Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Απόψεις για τη συγγραφή των παιδικών βιβλίων –



- Δύο ενδιαφέροντα ξένα βιβλία (*)

Στον αγγλόφωνο κόσμο υπάρχουν πολλά θεωρητικά βιβλία για την παιδική λογοτεχνία. Δύο απ’ αυτά είναι γραμμένα από έμπειρους συγγραφείς και απευθύνονται σε όσους θέλουν ν’ ασχοληθούν με τη συγγραφή παιδικών βιβλίων, αλλά και γενικότερα σε όσους ασχολούνται με τη λογοτεχνία για παιδιά – μελετητές, σπουδαστές, κ.λπ. Ευχής έργο θα ήταν τα βιβλία αυτά να μεταφραστούν και στα ελληνικά.

 Το πρώτο από τα δύο αυτά βιβλία είναι της Joan Aiken: The way to write for Childrena complete guide to the basic skills of writing for children (Πώς να γράφετε για παιδιά – πλήρης οδηγός για τις βασικές αρχές της συγγραφής βιβλίων για παιδιά). London, Elm Tree Books, 1982, 98 σελ.
     Η πετυχημένη βρετανή συγγραφέας συγκέντρωσε στον τόμο αυτόν την πείρα και τις κατασταλαγμένες απόψεις της, σχετικά με το πώς πρέπει να γράφονται τα βιβλία που απευθύνονται στα παιδιά. Με τρόπο γλαφυρό, δίνει πολύτιμες συμβουλές για την παρουσίαση και το στήσιμο ολοκληρωμένων χαρακτήρων, για την πετυχημένη πλοκή, το σωστό ύφος, ενώ παράλληλα θέτει βασικές αρχές και αυστηρά κριτήρια για την εκτίμηση των λογοτεχνημάτων που απευθύνονται στα παιδιά. Ο στόχος του βιβλίου μπορεί, βέβαια, να θεωρηθεί αμφισβητήσιμος: ένα έργο τέχνης, θα αντιτάξουν πολλοί, δεν παράγεται με συμβουλές και το να γράφει κανείς δεν μαθαίνεται εύκολα – και μάλιστα με ένα βιβλίο θεωρητικό.
     Ωστόσο, εκείνοι που είναι προικισμένοι με την ικανότητα να γράφουν και τους ενδιαφέρουν τα παιδιά θα ωφεληθούν σίγουρα από τις πρακτικές οδηγίες και τις απόψεις που εκθέτει μια συγγραφέας με πείρα και με πολλά βιβλία στο ενεργητικό της. Οι μελετητές, ύστερα, και οι κριτικοί θα γνωρίσουν μια οπτική γωνία διαφορετική από τη δική τους ή θα ενισχύσουν τις θέσεις τους, αν διαπιστώσουν ότι υποστηρίζονται και στο βιβλίο αυτό.
     Με τη μετάφραση του αποσπάσματος που ακολουθεί (από τις σελ. 14-15 του βιβλίου) θα βοηθηθεί ο αναγνώστης να πάρει μια ιδέα για το είδος του έργου και τη γραφή της Τζόαν Άικεν:

«Το μεγαλύτερο αμάρτημα έναντι των παιδιών είναι να γράφει κανείς βιβλία γι’ αυτά σύμφωνα με συνταγές. Κάτι τέτοιο είναι τόσο κακό, όσο και να τους δίνουμε τροφή κακής ποιότητας ή να τους πουλάμε παπούτσια που θα τα διαλύσει η βροχή.
            Τι εννοώ με τη λέξη «συνταγή»; Μια ματιά στις παρουσιάσεις βιβλίων από τις στήλες των εφημερίδων θα σας δείξουν τι θέλω να πω. Να, μερικά από τα θέματα: Ένα αρκουδάκι, που δεν του αρέσει να παίζει με άλλα αρκουδάκια, πηγαίνει σ’ ένα πάρτι και τελικά μαθαίνει να συναναστρέφεται τους άλλους. Τέσσερα παιδιά χάνουν το σκυλί τους, αλλά το ξαναβρίσκουν χάρη σ’ ένα γείτονα που τον είχαν παρεξηγήσει. ΄Ενας σκύλος μαθαίνει να τα πηγαίνει καλά με μια γάτα. Μερικά παιδιά βρίσκουν ένα θησαυρό!
     Μην αρχίσετε ποτέ να γράφετε παιδικά βιβλία με τη σκέψη πως για τα παιδιά κάνει ο,τιδήποτε. ΄Η με τη σκέψη ότι το ν’ ακολουθήσει κανείς μια συνταγή – όπως τα παιδιά που βρίσκουν ένα θησαυρό – είναι αρκετό, και ότι σίγουρα έτσι θα βρεθεί εκδότης. Μπορεί να βρεθεί. Αλλά αυτό δεν θα είναι λογοτεχνία. Και τα παιδιά που θα το διαβάσουν δεν θα ωφεληθούν – θα είναι σαν να τους δίνουμε αποβουτυρωμένο γάλα (…)
     Ένα παιδικό βιβλίο – ένα καλό βιβλίο – δεν είναι κάτι που μπαίνει σε πρόγραμμα, που παράγεται σαν προϊόν της βιομηχανίας (…) Τα παιδιά έχουν τεράστιες ανάγκες. Μπορεί να υπάρχουν ολέθρια κενά στη μόρφωσή τους, στο περιβάλλον τους, στην ανατροφή τους. Δε ζουν όλα τα παιδιά μέσα σ’ ένα ευτυχισμένο, καλά οργανωμένο σπιτικό ή μια οικογένεια. Και κάθε παιδί, όσο τυχερό και αν είναι θα έχει κάποιο κενό που το διάβασμα θα το βοηθήσει να το συμπληρώσει. Πρέπει οι συγγραφείς να αισθάνονται ηθική υποχρέωση γι’ αυτό; Μπορούν να συμπληρώσουν αυτά τα κενά;
     Οι βιβλιοθηκάριοι έχουν την τάση να λένε στους συγγραφείς: «Γιατί δεν γράφετε ένα βιβλίο μ’ αυτό και μ’ αυτό το περιεχόμενο; Θα ήταν τόσο χρήσιμο!» Όμως… Τα βιβλία δεν πρέπει να γράφονται «επί παραγγελία». Φυσικά δεν βλάφτει καθόλου τον συγγραφέα που βρίσκεται σε εγρήγορση να εξετάζει τον περίγυρό του, να γνωρίζει τα σύγχρονα προβλήματα, να τα μελετάει προσεκτικά όσο είναι δυνατόν, ώστε υποσυνείδητα να μπορεί ο νους του να λειτουργεί και να στρέφεται γύρω από ιδέες και θέματα που ενδιαφέρουν το σύγχρονο κόσμο… Οι καλοί συγγραφείς είναι καλά εφοδιασμένοι για κάτι τέτοιο. Δεν μπορούν παρά να γνωρίσουν τα προβλήματα και τα γραφτά τους δεν γίνεται παρά να είναι καθρεφτίσματα αυτής της γνώσης.
            Όμως προσοχή! Αν γράψετε σκόπιμα ένα βιβλίο για να καταγγείλετε κάτι που πρέπει να διορθωθεί, αυτό που θα βγει θα μοιάζει με κήρυγμα, το βιβλίο θα είναι δημοσιογραφικό. Δεν θα είναι “θρεπτικό” για το παιδί».

