Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2017

Σκέψεις με αφορμή το βιβλίο "Για την άλλη πατρίδα" (*)



Του Γρηγόρη Κωνσταντινόπουλου (†)
Φιλόλογου-Αρχαιολόγου 





 (Από το εξαντλημένο βιβλίο  Το υφαντό της Πηνελόπης  – διαχρονικές αναγνώσεις για το έργο και την προσωπικότητα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Επιμέλεια: Β.Δ. Αναγνωστόπουλος,  Εργαστήρι Λόγου και Πολιτισμού Πανεπιστημίου Θεσσαλίας: Βόλος 2008).


Τους ορισμούς που θέτει η γνωσιολογική μεθοδολογία, η ηθική τάξη, η αισθητική θεώρηση, έχουν δικαίωμα μερικοί άνθρωποι να τους ξεπερνούν. Αυτοί μπορούν να ανεβαίνουν στην πιο πάνω σκοπιά, απ’ όπου «θεώνται» το καινούριο, το νέο, το «ερχόμενο» και μας το φωνάζουν από εκεί πάνω. Εμείς καλούμεθα να το δούμε, αλλά πώς, αφού δεν έχουμε ακόμη ανέβει στο σκαλοπάτι που έφτασαν αυτοί;
     Τούτες οι σκέψεις μού ήλθαν στο νου με το διάβασμα του βιβλίου της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου Για την άλλη πατρίδα (1978). Η συγγραφέας είναι πολύ γνωστή στο κοινό που αγαπάει το παιδικό βιβλίο με μια σειρά από βιβλίο για παιδιά. Και είναι γνωστό πως ένας μεγάλος σταθμός στάθηκε το βιβλίο της Ο μικρός αδελφός (1975), όπου ανακίνησε έναν ολόκληρο κόσμο παραστάσεων, συγκινήσεων και ιδεών – κυρίως τούτο το τελευταίο τονίστηκε ιδιαίτερα από την κριτική – και θα έλεγα όμως πως Ο μικρός αδελφός ξανάστησε στα μάτια μας το μεγάλο ιδανικό: την ανθρωπιά μέσα από την απανθρωπιά, το δέσιμο της οικογένειας μέσα από τη βίαιη διάλυση της, την ελευθερία μέσα από τη σκλαβιά.
     Τώρα ήρθε ένα νέο, εντελώς νέο κλίμα, και στάθηκε μπρος στα μάτια μας επιτακτικά αυτό το κλίμα που δημιουργεί η «άλλη πατρίδα» και είναι συνέχεια ανελικτική του «μικρού αδελφού». Η ώριμη συγγραφέας άπλωσε όλο της το υλικό πάνω σ’ ένα γερά στημένο σκελετό. Είκοσι κεφάλαια, το ένα κανονική διαδοχή του άλλου και σωστή συνέχειά του, αποτελούν το «μήκος» του βιβλίου. Το πλάτος του το πιάνουν οι γεροχτισμένοι χαρακτήρες. Και δεν είναι λίγοι αυτοί οι χαρακτήρες. Ο παππούς, ο πατέρας και η μητέρα – η σκέπη, η Νεφέλη – οι δυο μικρές αδελφές, η Δανάη με το «τετράγωνο μυαλό», η ελαφριά Ηλέκτρα, ο Τέλης με τη βαριά επίγνωση του διάδοχου, του κληρονόμου, η ανδρική παρουσία του θείου Ιάσονα και η δασκάλα, η νέα αιθέρια μορφή που έρχεται από τη χώρα των «υπερβορείων», σεμνή, μετρημένη, βαθιά αισθηματική και ακριβοζυγισμένη.
     Το άλλο ανδρικό σκέλος το κρατάει ο Στεφάν. Την πονεμένη μάνα τη σκιαγραφεί η συγγραφέας με τη μητέρα του Στεφάν. Κομπάρσος ο κύριος Βαρούχ. Τούτα είναι τα πρόσωπα της πρώτης πράξης. Θα λείψει ο Στεφάν και θα προστεθούν πολλοί συγγενείς, κυρίως όμως ο μικρός Κυριάκος, ο καινούριος φίλος του Τέλη, και η μητέρα του στο δεύτερο μέρος, μαζί με το πλήθος των προσφύγων.
