Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Η γυναίκα και η παιδική λογοτεχνία (6)


Συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση
Από το βιβλίο μου Μιλώντας για τα παιδικά βιβλία (Καστανιώτης 1983, 1987 - εξαντλημένο[1]).


Ας προχωρήσουμε, ωστόσο, εξετάζοντας κάποιες ειδικότερες ανάγκες του καιρού μας. Οι πολιτικές τραυματικές εμπειρίες του πρόσφατου παρελθόντος μας δημιούργησαν την ανάγκη για βιβλία με στόχο την πολιτικοποίηση του παιδιού. Το θέμα δύσκολο και η προσοχή που χρειάζεται μεγάλη. «Το εγχείρημα» γράφει ο Βασίλης Αναγνωστόπουλος στο βιβλίο του που ήδη αναφέρθηκε «αποτελεί ευχής έργο, όταν το παιδικό βιβλίο δεν υπηρετεί μια συγκεκριμένη κομματική γραμμή, όποια κι αν είναι. Το δόγμα πάντοτε έβλαψε, γιατί δεσμεύει την ελεύθερη συνείδηση και καλλιεργεί το φανατισμό. Κι ένας τέτοιος πολιτικός δογματικός διαποτισμός –που φτάνει πολλές φορές την προπαγάνδα- ζημιώνει καίρια της ψυχές των παιδιών. Βέβαια όλη η ζωή μας είναι πολιτική. Αλλά […] η πολιτική αφορά το σύνολο των δραστηριοτήτων του ανθρώπου ως πολιτικού όντος από τη φύση του […] Δεν είναι πολιτική όταν εξυμνούνται και θαυμάζονται και στήνονται πρότυπα ηρωισμού –άρα μίμησης- άτομα που ανήκουν σε μια συγκεκριμένη πολιτική ή κομματική παράταξη»[2].
Βασίλης Δ. Αναγνωστόπουλος
Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου
Θεσσαλίας
       Παρά της τεράστιες δυσκολίες πάντως και τις παγίδες που ενέχει το θέμα, γυναίκες πρωτοστάτησαν για να καλυφθεί και τούτη η ανάγκη, Κι αν με το πέρασμα του χρόνου διαπιστώνονται λάθη στο χειρισμό κάποιων θεμάτων, η αγαθή πρόθεση των συγγραφέων-γυναικών πιστεύω ότι δε θα αμφισβητηθεί. Τα λάθη ίσως να οφείλονται στην έλλειψη ικανής χρονικής απόστασης από τα γεγονότα, που συνήθως φέρνει και την κρίση την αντικειμενική.
       Και τα χρόνια περνούν και τα παιδιά που διαβάζουν πληθαίνουν. Πληθαίνουν και οι ανάγκες, προσθέτονται κι άλλες σ΄ εκείνες που είχαν διαπιστωθεί από την προηγούμενη δεκαετία: Ανάγκη, με την τέχνη, να προετοιμάσουμε τα παιδιά για να αντιμετωπίσουν σωστά τον τεράστιο κίνδυνο από τη μόλυνση και την καταστροφή του περιβάλλοντος∙ ανάγκη να τους μιλήσουμε για το διαζύγιο, με τρόπο που να τα βοηθήσει να ξεπεράσουν τα ψυχικά τραύματα που τυχόν προκάλεσε ή θα τους προκαλέσει, αφού είτε το θέλουμε είτε όχι, σύμφωνα με τις στατιστικές, περίπου ένα παιδί στα 6 είναι παιδί γονιών τελεσίδικα χωρισμένων∙ ανάγκη να τα προφυλάξουμε απ΄ τον κίνδυνο των ναρκωτικών που ολοένα αυξάνει∙ ανάγκη να μιλήσουμε για πλήθος άλλα κοινωνικά θέματα, ώστε να βοηθήσουμε, μέσω της τέχνης, στην ψυχολογική τους ωρίμαση και στην πνευματική τους υγεία: π.χ. προβλήματα που δημιουργούνται από το σύγχρονο τρόπο ζωής, από την εξωτερική κι εσωτερική μετανάστευση, από την εισβολή της τεχνολογίας. Την αρχή σε τέτοιες προσπάθειες την κάνουν γυναίκες. Το χάραμα της δεκαετίας του 1980 τις βρίσκει πάλι να πρωτοστατούν. Θα μπορούσα ν’ αναφέρω παραδείγματα. Δε θα το πράξω, από φόβο μήπως παραλείψω και αδικήσω έστω και μία από τις άξιες συναδέλφους-συγγραφείς.
Οκτώβρης 1991: Από την πρώτη Γενική Συνέλευση
 της Γυν. Λογοτεχνικής Συντροφιάς, ως επίσημου
 πλέον σωματείου, αναγνωρισμένου από το Πρωτοδικείο
 Αθηνών (με την απόφαση υπ’ αριθ. 3335 /1990)
 στο σπίτι της Αντιγόνης Χατζηθεοδώρου. 
Από αριστερά: Ζωή Κανάβα (πίσω), Αντ. Χατζηθεοδώρου,
Γαλάτεια Παλαιολόγου†, Νίτσα Τζώρτζογλου†, Κατερίνa
 Μουρίκη, Μαρία Γουμενοπούλου, ΄Εφη Αιλιανού†,
Χρυσούλα Χατζηγιαννιού, Λίτσα Ψαραύτη. Κάτω: Λότη Πέτροβιτς.

