Κυριακή 16 Μαρτίου 2014

Ξημερώνοντας του Αγίου Αλεξίου, στις 17 του Μάρτη…

«…Κόντευε, που λες, ο Μάρτης του ’21. Κι έβγαλε τότε ένα κρυφό φιρμάνι ο Σουλτάνος να βρούνε τρόπο οι δικοί του να μαζέψουν στην Τριπολιτσά και ν’ αφανίσουνε τους προύχοντες. Ο λόγος; Είχε μάθει ο Χουρσίτ-πασάς πως όντως ετοιμάζανε ξεσηκωμό.
     Παίρνει διαταγή ο Βοεβόδας Καλαβρύτων να στείλει τους προκρίτους της περιοχής του στην Τριπολιτσά. Εκεί ο Καϊμακάμης είχε κιόλας μαντρωμένους κι άλλους πολλούς ακόμα προεστούς και ιεράρχες από τις άλλες επαρχίες του Μοριά.
     Κάλεσε στα Καλάβρυτα ο Αρναούτογλου όλες τις ύποπτες μεγάλες κεφαλές, τάχα για γεύμα. ΄Ηταν εκείνοι που είχαν δώσει το παρών στη σύναξη τη μυστική του Αιγίου, όπως σου είπα. Ανάμεσά τους κι ο Φωτήλας, ο πατέρας του Παναγιωτάκου. ΄Επειτα, μυστικά, καλεί σε σύσκεψη τους αξιωματικούς του ο Βοεβόδας μες στον πύργο, με κλειστές τις πόρτες, και τους δίνει διαταγές: Αν δεν έφευγαν με το καλό οι προύχοντες για την Τριπολιτσά, έπρεπε να τους στείλουν με τη βία. Ο αφανισμός τους είχε αποφασιστεί.
     ΄Εξω απ’ την πόρτα την κλειστή έστεκε η κόρη του η Αϊσέ. Και μόλις άκουσε το φοβερό που θα γινόταν, έτρεξε στον καλό της, τον Παναγιωτάκο, του Φωτήλα πρωτογιό, ομολόγησε τα σχέδια του πατέρα της, μαζί και όλα τ’ άλλα που είχε κρυφακούσει
     Ενήμεροι πια οι προύχοντες, ξεκίνησαν εννιά του Μάρτη, τάχα υπάκουοι στη διαταγή του Αρναούτογλου, μα στην Τριπολιτσά δεν έφτασαν ποτέ. Μ’ ένα σωρό τεχνάσματα, που σίγουρα τα ξέρεις και δεν έχω λόγο να σ’ τα ξαναπώ, στις 12 του ίδιου μήνα, ξημερώματα, βρέθηκαν στην Αγία Λαύρα. Κι εκεί αρχίσανε ξανά οι συσκέψεις, οι κουβέντες κι οι διχογνωμίες, αν έπρεπε ή όχι να κηρυχτεί αμέσως ο ξεσηκωμός.
     ΄Ετοιμος από καιρό για τον αγώνα, ξεκίνησε να πάει στο μοναστήρι κι ο Παναγιωτάκος, αφού εμπιστεύτηκε το μυστικό στην Αϊσέ, για να χαρεί πως κόντευε η λευτεριά κι ο γάμος δε θ’ αργούσε.
     Στο δρόμο τον συλλάβανε οι άντρες του πατέρα της. Και πάνω που ήταν έτοιμοι να τον σκοτώσουν, ακούνε καλπασμό αλόγου. Μια καβαλάρισσα με φερετζέ μεταξωτό και πισωκάπουλα ένα θεόρατο αράπη καταφτάνει με κομμένη την ανάσα. Λέει δυο λόγια στον τσαούση μυστικά, εκείνος την αναγνωρίζει, και το απόσπασμά του αφήνει τον αιχμάλωτο ελεύθερο. Με τη σειρά της η Αϊσέ είχε γλιτώσει τον Παναγιωτάκο, όπως κι εκείνος είχε σώσει τη ζωή της απ’ τους κλέφτες. Κι ας την απείλησε όταν το ’ μαθε ο πατέρας της ότι θα τη σκοτώσει αν ξαναβγεί από το σπίτι.
     ΄Εφτασε λοιπόν στη Λαύρα ο γιος Φωτήλας, ήρθανε κι άλλα ψυχωμένα παλικάρια, μαζί και προύχοντες το ίδιο αποφασισμένοι. Από κοντά και τα μαντάτα πως ασυγκράτητοι οπλοφόροι, είχαν αρχίσει κιόλας τον αγώνα εδώ κι εκεί με μικροεπεισόδια κι επιθέσεις. Κάθε αναβολή, λοιπόν, θα ήταν επιζήμια.
     Ξημερώνοντας του Αγίου Αλεξίου, στις 17 του Μάρτη, πάρθηκε τελικά η απόφαση. Κι ευλόγησε τα όπλα ο Παλαιών Πατρών, προτού να φύγει για την Πάτρα, δώσανε τον όρκο κι οι αγωνιστές: Ελευθερία ή θάνατος!…»

________________
Σημ.: Βλ.
 http://adelfotis-filioton.gr/wp-content/uploads/2012/03/teyxos53.pdf  σελ. 13-16
http://feltor.wordpress.com/2011/03/16/1821/
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%89%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82_%CE%A6%CF%89%CF%84%CE%AE%CE%BB%CE%B1%CF%82
http://www.sansimera.gr/articles/608


Απόσπασμα από το βιβλίο Στη σκιά της πράσινης βασίλισσας (Πατάκης, 2012)
http://www.loty.gr/mythistorima_analyt_18.htm
http://www.i-read.i-teen.gr/book/sti-skia-tis-prasinis-basilissas
http://www.patakis.gr/ViewShopProduct.aspx?Id=610905
Περισσότερα:
http://lotypetrovits.blogspot.gr/2012/06/2012.html
http://lotypetrovits.blogspot.gr/2013/04/blog-post.html
http://lotypetrovits.blogspot.gr/2012/06/2012-9.html
http://lotypetrovits.blogspot.gr/2012/05/blog-post_31.html
http://lotypetrovits.blogspot.gr/2012/09/blog-post_29.html
http://lotypetrovits.blogspot.gr/2014/02/blog-post_20.html

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014

΄Οπου ο ΄Ηλιος έχει οικογένεια


 
 
 
 
της Βίτως Αγγελοπούλου
κριτικού-εκπαιδευτικού*

 
(Από το εξαντλημένο βιβλίο  Το υφαντό της Πηνελόπης  – διαχρονικές αναγνώσεις για το έργο και την προσωπικότητα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Επιμέλεια: Β.Δ. Αναγνωστόπουλος,  Εργαστήρι Λόγου και Πολιτισμού Πανεπιστημίου Θεσσαλίας: Βόλος 2008).


Η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου με το αξιόλογο συγγραφικό έργο της κατατάσσεται στην πρώτη σειρά των Ελλήνων συγγραφέων του χώρου της λογοτεχνίας για παιδιά. ΄Ενα έργο πολυποίκιλο που περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό από παραμύθια, ιστορίες και μυθιστορήματα με σύγχρονη κι ενδιαφέρουσα θεματική, όπως λόγου χάρη το διαζύγιο, το νόθο παιδί, τα ναρκωτικά καθώς και μεταφράσεις και θεωρητικά βιβλία.
     Αξίζει μάλιστα ν’ αναφερθεί ότι η Πέτροβιτς είναι η πρώτη που το 1981 με το βιβλίο της Στο τσιμεντένιο δάσος  τόλμησε να μιλήσει για τα ναρκωτικά. Ως τότε το θέμα αυτό ήταν ταμπού για τα παιδιά και κανείς δεν έπρεπε να το αναφέρει. Φαίνεται οι «ειδήμονες» νόμιζαν πως αν δεν το ονοματίζαμε, αν δε γινότανε γνωστό, θα το ξορκίζαμε. Δυστυχώς είχανε κάνει μεγάλο λάθος.
 
