά αναπτυσσόμενη, άρα εύθραυστη αυτοπεποίθηση των παιδιών, γι' αυτό και τα απωθούν.

Μ. Ende

  Τέλος, ο λόγος είναι λιτός και ξάστερος. Ακόμα και στις φανταστικές ιστορίες υπάρχει ευκρίνεια και διαύγεια -οι εικόνες είναι πεντακάθαρες. Βιβλία του Tοlkien, όπως το Χόμπιτ (Κέδρος), ή του Ende, όπως το Ιστορία χωρίς τέλος (Ψυχογιός), δείχνουν καθαρά τι υποστηρίζεται εδώ. Σε βιβλία σαν αυτά ο συγγραφέας έχει απόλυτη γνώση των φανταστικών τόπων και πλασμάτων που παρουσιάζει. Τίποτα δεν είναι θολό, ακατανόητα ονειρικό ή διατυπωμένο με ασάφεια. Αν και φανταστικά, είναι όλα ξεκάθαρα και ζωντανά στο μυαλό του συγγραφέα κι έτσι σχηματίζονται και στο μυαλό του αναγνώστη. Πρόκειται για μια ειδική ικανότητα προφανώς κληρονομημένη από τους παλιούς παραμυθάδες. Να πώς περιγράφει ο Καρκαβίτσας ένα παλιό ναυτικό παραμυθά:
A. Καρκαβίτσας
"... είχε την τέχνη απάνω στην αλήθεια ν' απλώνει τη μεταξωτή σκέπη του ονείρου και κάτω από τ' όνειρο να θεμελιώνει την ύλη την αληθινή, τεχνίτης θαυμαστός, όπως ο μέγας ήλιος που σύγκαιρα ιδανικεύει το πέτρινο βουνό και το ανεμόπλεχτο σύγνεφο... 'Ολα τα ήθελε ισόμετρα, ξάστερα κι αρμονικά. Κι ήθελε μόνο να τον ακούει το πλήρωμα".[4]
     Για να συναρπάζει κάποιος το σημερινό "πλήρωμα", τα παιδιά, σίγουρα υπάρχουν στα βιβλία του και κάποια ακόμα χαρακτηριστικά που αφορούν το περιεχόμενο. Ας δούμε τα κυριότερα:
- Υπάρχει μύθος με αρχή μέση και τέλος -και πώς να μην είναι έτσι, αφού βασική ανάγκη του ανθρώπου, ιδιαίτερα στη μικρή ηλικία, είναι ν' ακούει ιστορίες.
- Υπάρχει πλοκή έντονη και γρήγορη -και πώς να μην είναι έτσι, αφού κάτι τέτοιο ικανοποιεί τη χαρακτηριστική περιέργεια και την ανυπομονησία της παιδικής ηλικίας.
- Το κακό δεν θριαμβεύει τελικά, το καλό δεν νικιέται -και πώς να μην είναι έτσι αφού έντονο είναι στα παιδιά το αίσθημα της δικαιοσύνης. Σύμφωνα με την ψυχολογία, "τα παιδιά έχουν την τάση να βλέπουν το σύμπαν ως ένα οικοδόμημα βασικά ηθικό, που διέπεται από κάποια ενδογενή δικαιοσύνη, έτσι ώστε τελικά το καλό πάντα ν' ανταμείβεται και το κακό να τιμωρείται. Πολλά από αυτά, καθώς μεγαλώνουν, θ' αντιμετωπίζουν αυτή την αντίληψη με σκεπτικισμό, περνάει όμως πολύς καιρός ώσπου ένα παιδί να είναι έτοιμο συναισθηματικά ν' αντιμετωπίσει την πιθανότητα ενός απρόσωπου σύμπαντος και μιας τυχαίας εμφάνισης του ανθρώπου, και ν' αποφασίσει αν θα πιστέψει σε κάτι τέτοιο ή όχι".[5]
- Ακόμα κι όταν η επικράτηση του καλού δεν είναι απόλυτη ή χωρίς σημαντικές απώλειες, ή ακόμα κι όταν το κακό έχει κάνει βλάβες ανεπανόρθωτες, η ελπίδα παραμένει. Ενώ η τραγική όψη της ζωής δεν αποκρύβεται, οι σκληρές ρεαλιστικές σκηνές δεν λείπουν, οι αντιξοότητες και τα λογής προβλήματα του βίου δεν παραλείπονται, τελικά βρίσκεται διέξοδος, διαβλέπεται κάποια λύση, τονώνεται η πίστη στις αξίες της ζωής.
     Τούτο το τελευταίο είναι ίσως και το πιο βασικό, αξίζει λοιπόν να σταθούμε εδώ λίγο περισσότερο. Ακούγεται συχνά ο αντίλογος ότι η ζωή είναι πολύ σκληρή και οι απογοητεύσεις κανόνας, άρα το "καλό τέλος" δεν είναι διόλου ρεαλιστικό και συνεπώς ισοδυναμεί με εξαπάτηση των παιδιών. Ωστόσο εδώ εξετάζουμε τι συμβαίνει σε λογοτεχνήματα όντως αξιόλογα, όπου ελπιδοφόρα έκβαση δε σημαίνει γλυκερό "happy end". Σημαίνει ότι ο αναγνώστης κλείνει τελειώνοντας το βιβλίο με διάθεση κατάφασης για τη ζωή, με την πεποίθηση ότι αξίζει η πάλη για το σωστό και το δίκιο, με την αίσθηση ότι τελικά στον κόσμο μπορεί να βρεθεί ανθρώπινη ζεστασιά, πραγματική αγάπη, αληθινή φιλία.
 