 


[2] Β. Δ. Αναγνωστόπουλου: Τάσεις και εξελίξεις της παιδικής λογοτεχνίας στη δεκαετία 1970-1980. Αθήνα, Οι Εκδόσεις των Φίλων, 1981, σελ. 81.
 
Στο ίδιο θέμα αναφέρεται και η ανάρτηση σ’ αυτό το blog, στις 15.11.2012, http://lotypetrovits.blogspot.gr/2012/11/blog-post_16.html
 
 
 
 
 
 
 

Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

Η γυναίκα και η παιδική λογοτεχνία (5)


Συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση
Από το βιβλίο μου Μιλώντας για τα παιδικά βιβλία (Καστανιώτης 1983, 1987 - εξαντλημένο[i]).
 

Καθώς τα χρόνια περνούν και τα ελληνικά βιβλία πληθαίνουν, άλλες ανάγκες αναφαίνονται και πάλι γυναίκες πρωτοστατούν για την κάλυψή τους στην παιδική λογοτεχνία. Είναι η ανάγκη για διεθνή συνεργασία, η ανάγκη ν’ αποτελέσει το παιδικό βιβλίο «τη γέφυρα που θα ενώνει τους λαούς» κατά το «μότο» της Διεθνούς Οργάνωσης Βιβλίων για τη Νεότητα (ΙΒΒΥ)[ii], ώστε ποτέ πια να μη γνωρίσει ο κόσμος άλλη φρίκη σαν εκείνη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι η ανάγκη να φτάσει η ελληνική παιδική λογοτεχνία και στο εξωτερικό, όσο και όταν είναι αυτό δυνατόν. Ιδρύεται, έτσι, επίσημα το 1969 ο Κύκλος του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου[iii], ως παράρτημα ελληνικό της ΙΒΒΥ. Κι επειδή οι στόχοι του είναι πανανθρώπινοι, κάθε άλλο παρά μονάχα «γυναικείοι», αν και ιδρύεται από γυναίκες, καλεί και αποκτά με χαρά πολλούς άντρες μέλη του και σε άντρα εμπιστεύεται για πολλά χρόνια την προεδρία: στον παιδαγωγό, Λυκειάρχη Κ.Π. Δεμερτζή[iv]. «Ο Κύκλος συμμετέχει με αντιπροσώπου στα παγκόσμια συνέδρια για την Παιδική Λογοτεχνία, προτείνει υποψήφιους ΄Ελληνες συγγραφείς και εικονογράφους για το Βραβείο ΄Αντερσεν και τον Τιμητικό Πίνακα, αποστέλλει στην ΙΒΒΥ για μετάφραση έργα Ελλήνων λογοτεχνών, συμμετέχει σε διεθνείς εκθέσεις παιδικού βιβλίου […] ιδρύει παιδικές βιβλιοθήκες, οργανώνει ομιλίες και διαλέξεις για το παιδικό βιβλίο […] παροτρύνει με τα βραβεία του τους συγγραφείς ν’ ασχοληθούν με σύγχρονα θέματα και προβλήματα της ελληνικής ζωής»[v].
 
 
Από αριστερά: ΄Αλκη Γουλιμή,
Κ.Π. Δεμερτζής, Ρένα
Καρθαίου
-τρία από τα ιδρυτικά μέλη
 του Κύκλου
Οι προσπάθειες των δύο φορέων που προαναφέρθηκαν έχουν φέρει ήδη τους καρπούς τους. Η άνθηση που γνώρισε το παιδικό βιβλίο στη δεκαετία 1970-1980 είναι πραγματικά αξιοσημείωτη, για να μην πούμε εκπληκτική. Και τον πρώτο λόγο τον έχουν γυναίκες. Όπως αναφέρει ο Βασίλης Δ. Αναγνωστόπουλος στη μελέτη του Τάσεις και εξελίξεις της παιδικής λογοτεχνίας στη δεκαετία 1970-1980: «Οι Ελληνίδες συγγραφείς και ποιήτριες κρατούν σταθερά το προβάδισμα […] ΄Εχει δημιουργηθεί μια παράδοση ξεκινώντας από την Πηνελόπη Δέλτα, την Αντιγόνη Μεταξά και τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά. Η έντονη παρουσία των Ελληνίδων στο χώρο της παιδικής λογοτεχνίας σημασιολογεί τη γυναικεία ψυχολογία, που είναι τόσο κοντά στο παιδί. Υπάρχει μια μεγάλη πνευματική συμμαχία με στόχο όχι την κατακύρωσή της στην ανδροκρατούμενη κοινωνία, αλλά την προαγωγή και αξιοποίηση του παιδικού βιβλίου. ΄Ετσι, αποσπούν τα περισσότερα βραβεία της δεκαετίας, διακρίνονται διεθνώς, προηγούνται στη μετάφραση και διασκευή ξένων έργων στα Ελληνικά και ασκούν κριτική στο μεγαλύτερο ποσοστό των παιδικών βιβλίων που κυκλοφορούν. Στην εικονογράφηση ελάχιστα μόνο υπολείπονται από τους άνδρες, Γενικά η επιρροή που ασκούν είναι αποφασιστική και καθοριστική μέχρις ενός βαθμού για την εξέλιξη της παιδικής λογοτεχνίας»[vi].
 