 Δεύτερο βιβλίο είναι της Jane Yolen: Writing books for Children (Γράφοντας βιβλία για παιδιά). The Writer, Inc, Boston, 1984 (4η έκδοση, 152 σελ.).
     Έπειτα από μια πετυχημένη καριέρα και με περισσότερα από 50 βιβλία για μικρά και μεγάλα παιδιά, η Τζέιν Γιόλεν συγκέντρωσε στον τόμο αυτόν τις σκέψεις και την πείρα της γύρω από το πώς πρέπει να γράφονται, κατά τη γνώμη της, τα παιδικά βιβλία, και γύρω από το τι πρέπει να έχουν υπόψη τους οι συγγραφείς, τι να προσέχουν, τι να αποφεύγουν. Οι απόψεις της είναι διατυπωμένες ξεκάθαρα, με ζωηρά παραδείγματα και γλαφυρό λόγο.
     Οι αναγνώστες έχουν ασφαλώς πολλά να αποκομίσουν, όσο και αν οι θεωρητικές επιφυλάξεις για το στόχο του βιβλίου υπάρχουν και εδώ. Η συγγραφέας αποκαλύπτει άλλωστε, μυστικά που δεν περιορίζονται μόνο στη συγγραφή, αλλά θίγουν και τις σχέσεις με τους εκδοτικούς οίκους, τον τρόπο διακίνησης και πολλές άλλες πρακτικές πλευρές που έχει να αντιμετωπίσει ένας συγγραφέας σχετικά με την έκδοση του βιβλίου του.
     Μια γεύση από το βιβλίο αυτό μας δίνει η μετάφραση αποσπάσματος από την εισαγωγή (σελ. 2 του κειμένου):
     «Οι επίδοξοι συγγραφείς παιδικών βιβλίων συνήθως παρακινούνται από τη σκέψη που φανερώνεται στο παραπλανητικό εκείνο «μάθε να γράφεις – άρχισε από τα βιβλία για παιδιά»… Όταν μια εκδότρια βιβλίων για μεγάλους διάβασε κάποτε ένα από τα βιβλίου μου, με κοίταξε με πραγματική έκπληξη και είπε: «Μα αυτό είναι αληθινό γράψιμο! Δεν μοιάζει καθόλου με παιδικό βιβλίο!» Και την παρατήρηση αυτή τη θεώρησε κομπλιμέντο! Εκείνο που η εκδότρια εκείνη, αλλά και πολλοί σπουδαστές ή επίδοξοι συγγραφείς αρνούνται να καταλάβουν είναι το ότι – όπως το έχει διατυπώσει η Έλινορ Κάμερον – «η παιδική λογοτεχνία δεν βρίσκεται σ’ έναν κόσμο δικό της, αλλά είναι ενταγμένη στον ευρύτερο κόσμο της λογοτεχνίας».
     Η παιδική λογοτεχνία έχει την ίδια αξία με τη λογοτεχνία για μεγάλους. Και τα παιδικά βιβλία δεν είναι ούτε καλύτερα ούτε χειρότερα από τα βιβλία για τους ενηλίκους – με εξαίρεση ένα πολύ σημαντικό στοιχείο: Τα παιδικά βιβλία, λογοτεχνικά ή όχι, μπορούν ν’ αλλάξουν ζωές».

(*) Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Διαδρομές», τεύχος 122, Ιούλιος-Δεκέμβριος 2016, στη στήλη «Διαχρονικά».

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

Όχι, ο Αγιοβασίλης δεν φορούσε πάντα κόκκινα!



Όχι, ο Αγιοβασίλης δεν φορούσε πάντα κόκκινα πριν του βάλει κόκκινη στολή η Κόκα Κόλα! Εκτός αν είναι… καλοκαιρινός!
 - Λοιπόν, κυρίες μου, ακούστε πότε πρωτοφόρεσε κόκκινη στολή ο Αγιοβασίλης, σοβαρεύεται  πραγματικά ο Απελλής. 
    Κάθεται δίπλα τους, σε μια ψηλή καρέκλα, κι αρχίζει να διαβάζει από το βιβλίο που κρατάει:

«Τα ροδοκόκκινα μάγουλα, το πλατύ χαμόγελο, την εικόνα της καλοπέρασης και της αισιοδοξίας την απόκτησε ο Αγιοβασίλης τον 20ο αιώνα. Έτσι τον είχε φανταστεί πρώτος ο αμερικανός σκιτσογράφος Τόμας Ναστ. Αργότερα, το 1931 συγκεκριμένα, η αμερικανική εταιρία αναψυκτικών Κόκα Κόλα αποφάσισε να χρησιμοποιήσει στη χειμωνιάτικη διαφημιστική της εκστρατεία τον Αγιοβασίλη –τον Σάντα Κλάους, όπως τον αποκαλούν οι Αμερικανοί και οι περισσότεροι Ευρωπαίοι. Ανέθεσε λοιπόν σε άλλο αμερικανό καλλιτέχνη, τον Χάντον Σάνμπλομ, να τον σχεδιάσει. Κι εκείνος αποφάσισε να του φορέσει ρούχα με το χρώμα της Κόκα Κόλα. Έτσι απόκτησε ο Αγιοβασίλης-Σάντα Κλάους το κόκκινο κοστούμι του, το κόκκινο σκουφί, τη μαύρη ζώνη και τις μαύρες μπότες. Όσο για τη μεγάλη του κοιλιά...»
           
- Ο δικός μου δεν έχει καθόλου μεγάλη κοιλιά! πετιέται αμέσως η Νεφέλη, έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Κι εμένα δε με νοιάζει καθόλου από πότε φοράει κόκκινα. Με νοιάζει που δε με πιστεύετε, άμα σας λέω πως...
-  Μα, ποιος δικός σου; την κόβει η ΄Ολγα.
- Ο καλοκαιρινός! Δεν τα είπαμε; αποκρίνεται ο Απελλής για λογαριασμό της.
- Δεν καταλαβαίνω τίποτα, σηκώνει τους ώμους η ΄Ολγα.
- Θα καταλάβεις όταν θα σου εξηγήσει η ίδια, τη βεβαιώνει εκείνος και σηκώνεται. Από μένα μάθατε αρκετά σήμερα. ‘Ωρα να φεύγω, με περιμένουν τα παιδιά στο λόφο.
      Αρπάζει από την καρέκλα το σακιδιάκι του, από το πάτωμα την μπάλα...
     - Κι άμα φανεί ο καλοκαιρινός Αγιοβασίλης, πέστε του να μου αφήσει μια καινούρια μπάλα για μπάσκετ, σας παρακαλώ! λέει φεύγοντας και κλείνει πίσω του την εξώπορτα.
     Η ΄Ολγα κατσουφιάζει.
     - Αλήθεια λέει ο Απελλής για τη στολή του Αγιοβασίλη, γιαγιά; ρωτάει η Νεφέλη βουρκωμένη.
     - Αλήθεια, κοριτσάκι μου. Το έχω ακούσει κι εγώ αυτό για τον Σάντα Κλάους, όπως τον λένε οι ξένοι τον Αγιοβασίλη.
     - Και γιατί τον λένε έτσι; θέλει να μάθει η Νεφέλη.
     - Σάντα σημαίνει άγιος, αποκρίνεται η γιαγιά. Και το Κλάους είναι ό,τι απόμεινε από το πραγματικό, το ελληνικό του όνομα Νικόλαος.
     - Ότι «Κλάους» είναι το «Νικόλαος» στα γερμανικά το ξέρω, πετιέται η ΄Ολγα, γιατί της μαθαίνει γερμανικά ο μπαμπάς της, που είναι μισός ΄Ελληνας και μισός Αυστριακός.
     - Μα τι «Νικόλαος»; απορεί η Νεφέλη, Για τον Αγιοβασίλη δε μιλάμε;
     - Εμείς, ναι,  μπορεί να μιλάμε για τον ΄Αγιο Βασίλειο, οι ξένοι όμως τον λένε ‘Αγιο Νικόλαο κι αυτός θεωρούν ότι τους φέρνει τα δώρα την εποχή των Χριστουγέννων, εξηγεί αμέσως η γιαγιά.
     Η Νεφέλη δεν καταλαβαίνει. Πώς γίνεται δηλαδή να έχει δυο ονόματα ο ίδιος άγιος; Κάτι λάθος πρέπει να κάνουν οι μεγάλοι. Μήπως τότε γράφει λάθος και το βιβλίο του Απελλή για τα κόκκινα ρούχα;
     Όπως και να τον λένε πάντως αυτόν που φέρνει τα δώρα, η Νεφέλη για ένα πράγμα είναι σίγουρη: Ότι τον είδε με τα ίδια της τα μάτια να περνάει από το απέναντι πεζοδρόμιο. Κι ας μην είναι Χριστούγεννα. Κι ας είναι Ιούνιος!...