Η θεματική ποικιλία ου διακρίνει το έργο της επισημαίνεται και στο βιβλίο της Η Οικογένεια του ΄Ηλιου (**). Ο τίτλος του παραπέμπει στο πλανητικό μας σύστημα, στους πλανήτες που γυρνάνε γύρω από τον ΄Ηλιο. ΄Ομως φαίνεται πως αυτό δεν είναι σωστό! Για τη Λότη Πέτροβιτς, τα μέλη της οικογένειας του ΄Ηλιου δεν έχουν καμιά σχέση με τους πλανήτες. Είναι άλλα. Της το είπε ο ίδιος ο ΄Ηλιος, που την ξύπνησε ένα ηλιόλουστο πρωινό και της μίλησε για την οικογένειά του. Της έκανε μάλιστα παράπονα γιατί ποτέ μέχρι τώρα, αφού είναι συγγραφέας, δεν είχε γράψει κάτι γι’ αυτόν. «΄Ενα σωρό ιστορίες μαθαίνω πως έχεις γράψει για του μήνες, για τις εποχές, για τη γειτονιά μου. Τώρα ήρθε η ώρα να γράψεις και για μένα», της είπε και της ζήτησε να πάρει το μαγνητόφωνο και να μαγνητοφωνήσει όσα θα της έλεγε. Και η Λότη Πέτροβιτς τι να έκανε; Βασιλική διαταγή, που λένε, και τα σκυλιά δεμένα. Γιατί εδώ που τα λέμε, ο ΄Ηλιος τής μιλούσε σαν να ήτανε ο άρχοντας του κόσμου. ΄Εβγαλε το μαγνητόφωνο, έβαλε σ’ ενέργεια και τη φαντασία της, μια φαντασία πλούσια και δημιουργική, και στρώθηκε στη δουλειά. Κι έτσι γεννήθηκε αυτό το βιβλίο που μας λέει ότι ο ήλιος έχει οικογένεια. Μια οικογένεια που δημιουργήθηκε από το γάμο του με μια πανέμορφη κοπέλα, την Ατμόσφαιρα, και πλουτίστηκε με παιδιά κι εγγόνια, με νύφες και γαμπρούς.
     Η συγγραφέας, καθώς διηγείται τη ζωή αυτής της οικογένειας, πλάθει ένα όμορφο παραμύθι όπου τα πάντα ανθρωποποιούνται, το φως και το σκοτάδι, η μέρα και η νύχτα, η αυγή και το χάραμα, το βράδυ και το σούρουπο, τ’ αστέρια, η σελήνη, τα σύννεφα, η βροχή, το κρύο, το χιόνι.
 
 
     Η ζωή της οικογένειας του ήλιου δε διαφέρει σε τίποτα από την ανθρώπινη. ΄Εχει τις δουλειές και τα γλέντια της, τις έγνοιες και τις χαρές της, τις λαχτάρες και τις πίκρες της. Τα παιδιά όταν είναι μικρά κάνουν αταξίες, πάνε σχολείο, μαθαίνουν ξένες γλώσσες, κάποτε μεγαλώνουν, ερωτεύονται, παντρεύονται, άλλα δημιουργούν ευτυχισμένες οικογένειες, άλλα χωρίζουν. Μέσα από την πλοκή του παραμυθιού περνούν αβίαστα τα φυσικά φαινόμενα, που είναι συνδεδεμένα με την ύπαρξη του ήλιου και την κίνηση της γης γύρω του. Παράλληλα με τις γνώσεις αυτές η συγγραφέας δεν παραλείπει να περάσει και τα μηνύματά της. Λέει για την τηλεόραση που στερεύει τη φαντασία, για τις διαφημίσεις, που είναι όλο ανοησία, για τα βιβλία για παιδιά, που είναι «τα πιο σοβαρά και αξιόπιστα έντυπα στον Κόσμο», μιλάει για το διαζύγιο, προσπαθώντας ν’ απαλύνει τον πόνο των παιδιών των χωρισμένων οικογενειών. Η αφήγησή της διακρίνεται για το στρωτό της ύφος, το γοργό ρυθμό και τους ουσιαστικούς και ζωντανούς διάλογους κι ακόμα και για την ευρηματικότητά της στον τρόπο χρήσης διαφόρων εκφράσεων. Κατορθώνει να παρουσιάζει σκηνές εντάσσοντας στο λόγο της τυποποιημένες εκφράσεις. Λόγου χάρη, στη σκηνή του γάμου του γιου του ΄Ήλιου, έχουμε τις φράσεις «παγερή ατμόσφαιρα», «βαριά η ατμόσφαιρα», «θολή η ατμόσφαιρα», «καθάρισε η ατμόσφαιρα» κ.λπ.
     Το παραμύθι αυτό, πλούσιο σε φαντασία και ευρήματα, χρησιμοποιεί και στοιχεία από κλασικά παραμύθια. Για παράδειγμα, η γυναίκα που παντρεύεται ο ΄Ηλιος, η Ατμόσφαιρα, ήτανε μια πανέμορφη βασιλοπούλα που, όπως η «Ωραία Κοιμωμένη του Δάσους» του πασίγνωστου παραμυθιού, μια κακιά μάγισσα την είχε ρίξει σε βαθύν ύπνο. Μονάχα αν τη φιλούσε ένα όμορφο βασιλόπουλο θα ξυπνούσε., Και άνοιξε τα μάτια της, όταν τη φίλησε ο ΄Ηλιος, το παλικάρι τ’ ουρανού, το πιο ζεστό, το πιο ξανθό, το πιο όμορφο...  Ακόμα μας δίνει μια δική της άποψη, γεμάτη φαντασία και ποίηση, για τη δημιουργία του κόσμου πάνω στη Γη, την κοσμογονία. Η Γη στολίστηκε με βουνά και λαγκάδια, με λίμνες και ποτάμια, ζώα, φυτά, ανθρώπους, για να μπορεί να παίζει πάνω της το Φως, ο γιος του ΄Ηλιου.
 
  Αλλά η Πέτροβιτς δεν τελειώνει το παραμύθι της μονάχα με το λόγο, την αφήγηση. Προχωρεί και στην εικονογράφησή του, μια εικονογράφηση με την τεχνική του κολάζ. Είναι η τρίτη φορά που μας παρουσιάζει έργο της εικονογραφημένο από την ίδια. Τα δύο προηγούμενά της ήτανε το βιβλίο Τον καιρό εκείνο με τέσσερις παραβολές από το Ευαγγέλιο, και τέσσερα τεύχη με θέμα τις εποχές του χρόνου (η σειρά Ιστορίες με τους 12 μήνες).
      Η εικονογράφηση της Οικογένειας του ΄Ηλιου είναι πολύ πλούσια και πολύ καλλιτεχνική. Συνθέσεις ολόκληρες που δείχνουν ότι η συγγραφέας κατέχει την τεχνική του κολάζ – τα περάσματα είναι όμορφα και καλά – απλώνονται συνήθως σε δυο σελίδες κι εναρμονίζονται απόλυτα με το κείμενο. Κι είναι πραγματικά όμορφες, έτσι που σε κάνουν να γυρνάς τις σελίδες και να τις βλέπεις ξανά και ξανά.
       
 
Τα πρόσωπα που εικονίζονται είναι επιλεγμένα κυρίως από την ελληνική μυθολογία και την αρχαιότητα (η Ατμόσφαιρα εικονίζεται με την Υγεία – συμβολική, νομίζω, η επιλογή-. η Ημέρα με την Αφροδίτη, το Φως με το Μεγάλο Αλέξανδρο κ.λπ.). Ιδιαίτερα όμορφες, με απαλή χρωματική αρμονία, είναι οι συνθέσεις που παριστάνουν τη γέννηση του γιου του ΄Ηλιου (σελ.29) και τα δίδυμα εγγόνια του με τα δύο τρυφερά αγοράκια (σελ. 64-65) καθώς και οι φιγούρες που εικονίζουν τη Νύχτα (σελ.59) και το Φως (σελ.66). Πολύ φαντασμαγορική η σύνθεση με τα τεχνητά φώτα.
     Γενικά, ένα πολύ όμορφο βιβλίο που αξίζει θερμά συγχαρητήρια.