     Η Λ.Π.-Α. μας προειδοποιεί στο εισαγωγικό της σημείωμα, γράφει πραγματική ιστορία, καταγράφει γεγονότα, μαζεύει τα κομμάτια της πραγματικής ζωής και τα περνάει μέσα από το δικό της κλωστήριο, για να στήσει την ιστορία ζωντανεμένη μπρος στα μάτια μας, μπρος στα μάτια των παιδιών. Σαν άνθρωπος της εποχής μας κάνει ρεαλισμό, ξεδιπλώνει την ίδια την πραγματικότητα, την ίδια τη ζωή, είτε στον ατομικό είτε στον κοινωνικό τομέα. Πιάνει με τα χέρια τη φωτιά και την προσφέρει στα παιδιά, αφού πια σήμερα τα παιδιά μαθαίνουν τα πάντα και πρέπει να μαθαίνουν τα πάντα. Ανεβαίνει όμως όλος αυτός ο κόσμος της πραγματικότητας στη σκοπιά που η ευγενική φλέβα της συγγραφέα έχει αναρριχηθεί. Στην αισθητική τελειότητα. ΄Ολα στο βιβλίο αυτό για τα παιδιά είναι τέλεια. ΄Οχι παραπλανητικά ωραία, αλλά καλλιτεχνικά τέλεια. Το παιδικό μυθιστόρημα, για την Λ.Π.-Α. πρώτα απ’ όλα είναι έργο τέχνης για τα παιδιά. Προβληματισμοί γεννιούνται μέσα μας καθώς διαβάζουμε το βιβλίο αυτό.
     Ποια είναι η Αργοβία, ποια η Γαλαζόνησος, δεν είναι δύσκολο να το βρούμε, τα «δικαιώματα του ανθρώπου», οι ατομικές ελευθερίες, οι οραματισμοί των θεωρητικών που διαβάζουμε στους διαξιφισμούς του ένατου κεφαλαίου «Στεφάν», το αιθέριο ειδύλλιο, ο πόλεμος, η προσφυγιά, ο «θάνατος», οι θάνατοι, οι στερήσεις – όλα αυτά θα χωρέσουν στην παιδική ψυχή. Η συγγραφέας από τη σκοπιά που ατενίζει τη ζωή και το μέλλον μας φωνάζει: Ναι, ναι! Αρκεί να είναι αισθητικά τέλεια. Να προσφέρουμε λοιπόν την πάσα αλήθεια, την καθημερινή ηθική και την ομορφιά, όλα μαζί δεμένα, στο παιδί. Κι όλα αυτά από σεβασμό στον ίδιο τον εαυτό μας και κυρίως στο παιδί.
     Την αισθητική τελειότητα τη δίνει ο άψογος, κοφτός, χτυπητός, γεμάτος ουσιαστικά και ρηματικούς τύπους λόγος της Λ.Π.-Α. Ο λόγος της μας είναι γνωστός από το Μικρό αδελφό, εδώ όμως έχει μεστώσει, γιατί διατυπώνει και εκφράζει ωριμότερες σκέψεις για ωριμότερους ανθρώπους. Ο λόγος της είναι η όμορφη νέα ελληνική γλώσσα που θα τη διαμορφώνουν συνεχώς οι πρωτοπόροι, οι συγγραφείς.
     Αυτός ο λόγος σκιαγραφεί τους χαρακτήρες απλά και τέλεια: Αλήθεια, πιο ταιριαστό όνομα δε γινόταν να βρεθεί για τη μητέρα: Νεφέλη την έλεγαν και πραγματική νεφέλη, σύννεφο ήταν μαγικό, ΄που τους τύλιγε όλους με τη ζεστασιά και την τρυφεράδα της...» Αυτός ο λόγος περιγράφει τα γεγονότα και τα περιστατικά και ο ίδιος λόγος εκθέτει τις ιδέες – ο Ιάσονας στη σελ. 74 π.χ. ανασταίνει μια ολόκληρη κοσμοθεωρία και ο Στεφάν ολοκληρώνει τη δική του με τον απέριττο και χτυπητόν αυτόν λόγο. Τούτος ο ίδιος λόγος αποτελεί το μέσο που θα «μυήσει» τα παιδιά στη διαλεκτική, στο ίδιο αυτό κεφάλαιο. Ναι, τα παιδιά θα μάθουν την επίπεδη, την καθ’ ύψος και πλάτος ανάπτυξη της βιοθεωρητικής και κοσμοθεωρητικής σκέψεως. απλά και σίγουρα. ΄Ολον αυτόν τον κόσμο τον περνάει η συγγραφέας, όπως και όλα τα γεγονότα και όλους τους χαρακτήρες, μπρος από τα μάτια και μέσα από τα αυτιά του «επιγόνου», του «κληρονόμου», του μικρού εγγονού Τέλη.
     Αυτό είναι το μήνυμά της, που το κραυγάζει από τη σκοπιά της αναρρίχησής της. Την πάσα αλήθεια, δίχως ορισμούς, την πάσα ηθική χωρίς καλούπια στα παιδιά μας. Αρκεί να είναι τελειωμένα – όπως το ζητούσε ο Πλάτων – αρκεί να είναι Τέχνη. Και το βιβλίο της Λ.Π.-Α. είναι τέχνη.
     Στα παλιότερα χρόνια που η Πολιτεία πάσχιζε να στήσει μια ζωντανή παιδεία, διδαχθήκαμε στο δημοτικό  Τα Ψηλά Βουνά του Παπαντωνίου, το Φάρο του χωριού του Ανδρεάδη, την Οδύσσεια, όπου άνδρες «υψηλού αναστήματος» τα θεσμοθέτησαν για Αναγνωστικά του σχολείου. Η σημερινή εκπαιδευτική πρωτοπορία θα καθιερώσει άραγε το βιβλίο της πρωτοπόρου Λ.Π.-Α. σαν αναγνωστικό του δημοτικού; Θα τιμήσει τον εαυτό της.

