Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

“Οργισμένα νιάτα” : Εκφάνσεις του θυμού στο μυθιστορηματικό έργο της Katherine Paterson και της Λότης Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου

Της Χρύσας Κοζανιτά
Διδάκτορος του Πανεπιστημίου Αθηνών

Σύμφωνα με πολλούς θεωρητικούς, της ψυχαναλυτικής κυρίως λογοτεχνικής κριτικής, η κινητήρια δύναμη κάθε μυθοπλαστικής αφήγησης, είτε αυτή απευθύνεται στο ενήλικο κοινό είτε στα παιδιά, είναι η επιθυμία. Αυτό, δηλαδή, που καθορίζει την έκβαση της πλοκής είναι η εκπλήρωση κάποιας επιθυμίας του ήρωα, ενώ οι κλιμακούμενες εντάσεις του κειμένου σφυρηλατούνται πάνω στη διαπάλη μεταξύ της επιθυμίας και της ικανοποίησής της.
     Όπως σημειώνει ο Peter Brooks στην αρχή κάθε αφηγήματος, η επιθυμία βρίσκεται πάντα εκεί, σε μία κατάσταση αρχικής αφύπνισης, που αργά αλλά σταθερά γίνεται όλο και πιο έντονη, ώστε να κινητοποιηθούν τα νήματα της πλοκής και να αναλάβουν δράση οι χαρακτήρες.[1]
     Εγκύπτοντας σε οποιοδήποτε λογοτεχνικό κείμενο για παιδιά ή νέους διαπιστώνει κανείς ότι, πράγματι, άλλοτε ρητά και απρόσκοπτα και άλλοτε υποδόρια, η δράση του παιδιού/ήρωα προσδιορίζεται από την επιθυμία του. Αυτή η επιθυμία μπορεί να είναι απτή και συγκεκριμένη, όπως για παράδειγμα η εύρεση κάποιου αντικειμένου, οπότε μιλάμε για μια επιθυμία – μοτίβο που έχει τις ρίζες της στις λαϊκές αφηγήσεις, ενώ άλλοτε μπορεί να εμποτίζει με τη δυναμική της τις σελίδες του κειμένου χωρίς ποτέ να κατονομάζεται, παρόλα αυτά όμως να ενεργοποιεί και να καθορίζει την εξέλιξη της δράσης. Για παράδειγμα, το κείμενο μπορεί να στηρίζεται πάνω στην πρωταρχική επιθυμία κάθε παιδιού για αγάπη, κατανόηση, αποδοχή, ισότιμη μεταχείριση κλπ.
     Τι συμβαίνει, όμως, όταν η ικανοποίηση αυτής της επιθυμίας παρακωλύεται; Όταν οι πιθανότητες πραγματοποίησής της ελαχιστοποιούνται; Τότε, με όρους ψυχολογίας, μιλάμε για τη ματαίωση, η οποία με τη σειρά της πυροδοτεί το συναίσθημα του θυμού.[2] Ο θυμός κατατάσσεται σε ένα από τα βασικά συναισθήματα του ανθρώπου και μπορεί να εκδηλωθεί με πλείστους τρόπους, ξεκινώντας από έναν απλό εκνευρισμό ή μια ήπια και ελεγμένη αντίδραση και φτάνοντας σε εκρηκτικές συμπεριφορές οργής και ανεξέλεγκτης επιθετικότητας.[3]
     Η αναπαράσταση του θυμωμένου παιδιού στα κείμενα παιδικής λογοτεχνίας είναι συχνότατη και πολύπλευρη. Δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς, αφού στη σύγχρονη παιδική λογοτεχνία και, πιο συγκεκριμένα στο είδος του μυθιστορήματος, η δυναμική παρουσίαση της εσωτερικότητας των μυθοπλαστικών χαρακτήρων είναι ένα από τα κύρια μελήματα των συγγραφέων.[4] Ιδιαίτερα οι σύγχρονοι συγγραφείς προσπαθούν να δημιουργήσουν αναγνωρίσιμους χαρακτήρες με τους οποίους ο αναγνώστης θα ταυτιστεί. Έτσι, σε ένα μεγάλο ποσοστό μυθιστορημάτων συναντάμε παιδιά οργισμένα, πότε με καταστάσεις από το οικογενειακό τους περιβάλλον και πότε από το ευρύτερο σχολικό ή φιλικό.
Katherine Paterson
 Το θυμωμένο παιδί έχει αναπαρασταθεί συχνά - πυκνά από τη Λότη Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου και την Katherine Paterson, δύο ευρύτατα αναγνωρισμένες συγγραφείς της Ελλάδας και της Αμερικής αντίστοιχα. Οι συγκεκριμένες συγγραφείς επελέγησαν για την παρούσα εργασία, γιατί η πορεία και το έργο τους παρουσιάζει πολλές κοινές συνισταμένες, οπότε η συγκριτική προσέγγιση που θα επιχειρηθεί εδώ να είναι εφικτή και παραγωγική.  
     Στα μυθιστορήματά τους για παιδιά και νέους βρίσκουμε μια πληθώρα χαρακτήρων που εκνευρίζονται, θυμώνουν και οργίζονται στην προσπάθειά τους να κατανοήσουν τον εαυτό τους και τους γύρω τους. Η επιλογή των κειμένων τα οποία θα εξεταστούν εδώ δεν ήταν εύκολη, γιατί σε όλα σχεδόν τα μυθιστορήματα των δύο συγγραφέων, η σκιαγράφηση του θυμωμένου παιδιού έχει λειτουργικό χαρακτήρα. Μετά από προσεχτική μελέτη, καταλήξαμε στα Γιούσουρι στην τσέπη και Ο κόκκινος θυμός  από την πλευρά της Πέτροβιτς και  στα  Η τρομερή Γκίλυ και Η γέφυρα για την Τεραμπίθια της Πάτερσον, πιστεύοντας ότι η εξέταση και η αντιπαραβολή τους θα μας οδηγήσουν σε γόνιμα συμπεράσματα.
     Ξεκινώντας με το Γιούσουρι στην τσέπη της Πέτροβιτς, συναντάμε την κεντρική ηρωίδα Πηνελόπη, που βρίσκεται στην οριακή ηλικία των δώδεκα ετών, στο μεταίχμιο μεταξύ παιδικότητας και εφηβείας. Περιμένει μάλιστα να γίνει και βιολογικά «κοπέλα κανονική», ώστε να μην τη θεωρεί μικρή η αδελφή της. [5] Κι ενώ ξεκινάει τις καλοκαιρινές της διακοπές με σχέδια για ατέλειωτη ξενοιασιά πλάι στη θάλασσα και πολύ παιχνίδι, τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως τα είχε φανταστεί. Τα μεγαλύτερα παιδιά της παρέας τη θεωρούν μικρή και αγοροκόριτσο, ενώ τα μικρότερα είναι σχεδόν μωρά για να παίξει μαζί τους.
     Τα πράγματα χειροτερεύουν ακόμα περισσότερο όταν ο Άρης, ένα αγόρι μόνο δύο χρόνια μεγαλύτερό της, δείχνει να αδιαφορεί τελείως για τη ύπαρξή της, ενώ εκείνη περίμενε ότι οι δυο τους θα κάνουν καλή παρέα.
     Έτσι, η Πηνελόπη, με ματαιωμένα τα όνειρά της, προτιμάει να μένει μόνη και όπως χαρακτηριστικά σχολιάζει η μητέρα της να γίνεται «αχινός»:
«Όταν η Πηνελόπη τρομάξει, όταν λυπηθεί πολύ για κάτι ή όταν θυμώσει, γίνεται «αχινός» … γιατί μοιάζει, λέει, σα να βγάζει αγκάθια και δεν «πιάνεται» από πουθενά. Δε θέλει να τη ρωτάνε τι έχει, νευριάζει με το παραμικρό ή κάθεται αμίλητη και κοιτάει απέναντι».[6]
     Η ηρωίδα θυμώνει όταν δεν της δίνουν σημασία, όταν την αφήνουν έξω από τη συζήτηση και όταν βλέπει τη μεγαλύτερη αδελφή της να κάνει όλα εκείνα τα περίεργα που δεν τα καταλαβαίνει καθόλου, να χτενίζεται με τις ώρες μπροστά στον καθρέφτη, να αλλάζει μαγιό, να λούζεται με χαμομήλι για να ξανθύνουν τα μαλλιά της κλπ. Δεν καταλαβαίνει τους άλλους, αλλά στην πραγματικότητα δεν καταλαβαίνει τον ίδιο της τον εαυτό που από τη μια θέλει να νοικιάσει ποδήλατο στη θάλασσα και να κάνει βουτιές με τις ώρες, όπως ακριβώς όταν ήταν μικρό κοριτσάκι, κι απ’ την άλλη όταν βλέπει τον Άρη νιώθει κάτι χαρούμενο «κάπου εκεί, πάνω από το στομάχι, στο στέρνο, στο λαιμό – δεν ήξερε πού ακριβώς».[7] 
     Η Πηνελόπη, βέβαια, φροντίζει και καλύπτει το θυμό της πίσω από τα «αγκάθια του αχινού» ή τουλάχιστον τον ελέγχει κάνοντας απλώς μούτρα και απαιτώντας από τους άλλους να την αφήσουν ήσυχη μέχρι να της περάσει. Αυτός που εκδηλώνει απροκάλυπτα το θυμό του είναι ο Άρης, που κάθε μέρα φροντίζει να κάνει και μια τρέλα, σα να επιδιώκει να τρομoκρατεί τους γύρω του.
     Η προκλητική συμπεριφορά του είναι ακόμα ένας λόγος που θυμώνει την Πηνελόπη, η οποία θα αργήσει να μάθει τους λόγους που τον εξωθούν σε αυτή. Τελικά, μαθαίνει  ότι μια φίλη του Άρη είναι πολύ άσχημα τραυματισμένη σε νοσοκομείο στην Αθήνα, χωρίς να υπάρχει καμιά ελπίδα σωτηρίας. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Ο θυμός του αγοριού έχει ακόμα βαθύτερα αίτια. Καθώς περνούν οι μέρες και τα δυο παιδιά πλησιάζουν το ένα το άλλο, ο Άρης της εκμυστηρεύεται ότι η Άννα δεν είναι πραγματική του μητέρα, αλλά η δεύτερη γυναίκα του πατέρα του. Η δική του μητέρα πέθανε όταν εκείνος ήταν ακόμα μωρό.[8]     
     Στο κείμενο αυτό η συγγραφέας καταπιάνεται με το θυμό δύο ηρώων της, αναλύει τα αίτιά του, περιγράφει τις αντιδράσεις που  προκαλεί και εντέλει προσπαθεί, εκ μέρους των ηρώων της, να βρει λύσεις ώστε να τον αντιμετωπίσει. Εξαιρετικό ενδιαφέρον έχει  η σύγκριση του θυμού αγοριού και κοριτσιού. Το κορίτσι οχυρώνεται σε μια μυστική συνομιλία με τον εαυτό του, απευθύνει κατηγορίες σε όλους γύρω του, αλλά ποτέ δεν εξωτερικεύει τις σκέψεις του. Αντιθέτως, το αγόρι προσπαθεί να εκτονώσει το θυμό του με τις απερισκεψίες του, δείχνοντας ότι δεν εκτιμά καθόλου ούτε τον εαυτό του αλλά ούτε και τους γύρω του. Κι εδώ μπορεί να αναρωτηθεί κανείς αν ο διαφορετικός τρόπος εκδήλωσης του θυμού ανάμεσα στα δύο φύλα είναι τυχαίος και συμπτωματικός ή αν έχει τις ρίζες του στην ανατροφή των παιδιών από την οικογένεια και στα μηνύματα που αυτά λαμβάνουν για το τι είναι κοινωνικά αποδεκτό και τι όχι.