____________

 (*) 1914-2008 Βλ. :
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_18/11/2008_292545

(**) http://www.loty.gr/paramith_analyt_13.htm
      http://www.patakis.gr/viewshopproduct.aspx?id=642861

 

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

Η κόρη του ΄Ηλιου


Απόσπασμα από το βιβλίο Η οικογένεια του ΄Ηλιου* (νέα έκδοση 2014)

 
"… Αφού ξεκουραζόταν λίγο η Μέρα, έφευγε πάλι για μαθήματα. Πήγαινε όμως τώρα σ' άλλο διαφορετικό σχολείο, σ' ένα φροντιστήριο. Κι αυτό το φροντιστήριο το λέγανε Απόγευμα, μια που σ' εκείνο πήγαινε μετά το γεύμα.
     Εκεί λοιπόν έκανε εντατικά μαθήματα να μάθει μία ξένη γλώσσα. Τη γλώσσα εκείνη τη μιλούσαν σε μια χώρα μακρινή, εκεί που ζούσαν, λέει, δυο αδέρφια δίχως μάνα και πατέρα, δυο πανέμορφα μελαχρινά παιδιά, αγόρι και κορίτσι: Τον νεαρό τον λέγανε Σκοτάδι. Και την κοπέλα Νύχτα.
 - Μήπως κουράζεται πολύ με όλα τούτα τα μαθήματα η θυγατέρα μας, γυναίκα; ρωτούσε ανήσυχος ο 'Ηλιος την Ατμόσφαιρα, που έβλεπε την κόρη του να 'ναι χλομή όταν σχολούσε από το φροντιστήριο που το 'λεγαν Απόγευμα.
    - Ας κουραστεί λιγάκι, δεν πειράζει, απαντούσε η Ατμόσφαιρα. Χωρίς μια ξένη γλώσσα πώς θα τα βγάλει πέρα στη ζωή της; 'Αλλωστε μόνη της το ζήτησε να πάει στο φροντιστήριο, εμείς δεν την πιέσαμε! […]
 
    
 'Ολα καλά πηγαίνανε λοιπόν, ώσπου η Μέρα κάποτε συνάντησε στο φροντιστήριο το παλικάρι το μελαχρινό, που το 'λεγαν Σκοτάδι. Το είχανε καλέσει από τ' Απόγευμα να εξετάσει από κοντά αν είχε μελετήσει αρκετά τη γλώσσα του η Μέρα κι αν έπρεπε να πάρει πια το δίπλωμά της.
     - Τι μελαμψός, τι όμορφος που είναι, είπε από μέσα της η Μέρα κι ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει δυνατά.
     - Τι όμορφη τούτη η ξανθιά κοπέλα, είπε κι εκείνος από μέσα του και χτύπησε κι εκείνου η καρδιά τρελά!
     'Οταν κατάλαβαν κι οι δυο πως είναι ερωτευμένοι, αποφάσισαν να παντρευτούν το γρηγορότερο.
     - Τρελάθηκες παιδί μου ξαφνικά, μια κόρη τόσο γνωστική; ταράχτηκε η Ατμόσφαιρα, όταν της ζήτησε η Μέρα την ευχή της. Τι σχέση έχεις εσύ με το Σκοτάδι;
     - Μια σχέση σοβαρή, μαμά! βεβαίωσε η Μέρα. Γι' αυτό και αποφάσισα να παντρευτώ. Μεγάλωσα εξ άλλου, δεν το βλέπεις; Τελείωσα πια τις σπουδές μου, ξέρω καλά πώς να φωτίζω τους ανθρώπους, έμαθα και ξένη γλώσσα... Μπορώ να εργάζομαι ωράριο κανονικό, με ημερήσιο πρόγραμμα, και να φροντίζω έπειτα το σπιτικό μου. Θα παντρευτώ λοιπόν με το Σκοτάδι.
     - Μα δεν ταιριάζετε καθόλου! είπε το λόγο του κι ο 'Ηλιος. Πολύ μαυριδερό τον βρίσκω τον καλό σου. Ανήκει σίγουρα σ' άλλη φυλή. Πώς θα τον παντρευτείς;
 
    
 - Πατέρα, δεν πιστεύω να είσαι ρατσιστής, τον κοίταξε λοξά η Μέρα. Εσύ, με τόσο φωτεινό κεφάλι, θα πρέπει να είσαι ανοιχτόμυαλος και προοδευτικός.
     - Καλά σού λέει το παιδί! πήρε τότε το μέρος της η Ατμόσφαιρα, μην τη νομίσει η κόρη της κι εκείνη οπισθοδρομική. Κι αν είναι από διαφορετική φυλή ο νεαρός, τι μας πειράζει; Εγώ τής δίνω την ευχή μου! "
_______________
 
 
Από το οπισθόφυλλο:΄Εχει ο΄Ηλιος οικογένεια; Και βέβαια έχει, όπως και οι άνθρωποι! Το   εκμυστηρεύτηκε ο ίδιος ένα πρωί στη συγγραφέα και της ζήτησε να γράψει τις περιπέτειες της ζωής του: Πώς έγινε και παντρεύτηκε μια πεντάμορφη που τη λέγανε Ατμόσφαιρα, πώς απέκτησαν δύο παιδιά, το Φως και την Ημέρα, τι χαρές μα και τι λαχτάρες πέρασαν αυτός και η γυναίκα του ώσπου να μεγαλώσουν τα παιδιά τους... Πώς έγινε ύστερα και παντρεύτηκαν κι αυτά σαν ήρθε η ώρα, ποιος ήταν ο γαμπρός και ποια η νύφη του ΄Ηλιου, τι φασαρίες έγιναν, τι τρέλες έκαναν με τη σειρά τους τα εγγόνια του... ΄Ολες αυτές οι ιστορίες είναι γραμμένες μέσα σε τούτο το βιβλίο, για να σας κρατήσουν συντροφιά και να σας διασκεδάσουν!

Σάββατο 8 Μαρτίου 2014

Τα παιδιά της ΄Ανοιξης*

Γράφει η Ελένη Μπετεινάκη  
και  στο http://zhtunteanagnostes.blogspot.gr/

 
Το σπίτι του Μάρτη
 
Από τα παιδιά της Άνοιξης ο Μάρτης είναι εκείνος που γεννήθηκε πρώτος μια μέρα δροσερή πολύ. Η Άνοιξη είχε παντρευτεί το Κρύο και οι δύο τους δεν τα πήγαιναν και τόσο καλά κι έτσι αμέσως σχεδόν μόλις γεννήθηκε ο γιός τους αυτοί αποφάσισαν να χωρίσουν. Ο Μάρτης βρέθηκε ξαφνικά με δύο σπίτια. Ένα σπίτι στρωμένο με χιόνι κι ένα μ’ ένα χαλί καταπράσινο. Μόλις βαριόταν το ένα πήγαινε στο άλλο κι όλοι νόμιζαν πως ήταν θεοπάλαβος με τις τρέλες του και τις αλλαγές του.
     Κάποτε το Κρύο αποφάσισε να παντρευτεί τη Χιονοθύελλα και ο Μάρτης πήγε να μείνει μαζί τους. Έτσι άστατος κι αναποφάσιστος που ήταν γρήγορα το μετάνιωσε και πήρε το δρόμο για το σπίτι της μητέρας του.
     Συνάντησε τον Ήλιο, την Δροσούλα που είχε κι αυτή τα ίδια προβλήματα  με εκείνον  και τον γαλανό Ουρανό.  Ο Μάρτης που πια είχε μεγαλώσει πολύ πήρε μαζί με ένα παράξενο λουλούδι για την μητέρα του δώρο από τον γαλανό τον Ουρανό  και μια σκέψη  για την δική του τη ζωή που ένα πρωινό εκεί ψηλά στα σύννεφα, στον ήλιο και στο απέραντο γαλάζιο γεννήθηκε μια όμορφη σχέση που του άλλαξε όλη του τη ζωή. Έφτιαξε το δικό του σπιτικό με την αγαπημένη του Δροσιά αλλά πάνω απ όλα φρόντισε με τρόπο ξεχωριστό να μην στεναχωρήσει για αυτήν του την απόφαση κανέναν από τους γονείς του. Στο μεταξύ η Άνοιξη παντρεύτηκε τον Γαλανό Ουρανό κι ο καθένας πια είχε βρει το δρόμο του.
      Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου! Μια συγγραφέας που δεν χρειάζεται συστάσεις. Χρόνια τώρα τα παραμύθια με τους μήνες που τόσο εύστοχα της παρήγγειλε να γράψει ο παππούς ο χρόνος έχουν μεγαλώσει χιλιάδες παιδιά και πάντα θα μας γοητεύουν. Τούτο το παραμύθι του Μάρτη έχει και κάτι ξεχωριστό. Προσεγγίζει με ιδιαίτερη λεπτότητα το θέμα του χωρισμού των γονιών, την συναισθηματική κατάσταση του παιδιού και έχει τη δική του καλή εκδοχή της επίλυσης του θέματος…
______________
 *  http://www.loty.gr/paramith_analyt_10.htm