΄Οπως βέβαια ήταν φυσικό, δεν έλειψαν και τα ζιζάνια ανάμεσα στα ολόδροσα βλαστάρια και τους ανθούς της παιδικής λογοτεχνίας των ετών εκείνων. Πολλοί αλλά και πολλές εκείνες που παρανόησαν την κατάσταση και είδαν το παιδικό βιβλίο σαν εύκολο είδος ή ακόμα και σαν ευκαιρία για κέρδη ή προσωπική προβολή. Οι θλιβερές αυτές περιπτώσεις, αν και δεν είναι λίγες, δεν μπορούν να μειώσουν τη συμβολή τόσων άξιων και
αφοσιωμένων γυναικών συγγραφέων.




Εγκαίνια της βιβλιοθήκης του Κύκλου «Κ.Π. Δεμερτζής»στο Λαύριο,
στις 5.12.1993, ακριβώς δύο χρόνια μετά το θάνατό του αλησμόνητου
Προέδρου του. Από αριστερά: Βίτω Αγγελοπούλου†, Λότη Πέτροβιτς,
Γαλάτεια Παλαιολόγου†, Φράνση Σταθάτου, Λίτσα Ψαραύτη,
Φιλομήλα Βακάλη, Μαρία Τζαφεροπούλου, Σπύρος Τσίρος.
Κάτω: Μαρία Βελετά-Βασιλειάδου† και Ευτυχία Βλάχου Μπάτση†.
 
 
(Συνεχίζεται :  http://lotypetrovits.blogspot.gr/2013/02/6.html  )

[iii] Ο Κύκλος του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου ξεκίνησε τη δράση του το 1963, ως άτυπος αρχικά όμιλος, όταν μια ομάδα λογοτεχνών, εκπαιδευτικών και βιβλιοθηκονόμων άρχισε να εργάζεται με ζήλο για την ποσοτική και ποιοτική προαγωγή του ελληνικού παιδικού βιβλίου και τη διάδοσή του, εντός και εκτός της  χώρας, ώστε να φτάσει 6 χρόνια αργότερα στην ίδρυση του πρώτου επίσημου πολιτιστικού σωματείου στον τομέα αυτόν, με καταστατικό εγκεκριμένο από το Πρωτοδικείο Αθηνών.
[iv] Στην προσωπικότητα και τη δράση του Κ.Π. Δεμερτζή αναφέρονται τα κείμενα που αναρτήθηκαν σ’ αυτό το blog στις αρχές του Δεκέμβρη 2012.
[v] Β. Δ. Αναγνωστόπουλου: Τάσεις και εξελίξεις της παιδικής λογοτεχνίας στη δεκαετία 1970-1980. Αθήνα, Οι Εκδόσεις των Φίλων, 1981, σελ. 26.
[vi] Ο.π. σελ. 19
 
  

 

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

Η γυναίκα και η παιδική λογοτεχνία (4)

Συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση
Από το βιβλίο μου Μιλώντας για τα παιδικά βιβλία (Καστανιώτης 1983, 1987 - εξαντλημένο[1]).