    Στο δεύτερο βιβλίο της Πέτροβιτς, τον Κόκκινο θυμό ο δεκαεφτάχρονος Απελλής βρίσκεται στην τελευταία τάξη του Λυκείου και η επαγγελματική του αποκατάσταση είναι κάτι που τον απασχολεί ζωηρά. Το κληρονομημένο από τη μητέρα του ταλέντο στη ζωγραφική είναι δεδομένο, αλλά από κοινού έχουν αποφασίσει ότι το καλύτερο γι’ αυτόν θα ήταν να σπουδάσει αρχιτεκτονική.
     Όλα θα ήταν καλά αν ένας διάσημος κριτικός τέχνης δεν επικοινωνούσε ξαφνικά με τον Απελλή. Ζητάει να τον συναντήσει και τον πληροφορεί ότι έχει όλα τα προσόντα για μια υποτροφία στη Σχολή Καλών Τεχνών του Μόντρεαλ. Ο Απελλής ενθουσιάζεται με την απρόσμενη ευκαιρία, αλλά ταυτοχρόνως αγχώνεται γιατί ξέρει ότι η μητέρα του δε θα ακούσει με χαρά αυτά τα σχέδια. Η σχέση των δυο τους είναι πολύ ιδιαίτερη και συναισθηματικά φορτισμένη και έχουν περάσει πολλά με σημαντικότερο ότι η Κλειώ γέννησε τον Απελλή στα δεκάξι της και αφού ο πατέρας του την είχε εγκαταλείψει μόλις είχε μάθει για την εγκυμοσύνη της.
     Η ιδιαίτερη οικογενειακή κατάσταση του Απελλή, ο πατέρας που δεν γνώρισε ποτέ, η αδυναμία που έχει στη μητέρα του και τα νέα για την υποτροφία που θα τον απομακρύνουν από κοντά της, δημιουργούν έναν εκρηκτικό αναβρασμό μέσα του που απεικονίζεται εύγλωττα στον πίνακα που δουλεύει αυτόν τον καιρό. Είναι ένας πίνακας με περίεργα σχήματα, στον οποίο χρησιμοποιεί υπερβολικά όλα τα έντονα κόκκινα.[9]
     Η φίλη του η Νιόβη και ο πατριός του ο Τέλης ερμηνεύουν με τον ίδιο τρόπο τον πίνακα, λέγοντας ότι τους μεταδίδει μια αίσθηση ταραχής και θυμού.[10] Ο ίδιος απορεί και αναρωτιέται :
«Μα τι στην ευχή είχαν πάθει κι ο πατριός του και η Νιόβη κι ερμήνευαν έτσι το έργο του; Ο ίδιος δεν ένιωθε κανένα θυμό,   […] Τούτη την ώρα χίλια δυο άλλα αισθανόταν : Έγνοια να συνέλθει και να σταθεί στα πόδια της η Κλειώ, ανυπομονησία να συναντήσει το «μάγο», αγωνία κι αμφιβολία για τις εξελίξεις που θα ακολουθούσαν …Κι ακόμα, οίστρο να τελειώσει τον πίνακά του, λαχτάρα να βρεθούν περισσότερο με τη Νιόβη κάπου οι δυο τους τούτες τις μέρες – αυτά, μάλιστα, τα παραδεχόταν! Ο θυμός πού χωρούσε;»[11]
     Προφανώς, ο Απελλής έχει φροντίσει να καταχωνιάσει τον γερά ριζωμένο θυμό του κάπου πολύ βαθιά και αρνείται να παραδεχτεί την ύπαρξή του. Τελικά, όταν τα προβλήματα διευθετούνται και το κείμενο βαδίζει προς το τέλος του, η συγγραφέας δεξιοτεχνικά προτείνει τον τρόπο με τον οποίο μπορεί κανείς να εκλογικεύσει και να δαμάσει το θυμό του. Δεν είναι παρά στην τελευταία σελίδα του μυθιστορήματος που ο Απελλής τελειώνει πια τον πίνακα:
 «Όταν έβαλε την τελευταία πινελιά, έκανε δυο βήματα πίσω και κοίταξε το έργο του με ικανοποίηση. Στο κέντρο, δέσποζε τώρα ένα σχήμα πυρίμορφο, κάτι σαν κόκκινη φλόγα. «Πύρινη αγάπη», έτσι θα τ’ ονομάτιζε. Γιατί τώρα ήταν σίγουρος, αγάπη άχνιζε ο πίνακάς του. Τ’ άλλα σχήματα, τα οργισμένα, έδειχναν να λιώνουν κάτω απ’ τη φλόγα. Ο πορφυρός θυμός είχε σβήσει».[12]
     Η Katherine Paterson, η διάσημη συγγραφέας από την απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, έχει  δώσει κατά καιρούς ανάλογα δείγματα οργισμένων ηρώων. Η Γκίλυ, η εντεκάχρονη ηρωίδα του μυθιστορήματος Η τρομερή Γκίλυ είναι το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα.  
     Παιδί μεγαλωμένο σε ίδρυμα, το μόνο που έχει να θυμάται από την άχαρη ζωή της είναι οι μετακινήσεις από τη μία ανάδοχη οικογένεια στην άλλη. Εύλογα, έχει αναπτύξει κάποιες προσωπικές άμυνες, που στην περίπτωσή της μεταφράζονται σε επιθετικότητα. 
     Η καινούρια της ανάδοχη μητέρα είναι η Μέιμ Τρότερ και η Γκίλυ δεν βλέπει την ώρα να τη γνωρίσει και να της κάνει τη ζωή δύσκολη. Αρχικά, γίνεται φόβος και τρόμος για τον Γουίλιαμ Έρνεστ, το μικρότερο αγόρι που ζει κι αυτό μαζί με την Τρότερ.[13] Ύστερα γίνεται διάσημη στο καινούριο της σχολείο ως το κορίτσι που κατάφερε να δείρει έξι αγόρια ταυτόχρονα.[14] Η Τρότερ, όμως, που το μόνο που έχει να προσφέρει είναι αγάπη και τρυφερότητα, αποδεικνύεται δύσκολος αντίπαλος. Ωστόσο, η Γκίλυ δεν τα παρατάει εύκολα γιατί:
«[…] γιατί θα γίνω κι εγώ μαλθακή και ηλιθία. Ό, τι έπαθα με τους Ντίξον. Την άφησα να με ξεγελάσει με τις γλύκες και τα νταντέματα. Την έλεγα Μαμά κι έπεφτα στην αγκαλιά της όποτε ήθελα να κλάψω. Θεέ μου! Μου έλεγε ότι ήμουν το μωράκι της, αλλά όταν μετακόμισαν στη Φλόριντα με παράτησαν μαζί με την υπόλοιπη σαβούρα τους». [15]    
    Με ψυχογραφική δεινότητα η Paterson ιχνηλατεί το συναισθηματικό κόσμο της Γκίλυ και την επιθετικότητά της που δεν είναι παρά τρόπος άμυνας απέναντι σ’ αυτούς που ίσως την πληγώσουν. Η Γκίλυ βλέπει σε κάθε άτομο ξεχωριστά μια απειλή, γιατί αυτό την έχουν διδάξει οι εμπειρίες της ως τώρα.
 «Η Γκίλυ ήξερε βαθιά μέσα της ότι αν έμενε για πολύ ακόμα, αυτό το μέρος θα την έκανε άνω κάτω. Λίγο η τρέλα που επικρατούσε στο σπίτι, λίγο η τρέλα στο σχολείο της, και η Γκίλυ θα καταντούσε σύντομα σαν τον Γ. Ε., μαλθακή και άχρηστη – κι αν είχε κάτι διδαχτεί απ’ αυτή τη ζωή, ήταν πως για να επιβιώσεις πρέπει να είσαι σκληρός. Αλλιώς την είχες πατήσει».[16]
     Η αγάπη και εδώ λειτουργεί καταλυτικά. Στο τέλος του κειμένου η μικρή ηρωίδα μεταλλάσσεται. Οι εμπειρίες που έζησε δίπλα στην τρομερή Τρότερ την έκαναν να αναθεωρήσει κάποιες από τις μέχρι πρότινος ακλόνητες θέσεις της. Να αναγνωρίζει το καλό εκεί που υπάρχει. Έτσι, μπορεί πλέον και νιώθει καλά με τον εαυτό της, όχι γιατί σκαρφίστηκε μια ακόμα ζαβολιά, αλλά γιατί με τη σωστή συμπεριφορά της κατάφερε να κάνει την Τρότερ περήφανη.[17] Η ανάδοχη μητέρα, με την αγάπη και την ανιδιοτέλειά της, μαλάκωσε το θυμό του κοριτσιού και πλησίασε την απρόσιτη καρδιά του.
   Στο τελευταίο βιβλίο που θα εξετάσουμε,την Γέφυρα για την Τεραμπίθια , ο Τζες έχει την ατυχία να είναι το μόνο αγόρι ανάμεσα σε τέσσερις αδερφές,[18] γεγονός που μόνο προβλήματα του δημιουργεί. Αν και μόλις δέκα χρονών, έχει επωμιστεί όλες τις βαριές δουλειές στο σπίτι, ενώ οι δύο μεγαλύτερες αδελφές του «ξεγλιστρούν από τις αγγαρείες με την ίδια ευκολία που κυλάει το νερό ανάμεσα στα δάχτυλα».[19]
      Αυτό όμως που τον πονάει περισσότερο είναι οι αγκαλιές των γονιών και η τρυφερότητα που μπορούν να απολαμβάνουν οι αδελφές του ενώ ο ίδιος όχι. Ενδεικτικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα :
«Ο Τζες παρακολούθησε τον πατέρα του να σταματάει το φορτηγό και ν’ ανοίγει την πόρτα για να σκαρφαλώσει η Μέιμπελ. Γύρισε τα μάτια του αλλού. Τυχερό παιδί. Θα χωνόταν στην αγκαλιά του και θα τον φιλούσε. Ο Τζες πονούσε βαθιά μέσα του κάθε φορά που ο πατέρας του έπαιρνε τα μικρά στους ώμους ή έσκυβε και τ’ αγκάλιαζε. Του φαινόταν πως απ’ τη μέρα που γεννήθηκε τον θεωρούσαν πολύ μεγάλο για όλα αυτά».[20]
     Με ματαιωμένη τη φυσιολογική ανάγκη της ηλικίας του για στοργή, ο Τζες έχει εφεύρει δικούς του τρόπους για να εκτονώνει το θυμό του. Ο πρώτος είναι η εξαντλητική προπόνηση στο τρέξιμο και ο δεύτερος η ζωγραφική. Όποτε του μένει λίγος χρόνος, ξαπλώνει στο κρεβάτι του, τραβάει κάτω απ’ το στρώμα ένα μπλοκ κι αρχίζει να ζωγραφίζει.[21] Όπως στον Κόκκινο θυμό, έτσι κι εδώ η ζωγραφική γίνεται το μέσο με το οποίο μπορεί κανείς να εκτονώσει την ένταση και τα αρνητικά του συναισθήματα, το προπέτασμα πίσω από το οποίο το άτομο κρύβεται από τις καταστάσεις και τα πρόσωπα που το εξοργίζουν.
     Όλα αυτά μέχρι να εμφανιστεί η Λέσλι, ένα κορίτσι που μετακομίζει σ’ ένα γειτονικό σπίτι. Σιγά – σιγά αναπτύσσεται μια πολύ δυνατή φιλία μεταξύ των παιδιών, μια φιλία που γεμίζει συναισθηματικά και τους δυο τους. Ο Τζες είναι ευτυχισμένος και ώρες – ώρες απορεί πώς ένα κορίτσι σαν τη Λέσλι περνάει τόσες ώρες μαζί του.[22] Εκείνη, όμως, του είχε πει ξεκάθαρα τη γνώμη της γι’ αυτόν από την πρώτη μέρα που τον γνώρισε :
«Είσαι το μόνο αγόρι που αξίζει πραγματικά σ’ αυτό το καταραμένο σχολείο».[23]
     Οι δυο τους μοιράζονται πολλές ώρες ξενοιασιάς και πραγματικής ευτυχίας. Ιδρύουν το δικό τους μυστικό βασίλειο, την Τεραμπίθια, κι εκεί ο άτολμος και συνεσταλμένος Τζες στέφεται βασιλιάς. Στο πρόσωπο της Λέσλι, το αγόρι βρήκε ένα άτομο στο οποίο μπορεί να εκμυστηρευτεί τις ανησυχίες και τα όνειρά του, χωρίς να κινδυνεύει να γελοιοποιηθεί. Κι η Λέσλι, που σε τίποτα δε μοιάζει με τα υπόλοιπα κορίτσια του σχολείου της, βρήκε ένα φίλο που τη δέχεται έτσι ακριβώς όπως είναι.