Τρίτη 4 Μαρτίου 2014

Όταν ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος έφτασε στην Ελλάδα



-Η ιστορία πίσω από το βιβλίο Ο μικρός αδελφός*

Από τον καιρό που άρχισα να νιώθω τον κόσμο –στα τρία, τέσσερα, πέντε μου χρόνια– η λέξη Μακεδονία σήμαινε για μένα κάτι ανείπωτα ιερό. Ήταν η λατρευτή πατρίδα του Σερραίου πατέρα μου**. Ένας τόπος που μου τον ιστορούσε πανέμορφο μα και πολύπαθο και σπαραγμένο. Μια μάνα γη που είχε αναγκαστεί βίαια να την αποχωριστεί δεκαεφτάχρονος, στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όντας ένας από τους 70.000 Έλληνες που αναίτια αιχμαλωτίστηκαν και  σύρθηκαν ως "όμηροι" στη γη των τότε εχθρών μας.
    Τα πάθη του σ’ εκείνη τη φρικτή δίχρονη "ομηρεία" (που ήταν στην ουσία μια βάρβαρη αιχμαλωσία), οι οδυνηρές περιπέτειες των Μακεδόνων, οι κακουχίες που στοίχισαν τη ζωή σε 58.000 από αυτούς και ο τρόπος που κατόρθωσαν να επιζήσουν και να γυρίσουν τελικά στην πατρίδα τους οι 12.000 μονάχα ήταν η αληθινή, συγκλονιστική ιστορία που μας διηγόταν αντί για παραμύθι τα κρύα βράδια της Κατοχής. Ιστορία σκληρή, σε χρόνια σκληρά ενός ακόμα Παγκοσμίου Πολέμου που τυράννησε και σημάδεψε τη δική μας παιδική ηλικία. Το καλό τέλος της ιστορίας του –ο γυρισμός, το αντάμωμα με τους δικούς του, η αρχή μιας νέας ζωής στην Αθήνα– μας έδινε κουράγιο κι ελπίδα ότι και τα δικά μας βάσανα, και ο δικός μας πόλεμος θα τέλειωνε μια μέρα. Από τότε, από κείνα τα κρύα βράδια, χωρίς να ξέρω καν τι θα πει ειρήνη, τι σημαίνει κόσμος χωρίς πόλεμο, αφού το πρώτο που αμυδρά θυμόμουν στη ζωή μου ήταν οι σειρήνες της 28ης Οκτωβρίου του ’40, τον πόλεμο τον μίσησα με όλη τη δύναμη της ψυχής μου.
    Πολλά χρόνια αργότερα, όταν ο πατέρας μου έφυγε για πάντα, κατάλαβα πως η ιστορία του εκείνη, τα βιώματά του ανταμωμένα με τα δικά μου και η αγάπη του για τη Μακεδονία έμεναν μέσα μου απέθαντα, ολοζώντανα. Και ανάγκη πια ένιωθα να τα γράψω για τα παιδιά μου, για τα παιδιά της Ελλάδας, να μη χαθούν, να μη σβήσουν κάποτε μαζί μου κι αυτά.
    Έτσι έγινε κι έπλασα τον Μικρό αδελφό – «παιδί» μου πνευματικό αλλά και «αδέρφι», αφού στο αφήγημα του πατέρα μου «Σερραίων Ομηρία» στηρίχτηκε και σ’ εκείνα που άκουγα παιδί από το στόμα του. Ως τότε, ελάχιστες ήταν οι φορές που είχα πάει στη Μακεδονία- στις Σέρρες ειδικότερα ήταν μία και μόνη στα μικρά μου χρόνια. Σαν βρέθηκα όμως για δεύτερη φορά εκεί, ο τόπος μού ήταν εφιαλτικά γνωστός.Ήξερα, θαρρείς, από πάντα πού ακριβώς είχαν πέσει οβίδες το 1916. Ήξερα πού ήταν το παλιό Νοσοκομείο των Σερρών, πώς ήταν η πόλη τότε προτού καταστραφεί για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα χρόνια, πού βρισκόταν του παππού μου το κτήμα, πού απλωνόταν η λίμνη του Αχινού προτού την αποξηράνουν. Ήξερα από ποιο χωματόδρομο είχαν ξεκινήσει οι Σερραίοι όμηροι τον Ιούνιο του 1917 -ήμουν τότε κι εγώ εκεί σίγουρα, είχα πάει κι εγώ με τον πατέρα μου σ’ εκείνη την ομηρία, μόριο μέσα στα σπλάχνα του, στο μυαλό του, στα κόκαλά του. Τα είχα ζήσει, τα είχα δει με τα δικά του τα μάτια όλα εκείνα που έγραφα στο βιβλίο μου. Ωστόσο, με τα δικά μου τα μάτια είχα δει και κάτι ακόμα: την αγάπη για τον συνάνθρωπο και τη λαχτάρα για την ειρήνη. Έτσι, η δική μου ιστορία είχε μέσα της έντονα και τούτα τα δυο τα στοιχεία. 

Η λίμνη του Αχινού
    Στον Μικρό αδελφό δεν ονομάτισα τους τόπους. Αυτό ίσως γεννάει αμφιβολίες αν είναι πράγματι ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Τα παιδιά, βέβαια, εύκολα αναγνωρίζουν τη Μακεδονία και τους γείτονές της. Όμως η αλήθεια είναι ότι εκείνο που ήθελα δεν ήταν να τους δώσω ένα ακόμα ιστορικό μυθιστόρημα, αλλά να τους μιλήσω παράλληλα χωρίς ωραιοποιήσεις για τον πόλεμο, που όσο αναπόφευκτος κι αν γίνεται κάποτε δεν παύει ποτέ να είναι μια κόλαση.
    Γνήσια ιστορικό ή όχι, γεγονός είναι ότι το βιβλίο είχε μεγάλη απήχηση. Έτσι αισθάνομαι πραγματική συγκίνηση, δέος θα έλεγα, όταν σκέφτομαι ότι το έχουν στη βιβλιοθήκη τους πάνω από 100.000 παιδιά, ως τώρα, στην Ελλάδα και κάμποσες χιλιάδες παιδιά μεταφρασμένο στην Ιαπωνία.
Κι έχω ήσυχη τη συνείδηση, γιατί πιστεύω πως το πνεύμα του βιβλίου δείχνει καθαρά τη γνήσια μακεδονική του ρίζα. Μιλώ για τη ρίζα που έρχεται κατευθείαν από κείνον που η Ιστορία ονόμασε Μέγα, από τον Αλέξανδρο στη στιγμή της ωριμότητας, όταν γεννήθηκε στον νου του η ιδέα μιας παγκόσμιας ειρήνης, και, ως «κοινός ήκειν θεόθεν αρμοστής και διαλλακτής των όλων νομίζων [...] πατρίδα μεν την οικουμένην προσέταξεν ηγείσθαι πάντας, ακρόπολιν δε και φρουράν το στρατόπεδον, συγγενείς δε τους αγαθούς, αλλοφύλους δε τους πονηρούς• το δ’ Ελληνικόν και βαρβαρικόν μη χλαμήδι μηδέ πέλτη μηδ’ ακινάκη μηδέ κάνδυϊ διορίζειν, αλλά το μεν Ελληνικόν αρετή το δε βαρβαρικόν κακία τεκμαίρεσθαι» όπως αναφέρει ο Πλούταρχος (Περί της Αλεξάνδρου τύχης ή αρετής Α - 329C-D). Όταν, δηλαδή, πιστεύοντας ότι «ήρθε ως κοινός θεόσταλτος συμφιλιωτής και ειρηνοποιός για όλο τον κόσμο [...] όρισε σε όλους να θεωρούν πατρίδα τους την οικουμένη, ακρόπολή τους το στρατόπεδό του, συγγενικούς τους όλους τους καλούς ανθρώπους, και ξένους τους κακούς∙ δεν τους άφηνε να διακρίνουν ανάμεσα σε Έλληνες και βαρβάρους με βάση τη χλαμύδα και την πέλτη, το σπαθί ή τον μανδύα, αλλά όρισε να διαπιστώνεται το Ελληνικό στοιχείο από την αρετή του και το βαρβαρικό από τη φαυλότητά του" (μετάφρ.: Φιλολογική Ομάδα Κάκτου, ΗΘIΚΑ, τόμος 9, Κάκτος 1995, σελ. 47).
___________




Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2014

Στη σκιά της πράσινης βασίλισσας


Της Χριστίνας Κόλλια*

«To πόσο μοιάζουνε ζωή και θάλασσα σε τούτη την αέναη εναλλαγή θύελλας και γαλήνης το έχεις μάθει πια, ξεκίνησε απ’ τα μικράτα σου το πρώτο μάθημα – το ξέρω, μην αναρωτιέσαι πώς…» απόσπασμα από τη Σκιά της Πράσινης βασίλισσας.
     Η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, ανήκει στους συγγραφείς που επάξια φέρουν τον τίτλο του καταξιωμένου, αφού έχει προσφέρει με συνέπεια και συνέχεια μια σπουδαία παρακαταθήκη στην παιδική και νεανική λογοτεχνία.
     «Το να κερδίσεις ένα νεαρό αναγνώστη προκαλώντας του, με έργο ποιότητας, χαρά ή γέλιο που να είναι πράγματι “λουτρό ψυχής” είναι δύσκολο»,  έχει πει η ίδια η Λότη, επιβεβαιώνοντας τις λεπτές ισορροπίες που απαιτεί η παιδική και νεανική λογοτεχνία. Την ευθύνη που φέρει η διάπλαση ενός μελλοντικού ενήλικου αναγνώστη.
     Με πίστη και αφοσίωση σ’ αυτές τις θέσεις, η Λότη Πέτροβιτς Ανδρουτσοπούλου, έχει κατακτήσει, στη μακρόχρονη συγγραφική της πορεία, ένα ορκισμένο αναγνωστικό κοινό, το οποίο την ακολουθεί  και πέρα από την ενηλικίωσή του, για το σεβασμό που του προσφέρει μέσα από τη γραφή της.
     Το βιβλίο της, Στη σκιά της πράσινης βασίλισσας, εκδόσεις Πατάκη**, έρχεται να προσδώσει μια αριστουργηματική μυθιστορία στη νεανική λογοτεχνία και να προσθέσει ένα έργο ειδικής ποιότητας στη σύγχρονη βιβλιογραφία.
    Μια αιωνόβια βελανιδιά, σπίτι και καταφύγιο της Αμαδρυάδας Πέλειας, κρατά στο εντός της, το μίτο της ιστορίας του Μοριά. Η συγγραφέας «συνομιλεί» μαζί της από το παράθυρο του σπιτιού της και η βελανιδιά, όμοια με το Δέντρο της Ζωής, της ξεδιπλώνει γενναιόδωρα ένα θησαυρό.
     Εξομολογήσεις για πρόσωπα και γεγονότα από την αρχαϊκή εποχή, το Βυζάντιο, τη Φραγκοκρατία, την Τουρκοκρατία, την εποχή του Όθωνα, οδηγούν την εμπνευσμένη δημιουργό να ενσαρκώσει αβίαστα το μεταφυσικό σε φυσικό. Να συνθέσει το ρεαλιστικό, γύρω από τον παλμό της δράσης και της εκλεκτής γνώσης. Να διατρέξει το χρόνο και το χώρο φτάνοντας αριστοτεχνικά στο σήμερα.
    Η αφήγηση συναρπάζει. Η πλοκή συνεπαίρνει. Ο λόγος λιτός και κρυστάλλινος, ξεχειλίζει από τον πλούτο της καλής ελληνικής γλώσσας. Στοιχεία αξιοσημείωτα, τα οποία έχουν καθιερώσει τη Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου για τη λογοτεχνική της δεινότητα.
    Σ’ ένα κόσμο που διαβαίνει τις συμπληγάδες της παρούσας ιστορικής στιγμής, που ανηφορίζει αγκομαχώντας μέχρι να συναντήσει το καινούργιο και το λυτρωτικό, που αποβάλλει κάθε πεπερασμένο και διαφυλάσσει, έστω και αφανώς, κάθε πολύτιμο, «Η σκιά της πράσινης βασίλισσας» αποκτά ένα ρόλο πολυδιάστατο. Γιατί πέρα από την αδιαμφισβήτητη λογοτεχνική της αξία μετουσιώνεται σε θεματοφύλακα μιας πολυσήμαντης κληρονομιάς.

 _____________
 *Η Χριστίνα Κόλλια είναι συγγραφέας - ποιήτρια. Υπεύθυνη Παιδικού/Εφηβικού Εργαστηρίου Λογοτεχνίας & Δημιουργικής Γραφής, Μουσείου Ηρακλειδών.
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Κλεψύδρα, τ. 4, σελ. 83-84) και στην ηλεκτρονική εφημερίδα http://ritsmascorner.eu/content/%CF%83%CF%84%CE%B7-%CF%83%CE%BA%CE%B9%CE%AC-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%80%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BD%CE%B7%CF%82-%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%83%CE%B1%CF%82-%CE%BB%CF%8C%CF%84%CE%B7-%CF%80%CE%AD%CF%84%CF%81%CE%BF%CE%B2%CE%B9%CF%84%CF%82

     http://www.i-read.i-teen.gr/book/sti-skia-tis-prasinis-basilissas
     http://www.patakis.gr/ViewShopProduct.aspx?Id=610905

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2014

Ο κόκκινος θυμός (*)

της Μαρίας Τζαφεροπούλου, δ.φ., Φιλολόγου (**)



 (Από το εξαντλημένο βιβλίο  Το υφαντό της Πηνελόπης  – διαχρονικές αναγνώσεις για το έργο και την προσωπικότητα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Επιμέλεια: Β.Δ. Αναγνωστόπουλος, Εργαστήρι Λόγου και Πολιτισμού Πανεπιστημίου Θεσσαλίας: Βόλος 2008).


Η μακρά και δημιουργική συγγραφική πορεία της Λ.Π.-Α. καλύπτει τρεις και πλέον δεκαετίες και κάθε νέο της λογοτέχνημα αποτυπώνει τα σημεία των καιρών με διαύγεια και ευαισθησία. Ο «Κόκκινος θυμός» έρχεται να επιβεβαιώσει αυτή τη διαπίστωση με τρόπο απτό και άμεσο. Σας προσκαλώ λοιπόν απόψε σε μια περιδιάβαση στις 271 σελίδες του 13ου νέου μυθιστορήματος που μας χάρισε.