Τα παραδείγματα που μπορούμε ν' αντλήσουμε από σύγχρονα και μάλιστα ελληνικά βιβλία είναι άφθονα. Ας αναφέρουμε τα: Πριν από το τέρμα (Πατάκης) της Γαλάτειας Σουρέλη, Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου (Κέδρος) της 'Αλκης Ζέη, Οι πελαργοί θα ξανάρθουν (Κέδρος) της Μαρούλας Κλιάφα, Μια ιστορία για δύο (Καστανιώτης) της Ειρήνης Μάρρα, Αρχίζει το ματς (Πατάκης) της Αγγελικής Βαρελλά, Η αόρατη σελίδα (Καστανιώτης) της 'Αλκης Γουλιμή, SΟS Κίνδυνος (Καστανιώτης) της Νίτσας Τζώρτζογλου, Το 'λεγαν Ξάστερο (Κέδρος) της 'Αννας Γκέρτσου-Σαρρή, κι ο κατάλογος βέβαια είναι πολύ μακρύτερος. Από τα παλιότερα, ας πάρουμε το Για την πατρίδα (Εστία) της Πηνελόπης Δέλτα. Την αποστολή τη "φέρει εις πέρας" μόνη της η Θέκλα, αφού έχει χάσει με τρόπο τραγικό τον Αλέξιο. Στον Καιρό του Βουλγαροκτόνου (Εστία), ο Κωνσταντίνος στο τέλος πεθαίνει. Ο αναγνώστης μολονότι θλίβεται, μένει με την αίσθηση ότι οι ήρωες των βιβλίων αυτών έζησαν μια ζωή νοηματισμένη, ότι μπορεί να υπάρξει φιλία πιο δυνατή κι απ' το θάνατο, ότι η βαθιά, πραγματική αγάπη δε λείπει.
     Με τέτοια πεποίθηση μένουν και οι αναγνώστες άλλων βιβλίων, όπου συχνά υπάρχει ένα είδος "ανοικτού τέλους" ή αφήνεται να εννοηθεί ότι ο ήρωας κέρδισε βέβαια μια μάχη μα κανείς δεν υπόσχεται ότι δε ξαναχρειαστεί αγώνας, αφού η ζωή συνεχίζεται. Παραδείγματα: Το ταξίδι που σκοτώνει (Καστανιώτης) του Μάνου Κοντολέων, Μια χαραμάδα φως (Κέδρος) της Κίρας Σίνου, Το αυγό της έχιδνας (Πατάκης) της Λίτσας Ψαραύτη κ.α. Πρόκειται όμως για μια ζωή που αξίζει κανείς να τη ζήσει παρ' όλους τους κινδύνους, τις παγίδες και τις απογοητεύσεις που επιφυλάσσει.
     Με άλλα λόγια, η λογοτεχνία που έχει απήχηση στα παιδιά, πέρα από το ότι παρέχει -στο βαθμό που κάθε βιβλίο το πετυχαίνει- ό,τι και η λογοτεχνία γενικά (δυνατότητα για διερεύνηση της ανθρώπινης εμπειρίας, έναν καθρέφτη όπου μπορεί κανείς ν' αναγνωρίσει και να γνωρίσει βαθύτερα τον εαυτό του, έναν τρόπο εμπλουτισμού των ανθρωπίνων συναισθημάτων και αντιλήψεων κλπ.) έχει και την ικανότητα να δίνει κουράγιο στον νεαρό αναγνώστη για το ταξίδι της ζωής που ξανοίγεται μπροστά του.
            Κι ευτυχώς που είναι έτσι. Ευτυχώς που κατά κανόνα τα παιδιά απεχθάνονται τα κείμενα που τα αποθαρρύνουν, θυμίζοντας μας μ' αυτόν τον τρόπο ότι κανένας δεν έχει το δικαίωμα, πριν αρχίσουν ουσιαστικά τη μάχη της ζωής, να τ' αφοπλίζει με τον κυνισμό, τον μηδενισμό, την απελπισία. Σίγουρα είναι "άνανδρη" μια τέτοια συμπεριφορά ενηλίκου προς ανήλικο. 'Ισως δεν υπάρχει τίποτα τρομακτικότερο για ένα παιδί από την αίσθηση που μπορεί να του δημιουργηθεί ότι είναι μάταιο να προσπαθήσει για ο,τιδήποτε, άσκοπο να περιμένει κάτι αξιόλογο από τη ζωή. Αντίθετα, η ελπίδα για το μέλλον το οδηγεί σε θετική στάση και θαρραλέα αντιμετώπιση της ζωής και το παρακινεί για βελτιώσεις στο κοινωνικό και το προσωπικό επίπεδο.
     Βέβαια, όπως έχει ειπωθεί, "γράφεις ό,τι είσαι και είσαι ό,τι γράφεις".[6]  Ο συγγραφέας πρέπει να νιώθει και να έχει ο ίδιος ελπίδα και κουράγιο για τη ζωή, για να τ' αφήσει να βλαστήσουν αυτά στα βιβλία του. Αλλιώς δεν είναι "γνήσιος", δεν είναι ειλικρινής με τον εαυτό του και τους αναγνώστες του.