Η ευτυχία, όμως, δεν κρατά πολύ. Η Λέσλι θα πάθει ένα σοβαρό ατύχημα που θα αποβεί μοιραίο για τη ζωή της. Το παράξενο κορίτσι μπήκε και βγήκε στη ζωή του Τζες σαν ένα όνειρο, σαν ένα άπιαστο πουλί. Κι ο Τζες είναι πολύ μικρός για να μπορέσει να το καταλάβει. Τα συνταρακτικά νέα τον συντρίβουν. Μια πλημμύρα συναισθημάτων σαρώνουν τον εσωτερικό του κόσμο, με πρώτο το θυμό. Όταν ο Τζες συνειδητοποιεί ότι δεν πρόκειται να ξαναδεί τη Λέσλι σκέφτεται οργισμένος:
«Τον είχε ξεγελάσει. Τον είχε κάνει ν’ αφήσει πίσω τον παλιό του εαυτό και να πλησιάσει τον δικό της κόσμο. Και όταν αυτός βρισκόταν μετέωρος ανάμεσα στους δύο αυτούς κόσμους, εκείνη τον εγκατέλειψε κι έμεινε μόνος, σαν αστροναύτης στο φεγγάρι. Μόνος».[24]  
    Ο θυμός του αγοριού είναι οξύς και οδυνηρός και τον ωθεί σε ανεξέλεγκτες και παρορμητικές αντιδράσεις. Ο Τζες φτάνει να γίνει πολύ επιθετικός απέναντι στις αδερφές του και να χειροδικήσει στη Μέιμπελ, ενώ σε μια προσπάθεια του πατέρα του να τον ηρεμήσει δηλώνει ότι μισεί τη Λέσλι και μακάρι να μην την είχε γνωρίσει ποτέ.
     Τελικά, με την αγάπη των γύρω του, που πρώτη φορά ο Τζες τη νιώθει να αναβλύζει από παντού, από κάθε τους λέξη και κάθε τους κίνηση, το αγόρι θα καταφέρει να εκλογικεύσει το θυμό του και να καταλαγιάσει τον πόνο του.
     Στην ψυχολογία, το αντίδοτο του θυμού είναι η ταύτιση (empathy), η ικανότητα, δηλαδή, να κατανοείς τον άλλο, τις σκέψεις και τα συναισθήματά του σα να είσαι εσύ αυτό το πρόσωπο.[25] Μέσω της ταύτισης, το άτομο καταφέρνει να απεγκλωβιστεί από τους περιορισμούς που του επιβάλλει το εγώ του και να δει τις καταστάσεις και από την πλευρά του άλλου. Η διαδικασία αυτή, παρόλο που δεν είναι εύκολη στην εφαρμογή της και χρειάζεται εξάσκηση, αποτελεί βασική προϋπόθεση στην αποτελεσματική διαχείριση του θυμού. 
     Τι γίνεται, όμως, στην περίπτωση των παιδιών και των εφήβων, που το εγώ τους είναι το κέντρο του κόσμου τους;[26] Εδώ έρχεται η εναλλακτική λύση που προτείνουν οι δύο συγγραφείς, έτσι όπως προκύπτει από τα μυθιστορήματα που εξετάσαμε. Κι αυτή η εναλλακτική είναι η αγάπη, μια σταθερή και αδιαμφισβήτητη αξία που διαπερνάει με τη δυναμική της και τα τέσσερα κείμενα, δίνει προοπτική στο το μύθο και τον οδηγεί στη λύση του.
     Η αγάπη παρουσιάζεται σαν ένας όρος – ομπρέλα, που περικλείει έννοιες όπως η ανιδιοτέλεια, η ταύτιση και η έξοδος από τον εαυτό μας. Η αγάπη που λειτουργεί απλωτικά προς τους άλλους και αποτελεί τη μόνη ρίζα και το θεμελιακό αίτιο κάθε κοινωνικότητας.[27] Έτσι, η Πηνελόπη θα μάθει ότι πρέπει να παραμερίσει τα δικά της προβλήματα για να βρει το δρόμο προς την καρδιά του άλλου, ενώ ο Άρης, ο ακόμα πιο «δύσκολος» έφηβος, θα καταλάβει ότι όσο αντίξοες κι αν είναι οι συνθήκες που καλείσαι να αντιμετωπίσεις, πάντα βοηθάει να τις μοιράζεσαι με αυτούς που σε αγαπούν. Ο Απελλής, μετά από τη γνωριμία και το διάλογο με τον πατέρα του, θα διαπιστώσει ότι ποτέ δεν πρέπει να βγάζεις συμπεράσματα πριν ακούσεις και την άποψη της άλλης πλευράς. Η τρομερή Γκίλυ, χάρη στην αγάπη της ανάδοχης μητέρας, θα βιώσει συναισθήματα πρωτόγνωρα, που λίγο πρωτύτερα ούτε φανταζόταν ότι διέθετε, και ο Τζες θα κρατήσει την αγάπη της Λέσλι, ζεστή ανάμνηση μέσα του και πυξίδα στην πορεία του προς την ενηλικίωση.  
     Τόσο η Πέτροβιτς όσο και η Paterson ιχνηλατούν με περισσή οξυδέρκεια την παιδική ψυχή για να καταλήξουν στο κοινό συμπέρασμα ότι ο θυμός αποτελεί την υγιή αντίδραση του παιδιού όταν συναντά δυσκολίες στην ικανοποίηση των επιθυμιών του. Αντιπροτείνοντας το δίπολο θυμός – αγάπη στο δίπολο της σύγχρονης ψυχολογίας θυμός – ταύτιση δομούν κείμενα που ανοίγονται σε ψυχολογικός βάθος. Με τη δύναμη της τέχνης τους, αποτυπώνουν παραστατικά τις δοκιμασίες που αναπόφευκτα θα υποστεί το κάθε παιδί, ώστε να μπορέσει να μετατρέψει το αναρχικό και πρωτόγονο εγώ του, αυτό του ο Freud ονομάζει Id, σε ένα ηθικό εγώ, το οποίο θα βρίσκεται σε αρμονία με τις επιταγές της πραγματικότητας, το αντίστοιχο Ego του Freud.[28]  
     Τα κείμενα που εξετάστηκαν αντανακλούν την πνευματική εντιμότητα του δημιουργού τους, που δεν περιγράφει έναν κόσμο εξιδανικευμένο και μαγευτικό, αλλά έναν κόσμο, όπου ο καθένας από μας θα κληθεί να αντιμετωπίσει οριακές καταστάσεις, μεγάλα πάθη, ακόμη και το θάνατο.[29] Κείμενα που πραγματεύονται ανθρώπινες πράξεις, οι οποίες διαμορφώνονται σε ψυχολογική βάση. Το παιδί / ήρωας δεν είναι παθητικός δέκτης αλλά καλλιεργεί δυναμικές σχέσεις με τον περίγυρό του.[30] Έτσι, τα κείμενα αυτά γίνονται πολύτιμα στοιχεία κοινωνικοποίησης του νεαρού ατόμου, στοιχεία που θα το στηρίξουν στη δύσκολη πορεία του προς την ενηλικίωση και την πραγμάτωση του εαυτού.  Και συνάμα αποδεικνύουν περίτρανα τη θέση του Freud ότι η περιγραφή της ψυχικής ζωής του ανθρώπου είναι το πραγματικό  πεδίο κυριαρχίας του καλλιτέχνη.[31]
     Στο τέλος, τόσο η Πέτροβιτς όσο και η Paterson προβάλλουν με δυναμισμό την κατάφαση τις ζωής και τις μεγάλες αξίες που, ακόμα και στη σημερινή εποχή της ολοκληρωτικής έκπτωσης αξιών, αυτές βρίσκονται πάντα εκεί. Μόνο που ο καθένας από μας πρέπει να αγωνιστεί για να τις κερδίσει. Άλλωστε, κοινή συνισταμένη των τεσσάρων μυθιστορημάτων αποτελεί ο τρόπος με τον οποίο οι  συγγραφείς λυτρώνουν τους ήρωες τους από το θυμό. Και αυτός ο τρόπος δεν είναι άλλος από την αγάπη.
     Πέρα από τις ψυχολογικές και κοινωνιολογικές παραμέτρους που ανιχνεύτηκαν ως τώρα, ο παιδικός θυμός γίνεται εργαλείο στα χέρια των συγγραφέων, που ενεργοποιεί τη μυθοπλασία και τις μυθοπλαστικές συγκρούσεις. Λόγοι συντομίας δε μας επιτρέπουν να εξετάσουμε αυτό το πεδίο ενδελεχώς. Επιγραμματικά μόνο αξίζει να τονιστεί ότι και στα τέσσερα μυθιστορήματα τα νήματα της πλοκής ξεδιπλώνονται παράλληλα με το θυμό του ήρωα ή, αντίστροφα, ο θυμός ακολουθεί επακριβώς τις υπαγορεύσεις της πλοκής.
     Σε κάθε περίπτωση ο αφηγητής εκθέτει την ιστορία του παρουσιάζοντας συγχρόνως το θυμό του ήρωα που, αρχικά, είναι ήπιος αλλά παρών. Καθώς κλιμακώνονται οι συγκρούσεις συσσωρεύεται και ο θυμός, ο οποίος εκρήγνυται στο σημείο ακριβώς που κορυφώνεται και η πλοκή. Ακολουθεί η άμβλυνση των συγκρούσεων που θα οδηγήσει την ιστορία στη λύση της, με το θυμό, υιοθετώντας την ίδια καθοδική πορεία, να καταλαγιάζει.  
     Η Paterson διατείνεται πως όταν γράφει μια ιστορία δεν προσπαθεί να κάνει τους αναγνώστες της καλύτερους. Το μόνο που κάνει είναι να τους προσφέρει έναν απόλυτα προσωπικό χώρο, για να ξεκουράσουν την ταλαιπωρημένη τους ψυχή.[32] Σ’ εμάς μένει να επεκτείνουμε το σχόλιο λέγοντας ότι και οι δύο συγγραφείς γνωρίζουν πολύ καλά πώς να κατασκευάσουν αυτό το «χώρο αναψυχής» για το παιδί. Κι αυτή η γνώση τους δεν οφείλεται τόσο στις γνώσεις ψυχολογίας που διαθέτουν όσο στο γνήσιο καλλιτεχνικό τους ταλέντο, που καταφέρνει και μετουσιώνει την ανθρώπινη εμπειρία σε τέχνη και δημιουργεί κείμενα λογοτεχνικά, γι’ αυτό τόσο δημοφιλή και αγαπητά. 
     Στη σημερινή εποχή, που τα δείγματα της παιδικής οργής και επιθετικότητας ολοένα και αυξάνονται, που τόσο μελάνι χύνεται για την ανάλυση των αιτίων που τις προκαλούν και για τους ορθότερους τρόπους αντιμετώπισής τους,  η αναπαράσταση του θυμού από τις δύο συγγραφείς αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον.  Στο έργο τους, ο θυμός δεν συνιστά παρεκκλίνουσα συμπεριφορά αλλά φυσιολογικό πέρασμα, δεν απαιτεί αντιμετώπιση αλλά κατανόηση. Τόσο από τους άλλους όσο και από το ίδιο το υποκείμενο. Και ο αναγνώστης που θα αφεθεί στο μυθιστορηματικό τους σύμπαν, πέρα από την τέρψη που θα αντλήσει, θα έρθει αντιμέτωπος με τον δικό του «κόκκινο θυμό», βιώνοντας την ανάγνωση του μυθιστορήματος ως εμπειρία και μαθητεία ζωής.
  Επιπροσθέτως, τα τέσσερα βιβλία που εξετάστηκαν εδώ συνιστούν ακλόνητο παράδειγμα στη θέση του Peter Hunt ότι η παιδική λογοτεχνία με τον πλούτο και την ποικιλομορφία της ξεπερνά τις ισχύουσες διαχωριστικές γραμμές, ειδολογικές, ακαδημαϊκές κ.ά. και τείνει να γίνει επιμέρους αντικείμενο επιστημών, όπως η βιβλιοθηκονομία, η παιδαγωγική και η ψυχολογία,[33] οι οποίες εδραιώνουν μάλλον παρά απαξιώνουν τη λογοτεχνική αξία των κειμένων. Στη σύντομη αυτή μελέτη ελπίζουμε να διαφάνηκε ότι το έργο τόσο της Πέτροβιτς όσο και της Paterson προσφέρει μοναδικές προκλήσεις για ερμηνεία, απ’ όποια σκοπιά κι αν το προσεγγίσει κανείς.

