Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2016

Ο καστανάς της Πλατείας Κλαυθμώνος


   Έλαβα προ καιρού στην ηλεκτρονική μου διεύθυνση, μέσω φίλου, το κείμενο που ακολουθεί και νομίζω πως αξίζει να το διαβάσουν οι φίλοι μου, μέρες που είναι:
Σαν ελάχιστη προσφορά στη μνήμη  των αγωνιστών του 1940, σας αποστέλλω την παρακάτω ιστορία που δημοσιεύεται στο τεύχος του Οκτωβρίου της Ναυτικής Ελλάδος:
    «Ήμουν στο Ναυτικό το 1952 και βρισκόμουν στην Πλατειά Κλαυθμώνος, όχι όπως είναι σήμερα. Οι νεότεροι δεν γνωρίζουν πάρα πολλά από τα παλιά και απορούν όποτε ακούν ορισμένα γεγονότα του τότε. Εκείνη τη στιγμή έπεφτε ο ήλιος και θα γνωρίζετε ότι με τη δύση του γίνεται υποστολή της σημαίας. Τότε το Υπουργείο Ναυτικού ήταν εκεί και η σημαία κυμάτιζε ακόμα στο κτήριο. Σήμερα είναι άλλες υπηρεσίες του Ναυτικού.
     Τότε πάντα κάθε πρωί, θα θυμούνται οι παλιοί, γινόταν έπαρση σημαίας και σταματούσαν τα πάντα, όπως και στη δύση του ηλίου, που γινόταν υποστολή. Ήταν ωραίες, απίθανες, οι στιγμές που ζούσαν τότε οι άνθρωποι…
     Το άγημα αποδόσεως τιμών ήταν στο χώρο του και ακούμε το σαλπιγκτή να δίνει το σύνθημα για την υποστολή της σημαίας. Το άγημα παρουσιάζει όπλα. Ο αξιωματικός χαιρετά και παίζεται ο Θούριος. Όλοι οι παριστάμενοι εκεί και οι περαστικοί, όπως και εγώ, σταθήκαμε σε στάση προσοχής. Αποδίδεις με αυτό τον τρόπο την τιμή στο ιερό μας σύμβολο, στη γαλανόλευκη σημαία.
     Εκείνη τη στιγμή που ο αρμόδιος αξιωματικός χαιρετά, η ματιά του πέφτει λοξά, βλέπει κάτι παράξενο και η ψυχή του ταράζεται για αυτό που θα σας πω παρακάτω.
     Τελειώνοντας η διαδικασία της υποστολής της σημαίας, οι διαβάτες συνεχίζουν το δρόμο τους, ενώ εγώ παρέμεινα από συνήθεια λίγο ακόμα. Τότε βλέπω το νεαρό αξιωματικό να κατευθύνεται θυμωμένος προς ένα γεροδεμένο πλανόδιο καστανά. Βλέπετε τότε η πλατεία ήταν κενή και στις γωνίες ήταν πάντα στιλβωτές (λούστροι ) και καστανάδες που τώρα μας λείπουν. Και του είπε :  
     «Γιατί δεν σηκώθηκες όρθιος για να τιμήσεις τη σημαία μας; Δεν έχεις φιλότιμο!»
      Ο άνθρωπος έμεινε βουβός κι εγώ παρακολούθησα έντρομος και φοβερά συγκλονισμένος το τι έγινε…
      Ο καστανάς έγινε κατακόκκινος και άρχισε να τρέμει. Ήθελε να φωνάξει, αλλά βλέπω με έκπληξη ότι συγκρατείται. Και σκύβοντας το κεφάλι άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Συνέρχεται όμως γρήγορα, σκουπίζει τα δάκρυά του και με δύναμη πολλή στα χέρια του (αυτά ήταν γερά ) στυλώνει το σώμα του δυνατά, σπρώχνει τον πάγκο του με τα κάστανα και φωνάζει με όλη την ψυχή του στο νεαρό αξιωματικό:
    «Πώς να σηκωθώ, κύριε;  Της τα έδωσα της Πατρίδας και τα δύο!»
     Και σηκώνει τα μπατζάκια του παντελονιού, όπου φάνηκαν δύο πόδια κομμένα πάνω από το γόνατα.
     Και ξαναρχίζει να κλαίει.
     Ο κόσμος, όπως και εγώ, κλαίει γύρω του και χειροκροτεί, όμως περισσότερο από όλους κλαίει ο νεαρός αξιωματικός. Την ίδια στιγμή γίνεται κάτι το αλησμόνητο. Ο  αξιωματικός σκύβει, αγκαλιάζει, φιλά τον καστανά, και στη συνέχεια στέκεται ευθυτενής μπροστά στον ήρωα, φέρνει το δεξί του χέρι στην άκρη του γείσου του πηλικίου του και τον χαιρετά στρατιωτικά. Του απονέμει «τας κεκανονισμένας τιμάς» που δεν μπόρεσε εκείνος τυπικά να αποδώσει στη σημαία μας, γιατί της χάρισε και τα δύο πόδια στα βορειοηπειρώτικα βουνά, για να μπορεί να κυματίζει σήμερα ψηλά η κυανόλευκη σε λεύτερη πατρίδα…
Δημήτρης Ντούλιας
Πλωτάρχης Π.Ν. ε.α.»     