 
Οι έπαινοι που ακούει η Αντιγόνη Μεταξά είναι πολλοί, μα και πολλές οι επικρίσεις που θα διατυπωθούν με τα χρόνια εναντίον της. Γέμισε – λένε πολλοί – την παιδική λογοτεχνία με ζωάκια και παιδάκια και κουκλίτσες και τρενάκια, με υποκοριστικά και ροζ κόσμο που καμιά σχέση δεν είχε με την πραγματικότητα και που καμιά κριτική σκέψη δεν καλλιεργούσε. Ξεχνούν όμως κι εδώ οι επικριτές την εποχή και τις ειδικές ανάγκες που κάλυψε η προσφορά της. Με τα «ζωάκια και τα ροζ παιδάκια» κράτησε μια πόρτα ολάνοιχτη, την «΄Ωρα του Παιδιού», για ν’ ακούνε τα παιδιά –όσα μπορούσαν- τη γλώσσα τους και να παίρνουν κουράγιο, να νιώθουν ζεστασιά και να περνούν, έστω και νηστικά, λίγα λεπτά γαλήνης, όταν όλα γύρω τους τα τάραζαν και τα τρόμαζαν και δεν τους έκρυβαν τίποτα από την τραγική πραγματικότητα και τη φρίκη του πολέμου. ΄Οντας παιδί προσχολικής και πρώτης σχολικής ηλικίας τα χρόνια εκείνα, είμαι σε θέση να καταθέσω την προσωπική μου μαρτυρία γι’ αυτό. Και παρόλο που οι μετέπειτα προβληματισμοί μου, όταν πια είχα ταχτεί στην υπηρεσία της παιδικής λογοτεχνίας, μ’ έκαναν να μην ανήκω στους φανατικούς θαυμαστές του ύφους της, δεν μπορώ παρά ανεπιφύλακτα να συμφωνήσω με τις μαθήτριες της Σχολής Νηπιαγωγών Καρδίτσας που έγραψαν σε μια μελέτη τους για την Αντιγόνη Μεταξά:

               «Στα χρόνια που η Ελλάδα στέναζε κάτω απ’ τον εχθρικό ζυγό (1941-1944), η γλυκιά Θεία Λένα με τα παραμύθια της γύριζε το Ελληνόπουλο στις παλιές εποχές και δόξες, το ενθάρρυνε και κρατούσε άσβεστη μέσα στην καρδιά τουτη φλόγα που λέγεται ελπίδα και ταξίδευε μαζί της χέρι με χέρι, καρδιά με καρδιά, από την εποχή της δόξας της Ελλάδας μέχρι την εποχή εκείνη της σκλαβιάς, ανάμεσα στα δρομάκια και στα υπόγεια, όπου η πείνα, ο τρόμος και ο θάνατος είχαν φωλιάσει»[2].
      Προσωπικά, βαθιά την ευγνωμονώ γιατί κάποια λεπτά της ημέρας, στα μικρά ζοφερά παιδικά μου χρόνια, ερχόταν στο κρύο σπίτι μας μέσ’ απ’ το κουτί του «σφραγισμένου» ραδιοφώνου, σαν καλή νεράιδα, κι έσβηνε με τη φωνή της τους ήχους του πρώτου και του πιο φρικτού δράκου που γνώρισα: Σκέπαζε τους χτύπους της μπότας των Ναζί πάνω στους έρημους δρόμους των Εξαρχείων. Σήμερα, αναμφίβολα μπορεί κανείς να πει, φρονώ, ότι η Αντιγόνη Μεταξά κάλυψε τις ειδικές ανάγκες των τρομαγμένων παιδιών της Κατοχής και των έπειτα ταραγμένων χρόνων που γνώρισε ο τόπος μας.Με τις νέες ανάγκες και ελλείψεις που διαπιστώθηκαν, από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 και ύστερα, άλλες θα έρχονταν ν’ ασχοληθούν με τα παιδιά και τα βιβλία τους, και άλλα με την τέχνη τους να προσφέρουν.
Τατιάνα Σταύρου
Τα ελληνικά παιδικά βιβλία, τα πραγματικά ελληνικά που να κινούνται στην ελληνική πραγματικότητα, ήταν ακόμη λίγα. ΄Ετσι, στα 1958 αρχίζει τις προσπάθειές της η Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά (που είχε συσταθεί ως άτυπη ομάδα από το 1955). Προκηρύσσει για πρώτη φορά στην Ελλάδα διαγωνισμούς για τη συγγραφή παιδικών βιβλίων, έργο που θα το συνεχίσει ευσυνείδητα ως τις μέρες μας. όπως σημειώνει στην έκδοση Τα Βραβεία (1958-1973) η (τότε) Πρόεδρός της Τατιάνα Σταύρου, «πολλοί μήτε θα παρατήρησαν μια φράση που επαναλαμβάνεται μόνιμα στην κάθε προκήρυξή μας: τα έργα να κινούνται μέσα στην ελληνική πραγματικότητα. Αυτός ο προσδιορισμός θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι δεν εκφράζει διόλου πνεύμα αντίθεσης προς καμιά ξένη πραγματικότητα μήτε κανένα αίσθημα στενού τοπικισμού. Αν ζητούμε την ελληνική μας ζωή να εκφράσουμε, τα δικά μας ιδιώματα, τα ήθη, το τοπίο, δε θα πει πως  θέλουμε ν’ αγνοήσουμε τα ξένα […] Την ελληνοποίηση του παιδικού βιβλίου που ζητούμε δεν την περιορίζουμε σε εξωτερικά σχήματα. Θα επιθυμούσαμε να μην τρέφονται τα Ελληνόπουλα μονάχα με ξένες τροφές, να έχουν παράλληλα και τις εγχώριες. Να υπάρχουμε κι εμείς μέσα σο παραμύθι, στο τραγούδι, σαν λαός, σαν έθνος, σαν Ιστορία, με τις παραδόσεις μας, το χρώμα, την ψυχή μας»[3].
          Και πραγματικά: Στα χρόνια της δουλειάς της που ακολούθησαν, κρίνοντας χιλιάδες έργα, η Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά θα βραβεύσει εκατοντάδες παιδικά βιβλία καλής ποιότητας, «θ’ αναδείξει νέους αφοσιωμένους συγγραφείς» και «θ’  αφυπνίσει συνειδήσεις γύρω από το παιδικό βιβλίο»[4].
Οκτώβρης 1991: Από την πρώτη Γενική Συνέλευση της
Γυν. Λογοτεχνικής Συντροφιάς, ως επίσημου πλέον σωματείου, 
με καταστατικό αναγνωρισμένο από το Πρωτοδικείο Αθηνών
(3335/1990), στο σπίτι της Αντιγόνης Χατζηθεοδώρου.
Από αριστερά: Ζωή Κανάβα, Αντ. Χατζηθεοδώρου, Γαλάτεια
Παλαιολόγου, Νίτσα Τζώρτζογλου, Μαρία Γουμενοπούλου,
 Φιλομήλα Βακάλη, ΄Εφη Αιλιανού, Χρυσούλα
Χατζηγιαννιού, Αγγελική Βαρελλά, Λίτσα Ψαραύτη.
   