 (Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαδρομές τ.92, Χειμώνας 2008, σελ. 52-63)



[1] Peter Brooks, Reading for the plot – Design and Intention in Narrative, London, Harvard University Press, 1992, σ. 38.
[2] Martin Herbert, Ψυχολογικά Προβλήματα Παιδικής Ηλικίας, τόμος Β΄, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 1989, σ. 27.
[3] K.T. Strongman, The Psychology of Emotion : From Everyday Life to Theory, West Sussex, Wiley, 2003, σ. 109.
[4] Γιάννης Μητροφάνης, «Ειδολογικές διεμβολίσεις στις αφηγηματικές δομές του κοινωνικού μυθιστορήματος για παιδιά της τελευταίας εικοσαετίας», Το Σύγχρονο Ελληνικό Παιδικό – Νεανικό Μυθιστόρημα, [επιμ. Τασούλα Τσιλιμένη] , Αθήνα, Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2004, σ. 63.
[5] Λότη Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου, Γιούσουρι στην τσέπη, Αθήνα, Πατάκης, 1994, σ. 40.
[6] Ό.π., σ. 23.
[7] Ό.π., σ. 50.
[8] Ό.π., σ. 92.
[9] Λότη Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου, Ο κόκκινος θυμός, Αθήνα, Πατάκης, 2004, σ.30.
[10] Ό.π., σ. 125.
[11] Ό.π., σ. 126.
[12] Ό.π., σ. 270.
[13] Katherine Paterson, Η τρομερή Γκίλυ, Αθήνα, Άγκυρα, 20053, σ. 43.
[14] Ό.π., σ. 37.
[15] Ό.π., σ. 86.
[16] Ό.π., σ. 74.
[17] Ό.π., σ. 172.
[18] Katherine Paterson, Η γέφυρα για την Τεραμπίθια, Αθήνα, Άγκυρα, 2007, σ.10.
[19] Ό.π., σ. 16.
[20] Ό.π., σ. 30.
[21] Ό.π., σ. 22.
[22] Ό.π., σ. 89.
[23] Ό.π., σ. 45.
[24] Ό.π., σ. 162.
[25] Bernard Golden, Healthy Ange : How to Help Children and Teens Manage their Anger, New York, Oxford University Press, 2003, σ. 12.
[26] Sigmund Freud, The basic writings of Sigmund Freud, New York, Modern Library, 1938, σ. 16.
[27] Ζωή Κανάβα, «Το στοιχείο της αγάπης στην παιδική λογοτεχνία», Παιδική Λογοτεχνία – Θεωρία και Πράξη, τ. Β΄, [επιμ. Άντα Κατσίκη – Γκίβαλου], Αθήνα, Καστανιώτης, 1994, σ. 238.
[28] Sigmund Freud, ό.π., σ. 12.
[29] Βασίλης Φίλιας, «Κοινωνικά πρότυπα και αξίες της Παιδικής Λογοτεχνίας στη μεταβατική κοινωνία της εποχής μας», Σύγχρονες Οπτικές και Προοπτικές της Λογοτεχνίας για Παιδιά και Νέους, [επιμ. Ι. Ν. Βασιλαράκης], Αθήνα, Τυπωθήτω, 1998, σ. 24.
[30] Γιάννης Μητροφάνης, «Ο αφηγητής : Οι μεταμορφώσεις του Πρωτέα στην Παιδική Λογοτεχνία», Πρόσωπα και Προσωπεία του Αφηγητή στην Ελληνική Παιδική και Νεανική Λογοτεχνία της Τελευταίας Τριακονταετίας, [επιμ. Γεώργιος Παπαντωνάκης], Αθήνα, Πατάκης, 2006, σ. 230.
[31] Sigmund Freud, Ψυχανάλυση και Λογοτεχνία, Αθήνα, Επίκουρος, 1994, σ. 70.
[32] J.B. Cheaney,  «Finding a Child's Secret Place - the Fiction of Katherine Paterson», περ. World and I, τόμος 18, τεύχος 1, Washington, 2003, σ. 243.
[33] Peter Hunt, Κριτική, Θεωρία και Παιδική Λογοτεχνία, Αθήνα, Πατάκης, 2001, σ. 41.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Λογοτεχνικά κείμενα
·         Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου Λ., Γιούσουρι στην τσέπη, Αθήνα, Πατάκης, 1994.
·         Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου Λ., Ο κόκκινος θυμός, Αθήνα, Πατάκης, 2004.
·         Paterson K., Η τρομερή Γκίλυ, Αθήνα, Άγκυρα, 20053.
·         Paterson K., Η γέφυρα για την Τεραμπίθια, Αθήνα, Άγκυρα, 2006.
     Ελληνική και μεταφρασμένη βιβλιογραφία
·         Παιδική Λογοτεχνία – Θεωρία και Πράξη, τ. Β΄, [επιμ. Άντα Κατσίκη –       Γκίβαλου], Αθήνα, Καστανιώτης, 1994.
·         Πρόσωπα και Προσωπεία του Αφηγητή στην Ελληνική Παιδική και Νεανική Λογοτεχνία της Τελευταίας Τριακονταετίας, [επιμ. Παπαντωνάκης Γ.], Αθήνα, Πατάκης, 2006.
·         Σύγχρονες Οπτικές και Προοπτικές της Λογοτεχνίας για Παιδιά και Νέους, [επιμ. Βασιλαράκης Ι.Ν.], Αθήνα, Τυπωθήτω, 1998.
·         Το Σύγχρονο Ελληνικό Παιδικό – Νεανικό Μυθιστόρημα, [επιμ. Τσιλιμένη Τ.], Αθήνα, Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2004.
·         Herbert M., Ψυχολογικά Προβλήματα Παιδικής Ηλικίας, τόμος Β΄, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 1989.
·         Freud Sigmund, Ψυχανάλυση και Λογοτεχνία, Αθήνα, Επίκουρος, 1994
·         Hunt P., Κριτική, Θεωρία και Παιδική Λογοτεχνία, Αθήνα, Πατάκης, 2001.
       Ξενόγλωσση βιβλιογραφία
·         Brooks Peter, Reading for the plot – Design and Intention in Narrative, London, Harvard University Press, 1992.
·         Freud Sigmund, The basic writings of Sigmund Freud, New York, Modern Library, 1938.
·         Golden Bernard, Healthy Anger : How to Help Children and Teens Manage their Anger, New York, Oxford University Press, 2003.
·         Kroger J., Identity in Adolescence : The Balance Between Self and Others, New York,   Routledge, 2004.
·         Strongman K.T., The Psychology of Emotion : From Everyday Life to Theory, West Sussex, Wiley, 2003.
·         Περ. World and I, τόμος 18, τεύχος 1, Washington, 2003.

Σημ.: Ολόκληρη η διατριβή εδώ: 
 http://thesis.ekt.gr/thesisBookReader/id/30512#page/1/mode/2up



Δευτέρα 20 Μαΐου 2013

Στοιχεία διακειμενικότητας και κοινωνικός ρεαλισμός

- στα μυθιστορήματα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου Καναρίνι και μέντα και Τα τέρατα του λόφου

 Του Μερκούριου Αυτζή
Εκπαιδευτικού – Συγγραφέα

 (Από το εξαντλημένο βιβλίο  Το υφαντό της Πηνελόπης  – διαχρονικές αναγνώσεις για το έργο και την προσωπικότητα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Επιμέλεια: Β.Δ. Αναγνωστόπουλος,  Εργαστήρι Λόγου και Πολιτισμού Πανεπιστημίου Θεσσαλίας: Βόλος 2008).
 

Α. ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΔΙΑΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑΣ

Είναι κοινώς παραδεκτό ότι μεταξύ των λογοτεχνικών έργων, σύγχρονων και παλιότερων, είτε αυτά απευθύνονται σε παιδιά είτε όχι, υπάρχει μια σχέση διαρκούς επικοινωνίας. Από αυτά αρκετά σύγχρονα έργα αντλούν τη θεματολογία τους από την αρχαία ελληνική γραμματεία, την παγκόσμια γραμματειακή παράδοση κι ακόμη από την εκκλησιαστική υμνογραφία. Έτσι διακείμενα, όπως λέξεις, φράσεις, θέματα, περιγραφικές αναφορές και συστήματα, παραθέματα, που λειτουργούν ως κλειδιά ξεκλειδώνουν την ερμηνεία του έργου κι αναδεικνύουν τη συγχρονική και διαχρονική σχέση συνύπαρξης με το πρωτότυπο[i]. Σε κάθε περίπτωση βέβαια για την ερμηνεία και κατανόηση του έργου, σύμφωνα με τον Riffaterre, απαιτείται από το αναγνωστικό κοινό μια κάποια «εξοικείωση με τα παραπάνω στοιχεία» και κάποια «ερμηνευτική» ανάγνωση. Έτσι, ως προς την πρωτοτυπία στη θεματολογία, θα συμφωνήσουμε με τον Arthur Koestler που έχει πει ότι «δεν υπάρχουν καινούρια θέματα στη λογοτεχνία, επειδή δεν υπάρχουν καινούρια ανθρώπινα ένστικτα». Η επιθυμία για πρωτοτυπία όμως δεν εγκαταλείπει ποτέ το συγγραφέα[ii], που ως δημιουργός και πρώτος αναγνώστης του έργου του αλλά κι ως ο ένας από τους παράγοντες που ενυπάρχουν κατά τη λογοτεχνική επικοινωνία[iii], διαλέγεται με το κείμενο και το παιδί-αναγνώστη για να αποφασίσουν από κοινού για το χαρακτήρα, το ρόλο και τη δράση των ηρώων, για τις αφηγηματικές τεχνικές, την πλοκή και την όσο το δυνατόν πειστικότερη περιγραφή των γεγονότων.

 1. Διακειμενική προσέγγιση του έργου Καναρίνι και μέντα

Στο βιβλίο της Καναρίνι και μέντα η γνωστή συγγραφέας Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου ενσωματώνει στο κείμενο και στην πλοκή κυρίως αποσπάσματα από το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Η φωνή του δράκου»[iv]. Παράλληλα ονόματα της αρχαιότητας και της λογοτεχνίας, ονόματα ηρώων άλλων βιβλίων της, λέξεις, στερεότυπες εκφράσεις, ένας πίνακας ζωγραφικής, αναφορές, ομολογίες, τοποθεσίες, κλπ. παρελαύνουν μέσα στο κείμενο, είναι σφιχτά δεμένα με αυτό, το καθένα έχοντας το δικό του ουσιαστικό ρόλο, αποτέλεσμα μιας συστηματικής επεξεργασίας[v], που εντέλει αναδεικνύει την άριστη τεχνική και τις αρετές του έργου. Ας ξεκινήσουμε όμως από το εξώφυλλο και τον τίτλο του βιβλίου. Και τα δύο αποτελούν εξωκειμενικά γνωρίσματα. Το εξώφυλλο μας παραπέμπει στον πίνακα του Νικολάου Λύτρα (1883-1927) «Το ψάθινο καπέλο», ενώ ο τίτλος «Καναρίνι και μέντα» λειτουργεί ως κώδικας επικοινωνίας και προβάλλει έμμεσες συνδηλώσεις (την αμοιβαία σχέση του ανθρώπου με το συγκεκριμένο πουλί, καθώς και την απεξάρτησή του από κάποια ουσία βλαβερή με τη βοήθεια της μέντας). Στις παραδηλώσεις τους ο αναγνώστης υποψιάζεται το αγόρι του εξώφυλλου ως το κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου. Υποψία που γίνεται βάσιμη από την πρώτη κιόλας σειρά του βιβλίου, όταν δηλώνεται το όνομα του ήρωα-Απελλή, κι επιβεβαιώνεται λίγο παρακάτω (σ. 19), τη στιγμή που ο ίδιος προβάρει ως μοντέλο στη ζωγράφο και «θεια» του Κλειώ Καρίτη, καθώς το αγόρι στον πίνακα του Λύτρα. Αυτή είναι και η στιγμή που η συγγραφέας βάζει στα χέρια του Απελλή το βιβλίο Διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που μαζί με το «Δωδεκάλογο του γύφτου» του Κωστή Παλαμά και «Το αμάρτημα της μητρός μου» του Γεώργιου Βιζυηνού βρίσκονται μπροστά-μπροστά στο μεσαίο ράφι της βιβλιοθήκης τους. Για να εγγράψει παρακάτω αποσπάσματα από τη «Φωνή του δράκου» και να τα ενσωματώσει στο κείμενο και την πλοκή. Παρουσιάζεται δε ως εσωτερική ανάγκη του εντεκάχρονου που, απογοητευμένος από κείνους που πίστευε πως τον αγαπούν και μόνος, έχει την ανάγκη ενός ανθρώπου που να του εμπνέει εμπιστοσύνη, να τον συντροφεύει και να μπορεί να επικοινωνεί μαζί του. Κι ας είναι απλά ένας «χάρτινος» παππούς, η ζωγραφιά του Παπαδιαμάντη.