Περιληπτική απόδοση

Ο δεκαεπτάχρονος Απελλής ασχολείται συστηματικά με τη ζωγραφική, την Τέχνη που υπηρετεί με επιτυχία η νέα σε ηλικία μητέρα του, η Κλειώ Καρίτη. Μαζί με τον πατριό του και την ετεροθαλή αδελφή του Νεφέλη αποτελούν μια δεμένη οικογένεια που ζει στους πρόποδες του λόφου του Στρέφη. Δύο πρόσωπα θα σημαδέψουν τη ζωή του σ’ αυτή τη χρονική στιγμή: Ο Ελληνοκαναδός Μάικ Τζίσεν, ο «μάγος» στον χώρο των εικαστικών, και η δεκαεξάχρονη Νιόβη, ένας όμορφος εφηβικός έρωτας. Ο αναγνώστης παρακολουθεί όσα διαδραματίζονται μεταξύ 23 Δεκεμβρίου και 4 Ιανουαρίου με αμείωτο ενδιαφέρον, καθώς η συνάντηση με τον Μ. Τζίσεν θα είναι καταλυτική όχι μόνο για το καλλιτεχνικό μέλλον του Απελλή, χάρη στην πιθανότητα εξασφάλισης υποτροφίας για σπουδές στον Καναδά, αλλά και για την ίδια του τη ζωή.
     Η Λ.Π.-Α., δομώντας το μύθο με δεξιοτεχνία, μοιράζεται με τον αναγνώστη κομμάτια ενός παζλ που θα οδηγήσουν σταδιακά στην αποκάλυψη ενός μυστικού: Ο Μάικ Τζίσεν δεν είναι άλλος από τον πατέρα του Απελλή, τον Ζήση Μιχαηλίδη, για τον οποίο τόσο η Κλειώ όσο και ο ίδιος πίστευαν ότι την εγκατέλειψε, όταν στα 15 της χρόνια τον πληροφόρησε ότι περιμένει το παιδί τους. Το συγκλονιστικό γράμμα που απευθύνει η Κλειώ στο γιο της και οι εξηγήσεις που θα του δώσει ο Μάικ Τζίσεν πιστοποιούν μια παρεξήγηση που για 17 χρόνια χείμασε τη ζωή της Κλειώς και όπλισε τον Απελλή με οργή για τον πατέρα που δεν γνώρισε και ενοχική ευθύνη προς τη μητέρα του, μια ευθύνη που τον «δένει» μαζί της, καθώς ο Απελλής δεσμεύεται ηθικά στις επιλογές του, προκειμένου να μην την «εγκαταλείψει» με οποιονδήποτε τρόπο. Αυτές οι 15 μέρες θα συγκλονίσουν τον Απελλή και θα επαναπροσδιορίσουν τη σχέση του με τη μητέρα του κυρίως αλλά και με τον ίδιο του τον εαυτό. Η νηνεμία θα επανέλθει στη ζωή του και ο «κόκκινος θυμός» δεν θα είναι πλέον παρά ένας θαυμάσιος πίνακάς του.

 Στοιχεία δομής

Στη Θεωρία της Λογοτεχνίας ισχύει το επικοινωνιακό σχήμα πομπός-μήνυμα-δέκτης, δηλ. συγγραφέας-κείμενο-αναγνώστης. Κι όταν το κείμενο τυπωθεί, τότε αρχίζει το ταξίδι του, σαν καραβάκι, στη θάλασσα της ανάγνωσης. «Καλοτάξιδο!» ευχόμαστε στον συγγραφέα, όταν κυκλοφορεί ένα νέο του βιβλίο και αυτή η ευχή έχει διττή σημασία: Αφ’ ενός σηματοδοτεί την αυτονόμηση του λογοτεχνήματος από τον δημιουργό του και αφ’ ετέρου κάθε «ταξίδι» που αυτό θα κάνει με «επιβάτη» τον εκάστοτε αναγνώστη του.
     Το δικό μου «ταξίδι» μ’ έβγαλε σε μιαν απάνεμη ακτή με βότσαλα, διάφανα νερά και ηλιόλουστη γαλήνη. Γιατί αυτό το «καραβάκι» είχε φορτίο του την ΑΓΑΠΗ...
     ΄Αξονας του Κόκκινου θυμού είναι η αγάπη. Και η Λ.Π.-Α. δομεί όλο το μυθιστόρημα πάνω σε δυο αντιθετικά - φαινομενικά – συναισθήματα: την αγάπη και τον θυμό/το μίσος. ΄Εντονα και τα δύο. Ταράζουν, συγκλονίζουν, μας σημαδεύουν και βάφουν τη ζωή μας με το κόκκινο, το χρώμα που ερεθίζει την όραση και επιβάλλεται στη μνήμη.
     Σχέσεις αγάπης που προκαλούν θυμό καταγράφονται στις σελίδες αυτού του βιβλίου. Και η συγγραφέας τις «ζωγραφίζει» κυριολεκτικά, αν αναλογιστούμε ότι η ζωγραφική είναι η μεγάλη αγάπη που ενώνει τα τέσσερα κεντρικά πρόσωπα αυτού του μυθιστορήματος: Ο Απελλής και η μητέρα του μοιράζονται το ίδιο εργαστήρι. Η Νιόβη θα έλξει το ενδιαφέρον του Απελλή στην αυλή του σχολείου την ώρα που ζωγραφίζει στο μπλοκ της μια μεγάλη σκουριασμένη άγκυρα, ριγμένη στη στεριά. Ο Μάικ Τζίσεν θα γνωρίσει τον Απελλή μέσ’ από τους πίνακές του και, όπως θ’ αποκαλυφθεί στο τέλος, η γνωριμία του με τη 15χρονη Κλειώ, τη μητέρα του Απελλή, έγινε στη Σχολή Ηλιάδη, όπου παρακολουθούσαν και οι δύο μαθήματα ζωγραφικής.

΄Ολες οι διαπροσωπικές σχέσεις σ’ αυτό το κείμενο υφαίνονται γύρω από τη σχέση μάνας-γιου, όπως αυτή προβάλλεται στους δύο πίνακες που κυριαρχούν στο λογοτέχνημα: Ο ένας ανήκει στην Κλειώ και απεικονίζει τον Απελλή στα 11 του χρόνια μ’ ένα ψάθινο καπέλο. Δεσπόζει στον κεντρικό χώρο του σπιτιού και αποτυπώνει εύγλωττα όλο την αγάπη που τρέφει η Κλειώ για τον γιο της. ΄Ενα έργο που περιλαμβάνεται σ’ όλες τις ατομικές της εκθέσεις αλλά πάντοτε με την ένδειξη «δεν πωλείται».
Ο άλλος πίνακας είναι έργο του Απελλή. Είναι ο κόκκινος θυμός, τον οποίο αποτυπώνει, χωρίς ο ίδιος να έχει συνειδητοποιήσει τα αίτια ή τους αποδέκτες του. Η Νιόβη είναι εκείνη που θα «αποκρυπτογραφήσει» πρώτη αυτό το συναίσθημα:

- Δεν ξέρω τι έχεις κατά νου, εγώ πάντως βλέπω ήδη ζωγραφισμένο κάποιο έντονο συναίσθημα, καλά κρυμμένο κάτω από μια φαινομενική αταξία, είπε η Νιόβη συλλογισμένη.
- Συναίσθημα καλά κρυμμένο; απόρησε ο Απελλής. Και φαινομενική αταξία; Ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις ακούω. Για λέγε, για λέγε!
- Θέλω να πω, πως με την πρώτη ματιά έχεις την αίσθηση ότι όλ’ αυτά τα περίεργα σχήματα μοιάζουν άσχετα μεταξύ τους, όμως αν τα προσέξεις, βλέπεις ότι συνδέονται αρμονικά κι απόλυτα. Το βασικό που τα συνδέει, νομίζω, είναι το κόκκινο χρώμα, που σε άλλα είναι λιγοστό και διακριτικό, σε άλλα περισσότερο και πιο έντονο. Τελικά, όλα συγκλίνουν προς το κέντρο, λες κι ετοιμάζουν μια πύρινη έκρηξη που θα σπάσει την αρμονία. Δεν ξέρω αν έτσι σκοπεύεις να καταλήξεις, όμως εμένα  κάτι μου φέρνει στο νου αυτό, κάτι μου λέει... Δεν μπορώ να προσδιορίσω τι ακριβώς...