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2016

Ο Οκτώβρης κι ο παππούς του

 «... Τον Οκτώβρη τον έστελναν οι γονείς του από μικρό, κάθε μέρα στον παππού του τον Χρόνο.
  - Ο παππούς σου γερνάει και πρέπει κάποιος να του κρατάει συντροφιά, του είχε πει ο πατέρας του το Φθινόπωρο.
  - Ο παππούς σου πονάει και πρέπει κάποιος να τον παρηγορεί, για να ξεχνάει τ’ αρθριτικά, του είχε πει η μαμά του η Βροχή.
    Έτσι ο Οκτώβρης πήγαινε στον παππού κάθε απόγευμα… Από την πρώτη κιόλας ημέρα, πήρε ένα συννεφένιο σκαμνάκι και κάθισε δίπλα του.
   Ο παππούς Χρόνος χάρηκε τόσο, που δάκρυσε από χαρά. Και την ίδια στιγμή ψιχάλισε λίγο στη γη.
    - Παππού, τον ρώτησε ο Οκτώβρης, ο κόσμος λέει πως είσαι γιατρός. Γιατί δε φτιάχνεις μονάχος του ένα γιατρικό να σου περάσουν τ’ αρθριτικά;
    - Ό,τι γιατρικό και να φτιάξω, παιδάκι μου, τ’ αρθριτικά δεν περνάνε με τούτη την υγρασία, του αποκρίθηκε ο Χρόνος ...
    - Μη στενοχωριέσαι, παππού, είπε ο Οκτώβρης. Κάποτε θα τη διώξουμε την Υγρασία. Τον παππού μου εγώ δε θέλω να τον τυραννάει κανείς!
     Ο παππούς συγκινήθηκε. Δάκρυσε με τα λόγια του εγγονού του. Και την ίδια στιγμή έπιασε ψιχάλα γερή κάτω στη γη...
  Σαν πέρασαν λίγες μέρες, χειροτέρεψε ο παππούς Χρόνος.                                                               
   - Παππού, είπε ο Οκτώβρης, ο κόσμος λέει πως, όταν πονάει κανείς, πρέπει να μη σηκώνεται διόλου από το κρεβάτι, Γιατί δεν αφήνεις τη συννεφένια σου πολυθρόνα και να πέσεις στο συννεφένιο σου στρώμα;
   - Όπου και να ξαπλώσω, παιδάκι μου, ο πόνος είναι χρόνιος, δεν θα μ’ αφήσει, απάντησε ο Χρόνος…
   - Να δεις, παππού, που μια μέρα τον Πόνο θα τον νικήσουμε, είπε ο Οκτώβρης. Ως τότε όμως είναι καλύτερα να πλαγιάσεις.
      Ο Χρόνος, για να μη στενοχωρήσει το εγγόνι του, αποφάσισε να ξαπλώσει. Κρακ, κρακ, κρακ έκαναν αμέσως τα κόκαλά του. Δάκρυσε από τον πόνο ο παππούς, Και την ίδια στιγμή στη γη άρχισε να ψιλοβρέχει.
                                    ………………………………………
(Απόσπασμα από το βιβλίο Τα παιδιά του Φθινόπωρου - Σειρά «Ιστορίες με τους 12 μήνες»,  Πατάκης, 20η εκδ. 2015 - http://www.loty.gr/paramith_analyt_10.htm )

Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2016

Oι δικές μου τρεις κατηγορίες πολιτών...


“… ΄Εχω την πεποίθηση ότι πολιτικά οι άνθρωποι χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες:

α) σ’ εκείνους που νοιάζονται για το γενικό καλό και το μέλλον της ανθρωπότητας, άσχετα από την κομματική τους τοποθέτηση

β) στους αδιάφορους, και

γ) σ’ εκείνους που επιδιώκουν με κάθε μέσο μονάχα το ατομικό τους συμφέρον εις βάρος των άλλων, άσχετα και πάλι από την κομματική τους τοποθέτηση.

       Αν τώρα η πρώτη κατηγορία καταφέρει να ξυπνήσει τη δεύτερη, αν καταφέρει να ενεργοποιήσει τους αδιάφορους και να τους κάνει να ενδιαφερθούν, τότε θα βρεθούν δύο κατηγορίες εναντίον μιας – εναντίον των αδίστακτων κερδοσκόπων. Και μια μεγάλη μάχη θα έχει σίγουρα κερδηθεί”.

 
(Από το βιβλίο «Μιλώντας για τα παιδικά βιβλία»., σελ. 145.


 

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2016

"Αδελφέ μου λύκε!"


 ... «Αδελφέ μου λύκε!»– συνέχισε ο παππούς την ιστορία με τον Άγιο Φραγκίσκο. «Εγώ γνωρίζω πως τα φοβερά που κάνεις είναι μόνο επειδή πεινάς. Από αύριο να έρχεσαι κάθε μέρα να σου δίνουμε τροφή εμείς και ν’ αφήσει ήσυχους του χωριανούς, ομοίως και τα ζωντανά τους».

     »Ο λύκος πλησίασε τον άγιο, ήμερος και υπάκουος σαν καλομαθημένος σκύλος,  κι από τότε πήγαινε κάθε μέρα πόρτα πόρτα και τον τάιζαν οι χωριανοί, ίσαμε το τέλος της ζωής του»...

 (από το βιβλίο «Το φιλί της λύκαινας», σελ. 143)
http://www.loty.gr/mythistorima_analyt_20.htm 

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2016

Από τον "Φτωχούλη του Θεού " του Νίκου Καζαντζάκη


- Βρήκα στο δρόμο μια χήρα, αποκρίθηκε ο Φραγκίσκος χαμογελώντας, χρονιά τώρα γυρίζει ξυπόλητη, κουρελού, πεινασμένη, και κανένας δεν της ανοίγει την πόρτα να την ελεήσει, εμείς θα της ανοίξουμε την πόρτα αδερφοί μου.
.......
-Τη χήρα του Χριστού αδερφοί μου, μη γουρλώνετε τα μάτια, τη χήρα του Χριστού, τη Φτώχεια. Για το χατίρι του πρώτου αντρός της, εγώ θα την πάρω γυναίκα.
........
- Αδελφή Φτώχεια, είπε με συγκινημένη φωνή, αδελφή Φτώχεια, ακριβή, σεβαστή, πολυαγαπημένη συντρόφισσα του Χριστού μας, που σε όλη Του τη ζωή στάθηκες πιστή Του, γενναία συναθλητίνα και συνοδοιπόρισσα ως τα πόδια του σταυρού Του, ως τον τάφο, απλώνω το χέρι, σε περμαζώνω από τους δρόμους, σε παίρνω γυναίκα μου. Δώσ’ μου, κυρά μου, το χέρι σου!"

Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2016

Στο εργαστήρι: Ο αποχωρισμός του χειρογράφου

(Από το βιβλίο: Το μικρόβιο της ευεξίας – γράφοντας βιβλία για παιδιά. Πατάκης, 2002*)



 Ο J.B. Pristley είπε κάποτε: «Η δεύτερη περίοδος ευφορίας (του συγγραφέα) είναι όταν έχεις ολοκληρώσει τη δουλειά σου και νιώθεις σαν να έφυγε ένα βάρος από τους ώμους σου. Μέσα στο σωρό των χειρογράφων βλέπεις τότε κάτι μοναδικό, κάτι που δημιουργήθηκε μια για πάντα. Έπειτα το χειρόγραφο φεύγει για τον εκδότη και τον τυπογράφο κι αρχίζεις να αναρωτιέσαι για το έργο σου. Η ελπίδα αναχωρεί και με την άφιξη των δοκιμίων για διορθώσεις η απελπισία επιστρέφει...»[i]
     Αυτή την αγωνία του συγγραφέα για το αποτέλεσμα της δουλειάς του, αυτή την απελπισία του, άλλοι την παρομοιάζουν με την κατάθλιψη της λοχείας. Όπως κι αν είναι, γεγονός παραμένει ότι το στάδιο αυτό κανένας πραγματικός συγγραφέας δεν το αποφεύγει κατά κανόνα. Είναι κάτι σαν το «τρακ» που έχουν και οι πιο διάσημοι ηθοποιοί πριν από την παράσταση. Θα παίξουν καλά; Θα ικανοποιήσουν το κοινό; Οι προηγούμενες τυχόν επιτυχίες ποτέ δεν είναι εγγύηση.
     Όμοια και ο συγγραφέας, ιδιαίτερα εκείνος που επιθυμεί ως αναγνωστικό του κοινό τα παιδιά, διακατέχεται από αμφιβολία, νιώθει αγωνία, διερωτάται αν δημιούργησε όντως κάτι αξιόλογο. «[Αποχωρίζομαι το γραφτό μου] όταν δεν μπορώ πια να του κάνω άλλο τράβηγμα, τέντωμα, αναποδογύρισμα, τίναγμα, λάξευμα, χάιδεμα, σκίσιμο, διόρθωμα, δέσιμο», λέει η σύγχρονη συγγραφέας παιδικών βιβλίων Virginia Euwer Wοlff. «Δεν νομίζω πως έρχεται κάποια λαμπερή στιγμή, που λες “Α, τώρα είναι τέλειο!”. Τίποτα τέτοιο. Μοιάζει περισσότερο με σήκωμα των ώμων, με μια τεράστια εκπνοή ανακούφισης. Και στην περίπτωσή μου υπάρχει πάντα το “νομίζω”. Δεν είμαι ποτέ απόλυτα σίγουρη. Για τίποτα»[ii] .
     Τις περισσότερες φορές ο συγγραφέας αισθάνεται απελπισμένος στη σκέψη ότι ίσως δεν κατάφερε ό,τι ακριβώς επιθυμούσε, ανησυχεί μήπως το πνευματικό του τέκνο δεν έχει τη δύναμη να επιζήσει στον κόσμο της λογοτεχνίας, όπως η λεχώνα ανησυχεί με το παραμικρό για την ικανότητα του νεογέννητου να επιζήσει και να βρει τη θέση του αργότερα στην κοινωνία. Υποσυνείδητα υποφέρει για τον αποχωρισμό της από το έμβρυο.