  Περνώντας στα ονόματα των προσώπων του έργου διαπιστώνουμε ότι δεν χρησιμοποιούνται τυχαία. Το όνομα Απελλής έχει ιδιαίτερη σημασία[vi]. Στην πολυσημία του αρχικά μας παραπέμπει στην αρχαιότητα. Απελλής λεγόταν κάποιος μεγάλος ζωγράφος, φίλος του Μεγαλέξανδρου. Από την άλλη ως Αλής, υποκοριστικό που χρησιμοποιεί το αγόρι, παριστάνοντας το Αλβανάκι, μας θυμίζει μεταξύ άλλων και τον «Αλή-μπαμπά» του παραμυθιού. Έχει μάλιστα σημαντικό ρόλο και στα βιβλία  Ποιος θα γράψει για το σκύλο μας;, Το μυστήριο του καλοκαιρινού Αγιοβασίλη και Τα τέρατα του λόφου. Επίσης το όνομα Κέβης, του τετράποδου φίλου και φύλακα του Απελλή, υποκοριστικό του Κέρβερος, μας παραπέμπει στο μυθικό τέρας με τα τρία κεφάλια και την ουρά φιδιού που ήταν ο φύλακας των πυλών του Άδη. Αλλά και στην αρχαιότητα, αφού Κέβης, εξηγεί η θεία του Κλειώ (σελ. 24), λεγόταν κι ένας φιλόσοφος και μαθητής του Σωκράτη. Επιπλέον ο μυθοπλαστικός θάνατός του θα αποτελέσει το λογοτεχνικό υπόβαθρο στο βιβλίο Ποιος θα γράψει για τον σκύλο μας;. Από τα υπόλοιπα ονόματα, 21 συνολικά, που εμφανίζονται στο βιβλίο, το όνομα Τέλης, υποκοριστικό του Αριστοτέλης, μας παραπέμπει στο γνωστό μας φιλόσοφο, ενώ το ίδιο πρόσωπο το ξαναβρίσκουμε και στα μυθιστορήματα Για την άλλη πατρίδα, Ποιος θα γράψει για το σκύλο μας;, και Το μυστήριο του καλοκαιρινού Αγιοβασίλη.
     Συνεχίζοντας αξιοσημείωτο είναι να σταθούμε σε δυο τοποθεσίες. α) Η λίμνη Αχερουσία που στην αρχαία εποχή, όπως εξηγεί στον Απελλή η Αλκμήνη (σελ.46) –κι η συγγραφέας για να το πετύχει ακολουθεί τη μέθοδο της αναδρομής– άπλωνε τα νερά της μπροστά στην πύλη του Άδη για να περάσουν οι ψυχές και να κατέβουν στον κάτω κόσμο, ως αναφορά με ισχυρές προσημάνσεις και παραδηλώσεις, φέρνει τον ήρωα αλλά και τον αναγνώστη αντιμέτωπο με το θέμα του θανάτου, που θίγεται και σε άλλα σημεία του βιβλίου. β) Ο λόφος του Στρέφη, παλιά γειτονιά της συγγραφέα, άρα γνώριμή της, με τη σπηλιά, στοιχείο που ταυτίζεται στο κείμενο με τη δρακοσπηλιά του Παπαδιαμάντη, καθώς και η γύρω απ’ αυτόν περιοχή θα γίνει το σκηνικό πλαίσιο για την πλοκή των γεγονότων. Το ίδιο σκηνικό θα χρησιμοποιηθεί και στα βιβλία που αναφέρθηκαν παραπάνω.
     Οι πολλές στερεότυπες εκφράσεις, που εγγράφονται μέσα στο κείμενο και γοητεύουν τα παιδιά με το ύφος τους, όπως «φως φανάρι», «όταν κλείνει ο Θεός μια πόρτα, ανοίγει ένα παράθυρο» (σελ. 111) και «καλού κακού» (σελ. 113) αποτελούν επίσης διακείμενα του έργου.
  Η συγγραφέας, τέλος, με έντεχνο τρόπο, όπως αναφέρθηκε αρχικά, ενσωματώνει στο κείμενο συνολικά 28 αποσπάσματα από το διήγημα του Παπαδιαμάντη «Η φωνή του δράκου», άλλοτε εγγράφοντάς τα ως απλές αναφορές, άλλοτε για να περιγράψει ή να επεξηγήσει έννοιες και σύνολα, άλλοτε ως προσημάνσεις είτε για να δικαιολογήσει κάποια πρόθεση είτε ενέργεια του ήρωα κι άλλοτε ως σύζευξη με το πρόσωπο του συγγραφέα, το «χάρτινο» παππού που γίνεται η μόνιμη συντροφιά του. Φυσικά στην παρούσα ανακοίνωση είναι αδύνατο τα διακείμενα αυτά να εξαντληθούν. Θα περιοριστούμε έτσι σε ορισμένα που κατά την κρίση μας παρουσιάζουν ξεχωριστή σημασία. Για να προσημάνει την απόδραση του Απελλή από το σπίτι της θειας του και τη διανυκτέρευσή του την πρώτη νύχτα στο λόφο του Στρέφη, η συγγραφέας μετά από επάλληλες σχετικές περιγραφές, εγγράφει το απόσπασμα που κι ο Παπαδιαμάντης χρησιμοποιεί συμβολικά κι αναφέρει (σ. 36): «…Ο Κώτσος είχεν… μιαν ακράτητον περιέργειαν. Ήθελε να… εισέλθει εις την οπήν του σπηλαίου εκείνου, …αλλ’ η θεία του… έτρεξε και τον ανεκάλεσε πλησίον της. … Μην είσαι απόκοτος!..». Για να γράψει η ίδια στη σκηνή της απόδρασης (σ. 57): «… Θα προχωρήσει… μέσ’ από τα δέντρα κι έπειτα… απ’ τους βράχους ως την κορφή, όπως έλεγε το βιβλίο…», παρεμβάλλοντας το απόσπασμα: «… Το τέκνον εκείνο… εγίνετο ρωμαλέος… είχεν αναδειχθεί φοβερός αναρριχητής. Ανέβαινεν… εις κορυφάς…» και συνεχίζει η ίδια: «Κάπως έτσι… το ίδιο ρωμαλέος νιώθει τώρα κι ο Απελλής…». Και παρακάτω (σ. 129): «… Και η μοίρα του, …έμελλε να τον… κρύψη βαθιά, εις τα σπλάχνα της γης, δια να… μη τον ακούουν, μήτε να τους ακούη…», όπου είναι προφανής η πρόθεσή της συγγραφέα να ταυτίσει τα δύο πρόσωπα, τον Απελλή με τον Κώτσο, να συσχετίσει τα δυο κείμενα, εξοικειώνοντας έτσι το παιδί-αναγνώστη με τις «εξόριστες» λέξεις ή τη γλώσσα του «Αγίου της λογοτεχνίας μας», γλώσσα που σύμφωνα με τον Απελλή θυμίζει το ευαγγέλιο και τα τροπάρια της εκκλησίας.
 
 Β. ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ

Η Παιδική/Νεανική Λογοτεχνία και ειδικότερα το παιδικό/νεανικό μυθιστόρημα την εποχή που εξετάζουμε, δηλ. από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 μέχρι και σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη, διέπεται από ρεαλισμό και έντονο κοινωνισμό[vii] προσαρμοσμένα στην ψυχολογία του παιδιού. Η θεματολογία την εποχή αυτή παρουσιάζει τη μεγαλύτερη ποικιλία κι είναι συνάρτηση του κοινωνικού γίγνεσθαι, καθώς οι συγγραφείς έχουν την πεποίθηση ότι όλα τα θέματα και προβλήματα μπορούν να θιγούν στο παιδί, αρκεί να εξασφαλίζουν την αισθητική απόλαυση. Έτσι θέματα που παλιότερα ούτε καν αναφέρονταν, όπως η εφηβεία, ο έρωτας, ο θάνατος, τα ναρκωτικά, το διαζύγιο, ο ρατσισμός, η τρομοκρατία, κλπ. την εποχή αυτή θίγονται, όχι βέβαια βεβιασμένα μόνο και μόνο για να ικανοποιήσουν εκπαιδευτικούς στόχους, αλλά με ειλικρίνεια και σοβαρότητα, με σεβασμό και αγάπη προς το παιδί. Γιατί η φαντασία του παιδιού, σύμφωνα με την αμερικανίδα καθηγήτρια παιδικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο Zena Sutherland, αναπτύσσεται τόσο με τις ρεαλιστικές ιστορίες όσο και με τα παραμύθια, οπότε τα παιδιά χρειάζονται εξίσου και τα δύο είδη.

 1. Στοιχεία κοινωνικού ρεαλισμού στο έργο Τα τέρατα του λόφου

  Στο μυθιστόρημά της Τα τέρατα του λόφου η συγγραφέας Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου πραγματεύεται με σοβαρότητα και ευθύνη ένα θέμα που για πρώτη φορά αγγίζεται στην ελληνική παιδική λογοτεχνία. Πρωτοτυπία που κατέχει κι από προηγούμενες φορές [viii]. Η ίδια για την επιλογή των θεμάτων της λέει: «… “εν αρχή ην το ερέθισμα”. Και αυτό μού το δίνει συνήθως ο κοινωνικός περίγυρος, η πρόσφατη ιστορία ή η σύγχρονη πραγματικότητα»[ix]. Και παρακάτω: «Τα θέματά που ενδιαφέρουν ένα συγγραφέα έχω την αίσθηση ότι βρίσκονται από καιρό εντός του». Για να συνεχίσει: «… τα θέματα είχαν από καιρό επισημανθεί, αλλά χρειάστηκε να τα “γονιμοποιήσει” η έμπνευση για να έρθουν στο φως και να γίνουν βιβλία».

    Το ερέθισμα λοιπόν, φαίνεται, στο εργαστήρι της υποβάλλεται σε συστηματική επεξεργασία, όπου τελικά πλέκονται συναρπαστικές ιστορίες που διακλαδώνονται μεταξύ τους, γεγονός καθόλου τυχαίο, αφού και μεταξύ των ηρώων των μυθιστορημάτων της αναπτύσσονται σχέσεις φιλίας και συγγένειας[x][xi]. Έτσι οι γνωστοί από τα προηγούμενα μυθιστορήματά της ήρωες, μέλη συνολικά εφτά οικογενειών, στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα βρίσκονται αντιμέτωποι με τέρατα αληθινά που οραματίζονται ένα Δ΄ Ράιχ και δρουν στην περιοχή του λόφου του Στρέφη. Ο νεοναζισμός, λοιπόν, που τις αρχές του ’90 σαν αυγό φιδιού εκκολάφτηκε στον κόρφο της Ευρώπης και συν το χρόνο και σήμερα δηλητηριάζει το περιβάλλον της γηραιάς ηπείρου και την Ελλάδα, είναι το θέμα για το οποίο η συγγραφέας νιώθει την ανάγκη να ενημερώσει τους αναγνώστες της. Δια στόματος μάλιστα της Ειρήνης, που αλληλογραφεί με τη γιαγιά της μέσω του διαδικτύου, λέει: «… πρέπει να σου θυμώσω που δε μου μίλησες ποτέ γι’ αυτά.» (σελ. 70), παραθέτοντας αμέσως παρακάτω ολόκληρο απόσπασμα από ένθετο της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας σχετικά με τα κολέγια-οργανώσεις του νεοναζισμού. Και δεν είναι το μόνο. Από την αρχή μέχρι το τέλος του βιβλίου η συγγραφέας παραθέτει, είτε ως εγγεγραμμένα αποσπάσματα είτε ως απλές αναφορές μέσα στις συζητήσεις των ηρώων, στοιχεία-ντοκουμέντα γι’ αυτή την οργάνωση. Έτσι ο αναγνώστης ακολουθεί βήμα-βήμα τα γεγονότα της ιστορίας, με την αγωνία του να κορυφώνεται σελίδα-σελίδα. Γίνεται μάρτυρας των ύβρεων και του ξυλοδαρμού του μικρού Σάμγουελ, χωρίς να υπάρχει λόγος, από τους τέσσερις νεαρούς με την ασυνήθιστη εμφάνιση. Μόνο και μόνο, θα πει η Ειρήνη (σελ. 25), επειδή δεν ήταν άσπρο το δέρμα του, και θα τους συσχετίσει με τους Κου Κλουξ Κλαν στην Αμερική. Παράλληλα θα γευτεί την ανθρωπιά και τη συμπόνια των δυο κοριτσιών, της Όλγας και της Ειρήνης, θα ταυτιστεί μαζί τους και μαζί με τα υπόλοιπα μέλη των δυο οικογενειών, που θα βάλουν σε κίνδυνο τη ζωή τους για να σώσουν το σοκολατένιο παιδί από τα τέρατα, αλλά και τον έναν απ’ αυτούς, που επίσης πέφτει θύμα της αγριότητας των μέχρι πριν λίγο «δικών» του. Κι αυτό θα είναι μόνο η αρχή. Με αφορμή το παραπάνω περιστατικό ο αναγνώστης γίνεται φίλος με το Σάμγουελ, συνάμα μέτοχος του αγώνα και των θυσιών του πατέρα του του κ. Ντίκον για επιβίωση, στο πρόσωπο του οποίου καθρεφτίζονται τα δεινά, οι αγωνίες και τα προβλήματα όλων των ξένων και οικονομικών μεταναστών. Μοιράζεται τη φιλοξενία αλλά και τη χαρά απ’ τα παιχνίδια με τα προσφυγάκια, το Γιάνους, την Τερέζα, τη Νέλια και τα άλλα παιδιά στο εργαστήρι του «καλοκαιρινού Αγιοβασίλη», ενώ ζει στιγμές φρίκης τη στιγμή που η φωτιά που προξενούν τα τέρατα το μετατρέπει από «υπόγειο της χαράς» σε «υπόγειο τρόμου». Έτσι με κομμένη την ανάσα πληροφορείται για τα θύματα του εμπρησμού κι ανησυχεί για την κατάσταση της υγείας της μικρής Νέλια και του κύριου Λευτέρη. «Είναι κι οι δυο στην “εντατική”, γιαγιά μου» θα γράψει η Ειρήνη στο ηλεκτρονικό μήνυμά της. Με την ίδια ανάσα παρακολουθεί και το επεισόδιο της συμπλοκής του κ. Ντίκον με τα τέρατα: «Βρομοαράπη, θα πεθάνεις…» του γρυλίζουν, πιάνονται στα χέρια κι ο ένας απ’ αυτούς τον χτυπάει θανάσιμα με κάτι που αστράφτει. «Τέρατα! Κτήνη! Κακούργοι! ακούει η Όλγα ουρλιαχτή την ίδια της τη φωνή…». Κι η αγωνία κορυφώνεται στη σκηνή της απαγωγής της Όλγας από τα τέρατα. Είναι αποφασισμένοι για όλα. Θέλουν την αναβάθμισή τους, την ένταξή τους στο ευρύτερο δίκτυο των Νεοναζί, περιμένουν κάποιον Κουντς, σύνδεσμο της οργάνωσης, να του αποδείξουν ότι αξίζουν. Όμως αποδεικνύουν το αντίθετο. «Η βλακεία τους θα μας βοηθήσει…» θα πει στα γερμανικά ο Χανς στην Όλγα, που εισέρχεται ως Κουντς στο κρησφύγετό τους, αποκαλύπτοντας στο κορίτσι και φυσικά στον αναγνώστη το καλοστημένο σχέδιο που είχαν καταστρώσει οι δικοί της με τη βοήθεια της αστυνομίας. Έτσι, τα τέρατα αιφνιδιάζονται. «Ομάδα της πλάκας», τους αποκαλεί ο Απελλής. Οι δυο απ’ αυτούς συλλαμβάνονται κι η Όλγα απελευθερώνεται. Οι άλλοι δυο όμως καταφέρνουν να το σκάσουν και τη στιγμή του γάμου του Φίλιππου και της Χριστίνας επιτίθενται στην εκκλησία. Μόλις από θαύμα σώζονται οι παρευρισκόμενοι. Ο γάμος αναβάλλεται, το γαμήλιο ταξίδι των μελλόνυμφων στην Αμερική κι αυτό. Κι η Ειρήνη θα γράψει στο μήνυμά της: «Κανονικά, γιαγιά, θα είχαν φύγει για τον Καναδά την επομένη του γάμου, … και μεθαύριο Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου, θα πήγαιναν πρωί πρωί να δουν τους περίφημους δίδυμους πύργους», φέρνοντας τον αναγνώστη αντιμέτωπο με το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου, «τις εξτρεμιστικές ισλαμικές οργανώσεις που δρουν σε πολλές χώρες, ακόμα και στην Ελβετία» θα γράψει πιο πάνω, και τις συνέπειες από την δίχως ανθρώπινο πρόσωπο παγκοσμιοποίηση.
   
ΕΠΙΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

1. Β. Αναγνωστόπουλος, Εξελίξεις της Παιδικής Λογοτεχνίας, 1970-1980, Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1988
2. Λ. Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Μιλώντας για τα παιδικά βιβλία, Καστανιώτης, Αθήνα 1987
3. Λ. Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Η παιδική λογοτεχνία στην εποχή μας, Καστανιώτης, Αθήνα 1990
4. Λ. Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Το μικρόβιο της ευεξίας, Πατάκης, Αθήνα 2002
5. Λ. Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Καναρίνι και μέντα, Πατάκης, Αθήνα 2000
6. Λ. Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Τα τέρατα του λόφου, Πατάκης, Αθήνα 2002
7. Ά. Γκίβαλου, Το θαυμαστό ταξίδι, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 1999
8. Ζ. Σαμαρά, Προοπτικές του κειμένου, Κώδικας, Θεσ/νικη 2000
9. Π. Χαντ, Κριτική, θεωρία και παιδική λογοτεχνία, Πατάκης, Αθήνα 2001


[i] Ζ. Σαμαρά, Προοπτικές κειμένου, Θεσσαλονίκη, Κώδικας, 2000, σσ. 19-23.
[ii] Λ. Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Το μικρόβιο της ευεξίας, Πατάκης, 2002, σελ. 124
[iii] Ζ. Σαμαρά, ό.π. σσ. 16-18
[iv] Λ. Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, ό.π. σελ. 125
[v] Λ. Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, ό.π. σσ. 122-124
[vi] Λ. Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, ό.π. σελ. 120
[vii] Περ. Διαδρομές, αρ. τευχ. 47, Φθινόπωρο 1997, σ. 163
[viii] Η ίδια έθιξε για πρώτη φορά το 1978 στο βιβλίο της Για την άλλη πατρίδα το θέμα ανθρώπινα δικαιώματα, καθώς και το θέμα ναρκωτικά (1981) Στο τσιμεντένιο δάσος. Βλ. Λ. Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Το μικρόβιο της ευεξίας, σ. 112.
[ix] Λ. Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, ό.π. σσ. 110-111
 
[xi] Λ. Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Τα τέρατα του λόφου, σ. 162

 

Σάββατο 11 Μαΐου 2013

Η μελέτη της Παιδικής Λογοτεχνίας –

(Το μικρόβιο της ευεξίας – Γράφοντας βιβλία για παιδιά[1])

Του Ομότιμου Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών
Μιχάλη Γ. Μερακλή

Είναι γεγονός, ότι η παιδική λογοτεχνία ολοένα καθιερώνεται στην περιοχή της λογοτεχνίας, αποτελεί έναν αναγνωρισμένο πλέον κλάδο της ακυρώνοντας την εξορία της, όπως χαρακτηριστικά την παριστάνει και στο βιβλίο της η  Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου. Η καθιέρωσή της επιβεβαιώνεται και από το γεγονός, ότι διδάσκεται στα πανεπιστήμια. Θα παρατηρούσα εντούτοις, ότι η αισιόδοξη αυτή εξέλιξη δεν παρακολουθείται από μιαν – αναγκαία – ανάλογη καλλιέργεια και ανάπτυξη της θεωρίας, της μελέτης της παιδικής λογοτεχνίας, όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες.
     Στις λίγες σχετικές προσπάθειες που έχουν γίνει και εδώ εξέχουσα θέση κατέχει η Λ.Π.-Α., η οποία εξάλλου, όπως είναι γνωστό, έχει το πλεονέκτημα, ότι δεν ασχολείται απλώς και μόνο με τη μελέτη του αντικειμένου της παιδικής λογοτεχνίας, αλλά είναι και από τους πιο δόκιμους εκπροσώπους της.Το βιβλίο της Το μικρόβιο της ευεξίας δεν είναι το πρώτο, που ασχολείται με ζητήματα της παιδικής λογοτεχνίας. Είναι το πέμπτο. Περιέχει κείμενα γραμμένα στο διάστημα 1995-2001, που τα διάβασε ή τα ανέπτυξε «σε συνέδρια, σεμινάρια, ημερίδες οργανωμένες από εκπαιδευτικούς, στα Πανεπιστήμια Θεσσαλίας, Θράκης, Κρήτης, Πάτρας κ.τ.λ.».

Ο Καθηγητής κ. Μιχάλης Μερακλής
  Στη Λ.Π.-Α., της οποίας είναι εγνωσμένη και από το όλο έργο της (λογοτεχνικό και μελετήματα) η απλότητα και καθαρότητα των λόγων της, δεν αρέσουν οι υπερθετικοί, οι εντυπωσιακές φράσεις και δηλώσεις. Σκοπός αυτού του βιβλίου, διαβάζουμε και εδώ, είναι να παρουσιάσει στον αναγνώστη μια ολοκληρωμένη προσωπική θέση έναντι του κλάδου αυτού της λογοτεχνίας και μια, όσο είναι δυνατόν, πληρέστερη εικόνα του προβληματισμού κατά την ώρα της δημιουργίας των έργων που εντάσσονται στην παιδική και νεανική λογοτεχνία.  Θέλοντας κιόλας έτσι, με την τριαντάχρονη δική της πείρα να βοηθήσει τους νέους συγγραφείς να σχηματίσουν μιαν οπωσδήποτε ξεκαθαρισμένη άποψη γι’ αυτό που θα κάνουν, ή και να ανανεώσουν τις απόψεις τους δοκιμασμένοι δημιουργοί ερευνητές, μελετητές.
     Μην ξεχνώντας εξάλλου (μην μπορώντας να ξεχάσει) ότι, ακόμα κι όταν γράφει για την παιδική λογοτεχνία, πρώτιστα και κατεξοχήν είναι άνθρωπος που γράφει παιδική λογοτεχνία, είναι λογοτέχνης, μεταδίδει και σ’ αυτά τα κείμενά της τον παλμό εκείνου που πιστεύει σ’ ένα σκοπό, χωρίς διόλου να παραγνωρίζει τις δυσχέρειες, πολλές και ποικίλες, που υπάρχουν για την επιτυχία του σκοπού. Θα έλεγα μάλιστα πως, από μιαν άποψη, επειδή στα μελετήματά της διαλέγεται με ενήλικες, μεταγγίζεται σ’ αυτά κι ένας τόνος, συχνά, σοβαρός ή και δραματικός, που δεν υπάρχει στο δημιουργικό, λογοτεχνικό έργο της, όπου υποβάλλεται το μήνυμα μιας, σε τελευταία ανάλυση, αισιόδοξης προοπτικής και στάσης ζωής. Είχε επισκεφθεί ένα σχολείο, μίλησε στα παιδιά για την παιδική λογοτεχνία. ΄Ενας δάσκαλος, στο διάλειμμα, της είπε πως τη θαυμάζει για τα αποθέματα ελπίδας και αισιοδοξίας που χρειάζεται να έχει κανείς – και διαπίστωνε, ο δάσκαλος, πως αυτή τα έχει – για να τα μεταφέρει στο έργο του. «Βιάστηκα, σημειώνει η Λ.Π.-Α. στη συνέχεια, να του ομολογήσω με συντριβή ότι δεν διαθέτω τέτοια αποθέματα. Ότι δεν είμαι καν αισιόδοξη όλες τις ώρες. Ότι συχνότατα νιώθω κούραση, αποθάρρυνση, απελπισία. Μόνο που τις ώρες εκείνες καταλαβαίνω πως δεν πρέπει να γράφω, αν  ονειρεύομαι ως πιθανούς  αποδέκτες του κειμένου μου τα παιδιά.  «Δεν είναι σωστό να περνούμε την κούρασή μας στα παιδιά» έλεγε σοφά η Πηνελόπη Δέλτα, του θύμισα. Και ο Γιώργος Σεφέρης έγραψε κάποτε «είναι αμαρτία να σπέρνει κανείς την απελπισία ανάμεσα στους νεότερους». ΄Αλλωστε όλοι οι δάσκαλοι, μας λέει ακόμα η Λ.Π.-Α., βεβαίωσαν με την εκπαιδευτική και παιδαγωγική τους πείρα, ότι τα παιδιά απεχθάνονται τα κείμενα που τα αποθαρρύνουν.
     Αυτή η θερμοκρασία διατρέχει όλο το βιβλίο, που δεν το συνθέτουν εντούτοις μόνο οι εξομολογήσεις μιας ευαίσθητης προς τον κόσμο του παιδιού ψυχής, αλλά και θέσεις, σκέψεις, παρατηρήσεις δικές της αλλά και θεμελιωμένες σε σκέψεις και απόψεις άλλων, μελετητών και ερευνητών της παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας, δικών μας και ξένων, προπάντων ξένων˙ ένα από τα πλεονεκτήματα της Λ.Π.-Α. είναι, ότι χρησιμοποιεί και ξένη βιβλιογραφία, είναι εξαιρετικά ενημερωμένη για το ζήτημα και τους προβληματισμούς σχετικά με την παιδική λογοτεχνία.
 