     Μάνα και γιος. Δυο κόσμοι με κοινή αρχή, δυο όντα με αυτόνομη πορεία στη ζωή άρα και στην τέχνη: Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι δύο πίνακες διαφοροποιούνται ως προς την τεχνοτροπία: ο εξπρεσιονισμός της Κλειώς και ο κυβισμός του Απελλή έχουν κοινό πεδίο συνάντησης: την τέχνη της ζωγραφικής.
     Πώς όμως διαλέγεται η αγάπη της μητέρας με τον ακαθόριστο θυμό του γιου;
     Η συγγραφέας μοιράζεται με τον αναγνώστη ένα απόσταγμα ζωής: «Αχ, τι ασήκωτη γίνεται καμιά φορά η πολλή αγάπη που σου δίνουν οι άλλοι...» σκέφτεται ο Απελλής, καθώς παρατηρεί τον πίνακά του. Την ίδια σκέψη κάνει ακούγοντας τα «Διάφανα κρίνα» να τραγουδούν «ευωδιάζουν αγριοκέρασα οι σιωπές». «Ευωδιάζουν κι αγάπη καμιά φορά, συλλογίστηκε, μια αγάπη ασήκωτη, που το βάρος της σε συνθλίβει, μια αγάπη δεσμευτική που σε κάνει να νιώθεις παγιδευμένος» (σελ. 148). Αυτό τον θυμό που υφέρπει μέσα στην ψυχή του αποκαλύπτει ο χρωστήρας του στον πίνακα. Αυτόν το θυμό θα κατονομάσει στον Απελλή και ο φίλος του ο Λάζαρος, αναφερόμενος στην Κλειώ:

.... Θα καταλάβει ότι, με την υπερβολική αγάπη που σου έχει, παραβιάζει τα προσωπικά σου όρια, σ’ εμποδίζει να νιώσεις ελεύθερος χωρίς πραγματικά να το θέλει. Πρέπει να το τολμήσεις. Αλλιώς η Κλειώ θα γίνει κλοιός της ζωής σου, που θα σου πνίγει κάθε χαρά. Μέσα σου θα μένει πάντα κρυμμένος ένας θυμός, θυμός για την ίδια σου τη μάνα, παρόλο που την αγαπάς, επειδή σ’ εμπόδισε να κάνεις αυτό που ήθελες. Κι ο θυμός  αυτός δηλητήριο σκέτο θα γίνει στο τέλος και για τους δυο σας.

     Θυμός που προκαλείται από τον ασφυκτικό κλοιό της αγάπης. Γι’ αυτό και ο πατριός του ο Τέλης, παρατηρώντας τον πίνακα, θα πει: «Συνήθως το έντονο κόκκινο συμβολίζει αγάπη, μα εδώ δίνει περισσότερο την αίσθηση ταραχής και θυμού... (σελ. 125).
     Η αποκάλυψη της ταυτότητας του Μάικ Τζίσεν θα διώξει για πάντα αυτό το αρνητικό συναίσθημα από την ψυχή του Απελλή, αυτή τη συσσωρευμένη οργή των παιδικών του χρόνων πρώτιστα εναντίον του πατέρα που δεν γνώρισε (σελ. 96) και κατά δεύτερο λόγο εξ αιτίας της συναισθηματικής του δέσμευσης με τη μητέρα του. Και αυτή η λύτρωση θα αποτυπωθεί στον τελειωμένο πίνακα:
 ... Στο κέντρο, δέσποζε τώρα ένα σχήμα πυρίμορφο, κάτι σαν κόκκινη φλόγα. «Πύρινη αγάπη», έτσι θα τ’ ονομάτιζε. Γιατί τώρα ήταν σίγουρος, αγάπη άχνιζε ο πίνακάς του. Τ’ άλλα σχήματα, τα οργισμένα, έδειχναν να λιώνουν κάτω απ’ τη φλόγα. Ο πορφυρός θυμός είχε σβήσει (σελ. 270).

     Η Λ.Π.-Α. ζωντανεύει έναν ολόκληρο κόσμο στους πρόποδες του λόφου του Στρέφη. Ακολουθούμε τα βιώματά της στα Εξάρχεια και τη Νεάπολη, στους χώρους των παιδικών της χρόνων. Η Σμολένσκυ και η Μαυρομιχάλη, η Μπενάκη και η Καλλιδρομίου, τα στενά δρομάκια των Εξαρχείων είναι «αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας», όπου ο Απελλής συντονίζει το βήμα του μ’ εκείνο της Νιόβης, ο φίλος του ο Λάζαρος έχει το καφενείο του, τα «αξιοθρήνητα ‘πρεζόνια’ κυκλοφορούν σα σκιές».
     Στον κόσμο αυτού του μυθιστορήματος αναδύεται η σχέση του Απελλή και της Νιόβης. Γεννιέται μια φιλία ανάμεσα στον Απελλή και τον πρώην τοξικομανή Λάζαρο, τον οποίο είχε σώσει όταν, 11χρονο παιδί, το έσκασε από το σπίτι του και αρχικά κατέφυγε σε μια σπηλιά στο λόφο του Στρέφη, όπου βρήκε τον Λάζαρο σε κώμα κι έστειλε με το σκυλάκι του ένα μήνυμα για βοήθεια...
     Διαγράφεται η πολύ καλή σχέση του Απελλή με τον πατριό του. Προβάλλεται το θέμα της φιλαναγνωσίας με τρόπο φυσικό και αβίαστο. Γίνεται αναφορά στις μελανές σελίδες του Κυπριακού και στη μάστιγα των ναρκωτικών. Αποτυπώνεται το θέμα των ατόμων με κινητικά προβλήματα στο πρόσωπο του 14χρονου αδελφού της Νιόβης, του Θεμιστοκλή.
     Ο νεαρός αναγνώστης προβληματίζεται και ευαισθητοποιείται χωρίς ίχνος ηθικοδιδακτισμού. Χαρακτηριστικά είναι «τα δέκα πράγματα που δεν αντέχει με καμία δύναμη η Νιόβη και γα τα οποία συμφωνεί απόλυτα ο Απελλής:

... Κουβέντιασαν λοιπόν για κινηματογράφο, για μουσική, για βιβλία - ό,τι αγαπούσαν περισσότερο κι οι δυο, μετά τη ζωγραφική. Είχαν τα ίδια περίπου γούστα. Του απαρίθμησε ύστερα τα δέκα πράγματα που δεν άντεχε με καμία δύναμη: Τους φαντασμένους και τους «δήθεν»˙ τις γκλαμουριές και τα κυριλέ ντυσίματα˙ τις χαζοκουβέντες με συμμαθητές και συμμαθήτριες για καμώματα τραγουδιστών και αμοιβές ποδοσφαιριστών˙ τους άσχετους με ό,τι πραγματικά σοβαρό συνέβαινε κάτω απ’ τη μύτη τους –ανεργία, τρομοκρατία, βρώμικους πόλεμους, θανάτους από ναρκωτικά, αδιαφορία για τα άτομα με ειδικές ανάγκες κι ένα σωρό άλλα–˙ τις εκνευριστικές υποδείξεις των μεγάλων˙ τις κολακείες˙ τα σαλιγκάρια όπως κι αν ήταν μαγειρεμένα˙ τα μύδια˙ την κόκα-κόλα που εύρισκε τη γεύση της ανυπόφορη˙ τον καπνό του τσιγάρου που της προκαλούσε βήχα και δύσπνοια.

      Το μυθιστόρημα αυτό μοιάζει μ’ έναν πίνακα ζωγραφικής: Η Λ.Π.-Α. μας αφηγείται τη ζωή των ηρώων της στην αυτόνομη διάστασή τους αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, όπως ένας ζωγράφος αποτυπώνει στον πίνακά του μια σύνθεση χρωμάτων και σχημάτων ή μορφών.