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017

Τη μέρα που βαφτίστηκε ο Γενάρης



Ο Γενάρης γεννήθηκε ένα κρύο πρωί στη χώρα του παππού του Χρόνου, μια χώρα παραμυθένια κι αέρινη, που απλώνεται πάνω από τον αιθέρα και τυλίγει γύρω γύρω τη γη. Πατέρας του ήταν ο Χειμώνας και μητέρα του η Παγωνιά. Ο παππούς, μόλις άκουσε πως γεννήθηκε ο πρώτος του εγγονός, χάρηκε τόσο, που θαρρείς και ξανάνιωσε!
   - Χαρούμενος κι ευτυχισμένος ο νέος χρόνος! εύχονταν οι άνθρωποι κάτω στη γη τη μέρα εκείνη.
     Κι ο παππούς ήταν στ’ αλήθεια τόσο χαρούμενος, που ένιωσε πραγματικά πως ξανάγινε Νέος Χρόνος!
.......................................................
Το  πρώτο εγγόνι του βαφτίστηκε όταν έγινε έξι ημερών, την ίδια μέρα που οι άνθρωποι κάτω στη γη γιόρταζαν τα Θεοφάνεια. Νονά  ήταν η Χιονοθύελλα και στα βαφτίσια είχαν έρθει όλοι οι συγγενείς και οι φίλοι του Χειμώνα και της Παγωνιάς. Πρώτοι πρώτοι το Κρύο, το Ξεροβόρι κι ο Παγετός.
      Η νονά έβρεξε πρώτα το μωρό με χιονόνερο κι ύστερα του φόρεσε ρουχαλάκια χιονάτα, παπούτσια από πάγο και σκουφάκι από πάχνη…. ΄Εβαλε το μωρό στην αγκαλιά της μαμάς του και είπε:
    - Να μας ζήσει ο Ιανουάριος!
      Η Παγωνιά όμως φώναζε το γιο της Ιανουάριο μονάχα τις φορές που έκανε σκανταλιές. Τις άλλες ώρες τον έλεγε πάντα Γενάρη.
     Ο Γενάρης λοιπόν έκανε την πρώτη του σκανταλιά την άλλη κιόλας ημέρα.
   - Δε θέλω γάλα! φώναξε μόλις αντίκρισε το μπουκάλι που του έφερε η μαμά του. Θέλω παγωτό!
   - Ιανουάριε, φρόνιμα! τον μάλωσε η Παγωνιά. Είσαι μικρός ακόμα για παγωτό. Δεν είσαι παρά εφτά ημερών!
   - ΄Ενας μήνας εφτά ημερών είναι κιόλας ένας μήνας που τρέχει, τσίριξε κείνος. Θέλω παγωτό, θέλω παγωτό, θέλω παγωτό!
     Κι άρχισε να χοροπηδάει πάνω στο στρωματάκι με τις νιφάδες που του είχε φτιάξει η μαμά του.  Κι απ’ το πολύ το χοροπηδητό τρύπησε το στρώμα, ξεχύθηκαν οι νιφάδες κι άρχισαν να πέφτουν στη γη…