                            
(Συνεχίζεται :   http://lotypetrovits.blogspot.gr/2013/02/5.html  )

[1] http://www.loty.gr/meletimata_analyt_1.htm
[2] Βλ. Μελέτη Σχολής Νηπιαγωγών Καρδίτσας: Πηνελόπη Δέλτα – Αντιγόνη Μεταξά, Εισαγωγή στην Παιδική Λογοτεχνία, Καρδίτσα, 1979, σελ. 109.
[3] Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά: Τα Βραβεία (1978-1973), Αθήνα 1974, σελ. 21
[4] Β. Δ. Αναγνωστόπουλου: Τάσεις και εξελίξεις της παιδικής λογοτεχνίας στη δεκαετία 1970-1980. Αθήνα, Οι Εκδόσεις των Φίλων, 1981, σελ. 26.
 
 
 
 

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

Η γυναίκα και η παιδική λογοτεχνία (3)


Συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση:

Από το βιβλίο μου Μιλώντας για τα παιδικά βιβλία (Καστανιώτης 1983, 1987 - εξαντλημένο[1]).
 


Προφήτισσα ήταν η Πηνελόπη Δέλτα και σ’ ένα ακόμα θέμα: στο θέμα της ανθρωπιστικής παιδείας, στο πνεύμα της συναδέλφωσης και της ειρηνικής συμβίωσης των λαών που θα έπρεπε να μεταδοθεί στα παιδιά, κι ας ξενίζει ίσως αυτό που υποστηρίζω, έπειτα από τις τόσες εξοργιστικές κατηγορίες που κοντόφθαλμοι και μικρόψυχοι επικριτές τολμούν κατά καιρούς να εξαπολύουν. «Εθνικίστρια» την είπαν, «σοβινίστρια» την είπαν, «φανατική»…. Χωρίς διόλου να λάβουν υπόψη τους το «μαγνητικό πεδίο» της εποχής όπου έγραφε και τις τότε ανάγκες του έθνους. Από τους «ειδήμονες» αυτούς κανείς δεν πρόσεξε τις σκέψεις του Κωνσταντίνου στον Καιρό του Βουλγαροκτόνου (γραμμένες – σημειώστε – στις παραμονές των Βαλκανικών πολέμων), όταν βλέπει το Βούλγαρο εχθρό του να προσεύχεται:
«Ο Κωνσταντίνος απομακρύνθηκε μέσα στα δέντρα συγκινημένος και ταραγμένος ως την ψυχή. Πρώτη φορά στη ζωή του σκέφτηκε πως ο εχθρός του ήταν άνθρωπος και μπορούσε να υποφέρει όσο κι αυτός ο ίδιος. Σκέφτηκε πως, όπως εκείνος υπηρετούσε την πατρίδα του, έτσι κι ο Δραξάν, για την πατρίδα του πολεμούσε […] Παρακαλούσε γα την πατρίδα του που την αγαπούσε κι απ’ τη γυναίκα του και από τα παιδιά του περισσότερο. […] ΄Εκρυψε τα μάτια στη χούφτα του. Πρώτη φορά αισθάνουνταν την ασχημιά του πολέμου, όταν ο αντίπαλος είναι αγνός κι ευγενικός κι άλλο κακό δεν έκανε παρά να γεννηθεί σε ξένη κι εχθρική φυλή…»[2].
         Τούτα τα λόγια ήταν αναμφίβολα ο πρώτος σπόρος σ’ ελληνικές παιδικές ψυχές, για να φτάσει να βλαστήσει σήμερα η ιδέα της βαλκανικής φιλίας αλλά και της παγκόσμιας κατανόησης. Προσωπικά θα της είμαι ευγνώμων εφ’ όρου ζωής, γιατί τούτος ο σπόρος, φυτεμένος βαθιά στην παιδική ψυχή μου, έβγαλε έπειτα από πολλά χρόνια ένα βλασταράκι μικρό όσο το επέτρεπαν οι δικές μου δυνάμεις, το μυθιστόρημα για μεγάλα παιδιά Ο μικρός αδελφός[3]. Θα την ευγνωμονώ ακόμα γιατί, πέρα από τόσα που με δίδαξε, ως παιδί, με την τέχνη της χωρίς να το καταλάβω, με τον Τρελαντώνη της μ’ έμαθε από νωρίς και κάτι ακόμα: να είμαι με το μέρος των αδυνάτων:
 « Ο πατέρας, κοιτάζοντας τον Τρελαντώνη κάτω απ’ τα πυκνά του  φρύδια, ρώτησε:
-  Ένα πράγμα ήθελα να ξέρω, Γιάννη, σαν είδες τον Αντώνη να ρίχνει πέτρες, σε ποιο στρατόπεδο πολεμούσε; Με τη μαρίδα ή με τα χαμίνια;
-  Με τη μαρίδα, βέβαια. Μπήκε στη μάχη την ώρα που υποχωρούσαν οι μικροί και τις έτρωγαν.
-  Ε, καλά! είπε ξεσουφρώνοντας τα φρύδια του. Αν ήταν με τη μαρίδα, χαλάλι του… Αν μου έλεγαν όμως, Αντώνη, πως πήγες με τους πιο δυνατούς, θα τέλειωνε άσχημα η σημερινή μας συνάντηση. Μα μιας και πολέμησες με τους μικρούς, που τις έτρωγαν κιόλα απ’ τους μεγαλύτερους, όχι μόνο δε θα σε τιμωρήσω, μα θα σου πω πως έκανες καλά»[4] 

Αργύρης Εφταλιώτης
Σοφία Μαυροειδή-
Παπαδάκη
Η πολύτιμη λοιπόν συμβολή της Δέλτα στην παιδική λογοτεχνία, την οποία τόσοι πολλοί και τόσο πολύ έχουν εξάρει και που συνοψίζεται στα λόγια του Αργύρη Εφταλιώτη: «τιμή στο έθνος, τιμή στο γυναικείο φύλο που έστειλε στο έθνος τέτοιο αντιπρόσωπο να διηγηθεί τις μεγάλες του ιστορίες και να του τραγουδήσει τα μεγάλα του όνειρα»[5], δεν ήταν μεγάλη σε ποσότητα – τα βιβλία της λιγότερα από δέκα. ΄Ηταν κυρίως ποιοτική, Κι έτσι ήταν γενικά η συμβολή της γυναίκας στον κλάδο αυτόν, στα πρώτα 40 χρόνια του 20ου αιώνα (Ιουλία Δραγούμη, Γαλάτεια Καζαντζάκη, κι αργότερα Γεωργία Ταρσούλη, Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, Πηνελόπη Μαξίμου και τόσες άλλες που εμφανίζονται στο προσκήνιο καθώς τελειώνει εκείνη η περίοδος).
           Και μπαίνουμε στα επόμενα 40 χρόνια, από την πόρτα της Κατοχής. Οπότε βρισκόμαστε μπροστά σ' ένα άλλο φαινόμενο: την Αντιγόνη Μεταξά/Θεία Λένα. Εδώ συναντούμε και την ποσότητα. Στην πολύχρονη δράση της θα γράψει εκατοντάδες ιστορίες για παιδιά προσχολικής κυρίως ηλικίας, θα τυπώσει 53 δικά της πρωτότυπα βιβλία και άλλα 200 περίπου με ποικίλα θέματα. Παράλληλα θ’ ασχοληθεί με το θέατρο και το ραδιόφωνο για παιδιά.
 
(Συνεχίζεται  :    http://lotypetrovits.blogspot.gr/2013/02/4.html  )



[2] Βλ. Π.Σ. Δέλτα: Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου, Αθήνα, «Οι Φίλοι του Βιβλίου», 1946, 4η έκδοση, σελ. 162-163.
[4] Π.Σ. Δέλτα: Τρελαντώνης, Αθήνα, Τυπογραφείο Εστία, 1932, σελ. 237.
[5] Βλ. «Αλληλογραφία Π.Σ. Δέλτα», ο.π. σελ. 189.