Τεχνικές αφήγησης
Η δημιουργική πνοή της Λ.Π.-Α. είναι πραγματικά χειμαρρώδης. Η συγγραφική της εμπειρία όμως και η πειθαρχημένη της σκέψη συνέδραμαν και πάλι, ώστε να αποδοθεί με λόγο πυκνό και ουσιαστικό αυτό το πολυσύνθετο μακροκείμενο. Πολλές και ποικίλες, κατά συνέπεια και οι αφηγηματικές της τεχνικές. Στην παρούσα εισήγηση θα εστιάσουμε στις κυρίαρχες, οι οποίες συνιστούν και δομικά στοιχεία του μύθου:

(α) Η πρώτη είναι η τεχνική των προώρων ενδείξεων: Η συγγραφέας προϊδεάζει τον αναγνώστη με τις πρόωρες ενδείξεις που ενσπείρει σ’ όλο το μήκος του κειμένου. Η φυγή του Απελλή από το σπίτι σε ηλικία 11 ετών, η αποκάλυψη της ταυτότητας του Λάζαρου μεταξύ άλλων, αλλά, κυρίως η σταδιακή ταύτιση του Μάικ Τζίσεν με τον Ζήση Μιχαηλίδη, τον πατέρα του Απελλή, επιτυγχάνεται χάρη σ’ αυτή την τεχνική.

(β) Η δεύτερη τεχνική είναι το κείμενο μέσα στο κείμενο, δηλαδή η σταθερή σύζευξη της ζωής του Απελλή με εκείνη του Πιπ, του ήρωα των Μεγάλων Προσδοκιών του Κ. Ντίκενς. Ο Λάζαρος, σε μια αποστροφή του στον Απελλή, θα παρατηρήσει εύστοχα: «Η Τέχνη αντιγράφει τη ζωή, σου το ’χω ξαναπεί, μα η ζωή δε μοιάζει πάντα με τα βιβλία. Λένε πως τα βιβλία είναι ο καθρέφτης της, μα οι καθρέφτες τα δείχνουν όλα αντεστραμμένα» (σελ. 257).

(γ) Αν οι δύο τεχνικές που προαναφέρθηκαν συνιστούν κοινό τόπο και για άλλους πεζογράφους, η τρίτη αποτελεί σήμα κατατεθέν της Λ.Π.-Α. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη μορφή διακειμενικότητας – ως διακειμενικότητα ορίζεται ο διάλογος με κείμενα άλλων συγγραφέων ή ποιητών. Συγκεκριμένα, η Λ.Π.-Α. αποτελεί ίσως τη μόνη περίπτωση συγγραφέα Παιδικής/Νεανικής Λογοτεχνίας που επανεμφανίζει πρόσωπα – ακόμη και ζώα – προηγουμένων βιβλίων της σε διαφορετικής χρονικές στιγμές της ζωής τους. ΄Ολοι θυμόμαστε τον Κέβη, όταν γίνεται αναφορά στον Κέβη τον Β΄. Ο πατριός του Απελλή μάς είναι γνωστός από το Για την άλλη πατρίδα. Ο Απελλής πρωταγωνιστεί στα 11 χρόνια του στο Καναρίνι και μέντα. Την αδελφή του Νεφέλη τη συναντάμε στο Μυστήριο του καλοκαιρινού Αγιοβασίλη. Αυτές οι διακειμενικές αναφορές είναι απλώς ενδεικτικές της τεχνικής που χρησιμοποιεί η Λ.Π.-Α., θυμίζοντας το αρχείο ηρώων που τηρούσε με ευλάβεια ο Ονορέ ντε Μπαλζάκ.

(δ) Τέλος, το συγκεκριμένο λογοτέχνημα χαρακτηρίζεται και από την τεχνική της συναισθησίας: Οι  ήρωές του εκφράζουν τα συναισθήματά τους μέσω των χρωμάτων, των μορφών, των σχημάτων ή των μουσικών ήχων. ΄Ετσι, η μητρική αγάπη αποδίδεται από τον χρωστήρα της Κλειώς, ενώ ο υιικός θυμός προβάλλεται στις αποχρώσεις του κόκκινου, ώσπου να μετασχηματισθεί με τη σειρά του σε «πύρινη αγάπη».

     Η προβολή των συναισθημάτων όμως γίνεται και στη μουσική υπόκρουση, που συνοδεύει την ανάγνωση του βιβλίου: Η νεανική ένταση του συγκροτήματος «Διάφανα κρίνα» και η οπερική φωνή της ΄Εμμα Σάπλιν συνιστούν επίσης εφαρμογή της τεχνικής της συναισθησίας.

 Επίλογος

Κάπου εδώ τελειώνει περιδιάβασή μας στον Κόκκινο θυμό, που μεταβλήθηκε σε «πύρινη αγάπη», χάρη στη δημιουργό του. Κι αυτό, γιατί η αγωνιστική διάθεση για τη ζωή και η αισιοδοξία που διακρίνουν τη Λ.Π.-Α. ερείδονται πάνω στη βαθιά πίστη της στον άνθρωπο. Οι διαπροσωπικές σχέσεις συνιστούν βασικό σημείο αναφοράς στα λογοτεχνήματά της. “Δενόμαστε” με τους ήρωες που δημιουργεί, όχι μόνον επειδή είναι “παλιοί” μας γνώριμοι, αλλά επειδή πάλλονται από συναισθήματα, δοκιμάζονται από αδυναμίες, αμφιβάλλουν, αγωνίζονται. Με άλλα λόγια εξελίσσονται ως προσωπικότητες, προχωρούν στην αυτογνωσία τους.
     Διαβάζοντας και αυτό το κείμενο της Λ.Π.-Α. μάς έρχονται στο νου τα λόγια του Πικάσο, που η ίδια μνημονεύει “όταν τραβώ μια γραμμή θέλω να νιώθω ότι έχει μέσα της αίμα” (σελ.197).  Κάθε σειρά που γράφει, νιώθουμε ότι έχει μέσα της αίμα. Αίμα που κυλάει ζεστό στις φλέβες της από την αγάπη για τη ζωή και τους ανθρώπους που απλόχερα μοιράζεται μαζί μας με κάθε βιβλίο που γράφει.

_________
 (*) http://www.loty.gr/mythistorima_analyt_13.htm
      http://www.i-read.i-teen.gr/book/o-kokkinos-thymos
      http://www.patakis.gr/ViewShopProduct.aspx?Id=232139
(**) Πτυχιούχος του Πανεπιστημίου Αθηνών (Φιλολογικό  τμήμα,1987) και Διδάκτωρ των Επιστημών της Αγωγής ( Πανεπιστήμιο Κρήτης). Θέμα της διδακτορικής της  διατριβής (1995), την οποία εκπόνησε ως υπότροφος του ΙΚΥ «Το  Χιούμορ στην Ελληνική Παιδική Λογοτεχνία ( Πεζογραφία 1970-1990 )». Μέλος του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου και της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς. ΄Εχει συμμετάσχει σε συνέδρια Παιδικής/Νεανικής Λογοτεχνίας στην Ελλάδα (Ιωάννινα, Αθήνα) και το εξωτερικό (Αυστρία, Ισπανία). Στο πλαίσιο της ενασχόλησής της με την Παιδική/Νεανική Λογοτεχνία περιλαμβάνονται: ομιλίες, βιβλιοπαρουσιάσεις, συμμετοχή σε κριτικές επιτροπές πανελληνίων βραβείων, αξιολόγηση εκπαιδευτικού υλικού (Π.Ι.), μεταφράσεις και 14 δημοσιεύσεις. To 2005 απέσπασε το Πανελλήνιο Βραβείο του ΚΕΠΒ για την προώθηση της Παιδικής Λογοτεχνίας στο σχολείο. Από το 1997 και ως το 2005 συνεργάστηκε με το ΠΤΔΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών  στο πρόγραμμα «Ακαδημαϊκής και Επαγγελματικής Αναβάθμισης Εκπαιδευτικών Α/θμιας  Εκπαίδευσης », στο πλαίσιο του οποίου δίδαξε το μάθημα της Παιδικής Λογοτεχνίας. Ξένες γλώσσες: αγγλική, γαλλική, γερμανική.  Από το 2005 εργάζεται ως αποσπασμένη καθηγήτρια φιλόλογος στο Ευρωπαϊκό  Σχολείο Bruxelles III .