 (Απόσπασμα από το βιβλίο «Τα παιδιά του Χειμώνα» - Σειρά: Ιστορίες με τους 12 μήνες, Πατάκης 1988, 20η έκδοση 2016. Εικ.: με κολάζ της Λ.Π.-Α.)


Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2017

Ας γίνουμε σαν το τσάι, την καινούρια χρονιά!



 … «Σου έχω πει την ιστορία την παλιά με το τσάι, το καρότο και τ’ αυγό;»
      Η ΄Ελλη γνέφει «όχι».
     «΄Ακου, λοιπόν!» αρχίζει ο παππούς.
     »Κάποτε παραπονιόταν ένας άνθρωπος πως είχε βάσανα πολλά. Τον κάλεσε, που λες, στο σπίτι της κάποια σοφή γερόντισσα, έβαλε ένα τσουκάλι με νερό να βράσει κι έριξε μέσα ένα καρότο κι ένα αυγό. Όταν έβρασαν καλά, έφτιαξε λίγο τσάι του βουνού και  ρώτησε τον άνθρωπο τι βλέπει. “΄Ενα καρότο που έχει μαλακώσει από το βράσιμο κι ένα σφιχτό αυγό”, της είπε κείνος.


 “Και τι μυρίζει;” ρώτησε η γερόντισσα. “Μοσχοβολάει τσάι του βουνού!” της απαντάει. “Ε, λοιπόν, οι λύπες και οι στενοχώριες μοιάζουνε με νερό που βράζει” λέει η γερόντισσα. “Υπάρχουν άνθρωποι που νιώθουν δυνατοί, μα σαν τους βρουν αναποδιές, θαρρείς και πέφτουν στο βραστό νερό σαν το καρότο, που μαλακώνει και διόλου δύναμη δεν έχει πια. ΄Αλλοι πάλι μοιάζουνε με το αυγό. Μέσα τους είναι αδύναμοι και μόνο ένα τσόφλι έχουν απ’ έξω να τους προστατεύει. ΄Οταν έρθουν δύσκολοι καιροί, θαρρείς και πέφτουν στο βραστό νερό σαν το αυγό και, σαν αυτό, γίνονται κι από μέσα τους σκληροί. Μα είναι κι άλλοι που θυμίζουνε το τσάι.  ΄Οταν τους βρίσκουν βάσανα, είναι κι εκείνοι σαν να πέφτουν σε βραστό νερό, μα ούτε σκληραίνουν, ούτε μαλακώνουν. Μεταλλάζουν μόνο το νερό σε τσάι του βουνού που ευωδιάζει. Κι ευφραίνονται με τη μοσχοβολιά του όσοι βρίσκονται κοντά. Τις λύπες και τις στενοχώριες, πάει να πει, τις κάνουν γνώση, καλοσύνη και χαρά. Πήγαινε στο καλό λοιπόν” του λέει η γερόντισσα “και φρόντισε να είσαι σαν το τσάι.”»

Απόσπασμα από το βιβλίο Στη σκιά της πράσινης βασίλισσας (Πατάκης 2012)