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

Η γυναίκα και η παιδική λογοτεχνία (2)

Συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση:

Από το βιβλίο μου Μιλώντας για τα παιδικά βιβλία (Καστανιώτης 1983, 1987 - εξαντλημένο[1]) –
 
Το χάραμα του εικοστού αιώνα βρήκε την παιδική λογοτεχνία μας πάμφτωχη. Το πιο σημαντικό περιουσιακό στοιχείο της: Η Διάπλαση των Παίδων, που παρόλη την ελληνική της ατμόσφαιρα και την ελληνική της κυρίως ύλη, κατά ένα σεβαστό μέρος βασιζόταν σε μεταφράσεις ξένων έργων. Και να που ο χιλιοειπωμένος «καλός Θεός της Ελλάδας» φροντίζει ν’ ανατείλει, στον τομέα αυτόν, ένα θηλυκό αστέρι που ακόμα και σήμερα η λάμψη του δεν έχει σβήσει, ένα «ξυπνητήρι» καθώς τα’ ονόμασε ο Πέτρος Βλαστός[2], μια προσωπικότητα «που περίμενε γράμμα της πριν αποφασίσει» ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης[3],  σε μια εποχή μάλιστα, καθώς επισημαίνει και ο επιμελητής της αλληλογραφίας της Ξεν. Λευκοπαρίδης, «όπου οι άντρες δεν αναγνώριζαν ακόμα όχι υπεροχή αλλά ούτε ισοτιμία σε γυναίκες με ικανότητες»[4]. ΄Ηταν η Πηνελόπη Δέλτα.


Μαν. Τριανταφυλλίδης
Πέτρος Βλαστός
Πηνελόπη Δέλτα
«Σας έστειλα την περασμένη εβδομάδα ένα βιβλιαράκι μου για παιδιά», γράφει το Δεκέμβρη του 1909 στο Φώτη Φωτιάδη∙ «το έγραψα μ’ ένα και μόνο σκοπό: να δώσω στα παιδιά μας να διαβάσουν κάτι Ελληνικό, όπου διασκεδάζοντας να μάθουν και λίγη ιστορία, ήθη και έθιμα Ελληνικά, κάτι που να μην είναι “μετάφρασις εκ του Γαλλικού” ή “Αγγλικού” ή “Γερμανικού“, αλλά γνήσιο Ελληνικό». Και παρακάτω: «Βλέπω άπειρα ελαττώματα τώρα που τυπώθηκε, αλλά τέτοια έλλειψη παιδικών βιβλίων έχουμε που πήρα τη βουτιά και το εξέδωκα. Αν μου γράψετε (σημ.: προσέξτε στο σημείο αυτό τη «συγκατάβαση» που γνώριζε και απεχθανόταν), μη μου κάμετε κομπλιμέντα γιατί τυχαίνει να είμαι γυναίκα∙ πήτε μου αλήθειες, όσο σκληρές κι αν είναι[5]. (Το ίδιο θα παρακαλέσει αργότερα και τον Αλέξανδρο Δελμούζο: «Μην ξεχνάτε πως δε θέλω κομπλιμέντα∙ σα γυναίκα που είμαι δεν ακούω παρά εγκώμια, από σας θέλω την αλήθεια»[6].

Το «βιβλιαράκι» λοιπόν αυτό ήταν το Για την Πατρίδα, «το πρώτο βιβλίο που γράφτηκε για Ελληνόπουλα» καθώς έγραψε ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης[7], «το πρώτο εθνικό βιβλίο για τα παιδιά μας» όπως επανέλαβε ο Δελμούζος[8]. Η ουσιαστική προσφορά της γυναίκας «για την πατρίδα» και για την παιδική λογοτεχνία είχε αρχίσει.
               Δεν ήταν όμως μονάχα η έλλειψη ελληνικών παιδικών βιβλίων που έπρεπε να καλυφτεί. Ανάγκη επιτακτική επίσης να μάθουν τα Ελληνόπουλα μια σωστή δημοτική, για να μπορούν να σκέφτονται και να εκφράζονται ξεκάθαρα στη γλώσσα της μάνας τους, σε μια εποχή που ο πόλεμος εναντίον του δημοτικισμού ήταν λυσσαλέος. «Το να γράφονται βιβλία σε γλώσσα που την εννοούν τα παιδιά», γράφει πάλι του Φωτιάδη, «δεν είναι πια “γλωσσικό ζήτημα”, αλλά εθνικό και της πρώτης ανάγκης»[9]. Πέρα απ’ αυτό, την τρώει η έγνοια να πληροφορηθούν τα παιδιά, με τον κατά το δυνατόν σωστότερο τρόπο, τα της Ελληνικής Ιστορίας. Γράφει λοιπόν στο Γιάννη Βλαχογιάννη: «Θέλω να γράψω για τα Ελληνόπαιδα […] ανακατώνοντας όσα περισσότερα ιστορικά γεγονότα μπορώ μέσα στο διήγημα, με τρόπο ώστε χωρίς να μελετά το παιδί, να μαζεύει γνώσεις εκείνης της εποχής, να γνωρίζει το Διάκο, το Μπότσαρη ή τον Κολοκοτρώνη ή τον Τζαβέλα, όχι σαν σκυθρωπούς οπλαρχηγούς που βλέπει στης ελεεινές ζωγραφιές των σχολικών βιβλίων όπου μαθαίνει ξηρά-ξηρά τα ονόματα των μαχών και τις χρονολογίες, αλλά σαν “ανθρώπους“ που ζούσαν και γελούσαν κι έτρωγαν και πονούσαν και αγαπούσαν και χόρευαν και πέθαιναν σαν λιοντάρια, και είχαν και τις αδυναμίες των πλάι στους ηρωισμούς των»[10].