Συνεχίζεται στην επόμενη ανάρτηση   
http://lotypetrovits.blogspot.gr/2013/07/2.html
Σημειώσεις



[1]. Βλ. Neil Pοstman The Disalppearance οf Childhοοd, New Yοrk: Delacοrte, 1982. Daνid Elind The Hurried Child, Reading, Massachusetts: Addisοn Wesley, 1981. Jοhn Irνine Technοlοgy οn Children and Childhοοd, στον τομο Changing Faces - Stοry and Children in an Electrοnic Age, Sydney: IBBY Austrtalia Publicatiοns, 1984. Iνar Frοnes/Trοnd Waage The Lοst Childhοοd - οr the New Οne, στον τόμο Children's Literature and the New Media (πρακτικά του 21ου Συνεδρίου της IΒΒΥ), Οslο, 1988.
[2]. Neil Pοstman The Disappearance οf Childhοοd, ο.π. σελ.153.
[3]. Βλ. Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου Σημεία αναγνώρισης της λογοτεχνίας για παιδιά και των δημιουργών της, στο περιοδικό ΔIΑΔΡΟΜΕΣ, τ.11/1988, σελ. 225-229, και Η Παιδική Λογοτεχνία στην εποχή μας, Αθήνα: Καστανιώτης, 1990, σελ.137-144.
[4]. Ανδρέα Καρκαβίτσα Λόγια της πλώρης, Αθήνα: Εστία, 1979, σελ.98-99.
[5]. Nichοlas Tucker (πρόλογος κι επιμέλεια) Suitable fοr Children? Sussex Uniνersity Press, 1978, σελ.20.
[6]. Jane Yοlen Writing Bοοks fοr Children, Bοstοn: The Writer inc., 1984, σελ.7.