 Έρχεται όμως η εποχή που το βιβλίο εκδίδεται πια και κυκλοφορεί, βρίσκει την απήχηση που του αρμόζει – μεγάλη ή μικρή – και τότε σαν παιδί που στέκεται στα πόδια του, παίρνει τον δικό του το δρόμο. Ο πνευματικός «γονιός» του δεν μπορεί πια παρά να το παρακολουθεί από μακριά. Και να σκέφτεται τα γνωστά λόγια του Καρόλου Ντίκενς: "Αν στο βιβλίο μου έδωσα κάτι που μπορεί να χαρίσει μια στάλα χαράς ή παρηγοριάς σε γέρους ή μικρούς στις ώρες της δοκιμασίας, τότε θα πιστέψω πως κάτι κατάφερα - κάτι που θ’ αναθυμάμαι με ικανοποίηση στη μετέπειτα ζωή".

    



[i]   Αναφέρεται στο Author! Author!  Επιμέλεια: Richard Findlater, Faber and Faber, London: 1984, p. 174.


[ii]   “An interview with Virginia Euwer Wolff”, by Roger Sutton, The Horn Book Magazine, Μay/June 2001, p. 286.

* http://www.loty.gr/meletimata_analyt_5.htm



Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2016

Επάγγελμα: Αστροπώλης!


Φωτογραφείον «I. Καλλιγέρη» - Αιόλου 75, λέει πίσω η παλιά φωτογραφία. Κι από κάτω, γραμμένο από τη μάνα μου: Απόκριες 1950, η Ρούλη τριών ετών, ντυμένη ανθοπώλις.
   ΄Ηταν πολύ της μόδας τότε η στολή της ανθοπώλιδας για τα κοριτσάκια. Όμως το αγγελάκι μας – ναι, αγγελάκι, τι άλλο μπορεί να ήταν ένα τέτοιο χαρισματικό παιδάκι, που μας έφερε τόση χαρά εκείνα τα μίζερα χρόνια, με τον εμφύλιο να κατατρώει τα όνειρα της απελευθέρωσης – το αγγελάκι λοιπόν δεν ήθελε να λένε τη στολή του έτσι. Ζήτησε μάλιστα να έχει αστέρια στο καλαθάκι, όχι λουλούδια. Γιατί είχε κιόλας αποφασίσει τι θα γινόταν σα θα μεγάλωνε:
   - Αστροπώλης! έλεγε με καμάρι. 
   - Αρτοπώλης μήπως εννοείς; Φούρναρης; τη ρωτούσαμε.
   - Όχι! Αστροπώλης σάς λέω! Θα πουλάω τ’ άστρα τ’ ουρανού!
   - Και πόσο θα τα πουλάς; γελούσαμε.
  Το αγγελάκι σήκωνε τους ώμους.
    - Χωρίς λεφτά, έλεγε. Θα τα δίνω έτσι, για να έχει όλος ο κόσμος!
       Αν πρόλαβε να δώσει σε όλους αστέρια όσο ήταν στη γη δεν το ξέρω, τη δική μας τη ζωή πάντως τη φώτισε σαν αστέρι σαράντα οκτώ χρόνια και κάτι. Τα όσα ζήσαμε προσπάθησα να τα χωρέσω σ’ ένα βιβλίο, Ένα αγγελάκι στα Εξάρχεια  (*) το είπα. Και πιστεύω πάντα ότι και στον ουρανό που γύρισε, αυτό είναι το επάγγελμά της. (**)
         Αν λοιπόν κάποια νύχτα  δεις ένα αστέρι να πέφτει, να ξέρεις ότι μπορεί να είναι για σένα. ΄Ισως προσπαθεί να σου το στείλει ένα αγγελάκι που ήθελε κάποτε να γίνει αστροπώλης, για να μοιράζει τ’ άστρα τ’ ουρανού δωρεάν. 

 
 (**)