Αλ. Δελμούζος
            Την απασχολεί ακόμα το πώς θα φτάσουν τα βιβλία της σε όλα τα παιδιά, όχι μόνο στα προνομιούχα: «Σας στέλνω δέκα τόμους», γράφει στο Δελμούζο, «αν και καταρχήν είμαι εναντίον του να μοιράζονται χάρισμα τα βιβλία […] αλλά ξέρω πως στο σχολείο σας έχετε και παιδιά που δεν έχουν τα μέσα»[11]. Παλεύει έπειτα να βοηθήσει με τα βιβλία της τα παιδιά να μάθουν να κρίνουν, να σκέφτονται λεύτερα, να γίνουν σωστοί  πολίτες. «Δεν κατέγινα ποτέ σε φιλολογία», γράφει αλλού. «Θέλησα να ξυπνήσω στα παιδιά ευγενικά αισθήματα και ιδέες»[12]. «Αν κατορθώσω να συγκινήσω το παιδί και να το κάμω να σκεφτεί, θα έχω επιτύχει το σκοπό μου»[13].  Και το κατάφερε πιότερο, νομίζω, από κάθε άλλο βιβλίο της, με το Παραμύθι χωρίς όνομα, «το δεύτερο εθνικό μας βιβλίο για μικρούς και μεγάλους» όπως το χαρακτήρισε πάλι ο Δελμούζος[14] - το πρώτο, επιτρέψτε μου να προσθέσω εγώ, πολιτικοποιημένο, με τη σωστή έννοια του όρου, ελληνικό παιδικό βιβλίο[15]. Είναι και κάτι ακόμα το Παραμύθι χωρίς όνομα, κατά την άποψή μου: Είναι το πρώτο σωστά «φεμινιστικό» βιβλίο, άποψη στην οποία θα ξαναγυρίσω αργότερα. Τώρα σημειώνω, για το βιβλίο αυτό, την άποψη του Παλαμά – τον οποίο επίσης είχε παρακαλέσει η Δέλτα: «Θα ήθελα να ξεχάσετε πως είμαι γυναίκα […] και να μου μιλήσετε για τα βιβλία μου όπως θα μιλούσατε σ’ έναν άντρα που θέλει να κάμει κάτι καλό»[16]. Λέει λοιπόν ο Παλαμάς: «Το Παραμύθι χωρίς όνομα στυλώθηκε μπροστά μου με κάποια ξεχωριστή επιβολή και θυμήθηκα πως μέσα στην Παλαιά Γραφή δε φιγουράρουνε μόνο προφήτες μα και προφήτισσες σαν τη Δεββώρα και σαν την Προφήτισσα Μαρία, την αδελφή του Ααρών»[17]

Κωστής Παλαμάς
(Συνεχίζεται : http://lotypetrovits.blogspot.gr/2013/02/3.html


[2] Βλ. Αλληλογραφία Π.Σ. Δέλτα, Επιμέλεια Ξ. Λευκοπαρίδη
(Αθήνα, Βιβλιοπωλείο της Εστίας) σελ. 4 του κυρίου κειμένου.
[3] Ο.π. σελ 306.
[4] Ο.π. σελ. 14 του Προλόγου.
[5] Ο.π. σελ. 99.
[6] Ο.π. σελ. 219.
[7] Ο.π. σελ. 318.
[8] Ο.π. σελ. 203.
[9] Ο.π. σελ. 86.
[10] Ο.π. σελ. 109
[11] Ο.π. σελ. 213.
[12] Ο.π. σελ. 22, 205
[13] Ο.π. σελ. 27.
[14] Ο.π. σελ 220.
[15] Σχετική με το θέμα αυτό είναι η ανάρτηση εδώ: http://lotypetrovits.blogspot.gr/2012/11/blog-post_16.html
[16] Βλ. Αλληλογραφία Π.Σ. Δέλτα, ο.π. σελ. 47.
[17] Ο.π. σελ. 34.