Daniel Golman
Τον τίτλο του βιβλίου της έλαβε από μια φράση απ’ το βιβλίο του Daniel Golman, που προκάλεσε πολλές και γόνιμες συζητήσεις, με τον πολυσήμαντο τίτλο του (έχει μεταφραστεί και στα ελληνικά): Η συναισθηματική νοημοσύνη. Αναφέρεται ο ξένος μελετητής σ’ έναν οδηγό λεωφορείου, που ένα πρωί, με τη φιλική, αισιόδοξη στάση του προς τους δύσθυμους επιβάτες και με τα θετικά σχόλιά του γύρω από τα καλά που μπορεί ν’ απολαύσει κανείς σε μια εκ πρώτης όψεως απάνθρωπη και αφιλόξενη μεγαλούπολη, μετέβαλε τη δυσθυμία τους σε ευεξία: «...΄Ωσπου να κατεβούν από το λεωφορείο» αφηγείται ο Goleman «ένας ένας οι επιβάτες είχαν βγει από το βλοσυρό καβούκι τους,  κι όταν ο οδηγός φώναζε “πολύ καλημέρα σας και να περάσετε καλά!”, όλοι ανταποκρίνονταν με χαμόγελο…΄Αρχισα να συλλογίζομαι ότι το κολλητικό μικρόβιο της ευεξίας πρέπει να μεταδόθηκε υπό μορφή κυμάτων σε όλη την πόλη, αρχίζοντας από τους επιβάτες εκείνου του λεωφορείου…»
     Η Λ.Π.-Α. πιστεύει, ότι ένα καλό λογοτεχνικό βιβλίο μπορεί να δημιουργεί αυτό το αίσθημα της ευεξίας. Δίνει παραδείγματα αντλώντας από προσωπικά βιώματα. ΄Ηταν Κατοχή, 1943, αυτή μικρό παιδάκι, έξι χρονών. Ωστόσο είχε καταφέρει να διαβάσει το Παραμύθι χωρίς όνομα:
     Θυμάμαι ολοζώντανα την ευεξία που ένιωσα στο τέλος˙ την πεποίθηση ότι αξίζει κανείς να μάχεται για το καλό και το δίκιο, όπως κατάλαβαν κι έπραξαν τελικά οι κάτοικοι της χώρας των Μοιρολατρών˙ την ελπίδα που φούντωσε μέσα μου ότι ο πόλεμος θα τελειώσει˙ ότι από τα ερείπια, την πείνα και το θάνατο που έβλεπα γύρω μου θ’ αναστηθεί μια χώρα όμοια μ’ εκείνη που κατάφεραν να ξαναφτιάξουν οι Μοιρολάτρες, όπως την περιέγραφε προς το τέλος του παραμυθιού ο αποσταλμένος του εχθρού τους (...). Από τότε, το Παραμύθι χωρίς όνομα είχε γίνει το γιατρικό μου για την απελπισία. Γι’ αυτό και πλήθος ήταν οι φορές που από τότε το ξαναδιάβασα.
     Πιστεύει, λοιπόν, η συγγραφέας σ’ αυτή τη δυνατότητα μετάδοσης της ευεξίας από το βιβλίο στον αναγνώστη. Και σχεδόν έχει τάξει σκοπό της να την προπαγανδίζει και να γίνει – και με το δικό της δημιουργικό, συγγραφικό έργο – και ένας διαμεσολαβητής ανάμεσα στο βιβλίο και το παιδί, τον νέο, τον μεγάλο ως δυνάμει αναγνώστες, παροτρύνοντας, ενθαρρύνοντας, προσελκύοντάς τους με τα καλά έργα στην ανάγνωση, για να τους δοθεί και η δυνατότητα να κοινωνήσουν από την τόσο αναγκαία στην ψυχική ισορροπία ευεξία.
     Το βιβλίο, αποτέλεσμα της συνάντησης ευαισθησίας και γνώσης, είναι γεμάτο από σκέψεις, ιδέες, ερεθίσματα σχετικά με την παιδική λογοτεχνία και τους αποδέκτες της, το κοινό της. Παραπέμπω π.χ. στην αναφορά στο πολύ σοβαρό θέμα της επίσκεψης και παρουσίας του συγγραφέα παιδικών βιβλίων στο σχολείο ή την ξενάγηση που κάνει στο «εργαστήρι» της ως συγγραφέα, μιλώντας για τον τρόπο που εμπνέεται, επιλέγει το θέμα, γράφει, δίνοντας πληροφορίες ιδιαίτερα ωφέλιμες και γι’ αυτούς που θέλουν να γράψουν, αλλά και για όσους επιθυμούν να επικοινωνήσουν ουσιαστικότερα με τα βιβλία της ίδιας ή και των ομοτέχνων της.
     Θα σταθώ κάπως εκτενέστερα και σε μια βασική σκέψη της Λ.Π.-Α. Πιστεύει, ότι η παιδική λογοτεχνία οφείλει να είναι προσανατολισμένη προς το μέλλον, να ανοίγει προοπτικές. Είναι σαφής: «... η νοσταλγική διήγηση παιδικών αναμνήσεων ή, αντίθετα, η θλιβερή και αδιέξοδη εξιστόρηση μιας τραγικής παιδικής ηλικίας σπάνια οδηγούν σε λογοτεχνικό έργο που δίκαια να εντάσσεται στην παιδική/νεανική λογοτεχνία».
     Κάνει μιαν ωραία ανάπτυξη της θέσης αυτής, που τη συμμερίζονται άλλωστε σημαντικοί συγγραφείς και μελετητές. Αναφέρω την άποψη του πολύ γνωστού παιδαγωγού και ερευνητή του λαϊκού παραμυθιού Marc Soriano: Το παιδί είναι ον στραμμένο προς το μέλλον. Το πιο καίριο χαρακτηριστικό των αληθινών παιδικών βιβλίων είναι η απουσία νοσταλγίας, ο προσανατολισμός προς το μέλλον».
     Αυτό δεν σημαίνει, ότι τα βιβλία για παιδιά γράφονται ερήμην της γνώσης του τι είναι ο κόσμος. Η συγγραφέας μνημονεύει ένα ποίημα γεμάτο από την αθυμία της διαπίστωσης για την ύπαρξη ενός παρόντος γεμάτου από εχθρότητες και αδικίες:

Σήμερα πια σε πoιov vα μιλήσω; / Τ' αδέρφια έχoυv γίvει εχθρoί,
οι φίλοι δεν αγαπιούνται./ Σήμερα πια σε πoιov vα μιλήσω;
Αρπακτικές έχουν γίνει οι καρδιές,/ όλοι κλέβουν τo βιoς τoυ γείτovα.
Σήμερα πια σε πoιov vα μιλήσω; / Ο καλός τo βάζει στα πόδια, o θρασύς φανερώνεται παντού...
Σήμερα πια σε πoιov να μιλήσω;
'Οσoι έπρεπε v' αγριεύoυv με τov αvέvτιμo άvθρωπo
 χαμογελούν μ' επιείκεια μπροστά στηv ατιμία τoυ...

Το χειρότερο: το ποίημα αυτό, όπως μας πληροφορεί, έχει γραφεί πριν από 4.000 χρόνια: έτσι πάντα ήταν ο κόσμος. Αλλά: ποτέ δεν εγκατέλειψε τον άνθρωπο η ελπίδα, που βλέπει πάντα στο μέλλον. Και επιτέλους: Η ελπίδα και η αισιoδoξία πoυ βλασταίvoυv στα έργα της παιδικής λoγoτεχvίας είvαι απoτέλεσμα και αυτά μιας άλλης επωφελούς περιoδικής εξoρίας, ή μάλλov αυτoεξoρίας τoυ δημιoυργoύ από τov παραλoγισμό τoυ σημεριvoύ κόσμoυ, τηv ώρα της δημιουργίας. Εδώ πρόκειται για μια "ετερoτoπία", πoυ τoυ επιτρέπει vα oραματίζεται τo μέλλov βελτιωμέvo˙ είναι μια ηθελημέvη απoστασιoπoίηση πoυ γεvvά τηv πεπoίθηση ότι τα πάvτα αvαγεvvώvται και ότι oυδέv απόλλυται.
     Η Λ.Π.-Α. ευστοχεί και στη δημιουργία ορισμένων λέξεων η στη διεύρυνση της σημασίας τους. ΄Ακρως επιτυχής είναι η λέξη «βιβλιοφαγία», από την υπάρχουσα ήδη λέξη «βιβλιοφάγος», με διευρυμένη όμως και στοχαστικά αναπτυγμένη σημασία. Το έναυσμα έλαβε από ένα πνευματικά σπαρταριστό χωρίο της Αποκαλύψεως˙ αναφέρεται πως ο Θεός είπε στον Ιωάννη να «καταφάγει» ένα βιβλίο. Κι εκείνος γράφει: Και έλαβον το βιβλίον εκ της χειρός του αγγέλου και κατέφαγον αυτό, και ήν εν τω στόματί μου ως μέλι γλυκύ.
Stephen Hawking
       Συλλογίζεται χαριτωμένα αλλά και με πνευματική εσωτερικότητα, ότι δεν αρκούν οι ολοένα περισσότερο διαφημιζόμενες συνταγές «υγιεινής διατροφής», που μπορούν, ενδεχομένως, να εξασφαλίζουν υγεία σωματική, αλκή και καλλιγραμμία, για να οικοδομηθεί μια «αξιοβίωτη ζωή»: Αν αρκούσε αυτό, παρατηρεί, τότε κανένας σωματικά υγιής δε θα περιλαμβανόταν στους θεραπευόμενους των ψυχολόγων και των ψυχιάτρων, κανένας σωματικά δραστήριος δε θα ένιωθε κατάθλιψη, κανένας σωματικά ευειδής δε θα αισθανόταν κενά στη ζωή του. Αντίθετα δεν λείπουν παραδείγματα (και δεν είναι λίγα) ανθρώπων με προβληματική τη σωματικής τους υγεία, που γνώρισαν την υγεία της ψυχής και του νου˙ με πιο χτυπητά παραδείγματα, όπως λέει, εκείνα της περίφημης ΄Ελεν Κέλλερ και του λαμπερού σύγχρονου διανοητή και επιστήμονα Stephen Hawking.
Θέλω να τελειώσω τη σύντομα παρουσίαση του ωραίου βιβλίου της Λ.Π.-Α. παραθέτοντας μια παραλλαγή της («βέβηλη» τη λέει εκείνη, συγκινητική τη λέω εγώ) στίχων του Ελύτη, με τους οποίους ο ποιητής απαντούσε στο ερώτημα, που ο ίδιος είχε θέσει στον εαυτό του: «Εξόριστε ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;»
Βλέπω τη διαρκή παλιννόστηση
στη voητή χώρα τωv παιδιώv,
βλέπω τη διαρκή αvάσταση ελπίδωv και αξιώv,
σημάδι ότι θα λάβoυvε τα όvειρα εκδίκηση,
και θα έχει κάθε παιδί
τα λίγα γραμμάρια της ευτυχίας που του ανήκουν.

 (Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Το Σχολείο και το σπίτι, τεύχος 449, 11.2 – 20.3.2003, σελ.69-72. Περιλαμβάνεται στο εξαντλημένο βιβλίο Το υφαντό της Πηνελόπης διαχρονικές αναγνώσεις για το έργο και την προσωπικότητα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Εργαστήρι Λόγου και Πολιτισμού Πανεπιστημίου Θεσσαλίας: Βόλος 2008).


[1] http://www.loty.gr/meletimata_analyt_5.htm

Δευτέρα 6 Μαΐου 2013

Το μικρόβιο της ευεξίας


Από το βιβλίο Το μικρόβιο της ευεξίας, (Πατάκης, 2002[1])