(Απόσπασμα από το βιβλίο Το μυστήριο του Καλοκαιρινού Αγιοβασίλη   

Περισσότερα:


Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

Ο παιδικός μου παράδεισος




 Είναι αρχαίος όσο κι ο βράχος της Ακρόπολης, όσο κι ο Λυκαβηττός. Μικρό το δικό του το ύψος, ορθώνει ωστόσο περήφανα το πέτρινο μικρό του κεφάλι στην καρδιά της Αθήνας. Κι ας νιώθει παραπονεμένος…
     Κάποτε οι Αθηναίοι τον ήξεραν καλά. Πολλοί από τους σημερινούς ούτε καν υποψιάζονται την ύπαρξή του. Τον πληγώνουν με την αδιαφορία τους. Τον πλήγωναν και οι παλιότεροι βέβαια. Με τις πράξεις τους εκείνοι. Πριν από 150 χρόνια περίπου, τον μετέτρεψαν σε νταμάρι. Άρχισαν να τον σκάβουν και να παίρνουν υλικά για να χτίσουν τα σπίτια της πρωτεύουσας!


 
 Ώσπου πολλά χρόνια αργότερα, στα μέσα της δεκαετίας του 1920, κατάλαβαν το έγκλημά τους, έπαψαν να τον πληγώνουν κι αποφάσισαν να τον ομορφύνουν. Άρχισαν να φυτεύουν στις πλαγιές του λογής δέντρα, θάμνους και λουλούδια. 




Στα μέσα της δεκαετίας του 1930, τον στόλισαν με πλακόστρωτα δρομάκια, σκάλες, πλατείες, πέτρινους εξώστες, ένα μικρό υπαίθριο θεατράκι, μια λίμνη με χρυσόψαρα, ένα κλουβί με παγόνια... Κι έγινε ο γοητευτικός περίπατος των μεγάλων, ο μαγικός τόπος για τα παιχνίδια των παιδιών.  



Η νέα του όψη δεν ήταν γραφτό να κρατήσει πολύ. Σύντομα τον ερήμωσε η μαύρη γερμανική Κατοχή. Αφανίστηκαν τα χρυσόψαρα, φαγώθηκαν από την πείνα τα παγόνια… Και χρειάστηκαν πολλές δεκαετίες για να ομορφύνει και πάλι, χωρίς παγόνια και χρυσόψαρα ωστόσο, μα με κάποιες άλλες βελτιώσεις.


      
Ευτύχησα να είμαι ένα από τα παιδιά που χόρτασαν παιχνίδι στην αγκαλιά του. Και δεν έπαψε ποτέ να είναι ο αγαπημένος μου περίπατος. Παρ’ όλα τα τωρινά σημάδια εγκατάλειψης, ο λόφος του Στρέφη παραμένει πάντα ο παιδικός μου παράδεισος. (*)



(*) Περισσότερα για τον παιδικό μου "παράδεισό" σε δύσκολα χρόνια, εδώ:

http://www.loty.gr/mythistorima_analyt_15.htm