    «Πώς το ξέρετε ότι αυτό που γράφετε είναι για παιδιά;» με ρώτησε μια μέρα ένα κοριτσάκι της τρίτης δημοτικού, σε μια από τις συνηθισμένες συναντήσεις μαθητών με συγγραφείς.
     «Δεν είμαι ολότελα βέβαιη από την αρχή» της απάντησα ειλικρινά. «Το αποφασίζω οριστικά  όταν έχω φτάσει πια στο τέλος».
     «Γιατί στο τέλος; Κι από τι το αποφασίζετε;» επέμεινε η μικρή - περίεργη όπως τα περισσότερα παιδιά στην ηλικία της, αλλά με ευστοχία στις ερωτήσεις της που φανέρωνε κάποια ιδιαίτερη ευφυΐα.
     Αν ήταν αρκετά μεγαλύτερη, θ’ άνοιγα συζήτηση μαζί της γύρω από τους λόγους, για τους οποίους, κατά τη γνώμη μου, την ώρα της δημιουργίας ο λογοτέχνης πρέπει να νιώθει ελεύθερος να γράφει χωρίς προκαθορισμένα πλαίσια, τυχόν δεσμεύσεις ή στόχους εξωλογοτεχνικούς. Θα της μιλούσα όμως και για την υποχρέωση που έχει ο δημιουργός, ως υπεύθυνος άνθρωπος, να διακρίνει, όταν ολοκληρώσει πια το έργο του, αν εκείνο που αδέσμευτα έγραψε είναι πράγματι για παιδιά ή όχι.
     Θα της εξηγούσα έπειτα ότι αυτή η εκ των υστέρων τελική και υπεύθυνη κρίση μπορεί να γίνει με βάση κάποια κριτήρια που έχουν προκύψει από τη μελέτη των χαρακτηριστικών όσων βιβλίων κατά τεκμήριο βρήκαν και βρίσκουν απήχηση στο παιδικό αναγνωστικό κοινό. Και θα της απαριθμούσα, έστω και σύντομα, ποια είναι αυτά τα χαρακτηριστικά: Ότι, ως προς τη μορφή, η οπτική γωνία είναι συχνά και κυρίως εκείνη του παιδιού. Η αμεσότητα είναι έκδηλη. Κουραστικές περιγραφές δεν υπάρχουν. Οι χαρακτήρες, μολονότι διαγράφονται καθαρά και ζωηρά, αφήνουν στον αναγνώστη περιθώριο να χρησιμοποιήσει τη φαντασία του. Ο λόγος είναι λιτός αλλά όχι απλοϊκός. Κι ακόμη ότι, ως προς το περιεχόμενο, υπάρχει μύθος με αρχή μέση και τέλος. Υπάρχει πλοκή έντονη και γρήγορη. Το κακό δεν θριαμβεύει τελικά και το καλό δεν νικιέται. Ακόμα και όταν η επικράτηση του καλού δεν είναι απόλυτη ή χωρίς σημαντικές απώλειες, ακόμα κι όταν το κακό έχει κάνει βλάβες ανεπανόρθωτες, τελικά βρίσκεται διέξοδος, διαφαίνεται κάποια λύση, τονώνεται η πίστη στις αξίες της ζωής.
     Θα τη βεβαίωνα, τέλος, ότι εκείνοι που έχουν την δοκιμασμένη ικανότητα να γράφουν για παιδιά, αυτό ακριβώς πετυχαίνουν: Να γράφουν αυθόρμητα το κείμενό τους με τρόπο τέτοιο ώστε να έχει τα χαρακτηριστικά που περιγράψαμε. Γι’ αυτό και το πιθανότερο είναι να διαπιστώσουν μ’ ευκολία ότι το έργο που μόλις τελείωσαν μπορεί πράγματι να βρει απήχηση στα παιδιά, όπως ίσως είχαν ευχηθεί όταν το ξεκινούσαν.
     ΄Ολες αυτές οι εξηγήσεις ωστόσο, παρ’ όλη την ιδιαίτερη ευφυΐα που φαινόταν να διαθέτει η μικρή μαθήτρια, θα ήταν πάνω από τις προσληπτικές της ικανότητες. Το κοριτσάκι ανυπομονούσε ν’ ακούσει μια σύντομη και κατανοητή για κείνο απάντηση στην ερώτηση: «Από τι αποφασίζετε ότι το βιβλίο σας  είναι για παιδιά;». Δεν μπορούσα λοιπόν παρά να διαλέξω και να της πω το πιο καίριο, το πιο σημαντικό, το βασικότερο κριτήριο που μου επιτρέπει να παίρνω την κρίσιμη εκείνη τελική απόφαση.
     «Αν έχω την αίσθηση» της είπα λοιπόν «ότι ο αναγνώστης τελειώνοντας το βιβλίο μου θα έχει πειστεί ότι αξίζει η πάλη για το σωστό και το δίκιο, ότι στον κόσμο μπορεί να βρεθεί ανθρώπινη ζεστασιά, πραγματική αγάπη, αληθινή φιλία, αν πιστεύω ότι θα νιώσει μέσα του ελπίδα για τη ζωή και αισιοδοξία για το αύριο, τότε είμαι βέβαιη ότι το βιβλίο μου είναι κυρίως για παιδιά».
     Φάνηκε ικανοποιημένη.
     Αργότερα, στο διάλειμμα, όταν μαζευτήκαμε οι μεγάλοι στο γραφείο του διευθυντή, ο δάσκαλός της μου είπε σκεφτικός:
     «Στους δύσκολους καιρούς που ζούμε, πάντως, χρειάζεται να διαθέτει κανείς ανεξάντλητα αποθέματα αισιοδοξίας, για να την μεταγγίζει με τα βιβλία του. Σπάνιο δώρημα! Σας θαυμάζω, μα την αλήθεια!».
     Βιάστηκα να του ομολογήσω με συντριβή ότι δεν διαθέτω τέτοια αποθέματα. Ότι δεν είμαι καν αισιόδοξη όλες τις ώρες. Ότι συχνότατα νιώθω κούραση, αποθάρρυνση, απελπισία. Μόνο που τις ώρες εκείνες καταλαβαίνω πως δεν πρέπει να γράφω, αν  ονειρεύομαι ως πιθανούς  αποδέκτες του κειμένου μου τα παιδιά.  Ο Γιώργος Σεφέρης έγραψε κάποτε «είναι αμαρτία να σπέρνει κανείς την απελπισία ανάμεσα στους νεότερους».
 
Σύντομα όλοι οι δάσκαλοι που πήραν μέρος στη συζήτησή μας παραδέχτηκαν ανεπιφύλακτα ότι το ελπιδοφόρο μήνυμα είναι το κυριότερο συστατικό της λογοτεχνίας για παιδιά και για νέους. Συμφωνήσαμε ύστερα και σε κάτι που έχει πολλές φορές τονιστεί: ΄Οτι μιλώντας για «ελπίδα» στα παιδικά λογοτεχνικά βιβλία δεν εννοούμε γλυκερές καταστάσεις με αβασάνιστη αισιόδοξη προοπτική. Δεν εννοούμε απόκρυψη της πικρής πραγματικότητας και των αντιξοοτήτων της ζωής. Μιλούμε για ελπίδα δημιουργική, ελπίδα που, όπως έγραψε κάποτε ένας στοχαστής που δεν υπάρχει πια, ο Παναγιώτης Φωτέας, «είναι το λουλούδι της δοκιμασίας» που «γεννιέται μέσα στη δυσκολία, εκεί που “δένονται” οι χαρακτήρες, “εν υπομονή” μέσα στο χυτήριο των αγώνων και των πόνων». Γιατί «η μεγαλειώδης διάσταση της ελπίδας είναι το “παράλογο” να βλαστάνει εκεί που έχει εκλείψει» (Ευθύνη, τ. 102/1980, σελ.378).
     Τους εμπιστεύτηκα ύστερα την έντονη ανησυχία μου για κάποιες πρόσφατες τάσεις και προσπάθειες, φοβούμαι κακόβουλες, κυρίως στην ξένη παιδική λογοτεχνία, να υπάρξουν παιδικά βιβλία με κακό τέλος, βιβλία που εκπέμπουν απαισιοδοξία, βιβλία που αποθαρρύνουν, που τρομοκρατούν ή που απελπίζουν τους νεαρούς αναγνώστες. Τους εκμυστηρεύτηκα μάλιστα πως η ανησυχία μου όλο και μεγαλώνει. Γιατί κοιτάζω γύρω μου, παρατηρώ και σε άλλους τομείς παρόμοια φαινόμενα και υποψιάζομαι πως έχει αρχίσει μια ύπουλη μάχη γενικότερα κατά της ελπίδας. Μια τάση που ισοδυναμεί με μάχη κατά της ίδιας της ζωής.
     «Αν εξυφαίνεται πραγματικά τέτοιο σχέδιο» επέμεινε ο δάσκαλος της μικρής «τότε υπάρχει ένας ακόμη λόγος να θεωρήσουμε δύσκολη δουλειά το να διατηρεί στις μέρες μας ένας λογοτέχνης την αισιοδοξία του και να τη μεταδίδει με τα βιβλία του. Πώς τα καταφέρνετε, αλήθεια;»
     Το ρήμα «μεταδίδει» που χρησιμοποίησε μου έφερε στο νου μια φράση του Andre Gide: «Το καλύτερο και το πιο αποτελεσματικό μέσο για να μεταδίδεις γύρω σου την ευτυχία είναι να δείχνεις εσύ ο ίδιος αυτή την εικόνα» είχε γράψει κάποτε. Τούτη η φράση μού θύμισε με τη σειρά της κάτι που αναφέρει ο Daniel Goleman στο γνωστό βιβλίο του Η συναισθηματική νοημοσύνη (Ελληνικά Γράμματα, 1998) για έναν οδηγό λεωφορείου, που ένα πρωί, με τη φιλική, αισιόδοξη στάση του προς τους δύσθυμους επιβάτες και με τα θετικά σχόλιά του γύρω από τα καλά που μπορεί ν’  απολαύσει κανείς σε μια εκ πρώτης όψεως απάνθρωπη και αφιλόξενη μεγαλούπολη, μετέβαλε τη δυσθυμία τους σε ευεξία.
«...΄Ωσπου να κατεβούν από το λεωφορείο– αφηγείται ο Goleman - ένας ένας οι επιβάτες είχαν βγει από το βλοσυρό καβούκι τους,  κι όταν ο οδηγός φώναζε “πολύ καλημέρα σας και να περάσετε καλά!”, όλοι ανταποκρίνονταν με χαμόγελο… Άρχισα να συλλογίζομαι ότι το κολλητικό μικρόβιο της ευεξίας πρέπει να μεταδόθηκε υπό μορφή κυμάτων σε όλη την πόλη, αρχίζοντας από τους επιβάτες εκείνου του λεωφορείου… Ο οδηγός ήταν ένας “ειρηνοποιός” της πόλης… Είχε τη μαγική ικανότητα να μεταλλάζει την ακεφιά και τον εκνευρισμό που κόχλαζε μέσα στους επιβάτες, να μαλακώνει και ν’  ανοίγει λιγάκι τις καρδιές τους...»
     Το «μικρόβιο της ευεξίας» λοιπόν. Από το μικρόβιο αυτό, υποστήριξα,  πρέπει να προσβάλλονται κάθε τόσο, όσοι γράφουν για παιδιά, για να μπορούν και να το να μεταδίδουν.

Τρίτη 30 Απριλίου 2013

΄Αγγελος Τερζάκης : «Ο κόσμος, αν σωθεί, θα το χρωστάει στο βιβλίο…»

Από το βιβλίο Ταραγμένες ψυχές
 Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1993, σσ. 155-156

 «Η μεγαλύτερη αρετή του βιβλίου είναι ότι σου προτείνει έναν πόλεμο έντιμο: Διαλέγεις τα βιβλία που θέλεις· μόνα τους εκείνα, όταν διαθέτεις ηθική υγεία, σε παρακινούν, κι’ άθελά τους ακόμα, να διαβάσεις άλλα, αντίθετα, για να μορφώσεις γνώμη, να συγκρίνεις, να διαφωτιστείς, να επιβεβαιώσεις την προσωπική σου αυτοτέλεια, να μη γίνεις ετερόφωτος, ετεροκίνητος. Έτσι, με το ένα βιβλίο ν’ ανασκευάζει ή να πολεμάει τ’ άλλο, όλα μαζί σε γυμνάζουν στη διαδικασία του διαλόγου, όπου κανένας δεν ρητορεύει από «θέσεως ισχύος», γιατί εδώ την αυθεντία, όταν κι’ όπου υπάρχει, με τρόπο πάντως ελέγξιμο, δεν την περιφρουρεί καμιά αστυνομική δύναμη. Δικαίωμά σου να κρίνεις και τους μέγιστους, υπό προσωπική σου ευθύνη.
     »Μ’ αυτή την έννοια και μόνο — δηλαδή με την υψηλότερη — μπορεί κανένας να μιλάει, όπως συνηθίζεται, για «δημοκρατία των Γραμμάτων». ∆εν είναι καθεστώς ακέφαλο: οι άριστοι διαλάμπουν, και σε κλίμακα διεθνή. Αλλά δεν σε υποχρεώνει, δηλαδή δεν σε υποτάσσει, κανένας τους.
     »Η αρετή τούτη γίνεται εντονότερα αισθητή σε καιρούς πολιτικά σκοτεινούς ή ισκιωμένους, όταν τα μαζικά μέσα επικοινωνίας μπαίνουν αυθωρεί στην υπηρεσία του σατραπισμού. Το βιβλίο τότε, ως ελεύθερη έκφραση ιδεών, ή απαγορεύεται — κι αυτό γίνεται τότε πανηγυρική εκδήλωση αδυναμίας των κρατούντων — ή απομένει μόνο του να διασώζει την αξιοπρέπεια των συνειδήσεων. Τα μέσα μαζικής επικοινωνίας τού στήνουν πολιορκία στενή, για να το παραμερίσουν, να το υποκαταστήσουν. Όταν το πετυχαίνουν, αυτό πληρώνεται πανάκριβα από τον άνθρωπο, με αντίτιμο το αυτεξούσιό του.  ∆οκιμάστε όμως να χρησιμοποιήσετε το βιβλίο ως μέσο προπαγάνδας: Αναδίνει αμέσως μιαν αποφορά σ’ ακτίνα μακρύτατη, ειδοποιεί. Είναι, θα έλεγε κανένας, μαγική, ακατάλυτη, η ζώνη που περιβάλλει την αγνότητα του βιβλίου.
    »Υπάρχουν σοβαροί λόγοι να πιστεύουμε πως ο πολιτισμός μας έχει παρεκκλίνει, αν δεν έχει πάρει ολότελα στραβό δρόμο κάτω από την επίδραση σκοτεινών εκμεταλλευτών. Μόνη ελπίδα να διορθωθεί η πορεία του, όσο θα είναι ακόμα καιρός, το βιβλίο. Ο Βολταίρος είχε πει κάποτε πως τον κόσμο τον κυβερνάνε τα βιβλία. Σήμερα πρέπει ένας άλλος λόγος, ακόμα πιο κρίσιμος, να ειπωθεί: Πως ο κόσμος, αν σωθεί, θα το χρωστάει στο βιβλίο. Γιατί αυτό το γκόλφι της ανθρωπιάς έχει τη δύναμη να ξορκίζει τα δαιμόνια, να εξυγιαίνει την ατμόσφαιρα, να οπλίζει τη λυτρωτική φαντασία, να ξυπνάει την αυτογνωσία, ν’ ανάβει το μάτι, να στυλώνει το φρόνημα, να ψυχώνει το χέρι. Η μάχη του ανθρώπου δεν θα χαθεί ενόσω θα υπάρχει καταφυγή του Λόγου, το βιβλίο.»
΄Αγγελος Τερζάκης[1]